SAVVAS LEONIDAS MOTORS LTD ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή Αρ.3856/05, 31 Οκτωβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A211 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.3856/05 Μεταξύ: SAVVAS & LEONIDAS MOTORS LTD, από Πάφο Ενάγουσας - και - Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενου Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου, 2008 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κ. Λ. Λουκά Για εναγόμενο: κ. Στ. Θεοδούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την υπόθεση, στη βάση των οποίων θα κριθεί η αξίωση της ενάγουσας για αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος, είναι, ουσιαστικά, παραδεκτά και έχουν ως ακολούθως:- Η ενάγουσα είναι ιδιωτική εταιρεία και ασχολείται με την εισαγωγή και εμπορία μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Μέσα στα έτη 1998 και 1999 η ενάγουσα εισήγαγε από την Ιαπωνία μεγάλο αριθμό μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, αλλά κατά τον τελωνισμό τους προέκυψε πρόβλημα. Κι αυτό γιατί η συναλλακτική αξία των αυτοκινήτων, όπως αυτή αποτυπωνόταν στα συνοδευτικά έγγραφα, ήταν μικρότερη από τον κατάλογο «καθοδηγητικών τιμών» - σταθερών ανάλογα με τον τύπο και την ηλικία των αυτοκινήτων - που είχε ορισθεί με εγκύκλιο της Διευθύντριας Τελωνείων ημερ. 13.8.98. Για να επιτραπεί, λοιπόν, στην ενάγουσα να προβεί σε οριστικό τελωνισμό των αυτοκινήτων τής ζητήθηκε είτε να δεχθεί τις (προκαθορισμένες) τιμές του καταλόγου είτε να καταθέσει χρηματικές παρακαταθήκες και τραπεζικές εγγυήσεις κατά 30% επιπλέον των εν λόγω τιμών. Η ενάγουσα, επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα της σε σχέση με την νομιμότητα της εν λόγω απόφασης, επέλεξε να καταθέσει χρηματικές παρακαταθήκες και τραπεζικές εγγυήσεις - οι οποίες ρευστοποιήθηκαν - συνολικού ποσού £160.000 και αφού έγινε ο τελωνισμός των 108 αυτοκινήτων της προχώρησε σε καταχώριση αντίστοιχου αριθμού προσφυγών. Πρόκειται για τις προσφυγές υπ΄ αρ. 1084/98 μέχρι 1090/98, 1098/98, 1099/98, 121/99, 122/99, 124/99, 1372/99 μέχρι 1434/99 και 1455/00 μέχρι και 1486/00, με τις οποίες προσβαλλόταν η νομιμότητα της απόφασης της Διευθύντριας Τελωνείων να προκαθορίσει τιμές για τα εισαγόμενα αυτοκίνητα και να ζητήσει κατάθεση χρηματικών παρακαταθηκών και τραπεζικών εγγυήσεων κατά 30% επιπλέον της προκαθορισθείσας τιμής. Σχετικά κατατέθηκε ως τεκμ.1 αντίγραφο της προσφυγής 1085/99 και όπως έγινε αντιληπτό οι υπόλοιπες απέβλεπαν στην ίδια θεραπεία. Οι πιο πάνω προσφυγές συνεκδικάσθηκαν από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου μαζί με άλλες 821 προσφυγές «. μετά από αίτημα των μερών και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης ενόψει της ομοιότητας των ζητημάτων που εγείρονται και των διαστάσεων» και η σχετική απόφαση εκδόθηκε στις 15.10.02 (βλ. Υποθ. Αρ. 886/98 και άλλες ως το Παράρτημα 1, Pavlos Varellas Trading Co Ltd v. Kυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων). Με την εν λόγω απόφαση (τεκμ.2) δικαιώθηκε τόσο η ενάγουσα όσο και άλλοι αιτητές με αποτέλεσμα οι προσβληθείσες αποφάσεις να κηρυχθούν άκυρες. Οκτώ
(8)μήνες μετά την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης, τον Ιούνιο του 2003, το Υπουργείο Οικονομικών επέστρεψε στην ενάγουσα το ποσό των £160.000, το οποίο είχε εισπραχθεί από τη ρευστοποίηση των χρηματικών παρακαταθηκών και εγγυήσεων, πλέον τόκους. Η ενάγουσα, όμως, δεν ικανοποιήθηκε και με επιστολές ημερ. 25.6.04 (τεκμ. 3 και 4) αξίωνε από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τη Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων συμμόρφωση προς την ακυρωτική απόφαση και αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Η αξίωση της δεν ικανοποιήθηκε και ένα χρόνο αργότερα, στις 17.5.05, προχώρησε με την παρούσα αγωγή, διεκδικώντας £428.710 για ζημιές, που όπως διατείνεται υπέστη, £480.000 για διαφυγόν κέρδος, πλέον γενικές, δίκαιες και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ο εναγόμενος αρνείται ότι η ενάγουσα δικαιούται σε οποιαδήποτε από τις αξιούμενες θεραπείες. Προτού όμως γίνει αναφορά στις εκατέρωθεν θέσεις επί του θέματος προέχει η συμπλήρωση του πραγματικού υπόβαθρου, με την καταγραφή επιπλέον παραδεκτών γεγονότων που σχετίζονται με την κατάσχεση 33 αυτοκινήτων της ενάγουσας και την οικονομική της κατάσταση για τα έτη 1997-2002, θέματα που αποτέλεσαν τους δύο άξονες της μαρτυρίας του διευθυντή της Σ. Τζιονή, ο οποίος ήταν και ο μόνος μάρτυρας που κατέθεσε για την υπόθεση. Για το πρώτο θέμα, είναι παραδεκτό ότι το Τμήμα Τελωνείων είχε κατάσχει 33 αυτοκίνητα της ενάγουσας - 29 στις 18.6.99 (τεκμ.5) και άλλα 4 στις 15.5.00 - τα οποία της επιστράφηκαν τον Δεκέμβριο του 2002 αφού προηγήθηκαν και διαμαρτυρίες μέσω του δικηγόρου της (τεκμ.6 και 7). Η κατάσχεση, διατείνεται η ενάγουσα στο δικόγραφό της, ήταν παράνομη και επέφερε ζημιές στ΄ αυτοκίνητα ύψους £48.000, ποσό που περιέχεται στο αξιούμενο κονδύλι των £428.000 για ζημιές. Για το δεύτερο θέμα, είναι παραδεκτό ότι η ενάγουσα κατά τα οικονομικά έτη 1997 και 1998 είχε μεικτό κέρδος £188.948 και £167.748 αντίστοιχα, ενώ για τα έτη 1999-2002 συνολικές ζημιές ύψους £380.710, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και πληρωμές £219.410 για τραπεζικά δικαιώματα και τόκους (τεκμ.8, 8α-8ε και 9). Οι ζημιές που παρουσίασε η ενάγουσα για τα έτη 1999-2002, ισχυρίσθηκε ο διευθυντής της, οφείλονταν αφ΄ ενός μεν στις χρηματικές παρακαταθήκες και εγγυήσεις που αναγκάσθηκε να καταθέσει και αφ΄ ετέρου στην κατάσχεση των 33 αυτοκινήτων της. Για τεκμηρίωση της θέσης αυτής πρόβαλε τα ακόλουθα:- Μέχρι το 1998 η εταιρεία του, όπως είναι παραδεκτό, παρουσίαζε κέρδη. Το ύψος, όμως, των χρηματικών παρακαταθηκών και εγγυήσεων ήταν τέτοιο που έπληξε καίρια τη ρευστότητα της με σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην επιχειρηματική της δραστηριότητα. Για αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων που προέκυψαν, τόνισε, αναγκάσθηκαν να σταματήσουν τις διαφημίσεις, να απολύσουν προσωπικό και το 2000 ανέστειλαν κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα - έκλεισαν, όπως είπε, το γραφείο - εν αναμονή της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ρωτήθηκε γιατί δεν επέλεξε να καταβάλει δασμούς, σ΄ ότι αφορά τα 108 αυτοκίνητα, με βάση τις τιμές του καταλόγου έτσι ώστε να μη χρειασθεί να καταθέσει παρακαταθήκες και εγγυήσεις κατά 30% επιπλέον των εν λόγω τιμών, όπως έκαμαν άλλοι αιτητές των συνεκδικασθέντων προσφυγών. Απάντησε ότι με τα τότε δεδομένα έκρινε ότι η επιλογή του ήταν η πιο συμφέρουσα, αλλά δεν ήταν σε θέση να υπολογίσει τη ζημιά που θα υφίστατο η ενάγουσα αν ενεργούσε όπως οι άλλοι αιτητές. Τέλος, σε σχέση με την τύχη των χρηματικών παρακαταθηκών και εγγυήσεων ύψους £160.000 που είχαν ρευστοποιηθεί, ανάφερε ότι ναι μεν το ποσό αυτό, πλέον £39.000 τόκους, επεστράφη στην ενάγουσα τον Ιούνιο του 2003, αλλά η πληρωμή του δεν αποτελούσε και αποκατάσταση της ενάγουσας για τις ζημιές που είχε υποστεί. Σ΄ ότι αφορά τις επιπτώσεις από την κατάσχεση των 33 αυτοκινήτων, ισχυρίσθηκε ότι το κόστος απόκτησής τους υπερέβαινε τις £48.000 και όταν επιστράφηκαν στην ενάγουσα δεν ήταν σε εμπορεύσιμη κατάσταση, λόγω του ότι κρατήθηκαν σε ανοικτό χώρο με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιές και έκτοτε δεν έγινε κατορθωτό να πωληθούν. Ρωτήθηκε για το λόγο της κατάσχεσης και κατά πόσο ήταν αντικείμενο των 108 προσφυγών της ενάγουσας. Τα αυτοκίνητα, απάντησε, κατασχέθηκαν με τον ισχυρισμό ότι είχαν υποτιμολογηθεί, αλλά η κατάσχεση τους δεν προσβλήθηκε με τις εν λόγω προσφυγές, γεγονός που οδήγησε το συνήγορο της ενάγουσας να αποσύρει το αξιούμενο ως ζημιές κονδύλι των £48.000, με αποτέλεσμα η σχετική αξίωση να περιορισθεί από τις £428.710 στις £380.710. Στη βάση των πιο πάνω, κατέληξε ο μάρτυρας, η ενάγουσα αξιώνει:- 1. £380.710 για τις ζημιές που υπέστη τα έτη 1999-2002 ως αποτέλεσμα της ακυρωθείσας απόφασης και 2. £480.000 ως διαφυγόν κέρδος, κι΄ αυτό κατ΄ αναλογία του μεικτού κέρδους που είχε τα αμέσως δύο προηγούμενα χρόνια. Στο στάδιο των αγορεύσεων δεν αμφισβητήθηκε ότι η ενάγουσα είχε ζημιωθεί από τις αποφάσεις ή πράξεις της Διευθύντριας του Τμήματος Τελωνείου (Διοίκησης), οι οποίες κηρύχθηκαν άκυρες με την αναφερθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 15.10.02. Αμφισβητήθηκε όμως ότι:- 1. Η ενάγουσα είχε απευθυνθεί προς τη διοίκηση για ικανοποίηση - όπως είχε υποχρέωση - πριν προχωρήσει δικαστικά. Επί του προκειμένου ο ευπαίδευτος συνήγορος της εισηγήθηκε ότι η πελάτισσα του εκπλήρωσε τη σχετική προϋπόθεση του αρ. 146.6 του Συντάγματος και παρέπεμψε στις επιστολές ημερ. 25.4.04 (τεκμ.3 και 4), στις οποίες η διοίκηση ούτε καν απάντησε. Με τις εν λόγω επιστολές, αντέτεινε ο κ. Θεοδούλου, δεν υποβλήθηκε κατά τρόπο συγκεκριμένο και σαφή αξίωση για αποζημιώσεις, αλλά καλείτο η διοίκηση (α) να συμμορφωθεί με την ακυρωτική απόφαση, κάτι που ήδη είχε γίνει με την πληρωμή των £160.000 πλέον τόκους και (β) να διευθετήσει ισχυριζόμενη ζημιά της ενάγουσας ύψους £700.000, η οποία αφ΄ εαυτής ήταν αόριστη. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για έγκυρη υποβολή αξίωσης για αποζημίωση με αποτέλεσμα η ενάγουσα να μην αποκτήσει δικαίωμα έγερσης αγωγής. Παρέπεμψε σχετικά στις υποθέσεις Βαλανίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, Πολ. Έφεση 76 ημερ. 20.3.08 και Vnukovo Airlines (V.A) κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ.
- Η αξιούμενη ζημιά και διαφυγόν κέρδος προκλήθηκαν από τις ακυρωθείσες αποφάσεις ή προέκυψαν ως άμεση συνέπεια τους. Η ενάγουσα, εισηγήθηκε ο κ. Λουκά, απέδειξε ότι το κονδύλι των £380.710, το οποίο αξιώνει ως ζημία, προκλήθηκε από τις ακυρωθείσες αποφάσεις της Διοίκησης ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια τους, την οποία παρά τις προσπάθειες της δεν κατόρθωσε να περιορίσει. Παρέπεμψε σχετικά στην υπόθεση The Attorney-General of the Republic v. Markoullides and another
(1966)1 C.L.R. 242. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα απέδειξε ότι είχε και διαφυγόν κέρδος ύψους £480.000 για το οποίο δικαιούται θεραπείας και προς τούτο επικαλέσθηκε την υπόθεση Tsakistos v. The Attorney-General of the Republic
(1969)1 C.L.R. 355. Διαμετρικά αντίθετες είναι οι εισηγήσεις του κ. Θεοδούλου. Με αναφορά στις υποθέσεις Τράπεζα Κύπρου ν. Χάρη Θεοδωρίδη
(1993)1 ΑΑΔ 420, Vnukovo (ανωτέρω), Frangoudis v. The Republic
(1982)1 CLR 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου
(1999)1 ΑΑΔ 342 και άλλες, επεσήμανε την ιδιομορφία του αγώγιμου δικαιώματος του άρθρου 146.6 του Συντάγματος, για να εισηγηθεί ότι η εν λόγω αποζημίωση δεν αποβλέπει στην ολική υλική αποκατάσταση του ζημιωθέντα αλλά σε επιδίκαση δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης, νοουμένου ότι η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα πράξη ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια της, κάτι που στην παρούσα περίπτωση δεν συμβαίνει. Κι αυτό, γιατί τα όσα προβάλλει η ενάγουσα ως ζημιές ή διαφυγόν κέρδος δεν προέκυψαν από αυτή τούτη την ακυρωθείσα πράξη, αλλά ήταν συνέπειες των επιλογών της. Η μόνη ζημιά, τόνισε, που προέκυψε από την ακυρωθείσα πράξη ή προκλήθηκε ως άμεση συνέπεια της ήταν η ρευστοποίηση των χρηματικών παρακαταθηκών και εγγυήσεων, η οποία όμως αποκαταστάθηκε με την καταβολή του ποσού των £160.000 πλέον £39.000 τόκους. Επομένως, κατέληξε, η Διοίκηση συμμορφώθηκε με την ακυρωτική απόφαση και η τρωθείσα νομιμότητα αποκαταστάθηκε και η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται σε περαιτέρω θεραπεία. Όπως είναι αυτονόητο, οι εκατέρωθεν εισηγήσεις θα κριθούν βάσει των πραγματικών περιστατικών που συνθέτουν την υπόθεση και των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της αποζημίωσης που προνοείται από το άρθρο 146.6 του Συντάγματος. Η πρώτη προϋπόθεση για διεκδίκηση αποζημιώσεων ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου, όπως το κείμενο του άρθρου 146.6 υποδηλεί και η νομολογία επιβεβαιώνει (βλ. Τράπεζα Κύπρου ν. Θεοδωρίδη, ανωτέρω), αποτελεί η ακύρωση της διοικητικής πράξης που προκάλεσε τη ζημιά. Στην παρούσα περίπτωση η εν λόγω προϋπόθεση έχει ικανοποιηθεί με την έκδοση από το Ανώτατο Δικαστήριο της ακυρωτικής απόφασης ημερ. 15.10.02, κάτι που είναι κοινώς αποδεκτό. Η δεύτερη προϋπόθεση, χωρίς την οποία δεν γεννάται αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις, ικανοποιείται εφόσον το ζημιωθέν πρόσωπο πριν προχωρήσει δικαστικά απευθύνθηκε στη διοίκηση για αποκατάσταση της ισχυριζόμενης ζημιάς και η διοίκηση δεν ανταποκρίθηκε. Το ερώτημα που εγείρεται στην παρούσα περίπτωση είναι αν το περιεχόμενο των επιστολών της ενάγουσας, τεκμ. 3 και 4, ικανοποιεί την εν λόγω προϋπόθεση. Με τις εν λόγω επιστολές η ενάγουσα καλούσε τη διοίκηση να συμμορφωθεί στην ακυρωτική απόφαση και να διευθετήσει τη ζημιά που της προκλήθηκε από τις ακυρωθείσες πράξεις ύψους £700.
- Το πρώτο σκέλος του αιτήματος της φαίνεται να ήταν άνευ αντικειμένου, ενόψει του ότι η διοίκηση της είχε ήδη επιστρέψει εντόκως το ποσό των £160.000 που είχε εισπράξει από τη ρευστοποίηση των χρηματικών παρακαταθηκών και εγγυήσεων. Επομένως, δεν υφίστατο θέμα για τη διοίκηση για ενεργό συμμόρφωση προς την ακυρωτική απόφαση, όπως προνοείται από το άρθρο 146.5 του Συντάγματος γιατί ήδη είχε συμμορφωθεί. Παρέμεινε το δεύτερο σκέλος, το οποίο αφορά την αξίωση της για διευθέτηση της ισχυριζόμενης ζημιάς ύψους £700.
- Η διοίκηση, παρατηρήθηκε στην υπόθεση Vnukovo Airlines (ανωτέρω), ενδεχομένως να μην είναι γνώστης της κατ΄ ισχυρισμό ζημίας, κάτι που επιβάλλει σ΄ αυτόν που την αξιώνει όχι μόνο να την υποβάλλει αλλά και να την διατυπώνει. Στην παρούσα περίπτωση εγείρεται, ουσιαστικά, θέμα διατύπωσης της ζημιάς, η οποία πράγματι φαίνεται να συνοδεύεται με αοριστία. Η διοίκηση όμως, κατά την άποψή μου, αν προσέδιδε βαρύτητα στην υποβληθείσα αξίωση θα έπρεπε να καλέσει την ενάγουσα να συγκεκριμενοποιήσει τη ζημιά της. Δεν το έπραξε, προφανώς γιατί έκρινε ότι η επιστροφή του ποσού των £160.000 πλέον τόκους ήταν η μόνη αποζημίωση που δικαιούταν και, επομένως, δεν μπορεί να εγείρει θέμα μη υποβολής (έγκυρης) αξίωσης για αποζημιώσεις. Διαφορετική προσέγγιση στο εγερθέν ζήτημα θα παραβίαζε, κατά την άποψή μου, τις αρχές που διέπουν τη χρηστή διοίκηση, με αποτέλεσμα η δικαστική κρίση να είναι ότι ικανοποιήθηκε και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 146.6 και, επομένως, εγείρεται προς εξέταση θέμα αποζημίωσης. Είναι νομολογημένο ότι η ακύρωση διοικητικής απόφασης δεν θεμελιώνει αφ΄ εαυτής δικαίωμα για αποζημίωση. Αποζημίωση επιδικάζεται όταν ο διοικούμενος αποδεικνύει ότι υπέστη ζημιά η οποία προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια της (Vnukovo Airlines (ανωτέρω), η οποία παραπέμπει και σε προηγούμενες αποφάσεις). Στην περίπτωση δε που αποδεικνύεται τέτοια ζημιά, η επιδικαζόμενη αποζημίωση δεν αποβλέπει στην ολική υλική αποκατάσταση του ζημιωθέντος, αλλά, βάσει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος, σε δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. Ο όρος «δίκαιη και εύλογος αποζημίωσις» του εν λόγω άρθρου, όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Κεντρική Τράπεζα v. Θεοδωρίδη (ανωτέρω), «. ταυτίζει την αποζημίωση με το δίκαιο του αιτήματος στο πλαίσιο της σχέσης μεταξύ διοικούμενου και Διοίκησης, ώστε η υπαιτιότητα των μερών για την πρόκληση της ζημιάς να καθίσταται ζωτικής σημασίας για τον καθορισμό της αποζημίωσης». Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές το πρώτο ερώτημα που εγείρεται είναι αν πράγματι η ενάγουσα έχει αποδείξει ότι η ισχυριζόμενη ζημιά προκλήθηκε από τις ακυρωθείσες αποφάσεις ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια τους. Αν η απάντηση στο εγερθέν ερώτημα είναι καταφατική τότε και μόνο τότε εγείρεται ζήτημα για καθορισμό της «δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης» που προνοείται από το άρθρο 146.6 του Συντάγματος, κι αυτό αφού συνεκτιμηθούν οι εκατέρωθεν ενέργειες που προκάλεσαν τη ζημιά. Υπό τα περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης κρίνω ότι η απάντηση στο τεθέν ερώτημα είναι αρνητική. Με τις ακυρωθείσες αποφάσεις η Διοίκηση επέβαλε στην ενάγουσα να καταθέσει χρηματικές παρακαταθήκες και εγγυήσεις ύψους £160.000, προκειμένου να επιτρέψει τον τελωνισμό των αυτοκινήτων της. Με τη ρευστοποίησή τους η ενάγουσα υπέστη αντίστοιχη ζημιά, πλέον το τραπεζικό τους κόστος και αυτή ήταν η ζημιά που της προκάλεσαν οι ακυρωθείσες αποφάσεις ή που προέκυψε ως άμεση συνέπειά τους. Τη ζημιά αυτή η Διοίκηση την αποκατέστησε, με την επιστροφή του ποσού των £160.000, πλέον £39.000 τόκους, αμέσως μετά την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης. Επομένως, η τρωθείσα νομιμότητα αποκαταστάθηκε και αν η ενάγουσα υπέστη, όπως ισχυρίζεται, περαιτέρω ζημιά αυτή δεν μπορεί να κριθεί ότι προκλήθηκε από τις ακυρωθείσες αποφάσεις ή ότι ήταν η άμεση συνέπεια τους. Η κατάληξη αυτή προδιαγράφει και την τύχη της αγωγής, που δεν είναι άλλη παρά η απόρριψή της. Όμως κρίνω χρήσιμο να επισημάνω ακόμη μια παράμετρο η οποία θα αποτελούσε περαιτέρω εμπόδιο στην επιδίκαση αποζημιώσεων. Ακόμη κι αν γινόταν αποδεκτό ότι η ενάγουσα υπέστη την ισχυριζόμενη ζημιά (ή διαφυγόν κέρδος) δεν θα νομιμοποιείτο σε ολική υλική αποκατάσταση αλλά στη δίκαιη και εύλογο αποζημίωση του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Κι αυτό αφού διαπιστωνόταν πρώτα το ύψος της υλικής ζημιάς, η οποία με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία είναι αδύνατο να υπολογισθεί. Επισημαίνεται, συναφώς, ότι ο διευθυντής της ενάγουσας επικαλέσθηκε ως γενεσιουργό αιτία πρόκλησης της ισχυριζόμενης ζημιάς (και του διαφυγόντος κέρδους) όχι μόνο τις ακυρωθείσες αποφάσεις αλλά και την κατάσχεση 33 αυτοκινήτων που δεν ήταν αντικείμενο των προσφυγών του. Με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο να υπολογισθεί η ισχυριζόμενη υλική ζημιά - αν κρινόταν ότι η ενάγουσα υπέστη τέτοια λόγω των ακυρωθέντων πράξεων - χωρίς την εν λόγω κατάσχεση. Για όλα τα πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα, κι αυτό στη βάση προηγηθείσας δήλωσης του κ. Θεοδούλου. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο