Μαρίας Κωνσταντίνου ν. Στέλλας Ηρακλείδου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2224/03, 30 Οκτωβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A207 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2224/03 Μεταξύ Μαρίας Κωνσταντίνου Ενάγουσας και
- Στέλλας Ηρακλείδου
- Κωνσταντίας Ηλία Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Μυλωνάς με κα Άνιφτου Για Εναγόμενη 1: κα Αστραίου Για Εναγόμενη 2: κα Χάματσου Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής οδήγησε τροχαίο δυστύχημα που επεσυνέβη στις 28.2.
- Η ενάγουσα αποδίδει το δυστύχημα στην αποκλειστική αμελή οδήγηση και/ή παράβαση των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων των εναγομένων 1 και
- Ισχυρίστηκε ότι μετά τη σύγκρουση του αυτοκινήτου που οδηγούσε η εναγόμενη 1 με το αυτοκίνητο που οδηγούσε η εναγόμενη 2, το αυτοκίνητο που οδηγούσε η τελευταία ξέφυγε της πορείας του και κτύπησε σοβαρά την ενάγουσα, η οποία ήταν πεζή και περπατούσε νόμιμα και κανονικά στο δεξί χωμάτινο παγκέτο της λεωφόρου Βύρωνος στη Λευκωσία με κατεύθυνση προς την οδό Μουσείου. Οι εναγόμενες 1 και 2 αρνούνται στην υπεράσπιση τους τόσο την ευθύνη τους για το δυστύχημα όσο και τις ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες και τις ειδικές ζημιές της ενάγουσας. Κατά συνέπεια η υπόθεση εκδικάστηκε για όλα τα θέματα, δηλαδή τόσο για την ευθύνη όσο και για την ύπαρξη σωματικών βλαβών και για τις συνεπεία αυτών διεκδικούμενες γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης η ενάγουσα, παραθέτοντας λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου και/ή κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων των εναγομένων 1 και 2 ξεχωριστά, ισχυρίζεται ότι από τη σύγκρουση τραυματίστηκε και υπέστη συναφή έξοδα, δαπάνες και απώλειες. Παραθέτοντας στη συνέχεια λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών, τη γενομένη θεραπεία και τα επακόλουθα καθώς και λεπτομέρειες ειδικών ζημιών διεκδικεί το ποσό των £1.747,25 ως ειδικές αποζημιώσεις και γενικές αποζημιώσεις για τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη και θα υφίσταται στο μέλλον, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία του δυστυχήματος και έξοδα. Προς υποστήριξη της θέσης της ενάγουσας κατέθεσε ενόρκως η ίδια (ΜΕ2) καθώς και τρεις μάρτυρες. Εκ μέρους των εναγομένων προσφέρθηκε η μαρτυρία των ίδιων καθώς και τεσσάρων μαρτύρων. Ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος η ενάγουσα, ΜΕ2, ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη μέρα, γύρω στις 3.00 μ.μ., ενόσω περπατούσε με δύο συναδέλφους της στο δεξί χωμάτινο παγκέτο του προαναφερθέντος δρόμου, ξαφνικά είδε ένα αυτοκίνητο, που εκ των υστέρων φάνηκε ότι το οδηγούσε η εναγόμενη 2, να κατευθύνεται προς τα πάνω τους και την κτύπησε ελαφριά στο αριστερό της πόδι, έπεσε κάτω όπως και οι άλλες δύο συνάδελφοί της και όταν σηκώθηκαν πάνω, το αυτοκίνητο σταμάτησε. Στην αντεξέταση υποστήριξε ότι κτυπήθηκε από το δεξί μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου στο αριστερό της πόδι, στο γόνατο περίπου, και ως προς τις άλλες δύο πεζές δεν μπορεί να ξέρει, λέει ότι έπεσαν, γιατί το δυστύχημα έγινε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Υποστήριξε επίσης ότι έδωσε κατάθεση στον αστυνομικό (ΜΕ1) όταν την επισκέφθηκε στο σπίτι της. Η εναγόμενη 1, ΜΥ2, υιοθετώντας τη γραπτή της κατάθεση στην αστυνομία, Τεκμήριο 23, ανέφερε ότι είχε σταθμευμένο το αυτοκίνητο της κάθετα στην υπό αναφορά λεωφόρο και βλέποντας ότι ο δρόμος πίσω της ήταν καθαρός, ξεκίνησε με όπισθεν ταχύτητα και εισήλθε στο δρόμο. Ξεκίνησε προς τα εμπρός με χαμηλή ταχύτητα, με κατεύθυνση το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και αφού προχώρησε γύρω στα 25 μ., ένιωσε κτύπημα στο πίσω δεξί μέρος του αυτοκινήτου της και ταυτόχρονα άλλο δυνατό κτύπημα στο δεξί μπροστινό φτερό ενόσω το τιμόνι της έστριψε προς τα δεξιά. Αμέσως πάτησε φρένα και άφησε το αυτοκίνητο στη θέση του μέχρις ότου ήρθε αστυνομικός της τροχαίας. Απ' ότι γνωρίζει το αυτοκίνητο που οδηγούσε η εναγόμενη 2 δεν κτύπησε την ενάγουσα και όπως της είπαν αυτό σταμάτησε ακριβώς δίπλα στις τρεις γυναίκες, χωρίς να τις ακουμπήσει, με αποτέλεσμα αυτές να κτυπήσουν μεταξύ τους. Η Γιαννούλα Ευθυμίου, ΜΥ3, μία από τις τρεις πεζές, ανέφερε ότι αντιλήφθηκαν ότι έγινε δυστύχημα επειδή άκουσαν να τους φωνάζουν να προσέξουν γιατί κάποιο αυτοκίνητο ερχόταν προς το μέρος τους. Για να το αποφύγουν, έτρεξαν προς το περιτοίχισμα και παρόλο που το αυτοκίνητο πήγε προς τα πάνω τους, δεν άγγιξε την ίδια, που βρισκόταν μεταξύ των δύο άλλων, «παρά τρίχα» θα την κτυπούσε και δεν αντιλήφθηκε αυτό να κτυπά την ενάγουσα. Η Κρινούλα Αχιλλέως Ξενίδου, ΜΥ4, ήταν η άλλη πεζή και ανέφερε ότι άκουσαν που τους φώναζαν ότι ερχόταν αυτοκίνητο προς το μέρος τους και προσπάθησαν να κατευθυνθούν προς τον τοίχο για να μην τους κτυπήσει. Η ίδια ήταν στην άκρη του δρόμου και το αυτοκίνητο πέρασε μπροστά της και σταμάτησε στην είσοδο των γραφείων. Οι άλλες δύο πεζές κτύπησαν μεταξύ τους στο κεφάλι και το αυτοκίνητο δεν κτύπησε καμιά από τις δύο. Η εναγόμενη 2, ΜΥ5, υιοθετώντας την γραπτή της κατάθεση στην αστυνομία, Τεκμήριο 24, ανέφερε ότι είδε ξαφνικά το αυτοκίνητο που οδηγούσε η εναγόμενη 1 να εισέρχεται στο δρόμο κάθετα από τα αριστερά προς τα δεξιά της, αποκόπτοντας την πορεία της και λόγω της πολύ μικρής απόστασης που τους χώριζε, πριν προλάβει να αντιδράσει, του κτύπησε στο μπροστινό μέρος της δεξιάς πλευράς. Συνεπεία της σύγκρουσης το αυτοκίνητο της ξέφυγε από την πορεία του δεξιότερα και παρολίγο να κτυπήσει κάποιες γυναίκες που περπατούσαν στο παγκέτο, σταμάτησε δε πολύ κοντά στον τοίχο. Οι πεζές απέφυγαν το αυτοκίνητο της τρέχοντας και καμιά δεν έπεσε στο έδαφος. Ο Αστ. 4236, Ι. Λαγός, ΜΕ1, της Τροχαίας Λευκωσίας, έφτασε στη σκηνή του δυστυχήματος και ετοίμασε σχεδιάγραμμα, φωτοαντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, με βάση τα ευρήματα του στη σκηνή και όσα του αναφέρθηκαν από τις δυο οδηγούς των συγκρουσθέντων οχημάτων. Η ενάγουσα αρχικά αρνείτο να του δώσει κατάθεση και δεν θυμόταν αν του έδωσε τελικά κατάθεση στο σπίτι της, όπως ισχυρίζεται η ίδια, ενόσω ο φάκελος της υπόθεσης καταστράφηκε. Δεν θυμόταν ποια από τις τρεις πεζές ήταν κτυπημένη και δεν είδε οποιαδήποτε τραύματα ο ίδιος, αν και στην κατάθεση του που είχε ετοιμάσει μετά την διερεύνηση του δυστυχήματος, Τεκμήριο 2, είχε γράψει ότι η ενάγουσα του είχε αναφέρει ότι κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο που οδηγούσε η εναγόμενη 2 στα πόδια. Οι συνήγοροι αγορεύοντας υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις της κάθε πλευράς με αναφορά στα γεγονότα και τη νομολογία. Ο συνήγορος της ενάγουσας εισηγήθηκε ότι αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα φέρουν οι δυο εναγόμενες και ο μεταξύ τους καταμερισμός της ευθύνης δεν είναι θέμα που πρέπει να απασχολήσει την ενάγουσα ενώ οι συνήγοροι των δυο εναγομένων απορρίπτοντας την θέση της ενάγουσας ότι κτυπήθηκε από το όχημα που οδηγούσε η εναγόμενη 2, εισηγήθηκαν ότι, αν κριθεί από το Δικαστήριο το αντίθετο, η οποιαδήποτε ευθύνη για το δυστύχημα δεν βαρύνει τις πελάτισσες τους αλλά την άλλη εναγόμενη αντίστοιχα. Ως προς την αξιολόγηση της προφορικής μαρτυρίας μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, η νομολογία διαγράφει ότι γίνεται με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις των μαρτύρων για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ
(1994)1 ΑΑΔ 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) ΑΑΔ 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) ΑΑΔ 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 820). Εξετάζοντας την προσφερθείσα μαρτυρία σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι επεσυνέβη, εντοπίζεται αρχικά η διάσταση που υπάρχει στη θέση της ενάγουσας και των δυο εναγομένων αναφορικά με το κατά πόσο η ενάγουσα κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο που οδηγούσε η εναγόμενη
- Είναι αξιοσημείωτο ότι την θέση της ενάγουσας ότι κτυπήθηκε από το εν λόγω αυτοκίνητο δεν υποστηρίζει καμία από τις παρούσες, κατά την διάρκεια του συμβάντος, στη σκηνή μάρτυρες. Οι ΜΥ3 και ΜΥ4, που περπατούσαν μαζί με την ενάγουσα στο χωμάτινο παγκέτο και δεν διαφάνηκε ότι είχαν λόγο να αποκρύψουν την αλήθεια από το Δικαστήριο, δεν αναφέρθηκαν σε τέτοιο κτύπημα. Ακόμη και αν λεχθεί ότι δεν αντιλήφθηκαν ότι όντως κτυπήθηκε η ενάγουσα από το αυτοκίνητο λόγω της σύγχυσης τους και του φόβου που, όπως λέχθηκε, τις κυριάρχησε κατά την στιγμή που έγινε η σύγκρουση μεταξύ των δυο οχημάτων στην προσπάθεια τους να προστατευθούν οι ίδιες από το αυτοκίνητο που οδηγούσε η εναγόμενη 2, δεν επιβεβαιώνουν τη θέση της ενάγουσας ότι έπεσαν και οι τρεις κάτω κατά την στιγμή εκείνη. Και οι δυο αποδέχονται ότι έτρεξαν για να προστατευθούν και περαιτέρω η ΜΥ3, όντας μεταξύ των δυο άλλων αναφέρει ότι δεν την άγγιξε το αυτοκίνητο και δεν αντιλήφθηκε αυτό να κτύπησε την ενάγουσα, ενώ η ΜΥ4, όντας στη άκρη του δρόμου και πιο κοντά από τις άλλες δυο στο αυτοκίνητο, αναφέρει ότι αυτές κτύπησαν μεταξύ τους στο κεφάλι. Ως προς δε την εναγόμενη 2, που μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια η μαρτυρία της αναφορικά με την σύγκρουση των δυο οχημάτων συνάδει με την πραγματική μαρτυρία, ήταν βέβαιη ότι το όχημα που οδηγούσε δεν κτύπησε καμία από τις πεζές. Επισημαίνεται ακόμη ότι ενώ η εναγόμενη 1 ισχυρίστηκε ότι οι πεζές κτύπησαν μεταξύ τους στο κεφάλι, όπως έμαθε, και η ΜΥ4 ανέφερε ότι κατά τον χρόνο που το αυτοκίνητο που οδηγούσε η εναγόμενη 2 ερχόταν προς αυτές η ΜΥ3 κτύπησε με την ενάγουσα στο κεφάλι, η ΜΥ3 που υποτίθεται ότι ήταν αυτή που κτύπησε με την ενάγουσα στο κεφάλι ουδόλως αναφέρθηκε σε τέτοιο κτύπημα ούτε και της τέθηκε αυτό από οποιαδήποτε πλευρά για να ακουσθεί η θέση της. Αλλά ούτε και η εναγόμενη 2 αναφέρθηκε σε τέτοιο κτύπημα στο κεφάλι μεταξύ των δυο γυναικών. Ως προς τον ΜΕ1 ανέφερε μεν στην γραπτή του κατάθεση, Τεκμήριο 2, ότι η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι το αυτοκίνητο την κτύπησε στα πόδια και οι άλλες δυο πεζές ότι κτύπησαν η μια πάνω στην άλλη και δεν είχαν παράπονο, δεν θυμόταν όμως να είχε λάβει κατάθεση από την ενάγουσα τότε. Από τα πιο πάνω είναι προφανές πόσο δύσκολο είναι το έργο του Δικαστηρίου να εξάξει ασφαλές εύρημα ως προς το κατά πόσο όντως η ενάγουσα κτυπήθηκε από το υπό αναφορά όχημα δεδομένου ότι η μαρτυρία της ενάγουσας διακρίνεται από τάσεις υπερβολής ιδιαίτερα ως προς τις επιπτώσεις του ισχυριζόμενου τραυματισμού της, θέμα όμως το οποίο δεν θα πρέπει να οδηγήσει άνευ ετέρου στο να κριθεί αυτή αναξιόπιστη. Ωστόσο ένα σημείο στη μαρτυρία της εναγόμενης 2, η οποία όπως προανέφερα χαρακτηρίζεται ως ειλικρινής μάρτυρας, ρίχνει περισσότερο φως κατά την αντίληψη μου σ' αυτό το θέμα και με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα κτυπήθηκε, ελαφρά ενδεχόμενα, από το αυτοκίνητο που η οδηγούσε η εναγόμενη
- Όπως είπε η εναγόμενη 2 κατά την αντεξέταση της από τον κ. Μυλωνά, όταν το αυτοκίνητο σταμάτησε σε μικρή απόσταση από τον τοίχο οι δυο πεζές ήταν προς τα δεξιά και η άλλη ήταν αριστερά. Με δεδομένο ότι όταν περπατούσαν οι τρεις πεζές, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε, η ΜΥ4 ήταν προς την άκρη του δρόμου, η ΜΥ3 στη μέση και η ενάγουσα προς τον τοίχο και όπως είπε η ΜΥ4 το αυτοκίνητο σταμάτησε περνώντας από μπροστά της συνάγεται ότι η ΜΥ4 και η ΜΥ3 ήταν οι δυο πεζές που βρέθηκαν στα δεξιά του αυτοκινήτου όταν αυτό σταμάτησε και η ενάγουσα στα αριστερά, μετά που και οι τρεις έτρεξαν για να προστατευθούν από το αυτοκίνητο. Δεν αποκλείεται συνεπώς το αυτοκίνητο προτού σταματήσει να άγγιξε ελαφρά την ενάγουσα, όπως η ίδια ισχυρίστηκε και αυτή να έγειρε και να κτύπησε, χωρίς αυτό ενδεχόμενα να γίνει αντιληπτό από τις άλλες δυο πεζές εφόσον δεν είχαν οπτική επαφή με αυτήν λόγω της ύπαρξης του αυτοκινήτου αλλά και του φόβου που τους δημιουργήθηκε ούτε και από την εναγόμενη 2 συνεπεία της σύγχυσης της λόγω της προηγηθείσας σύγκρουσης των οχημάτων. Από το άγγιγμα στα πόδια της ενάγουσας αυτή έγειρε και κτύπησε, παραπονούμενη στον γιατρό που την εξέτασε λίγο μετά στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για πόνο στον δεξιό κρόταφο. Αποτελεί συνεπώς εύρημα μου ότι η ενάγουσα τραυματίστηκε συνεπεία επαφής του αριστερού ποδιού της με το αυτοκίνητο που οδηγούσε η εναγόμενη 2, προτού αυτό σταματήσει κοντά στον τοίχο παρά τον δρόμο μετά την σύγκρουση του που προηγήθηκε με το αυτοκίνητο που οδηγούσε η εναγόμενη
- Για να διαφανεί ωστόσο η ευθύνη των εναγομένων 1 και 2 για τον τραυματισμό της ενάγουσας θα πρέπει να κριθεί κατά πόσο οι εναγόμενες 1 και 2 ήταν αμελείς σε σχέση με την προηγηθείσα σύγκρουση των δυο οχημάτων. Όπως έχει νομολογηθεί η αμέλεια κρίνεται καθολικά, απρόσωπα και αντικειμενικά, με γνώμονα τις αντιδράσεις του συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί λογικά το δρόμο, συναισθανόμενος την ευθύνη για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο, κάθε υπόθεση δε τροχαίου ατυχήματος εξετάζεται με βάση τα δικά της γεγονότα και περιστατικά. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού και συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Η ευθύνη για τροχαίο ατύχημα επιμερίζεται υπό το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οδηγό προς κρίση των παραλείψεων αμφοτέρων των πλευρών αποτελεί ο μέσος συνετός πολίτης και όχι η μικροσκοπική συνεκτίμηση των αντιδράσεων (βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 178, Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 ΑΑΔ 881, Νικολάου ν. Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 938, Γεωργίου ν. Παναγιωτίδη κ.ά.
(1994)1 ΑΑΔ 80, Ιωάννου κ.ά. ν. Μιχαήλ
(1998)1 ΑΑΔ 141). Η ευθύνη, περαιτέρω, καταμερίζεται σε συνάρτηση με την υπαιτιότητα αφενός κρινόμενη υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας που προξένησε το ατύχημα και της επελεύσεως της ζημιάς, που αποτελεί το αντικείμενο της δίκης αφετέρου (βλ. Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 ΑΑΔ 420). Ως προς το θέμα της αναζήτησης συντρέχουσας αμέλειας το Δικαστήριο ερευνά για την ύπαρξη τέτοιων στοιχείων από τα οποία να καταφαίνεται κατά πόσο ο ενάγων παρέλειψε να ασκήσει εύλογη φροντίδα και επιμέλεια για τη δική του ασφάλεια και έτσι μπορεί να λεχθεί ότι συνέβαλε στην πρόκληση των δικών του βλαβών ή ζημιάς (βλ. Sofocleous and another v. Georghiou and another
(1978)1 AAΔ 149, Αntoniou v. Iordanous and another
(1976)1 AAΔ 341, Aντωνιάδη Μαϊττα ν. Γεωργίου κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 1). Με βάση την προσφερθείσα μαρτυρία αναφορικά με την σύγκρουση των δυο οχημάτων και ειδικότερα αξιολογώντας όσα λέχθηκαν σχετικά από τις δυο εναγόμενες και τον ΜΕ1 θεωρώ ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα περιέγραψε η εναγόμενη 2, ΜΥ5. Η μαρτυρία της εναγόμενης 2 ως προς το θέμα αυτό κρίνεται πλήρως αποδεκτή ως συνάδουσα και με την πραγματική μαρτυρία. Η πραγματική μαρτυρία σύμφωνα με την νομολογία αποτελεί μαρτυρία που προβάλλει από τα ίδια τα πράγματα και μόνο και αποτελεί αντικειμενικό εύρημα με αποδεικτική δυναμική όταν κατά την αντιπαραβολή προς αυτό των αντικρουόμενων εκδοχών είναι εγγενώς αποκαλυπτικό της εξέλιξης των πραγμάτων (Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 ΑΑΔ 45). Η πραγματική μαρτυρία αποτελεί γνώμονα τόσο για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας, συνιστά δε σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που προκάλεσαν το δυστύχημα (Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1 ΑΑΔ 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 ΑΑΔ 1388). Αντίθετα η μαρτυρία της εναγόμενης 1, ΜΥ2, δεν γίνεται πιστευτή καθότι αυτή προφανώς προσπαθώντας να απεκδυθεί της ευθύνης της για την σύγκρουση ανέφερε τα γεγονότα με τρόπο που καταφανώς δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Η εναγόμενη 1 ανέφερε ότι ενώ πορεύετο νόμιμα και κανονικά στον επίδικο δρόμο με κατεύθυνση προς το Νοσοκομείο, όπου εισήλθε με πισινή ταχύτητα όντας προηγουμένως το αυτοκίνητο της σταθμευμένο στα αριστερά του δρόμου αυτού, ένιωσε κτύπημα στο δεξί πίσω μέρος του αυτοκινήτου της και αφού το τιμόνι της έστριψε προς τα δεξιά ακολούθησε σύγκρουση στο δεξί μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου της. Αυτή η θέση της εναγόμενης 1 δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία που είναι αναμφισβήτητη ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα με τις ζημιές στο όχημα της, όπως αυτές περιγράφηκαν από τον ΜΕ1, ο οποίος παρέθεσε με ειλικρίνεια τα ευρήματα του για το δυστύχημα, εξετάζοντας το αντικειμενικά και αποδέχομαι τη μαρτυρία του για τις μετρήσεις του στη σκηνή, τις ζημιές των οχημάτων και τα λοιπά πραγματικά ευρήματα στα οποία αναφέρθηκε. Όπως είναι αναντίλεκτο το όχημα της εναγόμενης 1 έφερε μεγάλο κάθετο κτύπημα μόνο στην δεξιά μπροστινή πλευρά του, δηλαδή στο δεξί μπροστινό φτερό και στον δεξιό μπροστινό τροχό. Άρα αν είχε προηγηθεί σύγκρουση στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου της θα έπρεπε ως θέμα κοινής λογικής να υπήρχαν ζημιές και στο δεξί πίσω μέρος του αυτοκινήτου της (βλ. Ιορδάνου κ.α. ν. Κυριάκου
(1996)1 ΑΑΔ 1364, Σωκράτους ν. Ματσούκα
(2003)1 ΑΑΔ 1036). Αποδεχόμενη συνεπώς την μαρτυρία της εναγόμενης 2 σύμφωνα με όσα αυτή ανέφερε, αποτελεί εύρημα μου ότι η εναγόμενη 1 οδηγώντας το αυτοκίνητο της με αρ. εγγραφής ΕΖΧ492 εισήλθε κάθετα στη Λεωφόρο Βύρωνος επί της οποίας πορεύετο νόμιμα και κανονικά η εναγόμενη 2 οδηγώντας το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΒΑG 359, από τα αριστερά του δρόμου προς τα δεξιά αποκόπτοντας την πορεία της εναγόμενης 2 και λόγω της μικρής απόστασης που χώριζε τα δυο οχήματα επήλθε η σύγκρουση. Συνεπεία της σύγκρουσης το αυτοκίνητο που οδηγούσε η εναγόμενη 2 παρεξέκλινε της ευθείας πορείας του και κατευθύνθηκε προς τα δεξιά του δρόμου σταματώντας στο δεξί χωμάτινο παγκέτο, ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 1 στην τελική θέση Β1, φέροντας κτύπημα σε όλο το μπροστινό του μέρος ενώ το αυτοκίνητο της εναγόμενης 1 ακινητοποιήθηκε στη θέση Α1 του Τεκμηρίου
- Ως προς τον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των δυο εναγομένων για τη σύγκρουση των αυτοκινήτων που οδηγούσαν, εξετάζοντας την οδική τους συμπεριφορά υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και βάσει των νομολογιακών αρχών, θεωρώ ότι η συμπεριφορά της εναγόμενης 1 αποτελεί την γενεσιουργό αιτία της σύγκρουσης των δυο οχημάτων καθότι η εναγόμενη 1 παρέβη την υποχρέωση της να ελέγξει ικανοποιητικά τον δρόμο στην προσπάθεια της να εισέλθει σ' αυτόν και να βεβαιωθεί ότι η είσοδος της δεν θα δημιουργούσε τον κίνδυνο σύγκρουσης με οποιοδήποτε όχημα που πορεύετο στην επίδικη λεωφόρο. Αναμφίβολα η οδική της συμπεριφορά χαρακτηρίζεται και κρίνεται ως αμελής, εφόσον καταδεικνύεται ότι η εναγόμενη 1 παρέβη το καθήκον φροντίδας και μέριμνας προς τους άλλους χρήστες του δρόμου και ενήργησε χωρίς την δέουσα προσοχή, παρατηρητικότητα, πρόβλεψη και επιμέλεια, επιδεικνύοντας συμπεριφορά που απέχει αυτής του μέσου, λογικού και συνετού οδηγού. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς της εναγομένης 1 ήταν να αποκόψει την πορεία του οχήματος που οδηγούσε η εναγόμενη 2 και να προκληθεί η σύγκρουση με αυτό. Ως προς την συμπεριφορά της εναγομένης 2, έχοντας κατά νου ότι αντιλήφθηκε το όχημα που οδηγούσε η εναγόμενη 1 όταν αυτό εισήλθε μέσα στην πορεία της, σαφώς δεν μπορεί να λεχθεί ότι είναι στον ίδιο βαθμό αμελής με αυτή της εναγομένης
- Φαίνεται όμως ότι η εναγόμενη 2 βλέποντας το όχημα της εναγομένης 1 δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα αποτρεπτικά της σύγκρουσης και ανεξάρτητα της απόστασης που τους χώριζε, που εν πάση περιπτώσει δεν προσδιορίστηκε αν και λέχθηκε ότι ήταν μικρή, αντί να πατήσει τα φρένα του αυτοκινήτου ή να κάνει οποιοδήποτε ελιγμό για να αποφύγει την σύγκρουση, επέπεσε στο όχημα της εναγομένης
- Η παράλειψη της εναγομένης 2 να λάβει οποιοδήποτε μέτρο μπροστά στον κίνδυνο σύγκρουσης, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης συνιστά αμέλεια, για την οποία θα πρέπει να της αποδοθεί, μικρό έστω μέρος της ευθύνης για την επακολουθήσασα σύγκρουση (βλ. μεταξύ άλλων, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1(Β) ΑΑΔ 1157, Καρεκλά ν. Κλεάνθους
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 1199). Με βάση τα πιο πάνω κρίνεται ότι στην εναγόμενη 1 θα πρέπει να αποδοθεί ποσοστό ευθύνης 75% και στη εναγόμενη 2 ποσοστό ευθύνης 25%, σε σχέση με την σύγκρουση των οχημάτων που αυτές οδηγούσαν και κατ' επέκταση είναι ορθό και δίκαιο να τους αποδοθούν τα ποσοστά αυτά ευθύνης και για τις συνέπειες που είχε η σύγκρουση αυτή αναφορικά με τον τραυματισμό της ενάγουσας, δεδομένου ότι η πορεία του οχήματος που οδηγούσε η εναγομένη 2 όταν κτύπησε την ενάγουσα, όπως ήδη κρίθηκε πιο πάνω, προήλθε και οφείλεται αποκλειστικά στην προηγηθείσα σύγκρουση των δυο οχημάτων. Θεωρώ, επίσης, ότι δεν θα πρέπει να καταλογισθεί οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια στην ενάγουσα για τον τραυματισμό της συνεπεία του δυστυχήματος δεδομένου ότι είναι αναμφισβήτητο ότι όταν το αυτοκίνητο που οδηγούσε η εναγόμενη 2, μετά την σύγκρουση με το αυτοκίνητο που οδηγούσε η εναγόμενη 1, παρεξέκλινε της πορείας του προς τα δεξιά και σταμάτησε σε μικρή απόσταση από το περιτοίχισμα επί του δεξιού παγκέτου του δρόμου, η ενάγουσα περπατούσε νόμιμα και κανονικά στο δεξί παγκέτο του δρόμου δίπλα στο περιτοίχισμα και σαφώς δεν εξέθεσε καθ' οιονδήποτε τρόπο τον εαυτό της σε κίνδυνο σε σχέση με τα διερχόμενα επί του δρόμου οχήματα ούτε και έχει συντελέσει στην πρόκληση του ατυχήματος. Αναφορικά με την διεκδίκηση γενικών αποζημιώσεων, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες σωματικών βλαβών που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα υπέστη θλάση της δεξιάς πλευράς του προσώπου-ζυγωματικής περιοχής με οίδημα και μώλωπες, διάστρεμμα του αυχένα με σοβαρό μυϊκό σπασμό των παρασπονδυλικών και τραπεζοειδών μυών και πλήρη δυσκαμψία (αγκύλωση) της αυχενικής μοίρας και στο αριστερό άνω άκρο υπαισθησία της άνω έξω επιφάνειας του βραχιονίου και αντιβραχίου. Η ανασκόπηση των ακτινογραφιών έδειξε ευθειασμό της αυχενικής σπονδυλικής στήλης χωρίς οστικές βλάβες. Η θεραπεία της περιελάμβανε αυχενικό κολάρο, αντιφλεγμονώδη και μυοχαλαρωτικά φάρμακα και φυσιοθεραπευτική αγωγή, η οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν είχε αποτέλεσμα. Μαγνητική τομογραφία που έγινε στις 11.4.2001 έδειξε συνεχιζόμενο ευθειασμό της αυχενικής σπονδυλικής στήλης με οπίσθια προβολή του ινώδους δακτυλίου χωρίς πίεση στον νωτιαίο μυελό και τις νευρικές ρίζες. Ζητήθηκε γνώμη νευρολόγου και συνεχίστηκε η φυσιοθεραπεία με αποτέλεσμα να επανέλθει σε μερική εργασία τρεις μήνες μετά το δυστύχημα. Υπάρχει δυσκαμψία στον αυχένα ιδίως στην έκταση και αριστερή στροφή. Δεν αναμένεται περαιτέρω βελτίωση και θα χρειάζεται περιοδική θεραπεία δηλαδή φάρμακα, κολάρο και φυσιοθεραπεία. Τίθεται προς αξιολόγηση στην υπόθεση επί του θέματος αυτού η μαρτυρία της ενάγουσας, του θεράποντος γιατρού της (ΜΕ3), και της φυσιοθεραπεύτριας (ΜΕ4) που η ίδια προσέφερε ως μάρτυρες, καθώς και των μαρτύρων υπεράσπισης (ΜΥ1 και ΜΥ6), επίσης γιατρών. Η νομολογία έχει επισημάνει ότι η μαρτυρία γιατρών οι οποίοι θεωρούνται εμπειρογνώμονες, εφόσον καταθέτουν για εξειδικευμένα επίδικα θέματα, παρουσιάζει αντιθέσεις άλλοτε μικρές και άλλοτε μεγάλες. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη. Καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία, τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και να βοηθήσουν το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις. (βλ. Νεάρχου ν. Στεφανίδη κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 351). Η ενάγουσα ανέφερε ότι μετά τον τραυματισμό της μεταφέρθηκε από συνάδελφο της στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου της έγινε ακτινογραφία κεφαλής, αν και παραπονέθηκε για πόνο στο δεξί ζυγωματικό και στον αυχένα, και απελύθη από τον επί καθήκοντι γιατρό. Είχε γρατσουνιές και μώλωπες στα χέρια και στα πόδια και πόνους κυρίως στον αυχένα, που δεν υποχώρησαν γι' αυτό και στις 5.3.2001 μετέβη εκ νέου στο Νοσοκομείο όπου την εξέτασε ορθοπεδικός γιατρός, της έγιναν άλλες ακτινογραφίες και της δόθηκε κολάρο, αντιφλεγμονώδη, παυσίπονα και άδεια εργασίας (Τεκμήρια 3 και 4). Επειδή μέχρι τις 7.3.2001 δεν είδε βελτίωση και η κατάσταση της είχε επιδεινωθεί επισκέφτηκε ιδιώτη γιατρό, τον ΜΕ3, που της άλλαξε το κολάρο και τα φάρμακα και της συνέστησε να μείνει στο σπίτι της. Υπεβλήθη σε φυσιοθεραπείες, σύμφωνα με ιατρικές συστάσεις, αρχικά δωρεάν στο Νοσοκομείο (Τεκμήριο 5) και ακολούθως επί πληρωμή στο φυσιοθεραπευτήριο της κλινικής «Ευαγγελίστρια» μέχρι πρόσφατα. Δεν οδηγούσε για τρεις μήνες, την παρακολουθούσε κάθε εβδομάδα ο ΜΕ3, του κατέβαλε ως ιατρική αμοιβή £204 (βλ. Τεκμήρια 6 Α και 6 Β), την παρέπεμψε σε οστεοπαθητικό και με οδηγίες του ΜΕ3 έκανε μυογράφημα και μαγνητική τομογραφία, λαμβάνοντας καθημερινά δυνατά αντιφλεγμονώδη και παυσίπονα φάρμακα. Απουσίασε από την εργασία της από τις 5.3.2001 μέχρι τις 14.5.2001 και μετά την επιστροφή της δεν μπορούσε να εκτελεί όλα τα καθήκοντα της και να επισκέπτεται άτομα εκτός γραφείου, ως Επιθεωρήτρια στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λευκωσίας που υπηρετεί. Όντας υγιής και δραστήρια με πολλές ασχολίες πριν τον τραυματισμό της, συνεπεία αυτού η ζωή της άλλαξε και δεν μπορεί πλέον να γυρίσει στην αριστερή πλευρά ούτε να λυγίσει τον αυχένα της ως τον ώμο, χρειάζεται ειδικό μαξιλάρι για να κοιμηθεί και οικιακή βοηθό για να καθαρίζει το σπίτι της, δεν μπορεί να οδηγεί σε μακρινές αποστάσεις ούτε να παρακολουθήσει μια παράσταση παραμένοντας για πολλή ώρα χωρίς στήριξη του αυχένα, δεν μπορεί να σηκώσει βάρη πέραν των 2 κιλών και γενικά δεν μπορεί να έχει φυσιολογική ζωή και κουράζεται εύκολα εφόσον δεν αποθεραπεύτηκε. Κατά καιρούς επιδεινώνεται η κατάσταση της και έχοντας πόνους, δυσκαμψία και ίλιγγους χρειάζεται κολάρο, φάρμακα και φυσιοθεραπεία μένοντας εκτός εργασίας μεταξύ μιας και τριών εβδομάδων. Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι τα περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία που είχε καταθέσει η ενάγουσα κατά την διάρκεια της μαρτυρίας της ως Τεκμήρια για αναγνώριση σε σχέση με τις δικογραφημένες στην έκθεση απαίτησης της ειδικές ζημιές έγιναν παραδεκτά σε μεταγενέστερο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας εκ μέρους της υπεράσπισης και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια τα εξής: οι αποδείξεις για έξοδα φυσιοθεραπείας ποσού £240 ως Τεκμήριο 16, η απόδειξη για έξοδα μαγνητικής τομογραφίας ποσού £200 ως Τεκμήριο 17, η απόδειξη για φάρμακα ποσού £90 ως Τεκμήριο 18, η απόδειξη για τα έξοδα μυογραφήματος ποσού £40 ως Τεκμήριο 19, η απόδειξη για έξοδα ακτινογραφίας ποσού £15 ως Τεκμήριο 20 και η απόδειξη για έξοδα κολάρου ποσού £6 ως Τεκμήριο
- Επισημαίνεται ότι οι πιο πάνω αποδείξεις έχουν ημερομηνίες μεταξύ της 7.3.2001 και της 30.10.2001 εκτός αυτής των φαρμάκων που αναφέρεται στην περίοδο από τον 4ο του 2002 μέχρι τον 12ο του
- Ο Σίμος Σιμόπουλος, ΜΕ3, ειδικός ορθοπεδικός γιατρός, αναφέρθηκε στο περιστατικό της ενάγουσας επιβεβαιώνοντας τις επισκέψεις της προς αυτόν, τις ιατρικές οδηγίες του για την θεραπεία της και λήψη φαρμάκων, την πληρωμή της ιατρικής αμοιβής του (Τεκμήρια 6 Α, 6Β, 11 και 14), τις άδειες ασθενείας που τις έδωσε (Τεκμήρια 8, 9 και 10), την παραπομπή της για μαγνητική τομογραφία, σε νευρολόγο και για φυσιοθεραπεία (Τεκμήριο 15) και κατέθεσε τις σχετικές ιατρικές εκθέσεις του με ημερομηνίες 20.3.2002, 26.9.2003 και 7.5.2007 ως Τεκμήρια 7,12 και 13 αντίστοιχα. Θεωρεί ότι είναι ένα από τα πιο σοβαρά περιστατικά που είδε και λόγω της σοβαρότητας του η ενάγουσα παρέμεινε εκτός εργασίας. Δεν έχει αποθεραπευτεί η ενάγουσα πάσχουσα από χρόνιο πόνο και περιοδικά θα χρειάζεται και στο μέλλον φυσιοθεραπεία ενδεχόμενα και χειρουργική επέμβαση, όπως αναφέρει στις ιατρικές του εκθέσεις. Η Χριστιάνα Προκομένου, ΜΕ4, φυσιοθεραπεύτρια στην κλινική «Ευαγγελίστρια», επιβεβαίωσε τις φυσιοθεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε η ενάγουσα κατόπιν οδηγιών του θεράποντος γιατρού της λέγοντας ότι ανήλθαν γύρω στις 68-70 μετά την παραπομπή της από τον γιατρό και μέχρι τον Μάιο του 2007, περιγράφοντας τα συμπτώματα, τις αντιδράσεις της ενάγουσας, το είδος της φυσιοθεραπείας και τις συμβουλές που τις έδινε για τον τρόπο ζωής ώστε να μην υποφέρει πολύ. Ο Κώστας Χριστοδουλάκης, ΜΥ1, ορθοπεδικός χειρουργός, έχοντας εξετάσει την ενάγουσα στις 7.4.2005, κατέθεσε την ιατρική του έκθεση ημερομηνίας 11.4.2005 ως Τεκμήριο 22, υποστηρίζοντας ότι αντικειμενικά υπό κανονικές συνθήκες η ενάγουσα μπορεί να ζει φυσιολογικά. Ο πόνος και οι ενοχλήσεις είναι υποκειμενικά θέματα και δεν μπορούν να αποκλεισθούν από τα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας, που εν πάση περιπτώσει δεν δείχνουν μεγάλες αλλοιώσεις ή μεγάλα προβλήματα. Δεν μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο να προϋπήρχε η απώλεια της φυσιολογικής καμπής και η εκφυλιστική δισκοπάθεια με βάση τις εξειδικευμένες εξετάσεις στις οποίες είχε υποβληθεί η ενάγουσα. Ο Δημήτριος Λόρδος, ΜΥ6, γιατρός στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, έχοντας εξετάσει την ενάγουσα αμέσως μετά το δυστύχημα, κατέγραψε τα ευρήματα του στο σχετικό έντυπο, Τεκμήριο
- Δεν είχε διαπιστώσει την ύπαρξη εξωτερικών κακώσεων και οι ακτινογραφίες κρανίου δεν έδειξαν οστική κάκωση. Σε παρόμοιας φύσεως υποθέσεις καταγράφεται και το παραμικρό εύρημα και εφόσον για το υπό κρίση περιστατικό κατεγράφη μόνο πόνος στον δεξιό κρόταφο δεν θα παραπονέθηκε η ενάγουσα για αυχεναλγία και αποκλείεται να είχε εξωτερικές κακώσεις, παρόλο που δεν θυμόταν ειδικά το περιστατικό αυτό. Αξιολογώντας την προσφερθείσα μαρτυρία εκ μέρους της ενάγουσας, είναι αναμφισβήτητο αρχικά ότι η ενάγουσα μετά το επίδικο δυστύχημα, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου εξετάστηκε από τον ΜΥ6 και υπεβλήθη σε ακτινογραφία κεφαλής που δεν έδειξε οστική κάκωση και δεν καταγράφηκε ότι έφερε εξωτερικές κακώσεις, αλλά παραπονείτο για πόνο στον δεξιό κρόταφο (βλ. Τεκμήριο 25). Όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 3 και 4, η ενάγουσα έλαβε άδεια απουσίας από την εργασία της από τις 5.3.2001 μέχρι τις 20.3.2001 λόγω αυχεναλγίας και ευθειασμού αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και συστήθηκε ανάπαυση και μυοχαλαρωτικά φάρμακα από γιατρούς του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Σύμφωνα δε με το Τεκμήριο 5 η ενάγουσα μετέβη στο φυσιοθεραπευτικό τμήμα του εν λόγω Νοσοκομείου για 8 συνεδρίες μεταξύ της 22.3.2001 και της 9.4.2001 με διάγνωση αυχεναλγία μετά από τροχαίο ατύχημα. Όπως συνάγεται από την ιατρική έκθεση του ΜΕ3 (βλ. Τεκμήριο 7), η ενάγουσα εξετάστηκε στις 7.3.2001 από τον ΜΕ3 και διαπιστώθηκε ότι υπέστη θλάση της δεξιάς πλευράς του προσώπου - ζυγωματικής περιοχής με οίδημα και μώλωπες και διάστρεμμα του αυχένα με σοβαρό μυϊκό σπασμό των παρασπονδυλικών και τραπεζοειδών μυών με πλήρη δυσκαμψία (αγκύλωση) της αυχενικής μοίρας, στο δε αριστερό άνω άκρο υπήρχε υπαισθησία της άνω έξω επιφάνειας του βραχιονίου και αντιβραχίου. Η ανασκόπηση των ακτινογραφιών έδειξε ευθειασμό της αυχενικής σπονδυλικής στήλης χωρίς οστικές βλάβες. Η θεραπεία της συνεχίστηκε με αυχενικό κολάρο, αντιφλεγμονώδη και μυοχαλαρωτικά φάρμακα και φυσιοθεραπευτική αγωγή, η οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν είχε αποτέλεσμα. Μαγνητική τομογραφία που έγινε, σύμφωνα με σύσταση του ΜΕ3, στις 11.4.2001 έδειξε συνεχιζόμενο ευθειασμό της αυχενικής σπονδυλικής στήλης με οπίσθια προβολή του ινώδους δακτυλίου χωρίς πίεση στον νωτιαίο μυελό και τις νευρικές ρίζες. Ζητήθηκε γνώμη νευρολόγου, πάλι κατόπιν σύστασης του ΜΕ3, χωρίς να διαφανεί νευρολογικό εύρημα, και συνεχίστηκε η φυσιοθεραπεία με αποτέλεσμα να επανέλθει σε μερική εργασία τρεις μήνες μετά το δυστύχημα (βλ. Τεκμήριο 8). Ένα χρόνο μετά το ατύχημα η ενάγουσα δεν είχε επανέλθει σε φυσιολογική ζωή ενόσω υπήρχε δυσκαμψία στον αυχένα ιδίως στην έκταση και αριστερά στροφή. Όπως συνάγεται από το ιατρικό πιστοποιητικό του ΜΕ3 ημερομηνίας 26.9.2003 (Τεκμήριο 12), παρά την εντατική θεραπεία περί τα δυόμιση χρόνια μετά το ατύχημα παρέμεινε η σοβαρή δυσκαμψία του αυχένα με πονοκεφάλους, ζάλη και αιμωδίες των άνω άκρων καθώς και εύκολη κόπωση. Σύμφωνα δε με την πιο πρόσφατη ιατρική έκθεση του ΜΕ3 ημερομηνίας 7.5.2007 (Τεκμήριο 13), λόγω της εξέλιξης του τραυματισμού της ενάγουσας και των επεισοδίων τόσο σοβαρής περιοδικής επιδείνωσης (βλ. Τεκμήριο 10) όσο και ελαφρότερων, η ζωή της έχει περιορισθεί όσον αφορά την χρήση και φόρτιση του άνω μέρους του σώματος της και δεν αναμένεται περαιτέρω βελτίωση, αντίθετα δε η περαιτέρω εκφύλιση των δίσκων και συνδέσμων και η εξάλειψη της φυσιολογικής λόρδωσης μπορεί να οδηγήσει σε στένωση του σπονδυλικού σωλήνα και τρημάτων από την δημιουργία οστεοφύτων και σε χειρουργική θεραπεία. Τόσο τα πιο πάνω ευρήματα του ΜΕ3, όσο και η γνώμη του ότι η ενάγουσα υπέστη ένα σοβαρό τραυματισμό με κάκωση που υπήρξε επώδυνη και υπέφερε αρκετά από αυτή και που ως τραυματισμός έχει ως αποτέλεσμα να υποφέρει ο ασθενής με αυχενικά ενοχλήματα για απροσδιόριστο χρόνο, ουσιαστικά δεν έχουν αμφισβητηθεί εκ μέρους της υπεράσπισης, δεδομένου ότι από τη μαρτυρία του ΜΥ1, αλλά και το ιατρικό πιστοποιητικό που ο τελευταίος εξέδωσε μετά την εξέταση της ενάγουσας (Τεκμήριο 22), συνάγεται ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διάσταση απόψεων των δύο γιατρών, των οποίων η ειδικότητα ως ορθοπεδικών, ειδικών επί τέτοιων τραυματισμών, δεν αμφισβητήθηκε από οποιαδήποτε διάδικο πλευρά. Ο ΜΥ6, από την άλλη, μη όντας ειδικός επί τέτοιων τραυμάτων, όπως ο ίδιος δήλωσε, δεν είχε διαγνώσει κατά την εξέταση της ενάγουσας αρχικά την ύπαρξη του τραυματισμού και κατά την αντίληψη μου η γνώμη του επί του θέματος δεν μπορεί να έχει βαρύνουσα σημασία σε σχέση με αυτή των ΜΕ3 και ΜΥ
- Δεν θυμόταν εξάλλου το συγκεκριμένο περιστατικό και το γεγονός της μη καταγραφής εξωτερικών κακώσεων στο Τεκμήριο 25 δεν επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα τραυματίστηκε κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο, ενόψει της αποδοχής της μαρτυρίας της αλλά και των ιατρικών διαγνώσεων που ακολούθησαν την πρώτη ιατρική εξέταση από τον ΜΥ6, δεδομένου και του ότι η ενάγουσα του είχε παραπονεθεί για πόνο στον δεξιό κρόταφο και η ύπαρξη αυχεναλγίας προκύπτει και από τα Τεκμήρια 3 και 4, που σύμφωνα με τον ΜΥ6 δόθηκαν από ειδικούς ορθοπεδικούς γιατρούς του Νοσοκομείου ενόσω ακολούθησαν φυσιοθεραπείες στο Νοσοκομείο (βλ. Τεκμήριο 5) συνεπεία αυτής της ιατρικής διάγνωσης. Από τα πιο πάνω προκύπτει ουσιαστικά ότι οι πιο εξειδικευμένες ιατρικές εξετάσεις εξηγούν ότι το διάστρεμμα του αυχένα ενδέχεται με την πάροδο του χρόνου να δημιουργεί τα συμπτώματα πόνου, είτε κεφαλαλγίες, είτε αυχεναλγίες. Με άλλα λόγια όπως είναι αποδεκτό και από τον θεράποντα γιατρό της ενάγουσας, ακόμα και από τον ειδικό γιατρό της υπεράσπισης, το διάστρεμμα του αυχένα καταλείπει ευαισθησία που εκδηλώνεται με κρίσεις πόνου. Φαίνεται ότι είναι αποδεκτό ότι η κάκωση περιόρισε την προς τα αριστερά στροφική κίνηση, καθώς και την κάμψη και έκταση του αυχένα της ενάγουσας, καταλείποντας και την προαναφερθείσα ευαισθησία ως προς τις κρίσεις αυχεναλγίας. Είναι αποδεκτό επίσης ότι η ενάγουσα έκανε χρήση αναλγητικών και αντιφλεγμονωδών φαρμάκων, καθώς και αυχενικού κολάρου κατά την προαναφερθείσα περίοδο, υποβλήθηκε επίσης σε πολλές φυσιοθεραπείες σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΕ
- Αλλά και το γεγονός ότι απουσίασε από την εργασία της, όπως προαναφέρθηκε, δεν έχει αμφισβητηθεί. Αμφισβητήθηκε βέβαια εκ μέρους της υπεράσπισης ότι η απώλεια της φυσιολογικής καμπής της αυχενικής σπονδυλικής στήλης και η ύπαρξη εκφυλιστικών αλλοιώσεων προήλθαν από το ατύχημα. Τόσο όμως ο ΜΕ3 όσο και ο ΜΥ1 δεν μπορούσαν να αποκλείσουν το ενδεχόμενο να τραυματίστηκε η ενάγουσα συνεπεία του ατυχήματος ενώ τα κλινικά τους ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι η ενάγουσα υπέστη διάστρεμμα του αυχένα με δυσκαμψία και πόνο, αιτία του οποίου κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ενόψει της αποδοχής της μαρτυρίας της ενάγουσας, ήταν ο τραυματισμός της κατά το επίδικο ατύχημα. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, συνεπεία του τραυματισμού του αυχένα έχουν περιοριστεί οι στροφικές κινήσεις αυτού όπως και η κάμψη και έκταση και τα συμπτώματα κεφαλαλγίας και αυχεναλγίας παραμένουν, προβλέπεται μάλιστα ότι θα συνεχιστούν για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Όπως έχει λεχθεί φυσικά από όλους τους γιατρούς ο πόνος είναι υποκειμενικό συναίσθημα και η κάποια υπερβολή που έχει εκφραστεί από την ενάγουσα στη μαρτυρία της κρίνεται μέσα στα πλαίσια της δικής της προοπτικής των πραγμάτων. Είναι κοινό έδαφος, εξ άλλου, ότι ο συγκεκριμένος τραυματισμός προκαλεί πόνους που ταλαιπωρούν συνήθως τους ασθενείς για αρκετό χρόνο, ενώ τα αρνητικά ευρήματα στις μαγνητικές τομογραφίες και από νευρολογικής απόψεως δεν αποκλείουν τα συμπτώματα που παρουσίασε η ενάγουσα και διαπιστώθηκαν από τον θεράποντα γιατρό της. Παρόλο, τέλος, που η ενάγουσα υπέστη αρκετή ταλαιπωρία και η ζωή της είχε αλλάξει εφόσον έπρεπε να αποφεύγει να σηκώνει βάρη, να οδηγεί και να παραμένει ακίνητη στην ίδια θέση για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως της συνέστησε ο ΜΕ3, και οι δυο ειδικοί γιατροί βεβαιώνουν ότι είναι σε θέση να ζει πλέον φυσιολογικά στην καθημερινή της ζωή με κάποια δυσκολία ενδεχόμενα κατά τις περιόδους εξάρσεων συνεπεία καιρικών συνθηκών ή καταπόνησης του αυχένα. Στη νομολογία έχουν αποκρυσταλλωθεί οι αρχές που διέπουν τον προσδιορισμό του ύψους των αποζημιώσεων. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από το Δικαστήριο πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές με στόχο την απόδοση δικαιοσύνης για την απώλεια και τη ζημιά χωρίς ωστόσο να επιβαρύνεται υπέρμετρα ο αδικοπραγών (βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 CLR 789). Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου η ενάγουσα, όντας 41 ετών κατά τον χρόνο του δυστυχήματος υπέστη σωματικές βλάβες συνεπεία του δυστυχήματος στην δεξιά πλευρά του προσώπου και στην περιοχή της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Παρέμεινε εκτός εργασίας για τρεις μήνες και υποβλήθηκε σε φαρμακευτική αγωγή και σε εφαρμογή κολάρου καθώς και σε φυσιοθεραπείες όπως αναλυτικά περιγράφηκαν πιο πάνω. Τα ενοχλήματα στην περιοχή του αυχένα υπήρχαν για αρκετό χρονικό διάστημα. Φαίνεται ότι για 6 μήνες μετά το δυστύχημα αντιμετώπιζε ενοχλήματα, τα οποία με διακυμάνσεις εξακολουθούν να υπάρχουν μέχρι σήμερα. Ακτινολογικά και νευρολογικά δεν υπάρχουν κατάλοιπα ενώ κλινικά έχουν περιοριστεί οι στροφικές κινήσεις του αυχένα προς τα αριστερά καθώς και η κάμψη και έκταση αυτού. Συνεπεία του δυστυχήματος τα αυχενικά ενοχλήματα που εκδηλώνονται με πονοκεφάλους, ζάλη, πόνους στην περιοχή της αυχενικής μοίρας, μούδιασμα του χεριού καθώς και περιορισμό της κινητικότητας, θεωρούνται ως κατάλοιπα που θα ταλαιπωρούν την ενάγουσα κατά περιόδους στη ζωή της με πόνους ώστε να χρειάζεται φάρμακα και φυσιοθεραπεία. Προσέγγισα το θέμα του υπολογισμού του ύψους των γενικών αποζημιώσεων, αφού έλαβα υπόψη μου τη φύση και έκταση των σωματικών βλαβών και των επιπτώσεών τους και τις εισηγήσεις των συνηγόρων των διαδίκων, καθοδηγούμενη από τη νομολογία σε υποθέσεις με παρόμοια περιστατικά που δεν αποτελούν όμως δεσμευτικό προηγούμενο. Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει στις αναγκαίες αναπροσαρμογές εφόσον τα ουσιώδη γεγονότα δύο υποθέσεων δεν είναι ποτέ ταυτόσημα, δεδομένου ότι υπάρχει μια συνεχής πτώση της αγοραστικής αξίας του χρήματος και έχοντας υπόψη την τάση για αύξηση των αποζημιώσεων αυτών συγκριτικά με το παρελθόν (βλ. μεταξύ άλλων Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1992)1 ΑΑΔ 430, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 ΑΑΔ 498, Κωνσταντίνου ν. Γεωργίου κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 1580, Αποστολίδης ν. Ζούλη
(2001)1 ΑΑΔ 1695, G. & L. Calibers Ltd v. Λεμεσιανού
(2003)1 ΑΑΔ 948, Σπύρος Μελής και Ελένη Λτδ κ.α. ν. Πολίτη
(2003)1 ΑΑΔ 590). Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα έχει σκοπό την αποκατάσταση και όχι την τιμωρία που προσδιορίζεται στις μέρες μας από την τάση για «μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου» (Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66, Anja Lankuttis ν. Ανδρέα Νικόλα
(2002)1 (Β) ΑΑΔ 1128). Τέλος, μπορεί να λεχθεί ότι η βασική αρχή που διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων στα αστικά αδικήματα είναι ότι τελικός σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του θύματος στη θέση που εύλογα θα αναμένετο ότι θα βρισκόταν αν δεν τραυματίζετο, υπό τον όρο ότι η ζημιά που αποδίδεται είναι εύλογη (Ιακώβου ν. Παπαδάκη κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 2079, Μεταξάς ν. Μεταξά
(2001)1 ΑΑΔ 773). Όπως τονίστηκε στην απόφαση Χριστοδουλίδης ν. Lasers Plastics Industry Ltd
(2005)1(Α) ΑΑΔ 556, με την επιδίκαση χρηματικής αποζημίωσης, που συναρτάται άμεσα με τη σοβαρότητα των τραυμάτων, τον πόνο, την οδύνη και τη δυσχέρεια που προκαλούν τα τραύματα ενόσω υπάρχουν, σίγουρα δεν αποκαθίσταται η υγεία του θύματος αστικού αδικήματος και συνεπώς οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν το τέλειο μέτρο αποκατάστασης αλλά δεν υπάρχει καλύτερο μέτρο. Στην υπόθεση Μερακλή κ.α. ν. Ταλιώτη
(1997)1 ΑΑΔ 1148, για θλάση αυχένα και μωλώπισμα του δεξιού ώμου, όπου επήλθε πλήρης αποθεραπεία σε μεγαλύτερο διάστημα από τη συνήθη περίοδο για αποθεραπεία παρόμοιων κακώσεων, λόγω προϋπάρχοντος ιστορικού οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων, μειώθηκε το επιδικασθέν πρωτόδικα ποσό των £3.500 σε £1.500 και λέχθηκε ότι η υπάρχουσα τάση της ακολουθούμενης ανοδικής πορείας στην επιδίκαση αποζημιώσεων πρέπει να περιορίζεται εντός των σωστών πλαισίων της λογικής και δίκαιης αποζημίωσης. Στην υπόθεση Harmsworth κ.α. ν. Salamis Glory κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 1617, επιδικάσθηκε ποσό £2.000 για διάστρεμμα οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης, ενώ στην υπόθεση Δημητρίου ν. Ιωάννου κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 274, επιδικάσθηκε ποσό £800 για διάστρεμμα του αυχένα και οσφυϊκής μοίρας με διάρκεια αποθεραπείας 10 εβδομάδων. Πιο σοβαρές περιπτώσεις τραυματισμού στον αυχένα παρατηρούνται στις υποθέσεις Μιχαήλ ν. Ιωάννου και Παρασκευαϊδης Λτδ κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 1494, Στυλιανού ν. Μάτση κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 1288, Νεοκλέους ν. Worley
(2001)1 AAΔ 652 και Χαραλάμπους ν. Αναστασιάδη
(2003)1 ΑΑΔ
- Στην υπόθεση Μιχαήλ, όπου ο σοβαρός τραυματισμός στον αυχένα μπορούσε να θέσει σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή του ενάγοντα, ο οποίος είχε απώλεια συνείδησης για μερικές ώρες και έφερε γύψινο περίβλημα στον αυχένα για δύο μήνες και αργότερα αυχενικό κολάρο, όντας ανίκανος για εργασία για 8 μήνες μετά τον τραυματισμό του, το αποδοθέν πρωτόδικα ποσό των £4.000 αυξήθηκε από το Εφετείο σε £8.000 λόγω του κινδύνου και των δυσχερειών που υπέστη ο τραυματισθείς. Στην υπόθεση Στυλιανού, όπου συνεπεία του αυχενικού τραυματισμού επήλθε ελαφρά μετακίνηση του σπονδύλου και παρουσιάστηκε σπασμός των μυών του αυχένα που εμπόδιζαν την κινητικότητα του σπονδύλου, με μόνιμα κατάλοιπα τη δυσκαμψία του αυχένα και με την ύπαρξη πιθανότητας επιδείνωσης της κατάστασης, το πρωτόδικα επιδικασθέν ποσό των £10.000 κρίθηκε έκδηλα υπερβολικό και μειώθηκε σε £7.
- Στην υπόθεση Νεοκλέους, όπου επήλθε πλήρης αποθεραπεία σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τη συνήθη περίοδο που χρειάζεται για αποθεραπεία κάκωσης που αφορούσε βαρύ διάστρεμμα του αυχένα, λόγω προϋπάρχοντος ιστορικού οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων, αυξήθηκε το πρωτόδικα το επιδικασθέν ποσό των £2.000 στις £3.500 κατ' έφεση. Στην υπόθεση, τέλος, Χαραλάμπους, όπου η ενάγουσα είχε υποστεί σοβαρή κάκωση και θλαστικό τραύμα της ινιακής χώρας του κρανίου, εγκεφαλική διάσειση, σοβαρά διαστρέμματα και θλάσεις αυχένος, θώρακα, ράχεως και οσφύος, με αρκετό πόνο και ταλαιπωρία, έχοντας αυχεναλγίες και μυαλγία της ράχεως αρκετό χρόνο μεταγενέστερα, κρίθηκε λογικό το επιδικασθέν ποσό των £3.500 ως αποζημίωση. Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Κεζαρίδη ν. Κωνσταντίνου, Πολ. Έφ. Αρ. 12058, ημερ. 21.12.2007, επικυρώθηκε ποσό ύψους £6.000 υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων που κρίθηκε πολύ κοντά στο ανώτατο όριο που θα μπορούσε δικαίως να επιδικαστεί υπέρ του εφεσίβλητου, ο οποίος είχε υποστεί σοβαρό διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, κακώσεις στην κεφαλή και εγκεφαλική διάσειση και υπέφερε από πονοκεφάλους και δυσκαμψία του αυχένα για 14 μήνες, παραμένοντας εκτός εργασίας. Στην παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη μου όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και ειδικότερα τον πόνο και ταλαιπωρία της ενάγουσας, καθώς και τη φύση και έκταση των τραυμάτων της, με τις συνέπειές τους, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ποσό ύψους €6.834,40 (αντίστοιχο του ποσού των £4.000), σαν γενικές αποζημιώσεις συνιστά μια λογική και δίκαιη αποζημίωση επί πλήρους ευθύνης, που ως ήδη κρίθηκε βαρύνει τις εναγόμενες 1 και 2 σε ποσοστό 75% και 25% αντίστοιχα. Ως προς τις ειδικές ζημιές της ενάγουσας έχοντας καταστεί παραδεκτές, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, από τις δικογραφημένες ειδικές ζημιές στην παράγραφο 6 Β της έκθεσης απαίτησης εξ ολοκλήρου οι αναφερόμενες στις υποπαραγράφους (β), (γ), (στ), (ζ) και (η), ενώ ως προς την υποπαράγραφο (ε) που αφορά φάρμακα έγινε παραδεκτό ποσό £90, που συμποσούνται στις £591 και περαιτέρω σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ3 αποδείχθηκαν οι αναφερόμενες στις υποπαραγράφους (α) και (δ) δηλαδή τα έξοδα ιατρικών επισκέψεων ποσού £204 (βλ. Τεκμήρια 6 Α και 6 Β) και τα έξοδα ιατρικής έκθεσης £50 (βλ. Τεκμήριο 14) αντίστοιχα, κρίνεται ότι έχουν αποδειχθεί και θα πρέπει να επιδικασθούν υπέρ της ενάγουσας ειδικές ζημιές ύψους £845, δηλαδή το αντίστοιχο σε ευρώ ποσό των €1.443,
- Ως προς τις λοιπές δικογραφημένες ειδικές ζημιές των υποπαραγράφων (θ), (ι) και (κ) δεν έχουν αποδειχθεί με την αυστηρότητα που απαιτείται από τη νομολογία. Η νομολογία αναφορικά με τις διεκδικήσεις ειδικών αποζημιώσεων είναι σαφής και προδιαγράφει ότι αυτές πρέπει να αποδεικνύονται με ακρίβεια και η απόδειξή τους κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια (Σπύρου ν. Χ¨ Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 298, Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου (πιο πάνω), Αντωνιάδη Μαϊττα ν. Γεωργίου κ.ά. (πιο πάνω). Πέραν της απλής αναφοράς της σε τέτοια έξοδα και ενόψει της αμφισβήτησης τους εκ μέρους των εναγομένων, η ενάγουσα δεν παρουσίασε οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία όπως όφειλε και μπορούσε με την εξασφάλιση σχετικών αποδείξεων. Ειδικότερα η αναφορά της σε μεταφορικά έξοδα ήταν αόριστη, όπως και ως προς τον υπολογισμό της άδειας ενώ ως προς τα έξοδα για καθαρίστρια δεν παρουσιάστηκαν ικανοποιητικά στοιχεία προς απόδειξη τους ως ειδικής ζημιάς (βλ. σχετικά Σολέας ν. Σολέα
(1999)1(Β) ΑΑΔ 904). Αναφορικά με το θέμα των τόκων σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58(Α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 όπως τροποποιήθηκε και με γνώμονα τις κατευθυντήριες γραμμές της νομολογίας (Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 475, Θεοδούλου ν. Α. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 2134), έχοντας υπόψη μου τα δεδομένα της παρούσης υπόθεσης θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως ως προς τις γενικές αποζημιώσεις επιδικασθεί τόκος ύψους 8% ετησίως επί ολόκληρου του επιδικασθέντος ποσού από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος ενώ ως προς τις ειδικές αποζημιώσεις, λαμβανομένου υπόψη ότι τα επί μέρους μικρά ποσά πληρώθηκαν σε διαφορετικά χρονικά σημεία, επιδικασθεί τόκος προς 8% ετησίως επί του ½ του συνολικού ποσού από την ημερομηνία του δυστυχήματος. Εν όψει των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης 1 για το ποσό των €5.125,80 και εναντίον της εναγομένης 2 για το ποσό των €1.708,60 ως γενικές αποζημιώσεις με τόκο προς 8% ετησίως από τις 28.2.2001 μέχρι σήμερα καθώς και εναντίον της εναγομένης 1 για το ποσό των €1.082,83 και εναντίον της εναγομένης 2 για το ποσό των €360,94 ως ειδικές αποζημιώσεις με τόκο προς 8% ετησίως επί του ½ των ποσών αυτών από τις 28.2.2001 μέχρι σήμερα. Θα υπολογίζεται δε νόμιμος τόκος επί ολόκληρου του ποσού της απόφασης από σήμερα μέχρις εξοφλήσεως. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 κατ' αναλογία του ποσοστού ευθύνης εκάστης, δηλαδή κατά τα ¾ και ¼ αντίστοιχα. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο