← Κύπρος

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Ιωάννης Παπαπροδρόμου, Αρ. Αγωγής: 3247/07, 31 Οκτωβρίου, 2008

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Ιωάννης Παπαπροδρόμου, Αρ. Αγωγής: 3247/07, 31 Οκτωβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A210 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3247/07 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων. και Ιωάννης Παπαπροδρόμου Εναγόμενου. --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Οκτωβρίου, 2008. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: Η κ. Χ. Κότσαπα. Για τον εναγόμενο: Η κ. Ε. Νικολάου. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες απαιτούν από τον εναγόμενο Λ.Κ68.619,79 (€117.243,87), πλέον τόκους, δυνάμει γραπτής σύμβασης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων για σκοπούς επενδύσεων σε αξίες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), με βάση το σχέδιο των εναγόντων με την ονομασία «Εθνοεπενδυτής» («το σχέδιο»), στο οποίο ο εναγόμενος συμμετείχε κατόπιν εγκρίσεως της αίτησης του από τους ενάγοντες, χωρίς όμως τελικώς να συμμορφωθεί με τους εκεί διαλαμβανομένους όρους. Η εκδοχή των εναγόντων είναι ότι δικαιούνται σε απόφαση ως η απαίτηση αφού αυτό είναι το μόνον εύλογο συμπέρασμα στο οποίο θα μπορούσε να καταλήξει το Δικαστήριο βάσει της προφορικής και πραγματικής μαρτυρίας. Η εκδοχή της υπεράσπισης είναι ότι τόσον η σύμβαση όσον και το σχέδιο είναι παράνομα και καταχρηστικά χωρίς να δημιουργούν έννομες υποχρεώσεις με την αγωγή ως εκ τούτου να χρήζει απόρριψης. Για προώθηση της εκδοχής τους οι ενάγοντες κάλεσαν τη Διευθύντρια του καταστήματος Λευκωσίας Λίζα Παντελίδου (ΜΕ1), η οποία μέχρι την 31.12.05, ήταν Προϊστάμενη της Υπηρεσίας Εθνοεπενδυτή. Η μάρτυς προέβη σε λεπτομερή αναφορά των γεγονότων που συνέθεσαν τη συνομολόγηση και εκτέλεση της σύμβασης προβαίνοντας ταυτοχρόνως και σε ανάλυση και επεξήγηση διαφόρων τεκμηρίων. Η υπεράσπιση δεν πρόσφερε προφορική μαρτυρία, όπως ασφαλώς είχε κάθε δικαίωμα να πράξει. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά της μάρτυρος Λίζας Παντελίδου (ΜΕ1) (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων

(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Κατά τις αγορεύσεις, η κ. Κότσαπα υπέβαλε ότι η αξιόπιστη και κατ' ουσίαν αναμφισβήτητη μαρτυρία της Λίζας Παντελίδου (ΜΕ1), χαρακτηρίζεται από την απαραίτητη ποιότητα και βαρύτητα για να οδηγήσει στην πλήρη επιτυχία της αγωγής, συγκεκριμενοποιώντας ωσαύτως ότι το περιεχόμενο της σύμβασης και των σχετικών εγγράφων υπογράφθηκαν από τον εναγόμενο εθελούσια χωρίς ποτέ αυτός να αμφισβητήσει όχι μόνον το περιεχόμενο τους αλλά και κάθε σχετική πράξη που έλαβε χώραν στα πλαίσια υλοποίησης του σχεδίου. Η πλήρης και ικανή επιχειρηματολογία της συνηγόρου διατυπώνεται στο περίγραμμα της αγόρευσης της με το οποίο εφοδίασε το Δικαστήριο, όπως εξάλλου έπραξε και η δικηγόρος του εναγόμενου. Η κ. Νικολάου δεν αμφισβήτησε ουσιαστικώς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από τους ενάγοντες παρά μόνον περιορίστηκε στο να εισηγηθεί, χωρίς περιστροφές, ότι η υπεράσπιση μπορεί να πετύχει ή να αποτύχει αναλόγως της ερμηνείας που θα δώσει το Δικαστήριο στο γεγονός, κυρίως, της υπογραφής εκ πλευράς συμβαλλομένων του πληρεξουσίου - Τεκμήριο
  1. Ο όρος 9 της σύμβασης - Τεκμήριο 1, είπε η κ. Νικολάου, προέβλεπε ότι η βασική διαχείριση και διεκπεραίωση των αξιών θα γινόταν από το χρηματιστηριακό γραφείο CLR Stockbrokers Ltd, το οποίο θα είχε την ευθύνη παρακολούθησης των αξιών που ήταν ενεχυριασμένες υπέρ των εναγόντων ενώ οι τελευταίοι απαλλάσσονταν από οποιαδήποτε ευθύνη συνεπεία της άσκησης ή μη άσκησης των δικαιωμάτων αυτών. Παρά λοιπόν το διαχωρισμό μεταξύ εναγόντων και χρηματιστηριακού γραφείου, οι ενάγοντες ζήτησαν από τον εναγόμενο στις 26.6.03, την υπογραφή του νέου πληρεξουσίου - Τεκμήριο 25, το οποίο τους καθιστούσε αντιπροσώπους του εναγόμενου σε μια σειρά από δραστηριότητες που αφορούσαν στις χρηματιστηριακές του συναλλαγές. Ως εκ τούτου παραβιάστηκε ο όρος 9 της σύμβασης - Τεκμήριο
  2. Αν πάλι, θεωρηθεί ότι δεν υπήρξε παραβίαση του όρου 9 της σύμβασης - Τεκμήριο 1, τότε, πρότεινε η συνήγορος, με την υπογραφή του νέου πληρεξουσίου - Τεκμήριο 25, οι ενάγοντες έχοντας αποκτήσει την ιδιότητα πια του αντιπροσώπου του εναγόμενου επωμίσθηκαν και με τη βασική υποχρέωση άσκησης των δικαιωμάτων τους με τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια σε σχέση με τα συμφέροντα του εναγόμενου είτε ως απόρροια της σχέσης αντιπροσώπου - αντιπροσωπευόμενου είτε ως αποτέλεσμα της ύπαρξης στο πληρεξούσιο - Τεκμήριο 25, εξυπακουόμενου όρου περί ευθύνης παρακολούθησης των αξιών με τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια εκ πλευράς τους προς όφελος του εναγόμενου και ότι όπως και να ήθελαν ιδωθεί τα πράγματα, οι ενάγοντες παραβίασαν τις σχετικές τους υποχρεώσεις επιδεικνύοντας ανευθυνότητα, επιπολαιότητα και αδιαφορία για τα συμφέροντα του εναγόμενου όταν προχώρησαν στην πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών σε ημερομηνίες κατά τις οποίες η χρηματική αξία τους ήταν πάρα πολύ χαμηλή με συνεπόμενο την πρόκληση σε αυτόν ζημιών και απωλειών. Υποστήριξε επίσης ότι οι ενάγοντες παραβίασαν το καθήκον που είχαν για περιορισμό των ζημιών του εναγόμενου αλλά και των δικών τους με αποτέλεσμα την επίταση των δυσμενών επιπτώσεων που προέκυψαν για τον ίδιο ως εκ της συμπεριφοράς τους. Πέραν αυτών, πρότεινε ότι το γεγονός της έγκρισης εκ πλευράς εναγόντων πιστωτικών διευκολύνσεων πέραν του ποσού των Λ.Κ.30.000, που προβλεπόταν στη σύμβαση έφερε τον εναγόμενο σε πολύ δυσμενή θέση λόγω της οικονομικής του αδυναμίας να ανταπεξέλθει στις προκύπτουσες οικονομικές υποχρεώσεις του έναντι των εναγόντων και αυτό επειδή οι τελευταίοι δεν έλεγξαν ως όφειλαν τη δυνατότητα του να αποπληρώσει το ποσό. Το ίδιο έγινε και στην περίπτωση της αύξησης των πιστωτικών διευκολύνσεων από Λ.Κ.10.000 σε Λ.Κ.30.
  3. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι συνήγοροι. Η μάρτυς Λίζα Παντελίδου (ΜΕ1), μου δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν σταθερή και λεπτομερής στις τοποθετήσεις της και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Δέχομαι τη μαρτυρία της ως πλήρως αξιόπιστη. Παραθέτω πιο κάτω τα ευρήματα μου στα πλαίσια των οποίων απαντώνται και οι θέσεις που προτάχθηκαν από την υπεράσπιση. Οι ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός εγγεγραμμένος συμφώνως του νόμου ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λευκωσία διεξάγοντας τραπεζικές εργασίες σε όλη την Κύπρο. Δημιούργησαν την υπηρεσία «Εθνοεπενδυτής» περί τα τέλη του 1996, με σκοπό την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων σε πελάτες που επιθυμούσαν την πραγματοποίηση αγοραπωλησιών μετοχικών τίτλων και αξιών στο ΧΑΚ. Στις 10.10.98, ο εναγόμενος υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στο σχέδιο με την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους Λ.Κ.10.000 (βλ. Τεκμήριο 1). Αφού η αίτηση εξετάστηκε με προσοχή και με υπόψη τα επαγγελματικά, προσωπικά και περιουσιακά του στοιχεία, οι ενάγοντες την ενέκριναν με επιστολή τους προς τον εναγόμενο ημερομηνίας 13.10.98 (βλ. Τεκμήριο 2). Το περιεχόμενο της επιστολής έγινε αποδεκτό από τον εναγόμενο δια υπογραφής του, με αποτέλεσμα η αίτηση του με ημερομηνία 10.10.98 - Τεκμήριο 1, να μετουσιωθεί στη γραπτή σύμβαση που θα ρύθμιζε επέκεινα τη σχέση των συμβαλλομένων βάσει του σχεδίου («η σύμβαση»). Στις 13.10.98, ο εναγόμενος υπόγραψε πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόρισε ως χρηματιστηριακό γραφείο της επιλογής του και πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του τη CLR Stockbrokers Ltd, η οποία ήταν ένα από τα χρηματιστηριακά γραφεία με τα οποία συνεργάζονταν οι ενάγοντες. Με βάση το πληρεξούσιο η CLR Stockbrokers Ltd, θα εκτελούσε τις αγοραπωλησίες μετοχικών τίτλων και αξιών για λογαριασμό του εναγόμενου σε σχέση πάντοτε με τους όρους της σύμβασης (βλ. Τεκμήριο 3). Στις 13.10.98, ο εναγόμενος υπόγραψε επίσης έγγραφο ενεχυρίασης τίτλων αξιών προς εξασφάλιση των εναγόντων για τη χορήγηση των πιστωτικών διευκολύνσεων (βλ. Τεκμήριο 4). Ο εναγόμενος ενεχυρίασε αρχικώς 2.000 μετοχές της Cyprus Airways Ltd και 500 μετοχές της Bank of Cyprus (Holdings) Ltd, στη βάση των Τεκμηρίων 5 και 6, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας ενεχυρίασης - Τεκμήριο
  4. Ακολούθως, την ίδια ημερομηνία, ανοίχθηκε ειδικός τρεχούμενος λογαριασμός με δικαίωμα παρατραβήγματος στο όνομα του εναγόμενου με αριθμό 339842-
  5. Στις 15.2.99, οι ενάγοντες άλλαξαν το λογισμικό και μηχανογραφικό τους σύστημα με αποτέλεσμα τα δύο τελευταία ψηφία όλων των λογαριασμών να γίνουν ένα. Κατά συνέπεια, ο αριθμός του λογαριασμού από 15.2.99, μετατράπηκε σε 529/339842-
  6. Ο λογαριασμός τηρούνταν στη Λευκωσία και όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούσαν στο άνοιγμα και λειτουργία του στάλθηκαν στον εναγόμενο εγκαίρως και κοινοποιήθηκαν παρομοίως προς τη CLR Stockbrokers Ltd. Με το άνοιγμα του λογαριασμού ο εναγόμενος μπορούσε να τον δραστηριοποιήσει για να πραγματοποιεί αγοραπωλησίες αξιών. Δυνάμει της σύμβασης ο εναγόμενος είχε στη διάθεσή του αρχικώς το ποσό του ορίου, δηλαδή Λ.Κ.10.
  7. Ο εναγόμενος έδινε εντολές προς τη CLR Stockbrokers Ltd, για τις σχετικές αγοραπωλησίες. Όταν πραγματοποιούνταν η συναλλαγή, η CLR Stockbrokers Ltd, έκδιδε και απόστελλε στους ενάγοντες τα πινακίδια συναλλαγής (contract notes) μαζί με τις εξουσιοδοτήσεις, για την ανάλογη χρεοπίστωση του λογαριασμού [βλ. Τεκμήριο 9(1-128)]. Το τεκμήριο αυτό κατατέθηκε ως φωτοαντίγραφο διότι το πρωτότυπο καταστράφηκε από πλημμύρα στις αποθήκες των εναγόντων, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο. Οι ενάγοντες βασιζόμενοι στα στοιχεία που τους έδινε η CLR Stockbrokers Ltd, πλήρωναν το συνολικό ποσό του κάθε πινακιδίου συναλλαγής στο οποίο περιλαμβανόταν το τίμημα αγοράς, η προμήθεια του χρηματιστή και το τέλος του ΧΑΚ, χρεώνοντας αναλόγως το λογαριασμό του εναγόμενου. Οι μετοχές και αξίες που αγοράζονταν, ενεχυριάζονταν προς όφελος των εναγόντων και σε περίπτωση πώλησης λάμβαναν το καθαρό ποσό του κάθε πινακιδίου συναλλαγής, δηλαδή το προϊόν πώλησης αφαιρουμένης της προμήθειας του χρηματιστή και του τέλους του ΧΑΚ και πίστωναν το λογαριασμό του εναγόμενου. Για να μπορούσε να γίνει πώληση οι ενάγοντες έπρεπε να αποδεσμεύσουν τις αντίστοιχες μετοχές ή αξίες. Στις 13.10.98, υπογράφθηκε από τους διαδίκους έγγραφο τροποποίησης του όρου 7 της σύμβασης με την οποία συμφωνούνταν η αντικατάσταση του με τρόπο που οι ενάγοντες να είχαν δικαίωμα να προβούν σε πώληση όλων ή μέρους των αξιών όταν η αγοραία αξία του συνόλου των ενεχυριασμένων αξιών και της τυχόν κατάθεσης μετρητών θα ήταν κατώτερη του 120% του ορίου ή του υπολοίπου των πιστωτικών διευκολύνσεων του εναγόμενου, εάν αυτό τύγχανε να είναι μεγαλύτερο (βλ. Τεκμήριο 7). Στις 27.8.99, υπογράφθηκε από τους διαδίκους έγγραφο τροποποίησης του ποσοστού εξασφάλισης που αναφέρεται στον όρο 6 της σύμβασης από 30% σε 40% και του ποσοστού που αναφέρεται στον όρο 7 της σύμβασης, από 120% σε 130%. Προστέθηκε επίσης πρόνοια με βάση την οποία το περιθώριο ασφάλειας μπορούσε να τροποποιηθεί από τους ενάγοντες οποτεδήποτε κατά την απόλυτη κρίση τους με γραπτή ενημέρωση προς τον εναγόμενο, με την οποιαδήποτε σχετική ειδοποίηση που θα στελνόταν να θεωρούνταν ότι παραλήφθηκε από αυτόν είκοσι τέσσερις ώρες μετά την ταχυδρόμηση ή την προσωπική παράδοση της. Σύμφωνα με τον όρο 4 της σύμβασης, όλες οι διευκολύνσεις θα επιβαρύνονταν με τόκο προς 8,5%, το χρόνο πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα ή με το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρεπόταν με βάση την εκάστοτε νομοθεσία και κανονιστικές ρυθμίσεις. Δυνάμει των ιδίων όρων οι ενάγοντες ενημέρωσαν τον εναγόμενο με γνωστοποίηση στον ημερήσιο τύπο για τις ακόλουθες μεταβολές του χρεωστικού επιτοκίου (βλ. Τεκμήρια 10-20): από 1.1.01 μέχρι 13.8.01, το επιτόκιο αυξήθηκε σε 9%. Από 14.8.01 μέχρι 19.9.01, μειώθηκε σε 8,5%. Από 20.9.01 μέχρι 4.11.01, μειώθηκε σε 8%. Από 5.11.01 μέχρι 15.12.02, μειώθηκε περαιτέρω σε 7,5%. Από 16.12.02 μέχρι 6.4.03, μειώθηκε σε 7%. Από 7.4.03 μέχρι 2.5.04, μειώθηκε σε 6,5%. Από 3.5.04 μέχρι 27.2.05, αυξήθηκε σε 7,5%. Από 28.2.05 μέχρι την 23.5.05, μειώθηκε σε 7,25%. Από 24.5.05 μέχρι 9.6.05, μειώθηκε σε 6,75%. Από 10.6.05 μέχρι τον τερματισμό μειώθηκε σε 6,25%. Δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι οι γνωστοποιήσεις περιήλθαν σε γνώση του εναγόμενου και έτσι βρίσκω ότι έγινε. Πέραν των δημοσιεύσεων, οι ενάγοντες ενημέρωσαν τον εναγόμενο ότι σε περίπτωση που υπήρχε υπέρβαση του ορίου, ο λογαριασμός θα επιβαρυνόταν με επιπλέον επιτόκιο υπερημερίας, από 1.1.01 μέχρι 27.8.02, ύψους 1,75%, από 28.8.02 μέχρι 1.1.03, ύψους 2%, από 2.1.03 μέχρι 6.4.03, ύψους 2,5% και από 7.4.03, μέχρι και τον τερματισμό της σύμβασης, ύψους 3%. Ακολούθως, με τον τερματισμό της σύμβασης με επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 17.7.06, το χρεωστικό επιτόκιο αυξήθηκε σε 11,5% (βλ. Τεκμήριο 21). Στις 30.6.99, ο εναγόμενος ζήτησε αύξηση του ορίου του λογαριασμού από Λ.Κ.10.000 σε Λ.Κ.30.000 (βλ. Τεκμήριο 24). Το αίτημα εγκρίθηκε από τους ενάγοντες στις 5.7.99, ως το Τεκμήριο 22, το οποίο υπογράφθηκε από τον εναγόμενο ο οποίος αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα όλους τους σχετικούς όρους. Στις 20.7.00, οι ενάγοντες παραχώρησαν μετά από αίτημα του εναγόμενου νέα αύξηση του ορίου από Λ.Κ.30.000 σε Λ.Κ.50.000, συμφώνως των όρων και προϋποθέσεων του Τεκμηρίου 23, το οποίο και πάλι υπόγραψε ο εναγόμενος συμφωνώντας με όλους τους τεθέντες όρους. Το γεγονός ότι παραχωρήθηκε στον εναγόμενο όριο πέραν των Λ.Κ.30.000, που προβλεπόταν στη σύμβαση, καθόλου δεν επηρέασε είτε τη νομιμότητα είτε τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις των συμβαλλομένων. Ο ίδιος ήταν που αιτήθηκε αύξηση του ορίου του. Οι ενάγοντες δεν είχαν καμιά υποχρέωση να αξιολογήσουν το κατά πόσον ορθώς έπραττε ο εναγόμενος ζητώντας την αύξηση αυτή και ότι το έπραττε τούτο με γνώμονα ορθά επενδυτικά ή άλλα οικονομικά κριτήρια (βλ. Foley v. Hill
(1848)(1843-60) All. E R Rep. 16). Πέραν τούτου, παρέμεινε χωρίς μαρτυρικό υπόβαθρο ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι υπήρχαν περιστάσεις που θα έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη εκ πλευράς εναγόντων πριν την έγκριση των αυξήσεων ή για το πώς οι αυξήσεις αυτές τού δημιούργησαν, πράγματι, οικονομική δυσχέρεια, χωρίς εν προκειμένω το γεγονός της άρνησης του να συμμορφωθεί με την καταβολή του οφειλόμενου υπολοίπου να αποτελεί στοιχείο οποιασδήποτε σημαίνουσας βαρύτητας προς εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος. Στις 26.6.03, ο εναγόμενος υπόγραψε το πληρεξούσιο - Τεκμήριο 25 προς τους ενάγοντες μετά την αποϋλοποίηση των αξιών και τη σύσταση του κεντρικού μητρώου/αποθετηρίου στο ΧΑΚ. Το πληρεξούσιο απαιτήθηκε από τις αρχές του ΧΑΚ έτσι ώστε ο εναγόμενος να μπορεί να λειτουργεί το λογαριασμό όπως και προηγουμένως. Πριν τη σύσταση του κεντρικού μητρώου/αποθετηρίου, ο εναγόμενος αγόραζε αξίες οι οποίες ενεχυριάζονταν προς όφελος των εναγόντων και σε περίπτωση πώλησης αποδεσμεύονταν αμέσως μετά, με το προϊόν της πώλησης να κατατίθεται στο λογαριασμό του. Μετά τη σύσταση του κεντρικού μητρώου/αποθετηρίου, η πώληση και αποδέσμευση αξιών δε μπορούσε να γίνεται ταυτοχρόνως για αυτό και δόθηκε από το ΧΑΚ η επιλογή προς όλες τις τράπεζες, συμπεριλαμβανομένων και των εναγόντων, για υπογραφή του σχετικού πληρεξουσίου για να εξυπηρετείται η λειτουργία των λογαριασμών αυτών με βάση το νέο μηχανογραφικό σύστημα όπως και προηγουμένως. Το πρωτότυπο του Τεκμηρίου 25 είναι κατατεθειμένο στο ΧΑΚ και δεν υπήρξε ένσταση στην καταχώρηση φωτοαντιγράφου του. Ο τρόπος λειτουργίας του λογαριασμού δεν άλλαξε καθόλου ως εκ της υπογραφής του Τεκμηρίου 25 και με κανένα τρόπο δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι στην πραγματικότητα οι ενάγοντες μετατράπηκαν σε αντιπροσώπους και διαχειριστές του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου ή ότι από το περιεχόμενο του δημιουργήθηκε ρητώς ή εξυπακουομένως οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας ή άλλως πως από τους ενάγοντες προς τον εναγόμενο αφού η σύμβαση η οποία και καθορίζει, ακριβώς, το είδος της σχέσης μεταξύ των διαδίκων, παρέμεινε αναλλοίωτη και πλήρως δεσμευτική για αυτούς, πέραν ασφαλώς και από το γεγονός ότι η αιτία για την οποία υπογράφθηκε το εν λόγω πληρεξούσιο ήταν τυπικής και διαδικαστικής μορφής και τίποτε δεν είχε να κάνει με την ουσία των συμβατικών υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Το πληρεξούσιο υπογράφτηκε δυόμιση (και κάτι) χρόνια μετά την τελευταία χρηματιστηριακή πράξη στην οποία προέβη ο εναγόμενος στις 9.11.01 βάσει της σύμβασης [βλ. Τεκμήριο 28(α)], γεγονός που και αυτό ενταγμένο στη λογική των πραγμάτων και με υπόψη ασφαλώς και τις σχετικές πρόνοιες της, όπως για παράδειγμα το περιεχόμενο των όρων 9 και 11, καταδεικνύει ότι οι ενάγοντες δε διαχειρίζονταν το χαρτοφυλάκιο του εναγόμενου μετά την υπογραφή του εν λόγω πληρεξουσίου (ή πριν), αφού δεν εκτελέστηκαν οποιεσδήποτε χρηματιστηριακές πράξεις μεταγενέστερα του γεγονότος. Ο ρόλος των εναγόντων με βάση τα συμφωνηθέντα περιοριζόταν στην παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων για την αγοραπωλησία μετοχών. Τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από αυτό. Καμία παράβαση της σύμβασης δεν προέκυψε ως εκ της υπογραφής του πληρεξουσίου - Τεκμήριο 25, όπως εισηγήθηκε η υπεράσπιση με ειδική αναφορά στον όρο 9, ούτε και οι ενάγοντες έδρασαν αμελώς ή κατά παράβαση των καθηκόντων τους έναντι του εναγόμενου. Η σχέση δανειστή - χρεώστη που χαρακτήριζε τη σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων δεν ήταν τέτοια που θα μπορούσε ούτως ή άλλως να δημιουργήσει καθήκον επιμέλειας των εναγόντων έναντι του εναγόμενου [βλ. Murphy v. Brentwood District Council
(1990)2 All. E R 908(HL)]. Οι ενάγοντες χρέωναν το λογαριασμό δυνάμει του όρου 13 της σύμβασης για την κάθε αγορά αξιών προς 1% επί του ποσού της αγοράς, με ελάχιστη ετήσια χρέωση 2% επί του ορίου, όποιο από τα δύο ήταν το μεγαλύτερο. Οι χρεώσεις αυτές γίνονταν μέχρι και την 31.12.
  1. Από την 1.1.01 και την έναρξη ισχύος του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου 160(Ι)/99, οι ενάγοντες χρέωναν μόνον το 1% επί των αγορών που πραγματοποιούνταν στο λογαριασμό του εναγόμενου. Η χρέωση του ποσοστού αυτού είχε σκοπό να καλύπτει τα έξοδα των εναγόντων που προέκυπταν από τον έλεγχο του λογαριασμού. Ο έλεγχος αυτός συμπεριλάμβανε, μεταξύ άλλων, καταγραφή των συναλλαγών, έλεγχο των πινακιδίων συναλλαγών και των σχετικών εξουσιοδοτήσεων, πληρωμών και εισπράξεων από τη CLR Stockbrokers Ltd, ενημέρωση των χρηματιστών για την κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου, ενημέρωση του ιδίου για τις αξίες που κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο καθώς και για το υπόλοιπό του, ενάσκηση δικαιωμάτων και αξιών, έκδοση δωρεάν μετοχών, υποδιαιρέσεις μετοχών και εξαγορές και διεκπεραιώσεις αιτήσεων για την αγορά αξιών εταιρειών πρώτης έκδοσης που θα εισάγονταν στο ΧΑΚ [βλ. Τεκμήριο 26(α-ν)]. Ούτε τούτα αποτελούν διαχείριση χαρτοφυλακίου αλλά, ακριβώς, διαχείριση του τραπεζικού λογαριασμού του εναγόμενου βάσει του σχεδίου. Οι ενάγοντες έστελναν ταχυδρομικώς κάθε μήνα προς τον εναγόμενο κατάσταση λογαριασμού την οποία ο τελευταίος παραλάμβανε ανελλιπώς. Ο εναγόμενος ουδέποτε επικοινώνησε με τους ενάγοντες είτε για να διαφωνήσει είτε για να σχολιάσει οτιδήποτε περιεχόταν στις καταστάσεις λογαριασμού ενώ γνώριζε καλώς ότι θα μπορούσε να το πράξει. Ο λογαριασμός του, όπως και όλων των άλλων πελατών των εναγόντων, τηρούνταν αποκλειστικώς σε ηλεκτρονικό υπολογιστή των τελευταίων και συνιστούν τραπεζικά βιβλία των εναγόντων. Το Τεκμήριο 27, αποτελείται από πιστά αντίγραφα των μηνιαίων καταστάσεων λογαριασμού του εναγόμενου από 16.10.98 μέχρι 17.7.06 και περιλαμβάνει τα πρωτότυπα των μηνιαίων καταστάσεων λογαριασμού από 31.7.06 μέχρι 30.6.
  2. Οι μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού από 16.10.98, μέχρι και τον τερματισμό του λογαριασμού αποστέλλονταν ανελλιπώς προς τον εναγόμενο με το ταχυδρομείο, με τους ενάγοντες να κρατούν στα αρχεία τους πιστά αντίγραφα των καταστάσεων, όπως καταχωρήθηκαν ως τεκμήρια κατά τη δίκη. Στο ίδιο τεκμήριο παρουσιάζονται με ακρίβεια και αλήθεια όλες τις χρεοπιστώσεις που έγιναν στο λογαριασμό του ενάγοντα, μαζί με τους υπολογισμούς του τόκου. Παρουσιάζεται επίσης το κλείσιμο του λογαριασμού και η μεταφορά του στις καθυστερήσεις με νέο αριθμό 529/399619-
  3. Στην κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 17.7.06, φαίνεται πίστωση Λ.Κ.65.124,76, η οποία αποτελεί εγγραφή για εσωτερικούς σκοπούς των εναγόντων κατά τον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού και τη μεταφορά του οφειλόμενου υπολοίπου στις καθυστερήσεις και όχι πληρωμή. Το Τεκμήριο 28(α) αποτελεί συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμού από την ημερομηνία έναρξης του λογαριασμού μέχρι 31.12.
  4. Παρομοίως, το Τεκμήριο 28(β) αποτελεί συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου από 1.1.08 μέχρι 30.6.08, σε ευρώ. Ο λογαριασμός του εναγόμενου άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα στην κίνηση του περί το Φεβρουάριο 2000, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες μεταξύ 25.2.00 και 31.3.04, να του αποστείλουν διάφορες επιστολές καλώντας τον να προβεί σε καταθέσεις πρόσθετης εξασφάλισης λόγω της πτώσης της αξίας των μετοχών του και να συμμορφωθεί με τους όρους της σύμβασης (βλ. Τεκμήρια 29-50). Επιπλέον τον ενημέρωναν ότι ο λογαριασμός του βρισκόταν σε υπέρβαση του συμφωνηθέντος ορίου και ότι θα έπρεπε να φρόντιζε για την επαναφορά του στα εγκεκριμένα πλαίσια. Ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στις οχλήσεις των εναγόντων με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να στείλουν άλλη επιστολή μέσω των δικηγόρων τους στις 12.4.06, καλώντας τον για τελευταία φορά να συμμορφωθεί με τους όρους της σύμβασης. Ο εναγόμενος και πάλι δεν ανταποκρίθηκε με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να τερματίσουν νομίμως και δικαιολογημένως τη λειτουργία του λογαριασμού, ως το Τεκμήριο
  5. Κατά τον τερματισμό της σύμβασης οι ενάγοντες είχαν ενεχυριασμένες προς όφελος τους τις ακόλουθες μετοχές οι οποίες παρουσιάζονται και στο Τεκμήριο 52: 30.000 μετοχές της Avacom Net Public Company Ltd, 2.000 μετοχές της Hellenic Bank Public Company Ltd, 400 μετοχές της Hellenic Bank Ltd, Amer. Type War.03/07, 488 δικαιώματα της Laiki Investments Ltd και 19.000 μετοχές της Minerva Insurance Company Public Ltd. Οι ενάγοντες μεταξύ 9.5.06 και 16.5.06, ενάσκησαν τα δικαιώματα που τους παρείχαν οι όροι 5 και 7 της σύμβασης και προέβηκαν στην πώληση των μετοχών και αξιών αυτών, λεπτομέρειες των οποίων παρουσιάζονται στο Τεκμήριο
  6. Οι μετοχές πουλήθηκαν στην τρέχουσα τιμή στην οποία διαπραγματεύονταν στο ΧΑΚ και το ποσό των Λ.Κ.5.283,80, που αποτελούσε το προϊόν πώλησης τους κατατέθηκε στο λογαριασμό του εναγόμενου. Ως εκ τούτου, το υπόλοιπο του λογαριασμού άλλαξε σε Λ.Κ.63.045,80, πλέον τόκους, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο
  7. Με βάση τον όρο 10 της συμφωνίας ενεχυρίασης μετοχών - Τεκμήριο 4, σε περίπτωση μη πληρωμής από τον εναγόμενο των υποχρεώσεων του που εξασφαλίζονταν με την ενεχυρίαση, οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα και όχι την υποχρέωση να πουλήσουν κατά την κρίση τους τις ενεχυριασμένες μετοχές χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στον εναγόμενο και να χρησιμοποιήσουν το προϊόν της πώλησης για εξόφληση των υποχρεώσεων του (βλ. κατ' αναλογίαν, Ανδρέου ν. Τράπεζα Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 740, Cuckmere Brick Co Ltd v. Mutual Finance Ltd
(1971)2 All ER 633). Δεν είχαν υποχρέωση να ζυγιάσουν κατά την απόφαση τους τα συμφέροντα του εναγόμενου. Μπορούσαν να ασκήσουν το δικαίωμά τους όποτε αυτοί επέλεγαν με μόνον καθήκον να πουλήσουν τις αξίες στην τρέχουσα τιμή αγοράς κατά το χρόνο πώλησης (βλ. Silven Properties and Another v. Royal Bank of Scotland Plc and Others
(2004)4 All ER 484). Το έπραξαν αυτό με προσοχή και επιμέλεια σε χρόνο που προσφερόταν υπό τις περιστάσεις, δρώντας με τρόπο που διασφάλιζε τα συμφέροντα τους χωρίς όμως ταυτοχρόνως να ενεργούν ενάντια στα συμφέροντα του εναγόμενου (αν και δεν είχαν τέτοια υποχρέωση), σε μια ύστατη προσπάθεια να μειώσουν το χρέος του στο οποίο ο ίδιος δεν ανταποκρινόταν και κατ' επέκταση να μειώσουν και τις δικές τους απώλειες. Το ότι μπορούσαν στη συνήθη πορεία των πραγμάτων (in the ordinary course of business), να πουλούσαν τις μετοχές νωρίτερα (και παραβλέπω χάριν συζήτησης το γεγονός ότι δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία ως προς τις χρονικές διακυμάνσεις της αξίας τους), ήταν κάτι που δεν ήσαν υποχρεωμένοι να το πράξουν μόνον και μόνον επειδή κατά την άποψη του εναγόμενου αυτό θα ήταν καλύτερο για τον ίδιο υπό τις περιστάσεις (βλ. Chitty, On Contracts, 27η εκδ., 1994, Τομ. 1, παρ. 26-051). Ήταν εύλογο για τους ενάγοντες να περιμένουν μέχρι ο εναγόμενος να αποπληρώσει το οφειλόμενο ποσό διότι υπήρχαν προς τούτο παραστάσεις εκ πλευράς του προς τους ίδιους για κάτι τέτοιο, με αποτέλεσμα και τούτο το γεγονός να αποτελεί επαρκή αιτιολογία και δικαιολογία για τη συζητούμενη επιλογή τους (βλ. Chitty, παρ. 26-052) Οι ενάγοντες όπως είχαν κάθε δικαίωμα να πράξουν επέλεξαν να θεωρήσουν το σύνολο της συμβατικής συμπεριφοράς του εναγόμενου ως τέτοιας εμβέλειας, πλέον, που να δικαιολογεί τον τερματισμό του λογαριασμού, στις 17.7.06, οπόταν και προχώρησαν τοιουτοτρόπως με το Τεκμήριο 21, ανεξαρτήτως του αν, στη θεωρία των πραγμάτων, θα μπορούσαν να το έπρατταν πιο πριν, κάτι όμως που δεν έγινε για καλούς λόγους. Ως εκ τούτου, η δυνατότητα επιλογής τους να διαλέξουν μεταξύ των θεραπειών που μπορούσαν να επιδιώξουν θέτει το ζήτημα του μετριασμού της ζημιάς σε βάθρο παντελώς διαφορετικό από αυτό που προώθησε ο εναγόμενος, με τις θέσεις του να καταρρίπτονται (και) ως εκ του γεγονότος ότι καμιά σχετική μαρτυρία δε δόθηκε περί των δυνατοτήτων πώλησης σε ψηλότερη (ή χαμηλότερη) τιμή μετά τον τερματισμό (βλ. Chitty, παρ. 26-059). Δε δόθηκε μαρτυρία εκ πλευράς εναγόμενου ή δεν υπήρξε τέτοιας φύσης αντεξέταση προς τη Λίζα Παντελίδου (ΜΕ1), ως προς το ποιο ήταν ακριβώς το καθήκον που είχαν φερόμενα οι ενάγοντες έναντι του εναγόμενου ούτε και πώς και πότε θα έπρεπε αυτό να είχε ασκηθεί αλλά ούτε και πώς θα έπρεπε να ενεργούσε υπό παρόμοιες συνθήκες ένα συνετό άτομο που ασκούσε τραπεζικές εργασίες κατά τον κρίσιμο χρόνο αλλά ούτε και ποιες ήσαν οι αμελείς πράξεις ή παραλείψεις των εναγόντων και η οποιαδήποτε ζημιά που υπέστη ο εναγόμενος ως εξ' αυτών. Οι εισηγήσεις της υπεράσπισης περί σύμφυτης αλλά και νομοθετικής παρανομίας της σύμβασης και του σχεδίου παρέμειναν στερημένες επιχειρηματολογίας και αξιόπιστης μαρτυρίας αλλά και ασυσχέτιστες με τα πραγματικά γεγονότα όπως εξάγονται από τα κοινώς παραδεκτά κατατεθέντα τεκμήρια (πέραν της προφορικής μαρτυρίας), πολλά από τα οποία υπογράφθηκαν (όσα υπογράφθηκαν), από τον εναγόμενο με την ελεύθερη συναίνεση του και με πλήρη επίγνωση του περιεχομένου τους. Όλα τα έγγραφα που υπογράφθηκαν μεταξύ των συμβαλλομένων διαδίκων, συμπεριλαμβανομένης ασφαλώς της σύμβασης (και του σχεδίου), ήσαν καθ' όλα έγκυρα και νόμιμα. Σήμερα, το υπόλοιπο του λογαριασμού ανέρχεται σε €142.295,61, πλέον τόκους από 1.7.08. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για ποσό €142.295,61, πλέον τόκο προς 11,5% από 1.7.08, κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου, κάθε χρόνου, μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.