← Κύπρος

Παναγιώτη Ανδρέου ν. Inter Depol Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 7610/02, 31 Οκτωβρίου, 2008

Παναγιώτη Ανδρέου ν. Inter Depol Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 7610/02, 31 Οκτωβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A212 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7610/02 Μεταξύ: Παναγιώτη Ανδρέου Ενάγοντος και

  1. Inter Depol Ltd
  2. Μαρίας Δημητριάδου Εναγομένων . . . . . . . 31 Οκτωβρίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Μ. Κυπριανού Για τους Εναγόμενους: Μ. Αγαθοκλέους . . . . . . . ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων εργαζόταν ως πωλητής διανομέας στην εναγόμενη 1 εταιρεία από το
  3. Τον Μάϊο του 1999, σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως η εναγόμενη 2, διευθύντρια στην εναγόμενη 1 πρόβαλλε στον ενάγοντα την ύπαρξη ελλειμμάτων στα χρεωμένα προϊόντα του ύψους Λ.Κ.14,
  4. Ο ενάγων αρνήθηκε αμέσως τον ισχυρισμό της εναγόμενης 2, που έγινε ψευδώς και κακόβουλα για να αποσπασθούν από τον ενάγοντα και να οικειοποιηθούν οι εναγόμενες διάφορα ποσά, που αφορούσαν ένα δεδουλευμένο μισθό, το κατατεθειμένο στο Ταμείο Προνοίας ποσό καθώς και τα δικαιώματα του που πήγαζαν από άδειες και άλλα ωφελήματα. Επίσης η εναγόμενη 2 απαίτησε από τον ενάγοντα να υπογράψει τέσσερεις λευκές επιταγές οι οποίες θα συμπληρώνονταν για να καλυφθεί το υπολειπόμενο χρέος. Υπό την πίεση και τις απειλές της εναγόμενης 2 ο ενάγων υπέγραψε τις επιταγές υπό τον ρητό όρο ότι θα διεξάγετο έρευνα από ελεγκτή για το ισχυριζόμενο έλλειμμα. Μόνο αν διαφαινόταν ότι υπήρχε πράγματι έλλειμμα θα συμπληρώνονταν οι επιταγές και θα κατατίθεντο προς είσπραξη. Δεν επιτράπηκε όμως στον ελεγκτή που διόρισε για τον σκοπό αυτό να κάνει έλεγχο. Οι εναγόμενες συμπλήρωσαν τις επιταγές και τις κατέθεσαν προς είσπραξη και η πρώτη επιστράφηκε απλήρωτη και οι υπόλοιπες με την ένδειξη stop payment, αφού ο ενάγων ειδοποίησε τον τραπεζίτη του για το όλο θέμα. Ο ενάγων στη συνέχεια καταγγέλθηκε στην αστυνομία για την μη εξαργύρωση των πιο πάνω επιταγών και καταχωρήθηκε εναντίον του ποινική υπόθεση. Πρόβαλε ως υπεράσπιση την ανυπαρξία αγώγιμου δικαιώματος, θέση που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο που τον αθώωσε και τον απάλλαξε από όλες τις κατηγορίες. Αξιώνει εναντίον των εναγομένων αποζημιώσεις για κακόβουλη δίωξη, επιστροφή των χρηματικών ποσών του Ταμείου Προνοίας, μισθούς και δεδουλευμένες άδειες και άλλα ωφελήματα. Τέλος, αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση. Τα πιο πάνω αποτελούν το περίγραμμα της απαίτησης του ενάγοντα και η γενική αναφορά γιατί οι εναγόμενοι, πέραν των αντιθέτων επί της ουσίας ισχυρισμών τους ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πρόβαλαν αφενός ανταπαίτηση σε σχέση με τα ποσά των επιταγών, συμποσούμενα σε Λ.Κ.5.300.- και προδικαστική ένσταση, ότι εκτός της απαίτησης που αφορά την κακόβουλη δίωξη, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει τις υπόλοιπες απαιτήσεις του ενάγοντα γιατί εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Προβάλλουν ακόμη ένα θέμα, άμεσα συναφές, ότι σύμφωνα με τη Δ.2 θ.6

(4)η αγωγή θα έπρεπε να αρχίσει επί κλητηρίου εντάλματος γενικής οπισθογράφησης και όχι ειδικώς οπισθογραφημένο, θεωρώντας ότι με βάση τα δικόγραφα η αγωγή του ενάγοντα είναι για κακόβουλη δίωξη, έστω και αν περιέχει και άλλες απαιτήσεις. Η θέση του κ. Κυπριανού είναι πως με βάση την Δ.13 μπορούν να ενωθούν στην ίδια αγωγή διαφορετικές αιτίες αγωγής και αν φανεί ότι δεν είναι βολικό να συνεκδικαστούν, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει ξεχωριστές εκδικάσεις. Και οι εναγόμενοι δεν αποτάθηκαν στο Δικαστήριο και να ζητήσουν διάταγμα για ξεχωριστή δίκη των διαφορετικών αιτιών αγωγής. Στο τελευταίο αυτό θέμα δεν θα επεκταθώ. Θεωρώ πως και ορθή να είναι η θέση της κ. Αγαθοκλέους, πρόκειται για παρατυπία θεραπεύσιμη σύμφωνα με τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. Η προδικαστική ένσταση επί της δικαιοδοσίας απασχόλησε εκτεταμένα και τις δυο πλευρές κατά το στάδιο των αγορεύσεων με αντίστοιχες αντικρουόμενες εισηγήσεις. Θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Προς απόδειξη της υπόθεσης του ο ενάγων πέραν της δικής του μαρτυρίας και την κατάθεση διαφόρων εγγράφων, έδωσε μαρτυρία ο λογιστής Θεόφιλος Παναγιωτίδης (ΜΕ3) που ο ενάγων του ανέθεσε να επικοινωνήσει με την εναγόμενη εταιρεία για έλεγχο των ελλειμμάτων, ο Κώστας Ζερβός (ΜΕ2) πρώην συνάδελφος του ενάγοντα, του οποίου η μαρτυρία ήταν ουσιαστικά άσχετη και τέλος ο τραπεζίτης Νίκος Σιάτης. (ΜΕ4.) Οι εναγόμενοι από την πλευρά τους παρουσίασαν τρεις μάρτυρες. Την διευθύντρια Μαρία Δημητριάδου (ΜΥ1), την Χριστίνα Σάββα (ΜΥ3) υπάλληλο κατά τον επίδικο χρόνο στο λογιστήριο και τον Ανδρέα Οικονομίδη (ΜΥ2), επιθεωρητή πωλήσεων τον επίδικο χρόνο στην εναγόμενη εταιρεία. Σύμφωνα με τον ενάγοντα αρχές Μαΐου του 1999 η εναγόμενη 2 ξαφνικά του πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι υπήρχε έλλειμμα στα προϊόντα που ήταν χρεωμένα στο όνομα του ύψους Λ.Κ.14.
  2. Αρνήθηκε και ζήτησε να γίνει έλεγχος από ανεξάρτητο άτομο και συγκεκριμένα από ελεγκτή για να αποδειχθεί ότι έλεγε την αλήθεια. Η εναγόμενη 2 του είπε να φέρει όποιον θέλει, αλλά πρώτα θα έπρεπε να παρέδιδε τέσσερεις ασυμπλήρωτες επιταγές, ώστε αν στη συνέχεια αποδεικνύετο ότι πράγματι υπήρχε έλλειμμα, η εταιρεία θα τις συμπλήρωνε για να αποζημιωθεί. Αρνήθηκε και η εναγόμενη άσκησε αφόρητες πιέσεις. Του είπε πως αν δεν έδινε τις επιταγές τότε θα καλούσε αμέσως την αστυνομία. Επειδή δεν είχε λόγο να ανησυχεί από την αστυνομία και δεν ήθελε φασαρίες και ταλαιπωρίες, γιατί ήταν σίγουρος ότι δεν υπήρχε έλλειμμα, υπάκουσε στη διαταγή της εναγομένης 2 και υπόγραψε και της έδωσε τέσσερεις ασυμπλήρωτες επιταγές. Την πρώτη την έδωσε την ίδια ημέρα και επειδή δεν είχε άλλες, τις υπόλοιπες τις έδωσε την επόμενη ή την μεθεπομένη. Η θέση του ήταν πως οι επιταγές δόθηκαν υπό τον όρο ότι θα διεξάγετο έρευνα για το έλλειμμα και μόνο αν διαφαινόταν ότι πραγματικά υπήρχε, θα συμπληρώνονταν από τους εναγόμενους προς είσπραξη. Πρόκειται για τις επίδικες επιταγές. Σύμφωνα επίσης με τον ισχυρισμό του η εναγόμενη 2 του είπε ότι πέραν των πιο πάνω επιταγών θα εισέπραττε το κατατεθειμένο στο Ταμείο Προνοίας προς όφελος του ποσό και θα του απεκόπτοντο και συγκεκριμένοι μισθοί και άλλα ωφελήματα. Την ίδια στιγμή του ζήτησε να υπογράψει την επιστολή τεκμήριο 1 την οποία υπέγραψε για τους ίδιους λόγους που υπέγραψε τις επιταγές. Όταν έδωσε και τις τρεις άλλες επιταγές η εναγόμενη του ζήτησε να υπογράψει και την επιστολή τεκμήριο 2 που την υπέγραψε και πάλι για τους ίδιους λόγους. Στη συνέχεια επικοινώνησε με ελεγκτή και αφού του ανέφερε τι έγινε του ζήτησε να διενεργήσει έλεγχο, αλλά η εναγόμενη 2 δεν του επέτρεψε. Οι εναγόμενοι την 27.5.99 συμπλήρωσαν την πρώτη από τις επιταγές με το ποσό των Λ.Κ.1.000 η οποία επιστράφηκε με την ένδειξη refer to drawer. Είχε ως ισχυρίστηκε επικοινωνήσει από προηγουμένως με την τράπεζα και τους είπε ότι αν κάποια επιταγή παρουσιαστεί να μην εξαργυρωθεί και να ειδοποιηθεί. Μετά την παρουσίαση της πρώτης επιταγής, στις 4.6.99 πήγε στην τράπεζα του και είδε τον διευθυντή. Του εξήγησε τα καθέκαστα και ο τραπεζίτης του πρότεινε να σταματήσει την πληρωμή των επιταγών πράγμα που έπραξε. Πριν πάει στην τράπεζα επικοινώνησε με τις εναγόμενες και διαμαρτυρήθηκε έντονα που δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα και κατέθεσαν την επιταγή πριν διεξαχθεί έλεγχος, ενω αργότερα πήγε και σε δικηγόρο που απέστειλε σχετική επιστολή. (τεκμ.4). Οι εναγόμενες στη συνέχεια συμπλήρωσαν και τις υπόλοιπες επιταγές και τις κατέθεσαν, αλλά επιστράφηκαν πίσω με την ένδειξη stop payment. Καταγγέλθηκε στην αστυνομία για την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα και αθωώθηκε από το ποινικό Δικαστήριο. Για ολοκλήρωση της εικόνας οι απαντήσεις που έδωσε στην αστυνομία όταν κατηγορήθηκε γραπτώς για την έκδοση ακαλύπτων επιταγών (τεκμ.6) ήταν ότι παρεμπόδισε την εξαργύρωση τους γιατί, α) η εταιρεία δεν τήρησε τη συμφωνία που έκαμαν ως προς την ημερομηνία εξαργύρωσης τους, β) δεν έγινε έλεγχος του αποθέματος από δικό του ελεγκτή παρά τη συμφωνία που είχε με την εταιρεία και γ) γιατί οι υπογραφές που έκαμε στις επιταγές διέφεραν από το δείγμα υπογραφής που είχε στην τράπεζα, αλλά οι υπογραφές είναι δικές του. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ότι αρνήθηκε το έλλειμμα στην εναγόμενη 2, η οποία του είπε ότι θα του δώσουν την ευκαιρία να φέρει ελεγκτές, αλλά να δώσει πρώτα τέσσερεις επιταγές ασυμπλήρωτες ως ασφάλεια. Πίστευε ότι δεν υπήρχε έλλειμμα και για να αποφύγει φασαρίες με αστυνομίες έδωσε τις επιταγές γιατί όταν θα γινόταν ο έλεγχος θα φαινόταν ότι ήταν ψεύδη. Επίσης του έδωσαν και κάποιες επιστολές να υπογράψει ότι θα γινόταν έλεγχος και μετά θα λειτουργούσαν οι επιταγές. Έδωσε την ίδια ημέρα την μια επιταγή και υπέγραψε και μια επιστολή για το πλεόνασμα μέχρι να γίνει ο έλεγχος και μετά από 1-2 ημέρες έδωσε και τις άλλες. Τόνισε με έμφαση ότι οι επιταγές δόθηκαν για ασφάλεια μέχρι να γίνει έλεγχος από τον ελεγκτή του και επικοινώνησε αμέσως μαζί του για να διενεργήσει τον έλεγχο. Δέκτηκε ότι έγινε κάποιος έλεγχος από τον Οικονομίδη και στην ερώτηση αν διαπιστώθηκε το πιο πάνω έλλειμμα, η απάντηση του ήταν πώς γίνεται να μην λογαριάσουν το απόθεμα που είχε μέσα στο αυτοκίνητο του. Ήταν ακόμη η εκδοχή του ότι ο Οικονομίδης έκανε έλεγχο πριν πάει ο ίδιος. Για 1-2 μήνες του έκαναν έλεγχο και δεν του είπαν ότι είχε ελλείμματα και διερωτήθηκε πώς μέσα σε ένα μήνα είχε έλλειμμα Λ.Κ.14.
  3. Σε υποβολή ότι ήταν παρών στον έλεγχο που έγινε από τον Οικονομίδη, μετά από σκέψη, ανέφερε πως νομίζει ότι πρέπει να ήταν, και συνήθως γίνεται Σαββατοκύριακο, και όταν πήγε τη Δευτέρα άρχισαν να του λέγουν για ελλείμματα. Του υπεβλήθη ότι κατά τον έλεγχο λήφθηκαν υπόψη τα εμπορεύματα του αυτοκινήτου και η απάντηση του ήταν ότι δεν πιστεύει και ότι «δεν είναι δυνατόν». Τα ελλείμματα του κοινοποιήθηκαν στις 5.5.99 πριν ακόμη φθάσει στο γραφείο εκείνος που έκανε τον έλεγχο και αν το σκεφθεί κάποιος λογικά θα δει ότι αυτή είναι η αλήθεια. Το τεκμήριο 1 το υπέγραψε την ίδια ημερομηνία που του είπαν για τα ελλείμματα. Αρνήθη ότι ανέλαβε ευθύνη για το ποσό των Λ.Κ.14.
  4. Η συμφωνία για την υπογραφή του τεκμηρίου 1 και για την παράδοση των επιταγών ήταν να γίνει έλεγχος από τους ελεγκτές και δεν θα «λειτουργούσαν» οι επιταγές. Οι επιταγές δόθηκαν για ασφάλεια και σε τέτοιες περιπτώσεις η εταιρεία πρέπει να είναι η πρώτη που θα θέλει να γίνει έλεγχος. Σε υποβολή ότι όλα όσα ισχυρίστηκε είναι εκ των υστέρων για να μην πληρώσει, η απάντηση ήταν «θέλετε να πείτε και αν δεν υπήρχε συμφωνία, δεν ήταν σωστό να γίνει έλεγχος, παρόλο που υπήρχε συμφωνία». Διερωτήθη πώς είναι δυνατόν ο ελεγκτής να επικοινωνήσει δύο ημέρες μετά, γεγονός που υποδηλώνει ότι υπήρχε συμφωνία. Στις 7.5.099 πήγε να παραδώσει και τις άλλες επιταγές και του έδωσαν και υπέγραψε το τεκμήριο
  5. Τους είπε ότι ισχύουν οι ίδιοι όροι, να γίνει έλεγχος και δεν θα έπαιρναν τίποτε. Σε ερώτηση ότι σύμφωνα με το έγγραφο αυτό είχε ήδη δώσει και Λ.Κ.1000 απάντησε ότι η επιστολή αυτή δεν είχε καμιά ισχύ, δεν ήταν να ενεργοποιηθεί, ήταν μόνο για ασφάλεια. Ερωτήθηκε πότε έδωσε τις Λ.Κ.1000 και απάντησε ότι το έβαλε η εναγόμενη 2 γιατί έκανε τον υπολογισμό της πως θα πάρει τα χρήματα πριν γίνει ο έλεγχος. Δεν έδωσε επιταγή για Λ.Κ.1000 και οι επιταγές συμπληρώθηκαν από την εναγόμενη
  6. Η αλήθεια είναι ότι έδωσε μια επιταγή στις 5.5.99 και μετά από 2 ημέρες τις άλλες τρεις. Αρνήθη ότι οι επιταγές συμπληρώθηκαν στη παρουσία του και η επιταγή (τεκμ.5α) δόθηκε για να γίνει ο έλεγχος. Πήγε στον διευθυντή της τράπεζας και του εξήγησε ότι αν κάποια επιταγή κατατεθεί να μην πληρωθεί και να ειδοποιηθεί. Αυτό ήταν το πρόσθετο μέτρο που έλαβε. Στην τράπεζα πήγε 1-2 ημέρες μετά που έδωσε τις επιταγές αλλά δεν τις έκανε stop payment σε εκείνο το στάδιο. Όταν η εταιρεία εμπόδισε τον ελεγκτή να κάνει έλεγχο διαμαρτυρήθηκε. Μίλησε και με τον διευθυντή της τράπεζας που του είπε ότι είχε την επιλογή να τις κάνει stop payment. Ερωτήθηκε τι εννοούσε για τις αφόρητες πιέσεις και εξήγησε ότι αν δεν έδινε τις επιταγές θα καλούσαν αστυνομία και θα τον κρατούσαν. Γνώριζε ότι δεν είχε ελλείμματα και δέκτηκε να δώσει τις επιταγές με βάση τη συμφωνία που έκαμαν. Δεν ήθελε να έλθει η αστυνομία να τον συλλάβει όχι γιατί φοβόταν αλλά θα υφίστατο ταλαιπωρία και εξευτελισμό. Του υπεβλήθη ότι δεν υπήρχε καμιά συμφωνία και ήταν η θέση του ότι υπήρχε αλλά και να μην υπήρχε, λογικά η εταιρεία έπρεπε να διορίσει ελεγκτή για να δει το μέγεθος του ελλείμματος. Ήταν ακόμη η εκδοχή του ότι κάποια Τίνα που έδωσε μαρτυρία στο ποινικό Δικαστήριο του είπε ότι την εκβίαζαν και πως αν δεν έδινε μαρτυρία δεν θα της έδιναν επιστολή πλεονασμού. Τον ελεγκτή τον βρήκε στις 7.5.99, ενώ σε υποβολή ότι πήγε σε ελεγκτή μετά που κατατέθηκαν οι δύο εκ των επιταγών και καταγγέλθηκε στην αστυνομία, διερωτήθηκε πώς γίνεται ο τραπεζίτης να του πει ότι είχε εύλογη αιτία και πήγε αμέσως στον ελεγκτή. Αρνήθη ότι η πρώτη επιταγή επιστράφηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και ο τραπεζίτης εξήγησε στο ποινικό Δικαστήριο πως αν του ζητούσε θα περνούσε την επιταγή. Ο Θεόφιλος Παναγιωτίδης λογιστής ελεγκτής (ΜΕ2) κατέθεσε ότι κατά τον Μάϊο του 1999 πήγε στο γραφείο του ο ενάγων. Δεν τον γνώριζε και του ανέφερε ότι προέκυψε κάποιο πρόβλημα στην εργασία του και του ζήτησε να προβεί εκ μέρους του σε κάποιο έλεγχο για να διαπιστωθεί αν υπήρχε έλλειμμα σε προϊόντα που είχε υπό την ευθύνη του. Του είπε ότι εργαζόταν στην εναγόμενη εταιρεία ως πωλητής διανομέας. Λίγες ημέρες μετά επικοινώνησε με την εταιρεία και μίλησε με κάποια κυρία Μαρία που του ανέφερε ότι θα μιλούσε με τους διευθυντές για να δει αν θα του επέτρεπαν να κάνει έλεγχο. Ξανατηλεφώνησε στην ίδια κοπέλα και του είπε ότι δεν μπορούσαν να του επιτρέψουν ή να του δώσουν στοιχεία να κάμει έλεγχο και ειδοποίησε αμέσως τον ενάγοντα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν θυμόταν την ημερομηνία που πήγε στο γραφείο του ο ενάγων, ήταν περίπου μέσα στον Μάϊο, ούτε και μπορούσε να επιβεβαιώσει ότι πήγε τον Ιούνιο. Ο ενάγων του ζήτησε να κάμει έλεγχο αν τα τιμολόγια ήταν ορθά. Δεν του είπε ο ότι ενάγων εκαμε συμφωνία να γίνει έλεγχος. Η κυρία που μίλησε του είπε ότι δεν του επιτρέπουν. Εδώ να προστεθεί ότι την 14.6.99 ο τότε δικηγόρος του ενάγοντα απέστειλε επιστολή (τεκμ.4) προς τους εναγόμενους με κοινοποίηση στην αστυνομία, και με αναφορά στην επιστολή του ενάγοντα τεκμ.2 και στην παράδοση λευκών επιταγών εκ μέρους του, ζητούσε να επιτραπεί στον ΜΕ2 να προβεί σε έλεγχο για εξακρίβωση του ακριβούς ποσού του ελλείμματος, ως ήταν η μεταξύ τους συμφωνία. 0 τραπεζίτης Νίκος Σιάτης (ΜΕ4) που εργάζεται στην τράπεζα Μαρφίν κατέθεσε ότι γνωρίζει τον ενάγοντα γιατί ήταν πελάτης τους για χρόνια και δεν αντιμετώπισαν προβλήματα με τον λογαριασμό του. Τον Μάϊο του 1999 επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς και τον πληροφόρησε ότι είχε κάποιες διαφορές με τους εργοδότες του. Του είπε ότι έκδωσε τέσσερεις επιταγές ασυμπλήρωτες και αν κάποιες παρουσιαστούν να τον ειδοποιήσουν αμέσως. Όταν παρουσιάστηκε η πρώτη δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφαλαία στο λογαριασμό του και την επέστρεψαν πίσω με την ένδειξη P/R και ταυτόχρονα ειδοποίησαν και τον ενάγοντα. Όταν ξαναπαρουσιάστηκε για δεύτερη φορά την επέστρεψαν πίσω για τον ίδιο λόγο με την ένδειξη refer to drawer. Τότε ειδοποίησε τον ενάγοντα και του είπε πως ήταν καλυτέρα να περάσει από την τράπεζα και αφού συζήτησαν το πρόβλημα που προέκυψε με τους εργοδότες του, του πρότεινε να κάνει τις επιταγές stop payment και του έδωσε να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα. Τον συμβούλευσε να σταματήσει την πληρωμή των επιταγών γιατί διαπίστωσε ότι υπήρχε βάσιμος λόγος να μην εξαργυρωθούν. Να σημειωθεί ότι αναγνώρισε τα σχετικά έγγραφα για την μη πληρωμή των επιταγών (τεκμ.3) καθώς και τις επιταγές (τεκμ.5). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν θυμόταν πότε ακριβώς μέσα στον Μάϊο επικοινώνησε ο ενάγων μαζί του γιατί έκτοτε πέρασαν και 10 χρόνια αλλά το ιστορικό το θυμάται. Σε υποβολή ότι μίλησαν την 4.6.99 απάντησε ότι είχαν τηλεφωνική επικοινωνία με τον πελάτη και μετά προσωπική. Ο ενάγων του είπε ότι ήταν πλασιέ και του βρήκαν κάποια ελλείμματα, ήταν ειλικρινής και διαθέσιμος να πληρώσει και του είπε ότι έδωσε επιταγές και θα γινόταν έρευνα και πως αν συμφωνούσαν στο ποσό θα πλήρωνε με τις επιταγές που έδωσε. Αντ΄αυτού άρχισαν να έρχονται οι επιταγές και ο ενάγων δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια. Η πρώτη επιταγή παρουσιάστηκε στις 20.5.99 γιατί είχε προηγουμένως κατατεθεί στις 18.5.99 στην Εθνική Τράπεζα και την επέστρεψε και αυθημερόν ειδοποίησε τον ενάγοντα. Ξαναπαρουσιάστηκε στις 26.5.99 και επιστράφηκε ξανά. Τον συμβούλευσε να τις κάνει stop payment και η ημερομηνία 4.6.99 επί των σχετικών εγγράφων που υπέγραψε ο ενάγων και σταμάτησε την πληρωμή των επιταγών (τεκμ.3) είναι η ημερομηνία που τους έδωσε προφορικές οδηγίες αλλά είχε μιλήσει με τον πελάτη από την πρώτη ημέρα που πήγε προς πληρωμή η πρώτη επιταγή. Δεν θυμόταν αν τότε είχε διαθέσιμα κεφάλαια για τις επιταγές. Αν δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια και τους έδινε οδηγίες να πληρωθούν δεν θα τις πλήρωναν. Τέλος έδωσε μαρτυρία ο Κώστας Ζερβός πρώην υπάλληλος των εναγομένων που απολύθηκε ως πλεονάζον προσωπικό. Η μαρτυρία του περιεστράφη σε κάποιο περιστατικό που ο ένας εκ των διευθυντών της εναγόμενης εταιρείας του ζήτησε να παραστεί στο Δικαστήριο για ένα δελτίο παραγγελίας κάποιου διανομέα. Ανέφερε ότι επρόκειτο περί λάθους των εναγομένων γιατί το δελτίο παραγγελίας ήταν σημειωμένο που υποδήλωνε ότι παρέδωσε τα εμπορεύματα. Ο διευθυντής επέμενε και του είπε «θα τραβήξεις με τζίνο και όχι με τους μαστόρους σου». Αναφέρθηκε και σε κάποιο άλλο περιστατικό που η εναγόμενη 2 μαζί με ακόμη δυο πρόσωπα του είπαν ότι έλειπαν αρώματα αξίας Λ.Κ.5000 και αν δεν τους έλεγε πού ήταν θα τα πλήρωνε ο ίδιος ενώ στη συνέχεια του τηλεφώνησαν από το ΤΑΕ ότι υπήρχε καταγγελία κλοπής Λ.Κ.5.
  7. Ζητήθηκαν από την Δημητριάδου τα τιμολόγια και τελικά η αστυνομία της είπε ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει υπόθεση εναντίον του. Ανεφέρθη επίσης στις συνθήκες απόλυσης του και στα σχετικά ωφελήματα που προσπάθησαν να του αποκόψουν. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το περιστατικό που ανάφερε δεν αφορούσε τον ενάγοντα αλλά κάποιο άλλο διανομέα και επέμενε σε σχετικές υποβολές ότι όλα τα γεγονότα έγιναν όπως τα κατέθεσε. Η Μαρία Δημητριάδου, εναγόμενη 2 (ΜΥ1) αναφέρθηκε στην πρόσληψη και στα αρχικά καθήκοντα του ενάγοντα. Σύμφωνα με την εκδοχή της λόγω ελλείψεων και παραλείψεων του ενάγοντα στις 3.5.99 έγινε έλεγχος από τον επιθεωρητή πωλήσεων Ανδρέα Οικονομίδη. Το αποτέλεσμα του ελέγχου με βάση τα εμπορεύματα που ήταν χρεωμένα και των εισπράξεων που παρέδωσε ο ενάγων υπήρχε έλλειμμα στις εισπράξεις Λ.Κ.14.
  8. Στις 5.5.99 κάλεσε τον ενάγοντα να δικαιολογήσει το έλλειμμα. Δεν έδωσε καμιά δικαιολογία και αναγνωρίζοντας το έλλειμμα ανέλαβε την ευθύνη και ζήτησε διευκόλυνση στην αποπληρωμή. Υπέγραψε το τεκμήριο 1 και εξουσιοδότησε την εταιρεία να εισπράξει το ταμείο προνοίας του καθώς και τους δεδουλευμένους μισθούς του και άλλα ωφελήματα που εδικαιούτο με σκοπό να πιστωθούν έναντι του ελλείμματος. Ως αποτέλεσμα ο ενάγων απελύθη. Πριν υπογράψει το τεκμήριο 1 έγιναν διάφορες εισηγήσεις από τον ενάγοντα ως προς τον τρόπο αποπληρωμής του ελλείμματος. Ούτε τον απείλησαν ούτε τον εκβίασαν. Στις 6.5.99 ο ενάγων επέστρεψε στην αποθήκη τα εμπορεύματα που είχε γίνει ο έλεγχος οπότε και επιβεβαιώθηκε ότι το έλλειμμα ήταν Λ.Κ.14.
  9. Στις 7.5.99 και αφού αφαιρέθηκαν όλα τα ποσά που τους εξουσιοδότησε παρέμεινε υπόλοιπο, αφαιρουμένης μιας έκπτωσης που του έγινε, Λ.Κ.5.
  10. Τους έδωσε μια επιταγή αξίας Λ.Κ.1.000 που αφαιρέθηκε και το υπόλοιπο των Λ.Κ.4.300 ζήτησε να το αποπληρώσει με δόσεις, σύμφωνα με το σχετικό έγγραφο τεκμ.
  11. Την επιταγή την υπέγραψε ο ενάγων στην παρουσία της και στην παρουσία της Χριστίνας Σάββα υπαλλήλου στο λογιστήριο. Την συμπλήρωσε η ίδια παρουσία όλων, έβαλε το ποσό των Λ.Κ.1000 που της είπε ο ενάγων, ο οποίος ζήτησε πίστωση χρόνου 10 ημερών για την κατάθεση της επιταγής. Ακολούθως έδωσε και τις άλλες τρεις τις οποίες συμπλήρωσε και πάλι η ίδια στην παρουσία όλων. Η πρώτη επιταγή κατατέθηκε την 18.5.99 και δεν εξαργυρώθηκε και στις 4.6.99 η Χριστίνα Σάββα πήγε στην αστυνομία να καταγγείλει την υπόθεση. Κατόπιν εισήγησης της αστυνομίας δεν έγινε γραπτή καταγγελία αλλά παράπονο και ο υπαστυνόμος που ανέλαβε την υπόθεση επικοινώνησε με τον ενάγοντα. Στις 9.6.99 η εταιρεία έκανε επίσημη καταγγελία στην αστυνομία γιατί στο μεταξύ επεστράφη και η δεύτερη επιταγή. Στη συνέχεια επιστράφηκαν και οι άλλες δύο με τις ανάλογες καταγγελίες στην αστυνομία. Σύμφωνα με την μάρτυρα η αστυνομία έλαβε τις αναγκαίες καταθέσεις και έκρινε σκόπιμο ότι υπήρχε βάσιμη υπόθεση εναντίον του ενάγοντα και καταχώρησε την υπ' αριθμόν 2442/00 ποινική υπόθεση. Το παράπονο των εναγομένων στην αστυνομία ήταν καλόπιστο και δεν υπήρχε κακοβουλία εκ μέρους τους. Ουδέποτε συμφώνησαν με τον ενάγοντα ότι προϋπόθεση για αποπληρωμή των επιταγών θα ήταν ο διορισμός ελεγκτή εκ μέρους του για τη διαπίστωση της ορθότητας του ελλείμματος. Οι επιταγές δόθηκαν κατόπιν εισηγήσεως του ενάγοντα, δεν απαίτησαν ούτε τον εκβίασαν να τους δώσει επιταγές. Ο Παναγιωτίδης (ΜΕ2) επικοινώνησε με την εταιρεία μετά την 4.6.99, δηλαδή μετά την καταγγελία του εναγομένου στην αστυνομία. Του είπαν ότι δεν είχαν συμφωνία με τον ενάγοντα για έλεγχο και ότι η υπόθεση καταγγέλθηκε στην αστυνομία. Ακολούθως έλαβαν και επιστολή από τον δικηγόρο του εναγομένου, με τον οποίο και επικοινώνησε προφορικά και τον ενημέρωσε ότι δεν υπήρχε τέτοια συμφωνία. Όλα όσα έκανε ο ενάγων είναι παραπλανητικά και εκ των υστέρων για να αποφύγει τις ευθύνες του. Ούτε και ο ενάγων έθεσε τέτοιο όρο στα δύο έγγραφα που υπέγραψε. Η εταιρεία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και από το 1996 σταδιακά απολύθηκαν 60 υπάλληλοι ως πλεονάζον προσωπικό, πλην του ενάγοντα που απελύθη λόγω του παραπτώματος του. Τα χρέη της εταιρείας ήταν γύρω στα 2 εκατομμύρια λίρες και οι Λ.Κ.11.000 που θα ελάμβαναν από τον ενάγοντα δεν θα εξυπηρετούσαν σε οτιδήποτε. Ούτε και είχαν κάποιο λόγο να στήσουν σκευωρία εναντίον του αφού αν απολυόταν ως πλεονάζον θα πληρωνόταν από το Ταμείο. Σε σχέση με όσα κατέθεσε ο Ζερβός ανέφερε ότι απελύθη ως πλεονάζον προσωπικό και παρουσίασε την επιστολή τερματισμού του που ανατρέπει σύμφωνα με την εκδοχή της τα παράπονα του. Ο ενάγων δεν έλαβε κανένα δικαστικό διάβημα εναντίον της εταιρείας για την απόλυση του και αποτάθηκε στο γραφείο ανεργίας με αποτέλεσμα η εταιρεία να συμπληρώσει σχετικό έντυπο (τεκμ.12-14). Ο ενάγων εξέδωσε ακάλυπτες επιταγές που αποτελεί ποινικό αδίκημα και έτσι θεώρησαν ότι το παράπονο έπρεπε να γίνει στην αστυνομία. Η αστυνομία έκρινε ότι υπήρχε υπόθεση την οποία προώθησε στο Δικαστήριο και ο ενάγων αθωώθηκε. Η συμπεριφορά των εναγομένων σύμφωνα με τον ισχυρισμό της ήταν δικαιολογημένη, ειλικρινής και καλόπιστη, ενώ αντίθετα η αγωγή του ενάγοντα είναι κακόπιστη. Απαιτούν το ποσό των Λ.Κ.5.300 που ο ενάγων εξακολουθεί να τους οφείλει. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ο έλεγχος από τον Οικονομίδη έγινε στο σπίτι του ενάγοντα στη Σιά και έγινε στους χώρους που του υπέδειξε ο ενάγων. Ο Οικονομίδης κράτησε σημειώσεις αλλά δεν τις είχε γιατί το εργοστάσιο και τα γραφεία πωλήθηκαν. Ο Οικονομίδης παρέδωσε την καταμέτρηση στο λογιστήριο. Η επιταγή που αναφέρεται στο τεκμήριο 2 υπεγράφη την 7.5.
  12. Ο ενάγων προσπαθούσε να βρει τρόπο να πληρώσει το υπόλοιπο και εισηγήθηκε να πληρωθεί σε τρεις δόσεις. Τις άλλες επιταγές τις έδωσε με βάση το χρονοδιάγραμμα του τεκμηρίου
  13. Μόνο Λ.Κ.1.000 μπορούσε να πληρώσει άμεσα και μετά της εισηγήθηκε πως θα αποπλήρωνε το υπόλοιπο. Της υπεδείχθη ότι στην ποινική υπόθεση που έδωσε μαρτυρία κατέθεσε ότι οι επιταγές δόθηκαν όλες μαζί και απάντησε ότι δεν θυμόταν, αλλά σίγουρα τις άλλες τρεις δεν τις έδωσε την ίδια στιγμή με την πρώτη. Της έδωσε τις επιταγές και της είπε γράψε τα ποσά. Αρνήθη επίσης ότι η σειρά των γεγονότων είναι όπως τα κατέθεσε ο ενάγων. Αρνήθη ότι ξαφνικά του είπαν για το έλλειμμα και του είχαν δοθεί επιστολές να καταμετρήσει το απόθεμα. Το έλλειμμα το παραδέκτηκε γραπτώς. Διερωτήθη τι πίεση να έβαζε στον ενάγοντα αφού παραδέκτηκε τα ελλείμματα και κάλλιστα μπορούσε να διεκδικήσει τα δικαιώματα του αν αδικήθηκε και δεν το έκανε. Επέμεινε ότι κατά την συμπλήρωση των επιταγών ήταν παρούσα και η Χριστίνα Σάββα. Η αναφορά της για έκπτωση που έγινε στον ενάγοντα είναι γιατί πωλούσαν με έκπτωση στους πελάτες και για να είναι δίκαιη μαζί του του έκανε την έκπτωση και κατέληξαν στο ποσό των Λ.Κ.11.
  14. Δεν είχε τα στοιχεία αλλά οι εκπτώσεις δεν ήταν οι ίδιες αλλά σε γκρουπ προϊόντων και αλλού ήταν πιο χαμηλές. Ο τερματισμός έγινε την 5.5.99 όταν υπέγραψε το τεκμήριο 1, αλλά δεν θυμόταν τι ακριβώς του είπε. Δεν του το έδωσε γραπτώς αλλά ήταν σοβαρό παράπτωμα και έφυγε αμέσως για κατάχρηση. Για την επιταγή τεκμ.5α ζήτησε ο ίδιος πίστωση 10 ημέρες από το λογιστήριο. Αρνήθη ότι κατάγγειλαν τον Ζερβό στην αστυνομία. Τέλος αρνήθη ότι η καταγγελία του ενάγοντα στην αστυνομία έγινε κακόβουλα, αφού ο ενάγων παραδέκτηκε το έλλειμμα και είχε δώσει τέσσερεις απλήρωτες επιταγές. Η Χριστίνα Σάββα (ΜΥ3) υπεύθυνη κατά τον επίδικο χρόνο του λογιστηρίου των εναγομένων, γνώριζε τον ενάγοντα που προσλήφθηκε ως διανομέας προϊόντων και αργότερα έγινε πωλητής. Μέσα στα καθήκοντα της ήταν να παραλαμβάνει τις εισπράξεις των πωλητών και να έχει τον έλεγχο και την εποπτεία των λογιστικών της εταιρείας. Αρχές Μαΐου του 1999 ο Ανδρέας Οικονομίδης επιθεωρητής πωλήσεων των εναγομένων διενέργησε καταμέτρηση των προϊόντων που είχε στη κατοχή του ο ενάγων και της δόθηκαν τα αποτελέσματα της καταμέτρησης. Η υπεύθυνη των αποθεμάτων σύγκρινε το αποτέλεσμα της καταμέτρησης με τα υπόλοιπα που υπήρχαν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και διαπίστωσε έλλειμμα εμπορευμάτων που ήταν χρεωμένα στον ενάγοντα ύψους Λ.Κ.14.
  15. Ενημέρωσαν τους προϊσταμένους και έδωσαν στην ΜΥ1 τα αποτελέσματα του ελέγχου. Με βάση το τεκμ.1 είσπραξε τα διάφορα ποσά από τα ωφελήματα του ενάγοντα και για το υπόλοιπο, ο ενάγων εξέδωσε τέσσερεις επιταγές στην παρουσία της. Υπέγραψε επίσης σχετική επιστολή για τον τρόπο αποπληρωμής του ποσού και εξέδωσε μια επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.1.
  16. Όλες οι επιταγές υπογράφηκαν από τον ενάγοντα στην παρουσία της και στην παρουσία της Δημητριάδου, η οποία και συμπλήρωσε τις επιταγές όπως είχε καθορίσει ο ενάγων με την επιστολή του. Όταν ο ενάγων έδωσε την πρώτη επιταγή την πήρε στο λογιστήριο και εκδόθηκε απόδειξη, γιατί ήταν πληρωτέα την ίδια ημέρα. Οι άλλες ήταν μεταχρονολογημένες και έτσι δεν εκδόθηκαν αποδείξεις γι' αυτές. Η πρώτη κατατέθηκε προς πληρωμή μετά από 15 ημέρες γιατί ο ενάγων ζήτησε πίστωση χρόνου. Πριν την κατάθεση επικοινώνησε μαζί του και της είπε να την καταθέσει, πράγμα που έπραξε. Μετά από 2-3 ημέρες η επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη να ξαναπαρουσιαστεί. Κατατέθηκε ξανά και επιστράφηκε με την ένδειξη να αποταθούν στον εκδότη. Τότε επικοινώνησε με τον ενάγοντα και της ζήτησε χρόνο να την τακτοποιήσει. Αφού δεν υπήρχε ανταπόκριση στις 4.6.99 πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Πύλης Πάφου και υπέβαλε παράπονο εκ μέρους της εταιρείας. Έγινε εισήγηση από κάποιο υπαστυνόμο να κάνουν μια προσπάθεια μέσω τηλεφώνου για να συμμορφωθεί. Τελικά την 9.6.99 υπέβαλε επίσημο παράπονο στην αστυνομία γιατί στο μεταξύ επιστράφηκε και η δεύτερη επιταγή επειδή σταμάτησε την πληρωμή της ο ενάγων. Το ίδιο έγινε και για τις υπόλοιπες δύο επιταγές. Η αστυνομία καταχώρησε ποινική υπόθεση εναντίον του ενάγοντα για έκδοση ακάλυπτων επιταγών. Έδωσε κατάθεση στην ποινική υπόθεση χωρίς να την εξαναγκάσει κάποιος να το πράξει, αφού αυτή έκανε το παράπονο εκ μέρους της εταιρείας στην αστυνομία. Αργότερα ο ενάγων την πληροφόρησε ότι το ποινικό Δικαστήριο τον αθώωσε. Εξ΄όσων γνωρίζει η εταιρεία δεν κατάγγειλε άλλο υπάλληλο της και για οποιοδήποτε λόγο στην αστυνομία. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ο ενάγων πήγε στο σπίτι της και την πληροφόρησε ότι αθωώθηκε από το ποινικό Δικαστήριο χωρίς να της πει οτιδήποτε άλλο. Αρνήθη ότι είπε του ενάγοντα ότι την πίεσαν από την εταιρεία για να μαρτυρήσει και ότι είπε ψέματα στο Δικαστήριο. Ο έλεγχος του αποθέματος εξ΄όσων θυμόταν έγινε αρχές Μαΐου του
  17. Δεν θυμόταν τι έγινε στις 3 και 5 Μαΐου αλλά θυμάται ότι ο ενάγων παρέδωσε τις επιταγές μέσα στο γραφείο της εναγόμενης
  18. Πρώτα έδωσε την μια και μετά τις άλλες αλλά δεν θυμόταν αν ήταν την ίδια ημέρα ή την επομένη. Θυμάται ότι δεν τις παρέδωσε όλες μαζί. Η Δημητριάδου συμπλήρωσε το όνομα, το ποσό και την ημερομηνία και ο ενάγων ζήτησε να μην κατατεθεί. Το κείμενο του τεκμηρίου 1 ήταν έτοιμο και ο ενάγων το υπέγραψε. Του το έδωσε η Δημητριάδου και το διάβασε και το υπέγραψε. Το τεκμήριο 2 υπεγράφη όταν ο ενάγων έφερε τις άλλες τρεις επιταγές και τις συμπλήρωσε η Δημητριάδου. Ο ενάγων ζήτησε να συμπληρώσει τις επιταγές η Δημητριάδου, αλλά δεν γνώριζε τον λόγο. Επέμενε ότι ήταν παρούσα και στις δύο συναντήσεις. Με τον ενάγοντα επικοινώνησε τηλεφωνικά και της ζήτησε να περιμένουν 10 ημέρες για να καταθέσουν την πρώτη επιταγή. Ο λόγος που του τηλεφώνησε ήταν γιατί όταν ο ενάγων παρέδωσε την επιταγή ζήτησε να τον ενημερώσουν πριν την καταθέσουν. Εξ΄όσων γνωρίζει το περιστατικό του ενάγοντα ήταν το πρώτο και εργάστηκε για 20 χρόνια στους εναγόμενους και μόνο ο ενάγων καταγγέλθηκε στην αστυνομία. Ο Ανδρέας Οικονομίδης (ΜΥ2) ήταν επιθεωρητής πωλήσεων με καθήκοντα να ελέγχει και να επιβλέπει τους πωλητές. Στα πλαίσια αυτά όπως κατέθεσε έλαβε οδηγίες να προβεί σε καταμέτρηση των εμπορευμάτων του ενάγοντα γιατί παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της εταιρείας ο ενάγων δεν έκαμε καταμέτρηση. Ως προέκυψε εκ της αντεξέτασης, κάθε λίγο χρονικό διάστημα ο κάθε πωλητής έδινε στο λογιστήριο λίστα με τα εμπορεύματα και ο έλεγχος γινόταν από το λογιστήριο. Τον Μάιο του 1999 του ζητήθηκε από την εταιρεία να κάνει καταμέτρηση του αποθέματος των εμπορευμάτων που είχε στην κατοχή του ο ενάγων. Δεν του είπαν τον λόγο παρόλο που υποψιάστηκε ότι είχε πρόβλημα γιατί δεν έδινε λίστες. Έκανε τον έλεγχο στο σπίτι του ενάγοντα στη παρουσία του. Ήταν και η σύζυγος του στο σπίτι αλλά δεν έλαβε μέρος στη καταμέτρηση. Κατέβαζε ο ενάγων τα εμπορεύματα από το αυτοκίνητο και τα κατέγραφε. Του είχε δώσει λίστα η εταιρεία με τα εμπορεύματα και τους κωδικούς και έλεγχε. Μάλιστα όταν τελείωσε η καταμέτρηση ήπιαν και μπύρα. Το έγγραφο της καταγραφής το έδωσε στο λογιστήριο. Ο έλεγχος δεν ήταν αιφνίδιος αλλά είχε πει του ενάγοντα «θα έρθω αύριο για έλεγχο» και ο ενάγων του είπε εντάξει. Την επόμενη τον ειδοποίησαν από το λογιστήριο ότι ο ενάγων είχε έλλειμμα ύψους Λ.Κ.14.610 και να τον καλέσει να δουν τι έγινε. Τον κάλεσε μετά από 1 - 2 ημέρες, θα ήταν στις 5 Μαΐου και εξ' όσων θυμόταν ο ενάγων δεν είχε ακόμη μιλήσει με την εταιρεία και πήγε κατευθείαν στο γραφείο του. Του είπε «Παναγιώτη έχεις έλλειμμα, αυτό σημαίνει κατάχρηση και θα έχεις επιπτώσεις. Υπάρχει κανένας τρόπος να πληρώσεις». Του είπε και το ποσό του ελλείμματος και πως πρόκειται για μεγάλο ποσό και ο ενάγων παραδέκτηκε. Όταν του είπε ότι υπήρχε έλλειμμα Λ.Κ.13.000-14.000 ο ενάγων έκλαιε και έτσι του είπε να βρει κάποιο τρόπο. Ο ενάγων δεν αμφισβήτησε το ποσό ούτε ζήτησε εξηγήσεις πως προέκυψε το έλλειμμα. Τα πλείστα εκ των πιο πάνω προέκυψαν από την αντεξέταση του μάρτυρα, χωρίς να αμφισβητηθεί οτιδήποτε από αυτά που κατέθεσε. Στην κυρίως εξέταση υπό μορφή γραπτής κατάθεσης ανέφερε ότι ο ενάγων αντελήφθη την σοβαρότητα των πράξεων του και του ανέφερε ότι είχε κάποια χρήματα και ότι μπορούσε να δώσει στην εταιρεία το ταμείο προνοίας του και κάποια άλλα ωφελήματα που είχε να λαμβάνει καθώς και δικές του επιταγές για να καλύψει το έλλειμμα. Από όσα γνώριζε κανένας υπάλληλος της εταιρείας δεν κατηγορήθηκε στην αστυνομία για οποιοδήποτε λόγο. Μόνο ο ενάγων. Οι δικηγόροι κατέθεσαν τις αγορεύσεις τους γραπτώς. Πέραν των εισηγήσεων τους επί των προδικαστικών ενστάσεων, γίνεται εκτεταμένη αναφορά στη μαρτυρία και για τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να γίνει πιστευτή η εκδοχή της κάθε πλευράς. Γίνεται επίσης εκτεταμένη ανάλυση στις νομικές αρχές που διέπουν τη κακόβουλη δίωξη. Όπου χρειαστεί θα γίνει ειδική αναφορά, έχω όμως υπόψη μου το σύνολο των προβαλλομένων θέσεων. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, να αναφέρω ότι ως λέχθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέγει την αλήθεια. Επειδή η βάση όλων των διαδραματισθέντων στηρίζεται στις επιστολές τεκμήρια 1 και 2 τις οποίες υπέγραψε ο ενάγων κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο τους. Το τεκμήριο 1 φέρει ημερομηνία 5.5.99 και αναφέρει τα εξής: «Αναλαμβάνω την ευθύνη για το έλλειμμα ύψους Λ.Κ.14.610,00 που παρουσιάστηκε στο στοκ μου στις 3.5.99 και εξουσιοδοτώ την εταιρεία να εισπράξει το ποσό που δικαιούμαι από το Ταμείον Προνοίας και να πιστώσει έναντι του ελλείμματος τους μισθούς και ωφελήματα που δικαιούμαι. Το υπόλοιπο θα καταβληθεί από εμένα. Αναλαμβάνω επίσης ευθύνη για οτιδήποτε άλλες εκκρεμότητες που πιθανόν να παρουσιαστούν. Παναγιώτης Ανδρέου» Το τεκμήριο 2 με ημερομηνία 7.5.99 αναφέρει ότι : « Σε συνέχεια της επιστολής μου με ημερομηνία 5.5.99 και μετά από τον τελικόν έλεγχον του στοκ μου που έγινε στις 6.5.99 και αφού αφαιρέθηκαν τα δικαιώματα μου από την εταιρεία, το υπόλοιπον του Ταμείου Προνοίας μου και μια πληρωμή Λ.Κ.1.000, για το υπόλοιπον του λογαριασμού μου Λ.Κ.4.300 ο τρόπος αποπληρωμής θα είναι ο ακόλουθος. Λ.Κ.1.000 τέλος Μαΐου Λ.Κ.1.650 στις 25.6.99 Λ.Κ.1.650 στις 25.7.99. Παναγιώτης Ανδρέου» Η επίμονη εκδοχή του ενάγοντα ήταν πως ήταν όρος της συμφωνίας του με τους εναγόμενους ότι οι επιταγές που δόθηκαν, ήταν ως ασφάλεια μέχρι να γίνει έλεγχος του αποθέματος από δικό του ελεγκτή. Το καίριο και πρωταρχικό ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο είναι επιτρεπτή και κατ' επέκταση αποδεκτή εξωγενής μαρτυρία πέραν των όσων καταγράφονται στα πιο πάνω τεκμήρια. Στην ουσία ο ενάγων με την μαρτυρία του πρόσθεσε όρο στις πιο πάνω επιστολές που αποτέλεσαν ως αναντίλεκτως εξάγεται τη βάση της συμφωνίας του με τους εναγόμενους. Δεν παραγνωρίζω ότι η μαρτυρία δόθηκε χωρίς ένσταση, πλην όμως ως είναι πάγια νομολογημένο όταν μια συμφωνία διατυπωθεί εγγράφως, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή να προσθέσει στο περιεχόμενο των όρων του εγγράφου. Μόνο κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα μπορεί να επιτραπεί εξωγενής μαρτυρία, όπως λ.χ. για να αποδείξει την εγκυρότητα μιας συμφωνίας. (Galatia P. Georgiades v. Petrakis Georgiades
(1988)1 CLR 428 και Marketrends Finance Ltd v. Πέρδικου κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ.1042). Είναι επίσης νομολογημένο ότι εφόσο το κείμενο της συμφωνίας είναι ασαφές αναφορικά με τις προθέσεις των μερών, γίνεται δεκτή εισαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας προς άρση αμφιβολιών ως προς τις προθέσεις των μερών. (Λάζουρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 168). Στην υπόθεση Θεολόγου κ.ά ν. Κτηματικής εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407 υπεδείχθη ότι το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Στην προκειμένη περίπτωση και έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων θεωρώ ότι ο ενάγων ουσιαστικά έδωσε μια άλλη καινούργια διάσταση με διαφορετικό ουσιαστικό περιεχόμενο από ότι καταγράφεται στα σχετικά έγγραφα. Κρίνω πως δεν συνιστά μόνο μια προσπάθεια να προσθέσει όρο ή όρους στη μεταξύ τους συμφωνία, αλλά πρόκειται για αναδιατύπωση της συμφωνίας και του περιεχομένου των τεκμηρίων 1 και 2 επί εντελώς άλλης διαφορετικής βάσης και περιεχομένου από εκείνα που έχουν διατυπωθεί εγγράφως, με προφανώς διαφορετικό νόημα και αποτέλεσμα. Δεν τέθηκε ούτε και ηγέρθη θέμα περί υπάρξεως ασάφειας στο κείμενο των επιστολών που να χρήζουν εισαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας προς άρση αμφιβολιών, ούτε και κρίνω ότι υπάρχει οτιδήποτε που να χρήζει διευκρίνσης ή άλλης αμφιβολίας. Η έννοια όπως μεταδίδεται από τα πιο πάνω έγγραφα είναι και σαφής και ξεκάθαρη. Αντίθετα ο ενάγων με την μαρτυρία του τροποποίησε ολόκληρο το κείμενο των εγγράφων με τη προσθήκη όρων ή και επιφυλάξεων, που είναι σε τελική ανάλυση σε αντίθεση τόσο με το περιεχόμενο τους όσο και κυρίως με την έννοια που μεταδίδεται μέσα από αυτό. Κατά συνέπεια η μαρτυρία του κατά το μέρος που αφορούσε την προσθήκη όρων στη συμφωνία, ανεξάρτητα αν δόθηκε χωρίς ένσταση, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το αποτέλεσμα βέβαια είναι ότι όλο το οικοδόμημα και η εκδοχή του ενάγοντα περί της έκδοσης των επιταγών ως ασφάλειας και νοουμένου ότι θα γινόταν έλεγχος από ελεγκτή καταρρέει και παραμένει στο κενό, με συνακόλουθο αποτέλεσμα η απαίτηση του καθόσον αφορά το μέρος αυτό να οδηγείται σε αποτυχία. Αν όμως ήθελε θεωρηθεί εσφαλμένη η πιο πάνω προσέγγιση θα προχωρήσω να αξιολογήσω την προσκομισθείσα μαρτυρία ως ενιαίο σύνολο. Κεντρικό σημείο αναφοράς που δημιούργησε το σύνολο της διαφοράς, τόσο την απαίτηση όσο και την ανταπαίτηση, ήταν ο έλεγχος που έγινε στο απόθεμα των εμπορευμάτων του ενάγοντα από τους εργοδότες του. Θεωρώ ως εκ τούτου σκόπιμο να αρχίσω την αξιολόγηση της μαρτυρίας από τον μάρτυρα Χρίστο Οικονομίδη (ΜΥ2). Ο λόγος γιατί είναι το πρόσωπο που έκανε τον έλεγχο στο απόθεμα του ενάγοντα από το αποτέλεσμα του οποίου ξετυλίχθηκε το νήμα της διαφοράς. Ο μάρτυρας άφησε πραγματικά εξαιρετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Δεν έχω διακρίνει καμιά τάση ή διάθεση ψεύδους και η μαρτυρία του ήταν άνευ αντιφάσεων. Κρίνεται ως απόλυτα ειλικρινής και χωρίς κανένα ίχνος υπερβολής. Θεωρώ ακόμη πως παρέθεσε με πάσα ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα αλλά και με απόλυτο σεβασμό προς την αλήθεια τα πραγματικά γεγονότα που γνώριζε και στα οποία έλαβε μέρος. Κρίνεται ακόμη ότι ήταν αντικειμενική και προς τον ίδιο τον ενάγοντα, με την έννοια ότι κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του δεν διακατεχόταν με πάθος ούτε και κατέφευγε σε υπερβολές προς το πρόσωπο του ενάγοντα. Αντίθετα θα έλεγα ότι διέκρινα μια ειλικρινή συμπάθεια από τον μάρτυρα προς το πρόσωπο του ενάγοντα ανεξάρτητα από την ουσία της μαρτυρίας του. Δεν αμφισβητήθηκε ότι ο ενάγων μέσα στο γραφείο του παραδέκτηκε τόσο το έλλειμμα όσο και το ποσό και κυρίως, όταν του ανέφερε το ποσό του ελλείμματος, ότι ο ενάγων έκλαιε. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική πτυχή στο όλο σκηνικό, με μια καθαρά ανθρώπινη διάσταση από την πλευρά του ενάγοντα, και εδώ ακριβώς, στο σημείο αυτό, εντοπίζεται και η συμπάθεια του μάρτυρα προς τον ενάγοντα, που δίνει όμως και το πραγματικό στίγμα της πραγματικότητας. Δεν υπεβλήθη στον μάρτυρα ότι ο ίδιος κατασκεύασε το μέρος αυτό της μαρτυρίας του ή ακόμη ότι η μαρτυρία του ήταν προϊόν δικής του επινόησης. Έχοντας υπόψη μου την συνολική του παρουσία ως μάρτυρα και όλα εκείνα τα στοιχεία και παραμέτρους που καθορίζουν και οριοθετούν το μέτρο της ανθρώπινης κρίσης και αξιολόγησης ενός μάρτυρα, απερίφραστα και χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχομαι πλήρως όλα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας. Σημειώνω ακόμη πως έδωσε λεπτομέρειες τόσο για την καταμέτρηση και τα διαδραματισθέντα στο σπίτι του ενάγοντα, όσο και για τα διαμειφθέντα μεταξύ τους στο γραφείο του. Απαντούσε ευθέως και άμεσα χωρίς κάποιο δισταγμό στη σκέψη, διακατεχόμενος από πλήρη βεβαιότητα και απόλυτη πειστικότητα ως προς τα διαδραματισθέντα, όπως τα βίωσε ο ίδιος, δείγμα ειλικρινούς παράθεσης των αληθών γεγονότων. Είναι για τους λόγους αυτούς που ο μάρτυρας άφησε άριστες εντυπώσεις και το Δικαστήριο δεν έχει κανένα απολύτως δισταγμό ή την παραμικρή αμφιβολία για να στηριχθεί με ασφάλεια στη μαρτυρία του. Αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία του με εκείνη του ενάγοντα οι διαπιστώσεις είναι ότι ο ενάγων απέφευγε επιμελώς να παραθέσει την πραγματική διάσταση των γεγονότων. Τόσο ως προς την ουσία όσο και ως προς την χρονολογική σειρά των γεγονότων. Από τη μαρτυρία του συνάγεται ότι προσπάθησε να παρουσιάσει μια εικόνα και μια κατάσταση πραγμάτων εντελώς διαφορετική ή αναλόγως κατά περίπτωση διαφοροποιημένη από την πραγματικότητα. Άλλοτε πλαγιολισθούσε ή απέφευγε να απαντήσει ευθέως, ενώ στις πλείστες των περιπτώσεων ήταν αντιφατικός με αυτοανατροπές στα ίδια τα λεγόμενα και τους ισχυρισμούς του. Έτσι για παράδειγμα στην παράγραφο 5 της γραπτής του δήλωσης ανέφερε ότι στις αρχές Μαΐου η εναγόμενη 2 ξαφνικά του πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι υπήρχε έλλειμμα στα προϊόντα που ήταν χρεωμένα στο όνομα του ύψους Λ.Κ.14.
  1. Αντεξεταζόμενος ακριβώς επ' αυτού του σημείου ανέφερε ότι από ότι θυμόταν δεν του έδωσαν προειδοποίηση για έλεγχο, και ότι του έγινε μια φορά έλεγχος αλλά δεν του είπαν ότι είχε ελλείμματα. Η μαρτυρία όμως του ΜΥ2 ανατρέπει εκ βάθρων τον ισχυρισμό του τόσο για τον ξαφνικό έλεγχο όσο και για τον ξαφνικό ισχυρισμό περί ελλείμματος. Ο ενάγων ειδοποιήθηκε από προηγουμένως για τον έλεγχο ως εξάγεται εκ της αξιόπιστης μαρτυρίας του Οικονομίδη που έγινε αποδεκτή. Αντεξεταζόμενος ο ενάγων δέκτηκε ότι έγινε έλεγχος από τον Οικονομίδη προβάλλοντας όμως επί τούτου διάφορους αντιφατικούς ισχυρισμούς. Οι απαντήσεις του ήταν χωρίς ουσιαστικό νόημα, φέρουσες το στίγμα της επινόησης και του ευρήματος της στιγμής, δείγμα ακριβώς της αμηχανίας και της αδυναμίας του να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις. Ή για να αποφύγει την αλήθεια. ΄Ετσι ενώ από την μια κατέθεσε ότι εξ΄όσων θυμόταν δεν του έδωσαν προειδοποίηση, από την άλλη δέκτηκε ότι έγινε έλεγχος από τον ΜΥ
  2. Πρόβαλε αρχικά τον ισχυρισμό ότι ο έλεγχος έγινε πριν πάει ο ίδιος σπίτι. Επιπλέον διερωτήθη τι έλεγχος έγινε χωρίς να καταμετρηθεί στο απόθεμα, ενώ σε υποβολές επί του ιδίου θέματος, μετά από σκέψη, διαφοροποιήθηκε και πάλι και ανέφερε πως νομίζει πως ήταν παρών κατά τον έλεγχο αλλά, πρόσθεσε, δεν πιστεύει ότι λήφθηκαν υπόψη τα εμπορεύματα του αυτοκινήτου. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η απάντηση στο θέμα είναι κάτι περισσότερο από απλή. Ήταν ή δεν ήταν παρών στην καταμέτρηση. Και αν ήταν παρών προφανώς γνώριζε πάρα πολύ καλά τι έγινε. Μέση λύση ή άλλη οδός δεν υπάρχει. Το ζήτημα είναι αρκούντως σοβαρό για να δικαιολογούνται αντιφάσεις, παλινδρομήσεις και μισόλογα. Και κρίνω ότι είναι εντυπωσιακό, επί ενός τόσο σοβαρού θέματος, να καταθέτει ότι νομίζει ότι ήταν παρών. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι απαντήσεις του αποτελούν ένα συνονθύλευμα και μωσαϊκό αντιφατικών και αυτοανατρεπομένων ισχυρισμών απλώς και μόνο για να αποφύγει να καταθέσει την αλήθεια που δεν είναι άλλη από αυτή που κατέθεσε ο Οικονομίδης. Ότι η καταμέτρηση έγινε στο σπίτι του και μάλιστα ο ίδιος κατέβαζε τα εμπορεύματα από το αυτοκίνητο και τα κατέγραφε ο ΜΥ2 με βάση τη λίστα και τους κωδικούς που πήρε από την εταιρεία. Και όχι μόνο ήταν παρών αλλά ήπιαν και μπύρα με τον ΜΥ
  3. Προσθέτω ακόμη πως ήταν και η σύζυγος του ενάγοντα στο σπίτι χωρίς όμως να λάβει μέρος στη διαδικασία. Εξ΄ άλλου τι νόημα είχε όταν κατέθετε ότι δεν καταμετρήθηκε το απόθεμα αφού ο ίδιος έβγαζε από το αυτοκίνητο τα εμπορεύματα. Ποιο άλλο απόθεμα εννοούσε. Αν είχε κάπου αλλού εμπορεύματα και δεν τα ανέφερε, αν αυτό εννοούσε, πουθενά δεν έχει προβάλει τέτοιο ισχυρισμό. Η μαρτυρία του άκρως αντιφατική επί του θέματος κρίνεται ως παντελώς αναληθής και πλήρως απορριπτέα. Υπάρχουν όμως και άλλα στοιχεία εκ της μαρτυρίας του Οικονομίδη που ανατρέπουν εκ βάθρων διάφορους άλλους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Το πρώτο αφορά το γεγονός ότι ο μάρτυρας του τηλεφώνησε και ο ενάγων πήγε στο γραφείο του πριν μιλήσει με οποιονδήποτε, και το σημειώνω αυτό με έμφαση και το τονίζω, για τους λόγους που θα εξηγηθούν αμέσως πιο κάτω, και κυρίως πριν μιλήσει με την εναγόμενη
  4. Δεν θα επαναλάβω την στιχομυθία μεταξύ του ενάγοντα και του ΜΥ2 ούτε και το γεγονός ότι ο ενάγων στο άκουσμα του ελλείμματος των Λ.Κ.14.000 το παραδέχτηκε αμέσως και άρχισε να κλαίει. Σημειώνω ότι ο ΜΥ2 του είπε πως πρόκειται για κατάχρηση και ότι θα πρέπει να βρει τρόπο να τα διευθετήσει. Ο ενάγων, σύμφωνα με τον μάρτυρα, αντελήφθη τη σοβαρότητα του πράγματος και από μόνος του είπε ότι μπορούσε να δώσει το ταμείο προνοίας του και κάποια άλλα ωφελήματα καθώς και δικές του επιταγές για να καλύψει το έλλειμμα. Εξ΄αυτού αβίαστα εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η ΜΥ1 ξαφνικά του πρόβαλε τον ισχυρισμό περί ελλείμματος και ότι αρνήθηκε ανατρέπεται και εκθεμελιώνεται εκ βάθρων. Και ο λόγος είναι αυτονόητος αφού ήδη γνώριζε, πριν ακόμη μιλήσει μαζί της, τόσο για το αποτέλεσμα της καταμέτρησης όσο και για το ύψος του ελλείμματος. Και το σημαντικότερο βέβαια είναι ότι πριν ακόμη μιλήσει με την ΜΥ1 εξέφρασε από μόνος του προς τον ΜΥ2 την σκέψη και την επιθυμία να αποπληρώσει το έλλειμμα που είναι ακριβώς αυτά που διατυπώνονται στο τεκμήριο
  5. Αποδεχόμενος τη μαρτυρία του ΜΥ2 για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί, τίποτε από όσα ανέφερε ο ενάγων ως προς τα επακολουθήσαντα της καταμέτρησης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Ο ενάγων καθώς και κάθε ισχυρισμός που πρόβαλε επί τούτου παραμένει έκθετος και ολοκληρωτικά απορριπτέος, κρινόμενος ως εκ των υστέρων σκέψεις και τίποτε περισσότερο. Και από την άποψη αυτή ενισχύεται η μαρτυρία της ΜΥ1 ότι ήταν ο ενάγων που ζήτησε και τελικά εισηγήθηκε τον τρόπο αποπληρωμής του χρέους που αντανακλάται στο τεκμήριο
  6. Εδώ παρενθετικά να αναφέρω πως δεν είναι καθόλου τυχαίο, αντίθετα ενυπήρχε αρκετό μάλιστα νόημα, όταν ο ενάγων κατέθεσε ότι τα ελλείμματα του κοινοποιήθηκαν στις 5.5.99, πριν ακόμη φθάσει στο γραφείο εκείνος που έκαμε τον έλεγχο, και, μάλιστα, πρόσθεσε, αν το σκεφθεί κάποιος λογικά θα δει ότι αυτή είναι η αλήθεια. Αξιολογούμενη η πιο πάνω απάντηση, και εντασσόμενη στο σύνολο της μαρτυρίας, κρίνεται ως μια σαφής προσπάθεια να προκαταλάβει τη μαρτυρία του ΜΥ2 και όσα διαμείφθηκαν στο γραφείο του. Και ο λόγος είναι γιατί γνώριζε πολύ καλά τη διαδοχή των γεγονότων και τι ακριβώς έγινε μέσα στο γραφείο του ΜΥ2, και προσπάθησε εκ προιμίου να ρίξει σκιές και να θολώσει το τοπίο. Έτσι, και ενω η αρχική και χωρίς ουσιαστικό νόημα εκδοχή του ότι του κοινοποιήθηκαν τα ελλείματα, πριν ακόμα πάει αυτός που έκαμε τον έλεγχο, δηλαδή ο ΜΥ2, αποκτά όλως ιδιαιτέρως νόημα και ουσιαστική αξία. Αναδεικνύει, κατά την κρίση του δικαστηρίου, και επιβεβαιώνει την προσπάθεια του ενάγοντα να παραποιήσει τα γεγονότα και να προκαταβάλει αλλά και να τα τροχιοδρομήσει με τρόπο που θα υποβοηθούσε την δική του εκδοχή. Άλλωστε τι σημασία είχε στην εξιστόρηση της εκδοχής που παρουσίασε στο δικαστήριο, το πότε πήγε στο γραφείο εκείνος που του έκαμε τον έλεγχο. Τα περί απειλών ή και πιέσεων εκ μέρους της ΜΥ1 για να υπογράψει το έγγραφο δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, κρίνονται αβίαστα ως εκ των υστέρων σκέψεις για να δώσει υπόσταση και έμφαση στους ισχυρισμούς του για να αποφύγει τις ευθύνες του. Ούτε και εν πάση περιπτώσει προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός στα δικόγραφα. Εκείνο που δικογραφείται είναι για ψευδείς και κακόβουλους ισχυρισμούς της εναγομένης
  7. Αφού συνεπώς γνώριζε εκ των προτέρων το ποσό του ελλείμματος και ο ίδιος σκέφτηκε και τον τρόπο αποπληρωμής του, δεν μπορεί να έχει κανένα έρεισμα και βάση ο ισχυρισμός του ότι τον πίεσε η ΜΥ1 να υπογράψει το τεκμήριο
  8. Και για τους λόγους αυτούς γίνεται αποδεκτή η εκδοχή της ΜΥ1 ότι δεν τον πίεσε ούτε και τον απείλησε να υπογράψει, αλλά μόνος του εισηγήθηκε τον τρόπο αποπληρωμής όπως τελικά καταγράφηκε στο τεκμήριο 1 και έγινε αποδεκτός από την ΜΥ
  9. Ακόμη και στο ζήτημα της απόλυσης του ήταν αντιφατικός. Στη γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι τον απέλυσε η εναγόμενη 2, ενώ αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι στις 5.5.99 που του ανακοινώθηκε το έλλειμμα δεν του έδωσαν επιστολή απόλυσης αλλά ήταν δεδομένη η απόλυση του, γιατί δεν μπορούσε, αναγκάστηκε τρόπον τινά να σταματήσει. Δεν χρειαζόταν, όπως το έθεσε να του πουν οτιδήποτε, ήταν ξεκάθαρο ότι με βάση τους ισχυρισμούς των εναγομένων δεν μπορούσε να μείνει. Αντίθετα η ΜΥ1 κατέθεσε ότι στις 5.5.99 μετά την παραδοχή του ενάγοντα για τα ελλείμματα και την εξουσιοδότηση που τους έδωσε να εισπράξουν το ταμείο προνοίας του, λόγω του ανεπανόρθωτου κλονισμού της σχέσης εμπιστοσύνης, η εταιρεία προέβη σε άμεσο τερματισμό των υπηρεσιών του. Το μόνο σημείο της μαρτυρίας της που επιβεβαιώνει τον ενάγοντα είναι ότι δεν του έδωσε την απόλυση γραπτώς. Θα πρέπει να λεχθεί ότι, ανεξάρτητα από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς ως προς την ουσία, από την στιγμή που η εταιρεία κατά την εκδοχή και τους ισχυρισμούς της κατέληξε ότι ο ενάγων είχε έλλειμμα ύψους Λ.Κ.14.810 και υπέγραψε το τεκμήριο 1 με βάση το οποίο το παραδέκτηκε, το μόνο λογικό ήταν να απολυθεί. Σημειώνω ότι ο ισχυρισμός της ΜΥ1 ότι έγινε άμεσος τερματισμός των υπηρεσιών του ενάγοντα λόγω των πιο πάνω γεγονότων, δεν αμφισβητήθηκε. Μάλιστα ο ενάγων αντεξεταζόμενος ειδικά επί τούτου δεν απέκλεισε να τον απέλυσαν αλλά η ουσία ήταν πως «τέλος πάντων τελείωσε η εργοδότηση μου». Είναι όμως σε κάθε περίπτωση απορίας άξιον ο ενάγων, και πάλι, να μην θυμάται αν τον απέλυσαν και να παρουσιάζεται σε τελική ανάλυση αντιφατικός για ένα τόσο απλό θέμα. Άμεσα συναρτώμενο με αυτό αποτελεί το γεγονός ότι σύμφωνα πάντα με την ΜΥ1, ούτε αυτό αμφισβητήθηκε, ο ενάγων ποτέ δεν πρόσβαλε την απόλυση του ή έλαβε κάποιο άλλο δικαστικό μέτρο. Από τα μέχρι τώρα προκύπτοντα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας η συνέχεια προδιαγράφεται μοιραία και αναπόφευκτη. Ο ενάγων με τον ένα ή τον άλλο τρόπο άφησε τις χείριστες των εντυπώσεων στο Δικαστήριο. Έχω ήδη αναφερθεί στην ποιότητα της μαρτυρίας του. Παρόλα αυτά θεωρώ πως καθηκόντως θα πρέπει να γίνει περαιτέρω και πλήρης αξιολόγηση και εξέταση όλων των εκατέρωθεν ισχυρισμών και κυρίως η ουσία του ισχυρισμού του ενάγοντα περί υπάρξεως συμφωνίας, ότι δηλαδή θα έδινε τις επιταγές ως ασφάλεια μέχρι να διεξαχθεί έλεγχος από ελεγκτή. Το απλούστερο βέβαια, αν υπήρχε τέτοια συμφωνία θα έπρεπε να καταγραφεί στα σχετικά έγγραφα που υπέγραψε. Κάτι τέτοιο δεν έγινε, και από όσα ήδη προέκυψαν εκ της αξιολόγησης της μαρτυρίας δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο αφού ο ενάγων είχε ήδη παραδεκτεί τόσο το έλλειμμα όσο και το ποσό στον ΜΥ
  10. Ούτε και είπε του ΜΥ2 ότι έκαμε λάθος στη καταμέτρηση ή στο απόθεμα και ήθελε να γίνει ξανά από ελεγκτή. Ούτε και θα μπορούσε να λεχθεί ότι έστω εκ των υστέρων το ξανασκέφτηκε οπότε και έθεσε τέτοιο όρο. Και ο λόγος είναι απλός γιατί η εξ΄αρχής εκδοχή και ο ισχυρισμός του ήταν ότι η ΜΥ1 ξαφνικά του πρόβαλε τον ισχυρισμό περί ελλείμματος οπότε κάθε άλλη πιθανότητα αποκλείεται εκ της δικής του μαρτυρίας. Δεν θα μπορούσε δηλαδή να ξανασκεφτεί κάτι το οποίο ούτως ή άλλως αρνείται ότι έγινε. Εντύπωση όμως προκαλεί το εξής γεγονός. Ότι η εκδοχή του περί της ισχυριζόμενης συμφωνίας αφορά μόνο και εστιάζεται με τις επιταγές. Τα λοιπά ωφελήματα που έλαβαν οι εναγόμενοι δυνάμει των σχετικών τεκμηρίων δεν φαίνεται να τον απασχόλησαν την επίδικη περίοδο, παρά μόνο οι επιταγές οι οποίες είχαν ήδη επιστραφεί απλήρωτες. Το ζήτημα των ωφελημάτων που ήδη είχαν λάβει οι εναγόμενοι προέκυψε πολύ αργότερα των γεγονότων και μετά το πέρας της ποινικής υπόθεσης με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Δεν παραγνωρίζω ακόμα το άτοπο και αντιφατικό του ισχυρισμού του, ότι υπέγραψε το τεκμήριο 1 μέχρι να γίνει ο έλεγχος. Δηλαδή ενώ δέχτηκε ότι είχε έλλειμα και υπέγραψε να πάρουν τα ωφελήματα του, δεν μπορώ, εν τοιαύτη περιπτώσει, να ανατιληφθώ τι έλεγχος έπρεπε να γινόταν. Ακόμη και η επιστολή του δικηγόρου του τεκμ.4 αναφέρεται περισσότερο και αφορά τις επιταγές και όχι το σύνολο του ποσού. Να υπενθυμίσω ότι το συνολικό ποσό που όφειλε ο ενάγων ήταν Λ.Κ.14.610.- ενώ το ποσό των επιταγών ήταν Λ.Κ.5.
  11. Κατά συνέπεια, και αυτό αποτελεί και τον λόγο που γίνεται το σχόλιο αυτό, αν όντως υπήρχε τέτοια συμφωνία, όπως την ισχυρίζεται ο ενάγων, αυτή λογικά θα έπρεπε να αφορούσε ολόκληρο το ποσό ανεξάρτητα από την έκδοση των επιταγών. Και είχε συνεπώς κάθε λόγο να καταγράψει τον ισχυριζόμενο όρο στα σχετικά τεκμήρια. Και σημειώνω ότι μεσολάβησαν δύο ημέρες μεταξύ της υπογραφής των δύο τεκμηρίων. Είχε συνεπώς κάθε ευκαιρία, και πριν ακόμη υπογράψει το τεκμήριο 2 αφού η ισχυριζόμενη συμφωνία έγινε την 5.5.99 όταν υπέγραφε το τεκμήριο 1, να ζητήσει να γίνει πρώτα ο έλεγχος, άλλωστε αυτό ήταν και το ορθό και το λογικό και μετά να υπογράψει το τεκμήριο 2 μια και όπως κατέθεσε πήγε αμέσως σε ελεγκτή. Ή κατ' ελάχιστον να ζητήσει να καταγραφεί ο όρος στο τεκμήριο
  12. Και τίποτε από αυτά δεν φαίνεται να έκαμε την 7.5.
  13. Αντ΄αυτού και εκ των υστέρων πρόβαλε θέμα ύπαρξης τέτοιας συμφωνίας. Αν από την άλλη όντως υπήρχε τέτοια συμφωνία και οι εναγόμενοι την παρέβηκαν, δεν φαίνεται να έδειξε την ίδια ευαισθησία προς τα δικαιώματα του και να εγείρει αγωγή ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου για παράνομη απόλυση. Αφού στο τέλος της ημέρας αυτό συνέβη σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του. Με αλλά λόγια είχε κάθε ευκαιρία να απαιτήσει, πριν τουλάχιστον υπογράψει το τεκμήριο 2 να γίνει ο έλεγχος από τον ελεγκτή, αφού κατά κόρον αυτή ήταν η εκδοχή του, ή να μην υπογράψει το τεκμήριο 2, ή να ζητήσει να καταγραφεί ο όρος στο έγγραφο αυτό, ή τέλος να μην υπογράψει και να μην παραδώσει τις επιταγές. Τίποτε από όλα αυτά δεν έπραξε, και αντ΄αυτού, και αφού επιστράφηκε η πρώτη επιταγή, σκέφτηκε να προβάλει θέμα και να αναζητήσει ελεγκτή, παρόλο που στο μεταξύ δέχτηκε να του αποκόψουν τα ωφελήματα. Όπως θα εξηγηθεί και στη συνέχεια τον ελεγκτή τον αναζήτησε μετά την επιστροφή της πρώτης επιταγής Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι αντεξεταζόμενος σε σχετική υποβολή ότι δεν υπήρχε τέτοια συμφωνία, αποδυναμώνοντας από μόνος του τον ισχυρισμό του και ουσιαστικά αυτοανατρεπόμενος κατέθεσε ότι «θέλετε να πείτε και αν δεν υπήρχε συμφωνία, δεν ήταν σωστό να γίνει έλεγχος» σπεύδοντας αμέσως να προσθέσει « παρόλο που υπήρχε συμφωνία». Σε άλλο μέρος της αντεξέτασης του και επί του ιδίου θέματος κατέθεσε ότι υπήρχε συμφωνία αλλά και να μην υπήρχε λογικά η εταιρεία θα έπρεπε να διορίσει ελεγκτή. Το αβίαστο κατά την κρίση μου ερώτημα δεν είναι τι είναι λογικό για τον ενάγοντα ή και για κάποιο τρίτον, αλλά αν όντως υπήρχε τέτοια συμφωνία. Οι απαντήσεις του εμπεριέχουν ακριβώς αστάθεια και αβεβαιότητα, ώστε χρειάστηκε να επικαλεστεί επικουρικώς τη λογική ως προς το ποιο ήταν το ορθό και το λογικό και όχι αν όντως υπήρχε τέτοια συμφωνία. Και υπενθυμίζω εδώ ότι έγινε και δεύτερος έλεγχος την 6.5.99 όταν παρέδωσε τα εμπορεύματα και σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία της ΜΥ1 επιβεβαιώθηκε το υπόλοιπο. Επιβεβαίωση αποτελεί το περιεχόμενο του τεκμηρίου
  14. Για την συγκεκριμένη αυτή πτυχή ο ενάγων δεν κατέθεσε οτιδήποτε, αφού ούτως η άλλως θα έπρεπε να παραδώσει τα εμπορεύματα, δεδομένου ότι την 5.5.99 έγινε άμεσος τερματισμός των υπηρεσιών του. Για το τι έγινε την ημέρα της παράδοσης των εμπορευμάτων ο ενάγων τήρησε σιγήν ιχθύος. Ότι υπάρχει είναι η αναντίλεκτη μαρτυρία της ΜΥ1 και το τεκμήριο
  15. Όμως σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός του εμπεριέχει και αντινομία, αφού αν για τα ωφελήματα που του απέκοψαν δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε και ήγειρε τότε αγωγή, που ήταν μέρος του συνολικά οφειλόμενου ποσού, επί ποιας βάσεως μπορεί να έχει έρεισμα η διαμαρτυρία του ότι κατέθεσαν τις επιταγές. Ήδη όταν υπέγραφε το τεκμήριο 2 τα ωφελήματα είχαν αποκοπεί. Και η αποκοπή των ωφελημάτων του δεν ήταν υπό αίρεση αλλά συντελεσθέν και πραγματικό γεγονός και με τη δική του συγκατάθεση. Πώς θα μπορούσε συνεπώς λογικά να υποστηρίξει την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας αφού μέρος του ποσού είχε ήδη αποκοπεί. Ούτε και ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία δεν αφορούσε τις αποκοπές των ωφελημάτων του. Δεν μου διαφεύγει ακόμη πως σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ανεξάρτητα ότι έχει απορριφθεί, η ΜΥ1 τον απείλησε πως αν δεν δώσει τις τέσσερεις επιταγές θα φώναζε την αστυνομία και όχι ως τουλάχιστον θα ήταν το λογικό, ότι θα φώναζε την αστυνομία αν δεν υπέγραφε το τεκμήριο
  16. Το αρχικά ζητούμενο ήταν το έλλειμμα και όχι οι επιταγές. Όλη η εκδοχή του περιεστράφη σχετικά με την έκδοση των επιταγών, όπως ακόμη για παράδειγμα ότι η εναγόμενη του είπε να φέρει όποιον θέλει για έλεγχο αλλά πρώτα να δώσει τις επιταγές, και όχι να υπογράψει το τεκμήριο
  17. Να υπομνήσω ξανά ότι οι επιταγές ήταν ένα εκ των αποτελεσμάτων και όχι η αιτία έναρξης της διαφοράς. Οι επιταγές συνιστούσαν απλώς τρόπο και μέσο αποπληρωμής μέρους του ελλείμματος. Αν η ΜΥ1 τον εκβίασε και τον απείλησε, αυτό λογικά θα έπρεπε να το έκαμνε σε σχέση με την υπογραφή του τεκμηρίου 1 και όχι σε σχέση με την έκδοση των επιταγών. Άλλως δεν θα είχε κανένα νόημα ο ισχυριζόμενος εκβιασμός. Επιπρόσθετος λόγος είναι ότι στο τεκμήριο 1 τα ωφελήματα και οι άλλες παροχές του ενάγοντα είχαν μεν καταγραφεί χωρίς όμως αναφορά σε ποσά, οπότε το να παραδώσει εκβιαστικά τέσσερεις επιταγές χωρίς να γνωρίζουν το επακριβές ποσό θα ήταν χωρίς νόημα. Το μόνο γνωστό ποσό ήταν εκείνο του ελλείμματος. Ότι κανένας δεν τον εκβίασε και πρόκειται περί επινοήσεων του ενάγοντα συνάγεται από το τεκμήριο
  18. Προσεκτική μελέτη του εγγράφου αυτού επιβεβαιώνει ότι, πέραν της παραδοχής του για το έλλειμμα ύψους Λ.Κ.14.610, ως προς το υπόλοιπο για το οποίο θα εκδίδονταν οι επιταγές το ποσό ήταν ακόμη άγνωστο. Ούτε καν αναφορά σε επιταγές δεν γίνεται. Δεν καταγράφεται το υπόλοιπο γιατί ως συνάγεται δεν είχαν ακόμη εξακριβωθεί τα ποσά των ωφελημάτων. Συνεπώς γιατί η ΜΥ1 να εκβίαζε την παράδοση των επιταγών, αφού δεν γνώριζε ακόμη το υπόλοιπο ποσό που θα παρέμενε μετά την αφαίρεση των ωφελημάτων. Για ποιο σε τελική ανάλυση ποσό τον εκβίαζε. Άλλωστε θα γινόταν και η παράδοση των εμπορευμάτων την επόμενη για να διακριβωθεί το τελικό ποσό. Καταγράφηκαν μεν οι αποκοπές των ωφελημάτων αλλά το συνολικό ποσό που είχε να λαμβάνει ο ενάγων δεν ήταν ακόμη γνωστό. Και ακόμη ένα επί τούτου σχόλιο αλλά και ερώτημα. Γιατί η ΜΥ1 να ζητήσει ειδικά τέσσερεις επιταγές και όχι λιγότερες ή περισσότερες. Με ποια βάση και με ποια μέθοδο υπολογισμού, ή τέλος πάντων με ποια λογική του ζήτησε τέσσερεις επιταγές και μάλιστα την 5.5.99 όταν δεν γνώριζαν το ακριβές ποσό των ωφελημάτων του. Και προσθέτω ότι η πρώτη επιταγή δόθηκε την 7.5.99 με την υπογραφή του τεκμηρίου
  19. Ποιο λόγο είχε η ΜΥ1 να του διευθετήσει το έλλειμμα σε 4 δόσεις. Όταν μάλιστα τον απέλυσε αμέσως λόγω της συμπεριφοράς του. Αβίαστα εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο λόγος είναι γιατί ο ίδιος το ζήτησε και από αυτή την άποψη και πάλι η εκδοχή της ΜΥ1 αλλά και της ΜΥ2 κρίνεται ως ορθή και συνάδει πλήρως με τη λογική των πραγμάτων. Ορθή ακόμη ως συνάδουσα με την λογική αλληλουχία συνάγεται η εκδοχή της ΜΥ1 ότι την επόμενη 6.5.99 μετά την παράδοση των εμπορευμάτων του ενάγοντα στην αποθήκη, υπενθυμίζω πως είχε ήδη απολυθεί την 5.5.99 οπότε και θα έπρεπε να παραδώσει τα εμπορεύματα που είχε στην κατοχή του, έγινε ξανά καταμέτρηση και επιβεβαιώθηκε το υπόλοιπο. Σχετικό είναι το τεκμήριο
  20. Και ο ισχυρισμός αυτός δεν αμφισβητήθηκε. Και το αποτέλεσμα των γεγονότων αυτών οδήγησαν την 7.5.99 στην υπογραφή του τεκμηρίου 2, και αφαιρουμένων των διαφόρων ποσών των ωφελημάτων του, στην έκδοση της επιταγής τεκμήριο 5α. Πρόβαλε ακόμη ο ενάγων τον ισχυρισμό ότι η ΜΥ1 συμπλήρωσε μόνη της τις επιταγές και προχώρησε στην κατάθεση τους, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων περί προηγουμένου ελέγχου από ελεγκτή. Έχω παραθέσει την περί αντιθέτου εκδοχή των ΜΥ1 και της ΜΥ2 που ήταν παρούσα κατά την έκδοση των επιταγών. Παρενθετικά να αναφέρω ότι τόσο η ΜΥ1 όσο και η ΜΥ2 άφησαν άριστες εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία τους ήταν σταθερή και πειστική και απαντούσαν αμέσως και χωρίς κανένα δισταγμό. Έχω ήδη αναφέρει ότι η εκδοχή της ΜΥ1 ως προς βασικούς ισχυρισμούς του εναγομένου συνάδει με τη λογική των πραγμάτων και ενισχύεται από τον ΜΥ
  21. Έχει υποδείξει ο κ. Κυπριανού σημεία της μαρτυρίας τους που σύμφωνα με την εισήγηση του συνιστούν αντιφάσεις. Το ένα αφορά την ημερομηνία που δόθηκαν οι επιταγές, στο οποίο θα αναφερθώ πιο κάτω, και στο γεγονός που κατέθεσε η ΜΥ1 ότι έκαμε έκπτωση στον ενάγοντα. Κρίνω πως αφενός δεν συνιστούν αντιφάσεις, αλλά θα πρέπει να υπομνήσω αφετέρου πως είναι νομολογημένο, ότι η ύπαρξη τυχόν μικροαντιφάσεων δεν επηρεάζει τη γενική εικόνα ενός μάρτυρα, αντιθέτως μπορούν να κριθούν ότι την ενισχύουν αφού αποτελεί ένδειξη έλλειψης προετοιμασίας και προσυνεννόησης. (A.N.Stasis Estates Ltd v. G.M.P Katsambas Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 860). Και το κριτήριο δεν είναι η ύπαρξη η όχι μικροαντιφάσεων αλλά η τάση και η διάθεση ενός μάρτυρα προς το ψέμμα. Η προσήλωση προς την αλήθεια είναι το κυρίαρχο, και μοναδικό θα έλεγα στοιχείο, και έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας τους κρίνεται ως καθόλα αξιόπιστη. Αποδεχόμενος όσα κατέθεσαν οι ΜΥ1 και 2 το αποτέλεσμα είναι ότι η μαρτυρία του ενάγοντα κρίνεται ως απορριπτέα. Θα εξετάσω όμως την εκδοχή του και υπό κάποια άλλη σκοπιά, μέσα από τα ίδια τα λεχθέντα του. Επανάληψη κάποιων ισχυρισμών εκ των πραγμάτων θα πρέπει να γίνει ώστε να υπάρχει συνοχή ως προς αυτά που θα ακολουθήσουν. Η ουσία και η βάση της εκδοχής του είναι ότι δόθηκαν οι επιταγές ανοικτές, τις υπέγραψε μόνο, ως ασφάλεια μέχρι να γίνει ο έλεγχος του ελεγκτή. Όταν καταγγέλθηκε κλήθηκε από την αστυνομία και έδωσε κατάθεση. Πρόκειται για το τεκμήριο
  1. Έχω ήδη καταγράψει τις απαντήσεις που έδωσε στις κατηγορίες που του προσάχθηκαν. Είναι η κρίση μου ότι από μόνες τους εμπεριέχουν αντινομία και είναι αντιφατικές σε σχέση με όσα κατέθεσε επί του προκειμένου στο Δικαστήριο. Θα περιοριστώ κατ΄αρχήν στην πρώτη απάντηση που έδωσε. Ότι σταμάτησε την πληρωμή τους γιατί η εταιρεία δεν τήρησε τη συμφωνία που έκαμαν ως προς τις ημερομηνίες εξαργύρωσης τους. Τι μπορεί να σημαίνει άραγε αυτό και πώς συνάδει με την εκδοχή του ότι η εναγόμενη συμπλήρωσε μόνη της τις επιταγές χωρίς τη συγκατάθεση του. Από την απάντηση του ευθέως εξάγεται ότι γνώριζε τις ημερομηνίες εξαργύρωσης κάθε επιταγής άλλως δεν θα κατέθετε στην αστυνομία τα πιο πάνω. Και αφού γνώριζε την ημερομηνία πληρωμής κάθε επιταγής λογικά υποδηλώνει ότι συμπληρώθηκαν μπροστά του. Και όχι μετά ως ο ισχυρισμός του στο Δικαστήριο. Ένα ακόμη σχόλιο που μπορεί να γίνει είναι ότι η παράβαση των εναγομένων, με όσα κατέθεσε στην αστυνομία, αφορά την ημερομηνία εξαργύρωσης και όχι για κάποιο έλεγχο που αμέσως μετά επικαλείται ως δεύτερο λόγο που σταμάτησε την πληρωμή τους. Τελικά ποιο από τα δυο ισχύει, γιατί άλλο το ένα και εντελώς διαφορετικό το άλλο. Η ουσία είναι πως εκείνο που εξάγεται είναι ότι γνώριζε πολύ καλά τις ημερομηνίες εξαργύρωσης κάθε επιταγής γιατί απλούστατα ήταν μπροστά όταν συμπληρώθηκαν, γιατί αυτός το ζήτησε. Και αν δεκτώ τον ισχυρισμό που πρόβαλε στην αστυνομία, το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι ποιες είναι αυτές οι ημερομηνίες που παρέβηκαν οι εναγόμενοι. Άγνωστο, αφού στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο ακολούθησε άλλη οδό με εντελώς άλλη εκδοχή. Πρόκειται συναφώς περί ουσιαστικών αντιφάσεων, δείγμα ακριβώς του πειραματισμού και του τυχαίου στην προβολή των ισχυρισμών του. Και συνεπώς δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω αυτά που κατέθεσαν τόσο η ΜΥ1 όσο και η ΜΥ2, ότι ο ίδιος ζήτησε από την ΜΥ1 να συμπληρώσει τις επιταγές, όπως και το έκαμε. Με άλλα λόγια εμμέσως πλην σαφώς επιβεβαιώνει την ΜΥ1 και
  2. Το τρίτο σχόλιο αφορά την τελευταία απάντηση που έδωσε στην αστυνομία. Ότι οι υπογραφές που έκαμε στις επιταγές ήταν διαφορετικές από το δείγμα υπογραφής που είχε στην τράπεζα. Τι μπορεί βέβαια αυτό να σημαίνει είναι προφανές και αυτονόητο. Ότι με αυτό τον τρόπο θα υπήρχε πρόβλημα στην εξαργύρωση τους. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται ειδική επί τούτου μαρτυρία τι μπορεί να σημαίνει ή τι αποτέλεσμα μπορεί να υπάρχει όταν η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα που έδωσε στην τράπεζα. Συνάγεται λοιπόν πως ενώ έδωσε τις επιταγές, ταυτόχρονα φρόντισε ώστε η υπογραφή του να διαφέρει από το δείγμα που είχε στην τράπεζα, με την προσδοκόμενη ελπίδα η τράπεζα να τις επιστρέψει για το λόγο αυτό. Η συνέχεια όμως φαίνεται πως δεν ευόδωσε τον αρχικό σκοπό του. Το μόνο σχόλιο που μπορεί να γίνει είναι ότι και αυτό εντασσόμενο ως στοιχείο, αποτελεί ακόμη ένα δείγμα της ποιότητας της μαρτυρίας του αλλά και του ευρύτερου τρόπου της σκέψης και των προσεγγίσεων του. Έρχομαι τώρα στις επιταγές και όσα προέκυψαν εκ της μαρτυρίας που προσκόμισε ο ενάγων. Η ουσία είναι ότι ο ενάγων υπέγραψε τέσσερεις επιταγές. Σύμφωνα με την εκδοχή του μετά που παρέδωσε τις επιταγές πήγε στη τράπεζα και τους είπε αν κάποια παρουσιαστεί να μην εξαργυρωθεί και να ειδοποιηθεί. Αντίθετα από τον ενάγοντα ο τραπεζίτης (ΜΕ4), κατέθεσε ότι ο ενάγων τηλεφωνικά τον ενημέρωσε για την έκδοση των επιταγών και αν παρουσιαστούν προς εξαργύρωση να τον ειδοποιήσουν αμέσως. Συνάγεται πως αφενός ο ενάγων δεν πήγε στην τράπεζα όπως ισχυρίστηκε, και αφετέρου που είναι και το σημαντικότερο, δεν ζήτησε να μην εξαργυρωθούν. Απλώς να τον ειδοποιήσουν. Σημειώνω πως σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του κατέθεσε ότι δεν σταμάτησε την πληρωμή της πρώτης επιταγής. Και ακριβώς για το λόγο αυτό η πρώτη επιταγή, παρά την άρνηση του ενάγοντα, επεστράφη λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Και αυτό μάλιστα έγινε δυο φορές. Αργότερα ο ενάγων πήγε στην τράπεζα και όχι εξ΄ιδίας πρωτοβουλίας αλλά γιατί τον προέτρεψε ο ΜΕ4 όταν ξαναπαρουσιάστηκε για δεύτερη φορά η επιταγή. Ούτε και στο μεσοδιάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της κατάθεσης της επιταγής ο ενάγων δεν ζήτησε να σταματήσει η πληρωμή των επιταγών. Αυτό έγινε αργότερα την 4.6.99 και μετά που η επιταγή κατατέθηκε δυο φορές και επιστράφηκε απλήρωτη ως αβίαστα συνάγεται από τα τεκμήρια 3 και 5α. Προστίθεται ότι από την υπογραφή των τεκμηρίων 1 και 2 μέχρι και την κατάθεση της πρώτης επιταγής μεσολάβησαν περίπου 2 εβδομάδες και αν όντως επικοινώνησε αμέσως με τον ελεγκτή για να προβεί στον έλεγχο, και αυτός στη συνέχεια με την εναγόμενη εταιρεία ή την ΜΥ1, θα έπρεπε να γνώριζε την αρνητική απάντηση για τον έλεγχο. Και δεν φαίνεται να έπραξε οτιδήποτε προς αυτή την κατεύθυνση για διασφάλιση των δικαιωμάτων του. Αντίθετα, ως συνάγεται από την διαδοχή των γεγονότων μετά που επιστράφηκε δυο φορές η επιταγή τοτε φαίνεται να επικοινώνησε με τον ελεγκτή και ακολούθως σταμάτησε στην τράπεζα την πληρωμή των υπολοίπων επιταγών. Παρεμβάλλω εδώ ότι ο ελεγκτής (ΜΕ2) κατέθεσε ότι ο ενάγων επικοινώνησε μαζί του περίπου μέσα στο Μάϊο, πλην όμως δεν θυμόταν την ημερομηνία. Σημειώνω όμως ότι και η επιταγή επιστράφηκε δυο φορές μέσα στον Μάϊο. Συνεπώς δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι ο ενάγων τον επισκέφτηκε μετά που επιστράφηκε η πρώτη επιταγή. Να προσθέσω εδώ ότι επειδή ο ενάγων μίλησε με τον ελεγκτή, δεν σημαίνει ούτε και ισοδυναμεί ότι αυτό από μόνο του δίνει υπόσταση στους ισχυρισμούς του ή ενισχύει την εκδοχή του. Σημειώνω ότι και ο ΜΕ2 δεν κατέθεσε ότι ο ενάγων του είπε για την ύπαρξη κάποιας συμφωνίας με τους εναγομένους. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΕ4 κρίνεται ως μια προσπάθεια να βοηθήσει τον ενάγοντα. Δύο ουσιαστικά στοιχεία εκ της μαρτυρίας του κρίνονται ως σημαντικά και αποτελούν δείγμα ακριβώς της προσπάθειας του αυτής. Το πρώτο αφορά το μέρος της μαρτυρίας του ότι όταν του τηλεφώνησε ο ενάγων του είπε ότι είχε εκδώσει τέσσερεις επιταγές, με την προσθήκη ασυμπλήρωτες. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί πως ούτε ο ενάγων κατέθεσε κάτι τέτοιο. Εκείνο που κατέθεσε ο ενάγων είναι ότι του ζήτησε αν παρουσιαστούν οι επιταγές να μην πληρωθούν και να τον ενημερώσουν. Έχοντας ακόμη υπόψη και την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΥ1 και 2, ότι οι επιταγές συμπληρώθηκαν από την ΜΥ1 στη παρουσία του ενάγοντα, γιατί αυτός το ζήτησε, αναποδράστως ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του ΜΕ4 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και απορρίπτεται. Κατά συνεπεία τα περί ασυμπλήρωτων επιταγών που κατέθεσε ο ΜΕ4 δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά κρινόμενα ως εκ των υστέρων για να βοηθήσουν τον ενάγοντα και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Το άλλο αφορά την ημερομηνία υπογραφής των τεκμηρίων 3 (α-δ) με τα οποία ο ενάγων σταμάτησε την πληρωμή των επιταγών. Φέρουν ημερομηνία 4.6.99 και αναγράφουν ότι η βεβαίωση (acknowledgment) δόθηκε δια χειρός (by hand). Προσπάθησε ο μάρτυρας να βοηθήσει τον ενάγοντα εξηγώντας ότι η ημερομηνία αυτή είναι η ημερομηνία που τηλεφώνησε ο ενάγων, πλην όμως τα έγγραφα δεν τον επιβεβαιώνουν. Φέρουν την υπογραφή του ενάγοντα με ημερομηνία 4.6.
  3. Διότι και αν ακόμη δέκτηκε τηλεφωνικές οδηγίες, ως άφησε εμμέσως να νοηθεί, για να σταματήσει την πληρωμή των επιταγών, τότε γιατί δεν σταμάτησε και την πληρωμή της επιταγής τεκμ.5α και αντ΄αυτού την επέστρεψε, δύο μάλιστα φορές πίσω λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Άλλωστε και ο ενάγων παραδέχτηκε ότι την πρώτη επιταγή δεν σταμάτησε την πληρωμή της. Υπάρχε όμως και αντίφαση με όσα κατέθεσε στην κυρίως εξέταση, αφού κατέθεσε ότι ειδοποίησε τον ενάγοντα πως ήταν καλύτερα να περάσει από τη τράπεζα και αφού συζήτησαν του πρότεινε να σταματήσει τη πληρωμή των επιταγών και του έδωσε να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα. Είναι προφανές ότι αυτά έγιναν την 4.6.99 που είναι η ημερομηνία υπογραφής των σχετικών εγγράφων. Είναι όμως σε κάθε περίπτωση σε αντίφαση και με την μαρτυρία του ενάγοντα, που κατέθεσε ότι ήταν ο ΜΕ4 που του πρότεινε να σταματήσει τη πληρωμή των επιταγών, πράγμα που έκαμε στις 4.6.99 όταν πήγε και τον είδε στη τράπεζα. Έχω ήδη εξηγήσει στα πλαίσια της αξιολόγησης και αντιπαραβολής της μαρτυρίας ότι ουσιαστικοί ισχυρισμοί των ΜΥ1 και 2 συνάδουν με την λογική και την αλληλουχία των γεγονότων. Λέχθηκε ότι άφησαν άριστες εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Θεωρώ όμως πως θα πρέπει να γίνει αναφορά και σε κάποια άλλα μέρη της μαρτυρίας τους. Έχω εξηγήσει ότι η λογική των πραγμάτων αναδεικνύει την ορθότητα της μαρτυρίας της ΜΥ
  4. Ειδικότερα ότι πρώτα υπεγράφη το τεκμήριο 1 και ακολούθως αφού ο ενάγων την 6.5.99 παρέδωσε τα εμπορεύματα στην αποθήκη και επιβεβαιώθηκε το αποτέλεσμα, υπέγραψε το τεκμήριο
  5. Εδώ να παρεμβάλω ότι σύμφωνα με την ΜΥ2 αυτή είσπραξε τα διάφορα ωφελήματα που αναφέρονται στο τεκμήριο 1 και για το υπόλοιπο ο ενάγων εξέδωσε τις επιταγές. Είναι αυτονόητο ότι χωρίς την υπογραφή του ενάγοντα δεν μπορούσε να εισπράξει τα δικαιώματα και τα άλλα ωφελήματα του, ούτε και βεβαίως να γίνει υπολογισμός για το οφειλόμενο υπόλοιπο. Γι' αυτό και στο τεκμήριο 1 δεν καταγράφονται πόσα είναι τα ωφελήματα του ενάγοντα, αλλά μόνο ότι το υπόλοιπο θα καταβληθεί από αυτόν. Μετά την υπογραφή του τεκμηρίου 1 η ΜΥ2 αφαίρεσε τα αντίστοιχα ποσά των ωφελημάτων, και αφού έγινε την επόμενη η παράδοση των εμπορευμάτων το αποτέλεσμα κατεγράφη στο τεκμήριο 2 όπου υπάρχει μια αναλυτική καταγραφή του υπολοίπου καθώς και ο τρόπος πληρωμής. Ότι η επιταγή τεκμήριο 5α που καταγράφεται ως η πληρωμή των Λ.Κ.1.000 στο τεκμήριο 1 δόθηκε από τον ενάγοντα την 7.5.99 και όχι στις 5.5.99 βεβαιώνεται πέραν της μαρτυρίας των ΜΥ1 και 2 και από την απόδειξη τεκμήριο 10 που εξέδωσε η ΜΥ
  6. Η σειρά των γεγονότων αποδεικνύεται μέσα από τα ίδια τα έγγραφα και επιβεβαιώνει τις ΜΥ1 και 2 και ανατρέπει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Κυρίως ανατρέπει την εκδοχή του περί απειλών στην έκδοση των επιταγών, αφού και αν ακόμη δεχθώ ότι πιέστηκε, ως έχω ήδη εξηγήσει, θα πρέπει λογικά να πιέστηκε να υπογράψει το τεκμήριο 1 την 5.5.99 και όχι να εκδώσει και μάλιστα τέσσερεις επιταγές την 7.5.
  7. Αφού στις 7.5.99 έκδωσε μόνο την πρώτη επιταγή. Και θέτω επ' αυτού και το ερώτημα τι είδους εκβιασμός ασκήθηκε αφού την 7.5.99 παρέδωσε μόνο μια επιταγή και τις άλλες τρεις τις παρέδοσε σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Άλλωστε η εκδοχή του ήταν πως μόλις η ΜΥ1 ξαφνικά του ανάγγειλε το έλλειμμα τον απείλησε με τις επιταγές και αυτός αρνήθηκε αμέσως και έθεσε όρους. Και αυτό έγινε την 5.5.99 και όχι στις 7.5.
  8. Πλήρης σύγχυση, ετεροχρονισμός και σωρεία αντιφάσεων ενυπάρχουν και διαπιστώνονται στους διάφορους ισχυρισμούς του ενάγοντα, ελλείπει παντελώς ο ειρμός και η λογική και στο τέλος της ημέρας μένουν παντελώς έκθετοι και προφανώς απορριπτέοι. Πέραν αυτών η ΜΥ2 κατέθεσε ότι ήταν παρούσα κατά την έκδοση των επιταγών από τον ενάγοντα και ακόμη ότι αυτός ζήτησε να τις συμπληρώσει η ΜΥ
  9. Αντεξετάστηκε και επέμεινε στην εκδοχή της. Η θέση του ενάγοντα ήταν πως τις συμπλήρωσε η ΜΥ1 χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει. Και πάλι ο ισχυρισμός του αυτός δεν μπορεί να ευσταθήσει, πέραν των όσων ανέφερα, και για τον απλούστατο λόγο ότι στο τεκμήριο 2 οι ημερομηνίες αποπληρωμής του χρέους καταγράφονται με πλήρη διαύγεια και σαφήνεια. Τι λόγο είχε η εναγόμενη 2 να παρακάμψει τον ενάγοντα και εν πολλοίς να τον ξεγελάσει συμπληρώνοντας εν αγνοία του τις επιταγές, βάζοντας όποιες ημερομηνίες και ότι ποσά ήθελε, αφού η ημερομηνία πληρωμής κάθε επιταγής είχε ήδη συμφωνηθεί. Απλή αντιπαράθεση του τεκμηρίου 2 με τις επιταγές τεκμήριο 5 (α-δ) βεβαιώνει του λόγου το ασφαλές. Ότι συμφώνησε και υπέγραψε ο ενάγων στο τεκμήριο 2, ακριβώς στις αντίστοιχες ημερομηνίες είναι πληρωτέες οι επιταγές με τα αντίστοιχα συμφωνηθέντα ποσά. Κάθε ισχυρισμός που πρόβαλε και κάθε περί αντιθέτου εκδοχή του ανατρέπεται είτε μέσα από τα τεκμήρια είτε από τις δικές του αντιφάσεις και αυτοανατροπές. Και εδώ παραπέμπω στην απάντηση που έδωσε στην αστυνομία, που έχω ήδη αναφερθεί, ότι προφανώς γνώριζε τις ημερομηνίες, αφού απλούστατα αυτός ζήτησε και συμπληρώθηκαν οι επιταγές, επί τη βάση των συμφωνηθέντων του τεκμηρίου
  10. Η ΜΥ2 κατέθεσε ακόμη ότι ο ενάγων ζήτησε πίστωση χρόνου για την κατάθεση της πρώτης επιταγής και ότι πριν την καταθέσει (τεκμ.5α) του τηλεφώνησε προηγουμένως, γιατί αυτός της το ζήτησε. Του τηλεφώνησε και μετά που επιστράφηκε την πρώτη φορά πίσω απλήρωτη και της ζήτησε ξανά πίστωση χρόνου. Πώς συνεπώς ο ενάγων παραπονείται ότι η ΜΥ1 συμπλήρωσε τις επιταγές χωρίς να το γνωρίζει αφού ζητούσε, από την ΜΥ2, πίστωση χρόνου να πληρώσει την πρώτη επιταγή. Σύμφωνα με τον τραπεζίτη (ΜΕ4) η πρώτη επιταγή κατατέθηκε για πρώτη φορά την 18.5.99 και επιστράφηκε πίσω την 20.5.99 και κατετέθη ξανά στις 24.5.99 και επιστράφηκε πίσω την 26.5.
  11. Και συνάγεται ακόμη πως ενώ ο ενάγων ζητούσε πίστωση χρόνου από την ΜΥ2 δεν είχε ακόμη σταματήσει την πληρωμή των επιταγών, αφού αυτό έγινε την 4.6.
  12. Ακόμη και η επιστολή του δικηγόρου του τεκμήριο 4 απεστάλη πολύ μεταγενέστερα την 14.6.
  13. Όσο για τον ισχυρισμό του ότι η ΜΥ2 πιέστηκε από την ΜΥ1 να δώσει μαρτυρία και να πει «ψέματα στο ποινικό Δικαστήριο» απορρίπτεται ως εντελώς ανυπόστατη. Άλλωστε η ΜΥ2 κατέθεσε ότι αυτή πήγε και κατάγγειλε στην αστυνομία την μη πληρωμή των επιταγών. Πήγε δύο φορές στην αστυνομία και έδωσε χωρίς πίεση κατάθεση στην αστυνομία στις 9.6.99 και συνεπώς δεν μπορώ να αντιληφθώ τι πίεση χρειαζόταν να καταθέσει σε μεταγενέστερο στάδιο στο Δικαστήριο. Και μια τελική παρατήρηση. Δεν έχει καταδειχθεί ούτε και έχει εξηγηθεί από τον ενάγοντα για ποιο λόγο οι εναγόμενοι θα κατασκεύαζαν όλη αυτή την σκευωρία εναντίον του. Ως αναντιλέκτως κατέθεσε η ΜΥ1 η εταιρεία λόγω οικονομικών δυσκολιών με 2 εκ. χρέη έκλεισε και όλο το προσωπικό απολύθηκε ως πλεονάζον. Ακόμη και ο ΜΕ3 που μόνο παράπονα είχε και η μαρτυρία του ήταν εμποτισμένη με πάθος εναντίον των εναγομένων, κατά τα αλλά ως λέχθηκε ήταν παντελώς άσχετη, απολύθηκε ως πλεονάζον ως καταδεικνύεται από τα τεκμήρια 11-
  14. Ως πλεονάζον προσωπικό απολύθηκε και η ΜΥ
  15. Ούτε έχει καταδειχθεί ότι είχαν προηγούμενα ή άλλες διαφορές με τον ενάγοντα, ούτε καν έχει εκφραστεί τέτοιος ισχυρισμός από τον ενάγοντα. Ούτε ακόμη τι πραγματικό όφελος θα είχαν οι εναγόμενοι με το να του αποστερήσουν τα δικαιώματα του και να τον απολύσουν, όταν όλο το υπόλοιπο προσωπικό ως αναντιλέκτως κατέθεσε η ΜΥ1 απολύθηκε ως πλεονάζον και η εταιρεία και τα γραφεία πωλήθηκαν. Και θεωρώ πως ήταν ορθή και συμμερίζομαι επί τούτου την παρατήρηση της κας Αγαθοκλέους ότι μπροστά στα 2 εκ. λίρες χρέη που όφειλε η εταιρεία, τα ποσά του ενάγοντα που κατακρατήθηκαν δεν θα εξυπηρετούσαν σε τίποτε. Έχει τεθεί τέλος από τον κ. Κυπριανού ότι οι εναγόμενοι δεν απέδειξαν το ποσό του ελλείμματος. Θεωρώ πως δεν εγείρεται τέτοιο αποδεικτικό θέμα, γιατί καθόσον αφορά την ανταπαίτηση αυτή στηρίζεται επί επιταγών και επιπλέον τα τεκμήρια 1 και 2 που φέρουν την υπογραφή του ενάγοντα, αποτελούν επαρκή απόδειξη του ποσού του ελλείμματος. Αντίθετα ήταν ο ενάγων που επιχείρησε, ανεπιτυχώς, να ανατρέψει τα τεκμήρια και το οφειλόμενο ποσό. Εν κατακλείδι, και αποδεχόμενος την μαρτυρία των εναγομένων καθώς και των μαρτύρων που προσκόμισαν με την εξαγωγή ανάλογων ευρημάτων, καταλήγω, σε συντομία, ότι ο ενάγων εργαζόταν τον επίδικο χρόνο ως διανομέας πωλητής στην εναγόμενη
  16. Κατόπιν προειδοποίησης ο ΜΥ2 στην παρουσία του ενάγοντα που τον βοήθησε, έκαμε έλεγχο στο σπίτι του στο απόθεμα εμπορευμάτων που είχε στο αυτοκίνητο του. Το αποτέλεσμα του ελέγχου οδήγησε σε έλλειμμα επί εμπορευμάτων μεταφραζόμενο στο χρηματικό ποσό των Λ.Κ.14.
  17. Ο ενάγων παραδέχτηκε το έλλειμμα στον ΜΥ2 και έκφρασε την επιθυμία να αποπληρώσει το χρέος καταβάλλοντας τα ωφελήματα του Ταμείου Προνοίας του και άλλα δικαιώματα που είχε να λαμβάνει από την εναγόμενη εταιρεία. Στις 5.5.99 στην παρουσία της ΜΥ1 και της ΜΥ2 αποδέχτηκε αμέσως και αναγνώρισε το έλλειμμα και ανέλαβε την ευθύνη. Προς επιβεβαίωση υπέγραψε το τεκμήριο 1 ημερομηνίας 5.5.99 που αναγνώριζε και αναλάμβανε την ευθύνη για το πιο πάνω έλλειμμα και εξουσιοδοτούσε την εταιρεία να εισπράξει το ποσό που δικαιούται από το Ταμείο Προνοίας και να πιστώσει έναντι του ελλείμματος τους μισθούς και τα ωφελήματα που εδικαιούτο. Αναλάμβανε επίσης να καταβάλει το υπόλοιπο καθώς και οποιεσδήποτε άλλες εκκρεμότητες παρουσιάζονταν. Λόγω του παραπτώματος του η ΜΥ1 τον απέλυσε αμέσως και στη συνέχεια, ο ενάγων, την 6.5.99 παρέδωσε τα εμπορεύματα που είχε στην κατοχή του και έγινε ξανά έλεγχος που επιβεβαίωσε το ύψος του ελλείμματος. Ακολούθως την 7.5.99 ο ενάγων με νέα επιστολή του τεκμήριο 2 και μετά από τον πιο πάνω τελικό έλεγχο του αποθέματος και την επιβεβαίωση του ποσού του ελλείμματος, και αφού του αφαιρέθηκαν τα δικαιώματα και αλλά ωφελήματα που είχε να λαμβάνει από την εναγόμενη εταιρεία καθώς και το ταμείο προνοίας του, κατέβαλε με μια επιταγή ένα ποσό ύψους Λ.Κ.1000 και για το υπόλοιπο που ήταν Λ.Κ.4.300, αφαιρουμένων κάποιων εκπτώσεων, ζήτησε όπως ο τρόπος πληρωμής να γινόταν ως εξής. Λ.Κ.1.000 τέλος Μαΐου, Λ.Κ.1.650 στις 26.5.99 και Λ.Κ.1.650 στις 25.7.99 γεγονός που οι εναγόμενοι αποδέκτηκαν. Κατ' εφαρμογή και υλοποίηση της πρότασης του για σταδιακή αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού έκδωσε και παρέδοσε ακόμα τρεις επιταγές πληρωτέες την 31.5.99, την 25.6.99 και 25.7.99 με τα αντίστοιχα ποσά. (τεκμήρια 5 (β) - (δ)). Οι επιταγές, παρόλο που κατατέθηκαν, δεν εξαργυρώθηκαν γιατί ο ενάγων σταμάτησε την πληρωμή τους (stop payment), η δε πρώτη επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του ενάγοντα. Ακολούθως οι ενάγοντες τον κατάγγειλαν την αστυνομία. Προς ολοκλήρωση της εικόνας να προστεθεί ότι η αστυνομία προώθησε εναντίον του ποινική υπόθεση με τέσσερεις κατηγορίες, μια για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα και τρεις για πρόκληση μη εξόφλησης δοθείσας επιταγής (τεκμ.7). Με απόφαση του το Δικαστήριο τον αθώωσε και τον απάλλαξε των κατηγοριών (τεκμ.8). Τα πιο πάνω ευρήματα του δικαστηρίου οδηγούν στην απόρριψη της απαίτησης του ενάγοντα με αντίστοιχη επιτυχία της ανταπαίτησης, υπέρ των εναγομένων
  18. Θα συμφωνήσω με την εισήγηση του κ. Κυπριανού που ανέφερε στην αγόρευση του ότι αν δεν γίνει πιστευτή η εκδοχή του ενάγοντα, τότε τα διάφορα ζητήματα που ηγέρθηκαν είναι άνευ αντικειμένου. Αφού στο τέλος της ημέρας και ανεξάρτητα από την δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου, όλα τα γεγονότα συμπλέκονται. Έχω προβληματιστεί, εν όψει των πιο πάνω καταλήξεων, αν υπάρχει πρακτική αξία στην εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Για πλήρη εικόνα θα σχολιάσω ορισμένα εκ των θεμάτων που ηγέρθηκαν. Έχουν παραπέμψει και οι δυο πλευρές σε αυθεντίες ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ο μισθός του ενάγοντα συνάγεται ως παραδεκτό γεγονός ότι ήταν Λ.Κ.400 τον μήνα. Προσθέτω πως εργάστηκε στην εναγόμενη εταιρεία σύμφωνα με την μαρτυρία για μία περίοδο οκτώ χρόνων. Με βάση τα στοιχεία αυτά ο κ. Κυπριανού εισηγήθηκε ότι το μέγιστο ποσό που θα μπορούσε να επιδικάσει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υπέρ του ενάγοντα είναι Λ.Κ.9.
  19. Η απαίτηση είναι Λ.Κ.6.542,82 για δεδουλευμένους μισθούς, ταμείο προνοίας και άδειες, πλέον αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, με την εισήγηση για το ποσό των Λ.Κ.4.000 ως αποζημίωση για προειδοποίηση 10 μηνών, οπότε το συνολικά απαιτούμενο ποσό υπερβαίνει του ποσού που θα μπορούσε να επιδικάσει το Εργατικό Δικαστήριο. Αντίθετη είναι η εισήγηση της κ. Αγαθοκλέους, ότι με βάση την εργατική Νομοθεσία η αποζημίωση δεν υπερβαίνει μισθούς δύο χρόνων και συνεπώς το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει απαιτήσεις που πηγάζουν από τον τερματισμό της εργοδότησης του ενάγοντα. (Αρ.30
(2)του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 24/67, όπως έχει τροποποιηθεί). Οι γενικές αποζημιώσεις που απαιτεί δεν εξειδικεύονται ούτε προσδιορίζονται στην έκθεση απαιτήσεως. Σημειώνεται όμως ότι είναι γι' αυτές που αν υπερβαίνουν τους μισθούς δύο χρόνων, αναλαμβάνει δικαιοδοσία το Επαρχιακό Δικαστήριο. Υπήρχε ο κίνδυνος, σύμφωνα με τον κ. Κυπριανού, αν εγειρόταν ξεχωριστή αγωγή στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να υπήρχαν δύο διαφορετικές επί ευρημάτων δικαστικές αποφάσεις επί των ιδίων γεγονότων. Εις απάντηση επ' αυτού παραπέμπω στην υπόθεση L.P and M.K Trading Co. Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 1353, στην οποία η ανταπαίτηση των εναγομένων που αφορούσε αποζημιώσεις για μισθούς λόγω απόλυσης και αξιώσεις μετόχου εναντίον εταιρείας, κρίθηκε καθόσον αφορά τους μισθούς ότι δικαιοδοσία να επιληφθεί είχε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο. Θα πρέπει να λεχθεί ως γενική παρατήρηση ότι οι αξιώσεις του ενάγοντα δεν παρουσιάζονται με καθαρότητα και σαφήνεια στην έκθεση απαιτήσεως. Η κ. Αγαθοκλέους εκλαμβάνει, αυτό συνάγεται από την γραπτή της αγόρευση, ότι η βάση της αγωγής του ενάγοντα είναι ουσιαστικά η κακόβουλη δίωξη. Αποτελεί γεγονός ότι ευθύς ως ο ενάγων αθωώθηκε από την ποινική υπόθεση που αντιμετώπιζε ήγειρε την παρούσα αγωγή. Όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια αποτελεί η αθώωση ένα από τα προαπαιτούμενα συστατικά για έγερση αγωγής για κακόβουλη δίωξη. Τα ποσά που επιζητεί πέραν της κακόβουλης δίωξης όπως αυτά καταγράφονται στην παράγραφο 13 της έκθεσης απαιτήσεως βασίζονται σε οικειοποίηση και/ή αποστέρηση λόγω των ψευδών και κακόβουλων ισχυρισμών των εναγομένων. Επικεντρώνονται στο έλλειμμα των προϊόντων, οπότε ως αποτέλεσμα έγιναν οι πιο πάνω κατακρατήσεις καθώς και η έκδοση των επιδίκων επιταγών. Από την άλλη προβάλλονται, τα ποσά αυτά, ως προερχόμενα από την κατ΄ισχυρισμό παράνομη απόλυση και ως αποτέλεσμα αυτής. Ουσιαστικά συμπλέκονται κάτω από διπλό μανδύα. Η ουσία του ισχυριζόμενου λόγου της οικειοποίησης έχει ως βάση όχι την κακόβουλη δίωξη αλλά τα γεγονότα που έλαβαν χώραν πριν τη δίωξη του ενάγοντα. Αφορούν ουσιαστικά τους λόγους που υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα και τις επιταγές, που ως προς την ουσία τους, αποτελούν και τον πυρήνα της απόλυσης του ενάγοντα. Θα πρέπει όμως να επισημάνω ότι η δίωξη του ενάγοντα δεν είχε ως βάση της την κλοπή υπό αντιπροσώπου ή την απόσπαση χρημάτων, που αφορούσε τα ελλείμματα, αφού αυτό ήταν το γεγονός που αποτέλεσε, αυτοτελώς, την γενεσιουργό αιτία της απόλυσης του. Η ποινική δίωξη του ενάγοντα αφορούσε την επακολουθήσασα έκδοση των επιταγών που δεν πληρώθηκαν που αποτέλεσε αντικείμενο της αναταπαίτησης. Η μέχρι τώρα ανάλυση έγινε λόγω του ασαφούς προσδιορισμού και της κατάταξης των απαιτήσεων του ενάγοντα υπό διπλό μανδύα. Αν περιοριστώ μόνο στις αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση και δεδομένου ότι το ποσό της αποζημίωσης δεν υπερβαίνει το ποσό των Λ.Κ.9.600 το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία. (Παπαδόπουλος ν. Ν.Ι.Δημητρίου (Ασφάλειες) Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1994). Το ίδιο ισχύει και για τις αυτοτελείς αξιώσεις των ωφελημάτων που απαιτεί. (Κουντουρίδης Λτδ ν. Ahmed El - Sayed Mohamed Ahmed κ.ά Πολ. Εφεση 97/07, 15.7.08) Όμως απαιτούνται και υπό τον μανδύα της παράνομης οικειοποίησης και ως εκ τούτου εξετάστηκε το σύνολο των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Η κατάληξη στην οποία έχω αχθεί ως προς την ουσία της διαφοράς, ελάχιστο περιθώριο αφήνει για να υπάρξει βάσιμο έρεισμα στην άλλη βάση της αγωγής του ενάγοντα που στηρίζεται στην κακόβουλη δίωξη εναντίον του. Θεωρώ πως παρά ταύτα και προς πλήρη εικόνα θα πρέπει να εξεταστεί και αυτή η πτυχή. Η κακόβουλη δίωξη έχει ως νομοθετικό έρεισμα το άρθρο 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148. Στην υπόθεση Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 268 απαριθμούνται τα στοιχεία που απαιτούνται για να μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης. Αυτά είναι :
  1. Έναρξη ποινικής δίωξης εναντίον του ενάγοντα.
  2. Λήξη της δίωξης υπέρ του ενάγοντα.
  3. Έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας.
  4. Κακοβουλία, και τέλος
  5. Ζημιά στον ενάγοντα συνεπεία της δίωξης. Τα πιο πάνω, κατά συρροήν, συντρέχοντα προαπαιτούμενα συστατικά απαντώνται σε όλα τα σχετικά συγγράμματα όπως για παράδειγμα στο Clerk and Lindesel on Torts 16η εκδ. 1989, σελ.1042 παρα. 19-
  6. Η σχετική περικοπή παρατίθεται στην κλασσική επί του θέματος υπόθεση Martin v. Watson
(1995)3 All E.R. 559. (H.L). Κατά την ανάλυση και εφαρμογή των προαπαιτουμένων στοιχείων στα γεγονότα κάθε υπόθεσης που εδράζεται στο άρθρο 32 του Κεφ. 148, δύο καίρια και ουσιώδη στοιχεία θα πρέπει να συνυπολογίζονται και να συσταθμίζονται. Το ένα, όπως πολύ επιγραμματικά το έθεσε ο καθηγητής Fleming στο σύγγραμμα του The Law of Torts απόσπασμα του οποίου παρατίθεται στην υπόθεση Martin v. Watson
(1994)W.L.R. 500, (C.A.) στη σελ. 508, είναι : «The tort of malicious prosecution is dominated by the problem of balancing two controvailing interests of high social importance: safeguarding the individual from being harassed by unjustifiable litigation and encouraging citizens to aid in law enforcement ...» Το άλλο αφορά το αποδεικτικό βάρος. Κάθε προαπαιτούμενο συστατικό στοιχείο του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης βρίσκεται και παραμένει μέχρι τέλους στους ώμους του ενάγοντα για να το αποδείξει. Και είναι ακριβώς γι' αυτό το λόγο που ο L. Denning M.R. στην υπόθεση Staple v. Annetts and another
(1969)3 All E.R. 1541 υπέδειξε ότι ο εναγόμενος σε μία τέτοια αγωγή που προβάλλει άρνηση, η πρακτική είναι ότι δεν μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο να δώσει λεπτομέρειες της άρνησης του, αφού το βάρος των ισχυρισμών της έκθεσης απαιτήσεως το φέρει ο ενάγων. Με βάση τα ενώπιον μου τεθέντα στοιχεία και ότι προέκυψε από την αξιολόγηση της μαρτυρίας, και τα συμπεράσματα και ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, θα προχωρήσω να εξετάσω, ξεχωριστά, αν αποδείχθηκαν τα συστατικά προαπαιτούμενα της κακόβουλης δίωξης. 1. Έναρξη ποινικής δίωξης εναντίον του ενάγοντα Το στοιχείο αυτό χρήζει αναλυτικής εξέτασης. Εκ της νομολογίας και των επί τούτου συγγραμμάτων εξάγεται ότι ο παραπονούμενος θα πρέπει να έχει ενεργήσει « actively and instrumental in instigating the proceedings». (Danby v. Beardsley
(1880)L.T. 604, 604). Στην υπόθεση Martin (H.L) ανωτέρω, σελ. 567, εξηγήθηκε ότι το να δοθούν πληροφορίες στην αστυνομία η οποία βασιζομένη σε αυτές κατέληξε σε ανεξάρτητη κρίση για την προώθηση ποινικής κατηγορίας δεν καθιστά τον παραπονούμενο κατήγορο και υπόλογο για την δίωξη. Έτσι για παράδειγμα στην υπόθεση Davidson v. Chief Constable of North Wales
(1994)2 All E.R. 597 πληροφορία που δόθηκε από ιδιώτη στην αστυνομία στη βάση της οποίας συνελήφθη ο ενάγων, και μετά απεδείχθη ότι ήταν λανθασμένη δεν τον καθιστούσε υπόλογο για κακόβουλη δίωξη. Ο παραπονούμενος στην ποινική δίωξη σύμφωνα με το σύγγραμμα Street On Tort 10η Εκδ. Brazier & Murphy σελ.492, τότε μόνο μπορεί να θεωρηθεί υπόλογος για κακόβουλη δίωξη αν, 1) ψευδώς και κακοβούλως δώσει πληροφορίες στην αστυνομία ή σε άλλες διωκτικές αρχές δηλώνοντας ότι είναι έτοιμος να δώσει μαρτυρία, και υπό συνθήκες από τις οποίες μπορεί να συναχθεί ότι ο παραπονούμενος επιθυμεί και θέλει να διωχθεί ο ενάγων, και 2) τα γεγονότα της ισχυριζόμενης κατηγορίας είναι τέτοια που βρίσκονται στην αποκλειστική γνώση του παραπονουμένου ώστε να είναι πρακτικώς αδύνατο για την διωκτική αρχή να μπορεί να καταλήξει σε μια ανεξάρτητη κρίση στο κατά ποσό θα πρέπει να προχωρήσει σε ποινική δίωξη. (Martin (H.L) ανωτέρω σελ. 567-568). Στην Martin η εφεσίβλητη κατήγγειλε επανειλημμένα τον εφεσείοντα για το αδίκημα που διώχθηκε και αθωώθηκε, είναι δε με την εμμονή της ίδιας που η υπόθεση προωθήθηκε στο δικαστήριο, όπου εκείνη ήταν παραπονουμένη και ουσιαστική κατήγορος. Στην προκειμένη υπόθεση το μόνο στοιχείο που υπάρχει ενώπιον του δικαστηρίου, πλην βεβαίως των επιταγών, είναι η μαρτυρία της ΜΥ
  1. Μετά την επιστροφή ως απλήρωτης της πρώτης επιταγής στις 4.6.99 πήγε στην αστυνομία. Ως κατέθεσε και δεν αμφισβητήθηκε ο υπεύθυνος αξιωματικός της είπε να προβεί, αντί σε καταγγελία, σε παράπονο και τηλεφώνησε του ενάγοντα. Στη συνέχεια αφού επιστράφηκαν απλήρωτες οι επιταγές έκαμε επίσημη καταγγελία. Δεν αντεξετάστηκε ούτε και έδωσε άλλες λεπτομέρειες. Είναι βέβαια αυτονόητο και προφανές ότι παρουσίασε στην αστυνομία τις τέσσερεις επιταγές οι οποίες στην όψη τους φαίνονταν απλήρωτες με τις σχετικές επιβεβαιωτικές σφραγίδες της τράπεζας. Είναι ευδιάκριτο σε κάθε ξεχωριστή επιταγή ότι η μεν πρώτη (τεκμ. 5α) επιστράφηκε δυο φορές με τις ενδείξεις please represent και refer to drawer, οι δε άλλες τρεις (τεκμ.5β-δ) με την ένδειξη stop payment. Η μαρτυρία του τραπεζίτη είναι σχετική. Δεν προτίθεμαι να επεκταθώ σε ανάλυση της νομοθεσίας που ίσχυε τότε για την έκδοση επιταγών, είναι όμως κατά την κρίση μου, και αυτό αποτελεί και την κατάληξη μου, ότι κανένα από τα πιο πάνω υποστοιχεία του πρώτου συστατικού δεν έχει αποδειχθεί από τον ενάγοντα. Αν συνάγεται κάτι, είναι ότι η αστυνομία στη βάση των στοιχείων που είχε ενώπιον της άσκησε την δική της κρίση και αποφάσισε την ποινική δίωξη του ενάγοντα.
  2. Λήξη της δίωξης υπέρ του ενάγοντα Από την ενώπιον μου μαρτυρία και τεκμήρια η αστυνομία πρόσαψε, καθώς λέχθηκε, εναντίον του ενάγοντα ισάριθμες κατηγορίες και ο κατηγορούμενος μετά από ακρόαση αθωώθηκε. Έπεται ότι το δεύτερο στοιχείο έχει αποδειχθεί.
  3. Έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας Αναφορικά με το στοιχείο της εύλογης και πιθανής αιτίας, ως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα (σελ. 494) τα δικαστήρια αντιμετωπίζουν την κακόβουλη δίωξη με κάποια προσοχή, φοβούμενα (fearful) μήπως αποθαρρύνουν την επιβολή του νόμου εναντίον υπόπτων προσώπων, χωρίς αυτό να ισοδυναμεί, ως υπεδείχθη στην Martin ανωτέρω, με την πλήρη εξουδετέρωση της κακόβουλης δίωξης. Υποδεικνύεται ακόμη, ότι ο ενάγων έχει το δύσκολο έργο να αποδείξει, την απουσία της εύλογης και πιθανής αιτίας, με αρνητικό τρόπο, βάρος που δεν μετατοπίζεται απλά με την απόδειξη κακοβουλίας από την πλευρά του εναγομένου. Γιαυτό και ο εναγόμενος δεν μπορεί να διαταχθεί να δώσει λεπτομέρειες των λόγων για τους οποίους κατάγγειλε την υπόθεση. (Stapley, ανωτέρω). Στην υπόθεση Herniman v. Smith
(1938)1 All E.R. 1, σελ.8, η Βουλή των Λόρδων επιδοκίμασε τον πιο κάτω ορισμό της εύλογης και πιθανής αιτίας. «An honest belief in the guilt of the accused based upon a full conviction, founded upon reasonable grounds, of the existence of a state of circumstances, which, assuming them to be true, would reasonably lead any ordinarily prudent and cautious man, placed in the position of the accuser, to the conclusion that the person charged was probably guilty of the crime imputed.» Κατά συνέπεια για να επιτύχει ο ενάγων στο στοιχείο αυτό θα πρέπει α αποδείξει α) ότι ο εναγόμενος δεν πίστευε ότι ο ενάγων πιθανώς (probably) να είναι ένοχος της κατηγορίας. Θα πρέπει ο ενάγων να προσκομίσει μαρτυρία για κάποια γεγονότα ή μαρτυρία επί γεγονότων επί των οποίων θα μπορούσε να συναχθεί ότι ο εναγόμενος δεν πίστευε στην ενοχή του. Και το ερώτημα που πρέπει να τεθεί σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα είναι αν πραγματικά ο εναγόμενος πίστευε ειλικρινά στην ενοχή του ενάγοντα και όχι αν ειλικρινά πίστευε ότι είχε εύλογους λόγους για τη δίωξη. Θα πρέπει ο ενάγων να δώσει μαρτυρία από την οποία θα μπορεί να συναχθεί τι πραγματικά πίστευε ο εναγόμενος και δεν είναι αρκετό αν μέσα από τη μαρτυρία το μόνο που μπορεί να συναχθεί είναι εικασία ως προς το τι πραγματικά πίστευε ο εναγόμενος. Ούτε ακόμη τι δεν πίστευε ο εναγόμενος είναι αρκετό για να αποδειχθεί το στοιχείο αυτό, και β) ότι ένα μέσο, συνετό και προσεκτικό (ordinary prudent and cautious) άτομο δεν θα κατέληγε, υπό το φως των γεγονότων που ειλικρινά πίστευε, ότι ο ενάγων ήταν πιθανώς ένοχος. Και είναι στο Δικαστήριο να αποφασίσει το στοιχείο αυτό. (Street on Torts ανωτέρω, σελ.495). Στη βάση όλων όσων έχουν προκύψει από την αξιολόγηση της μαρτυρίας και από τα τελικά συμπεράσματα και ευρήματα, καταλήγω ότι ο ενάγων δεν έχει αποδείξει το στοιχείο αυτό. 4. Κακοβουλία Επιπλέον ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει κακοβουλία εκ μέρους του εναγομένου. Στην υπόθεση Πίτσιλλος ανωτέρω η κακόβουλη δίωξη υπεδείχθη ότι είναι αυτή που πρώτιστα γίνεται για εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από την προσαγωγή του παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Η κακοβουλία περιέχει το στοιχείο του ελατηρίου για ποινική δίωξη του ενάγοντα όταν δεν υπάρχει έντιμη και εύλογη πίστη στην ύπαρξη πιθανής αιτίας. Η κακοβουλία υπάρχει όταν αποδειχθεί ότι η κύρια επιθυμία του κατηγόρου δεν είναι η προσαγωγή του παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Brown v. Hawkes
(1891)2 Q.B. 718 υπεδείχθη ότι το ερώτημα δεν είναι αν ο εναγόμενος είναι θυμωμένος με τον ενάγοντα ή αν διακατέχεται από μίσος ή έχθρα εναντίον του, αλλά κατά πόσο έχει σκοπό άλλο από την προσαγωγή του παραβάτη στο δικαστήριο. Και στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας αλλά και των ευρημάτων που έχω καταλήξει, δεν έχει καταδειχθεί ούτε και υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να θεμελιώνει κακοβουλία εκ μέρους των εναγομένων. Αντίθετα, από την ενώπιον μου αποδεχτή μαρτυρία της ΜΥ1 που δεν αμφισβητήθηκε, ήταν ότι το παράπονο ήταν καλόπιστο, ο ενάγων εξέδοσε ακάλυπτες επιταγές που συνιστά ποινικό αδίκημα και θέωρησαν ότι έπρεπε να κάμουν παράπονο στην αστυνομία, η οποία έκρινε και αποφάσισε να προωθήσει ποινική υπόθεση. 5. Ζημιά στον ενάγοντα συνεπεία της δίωξης Το τελευταίο στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί συναρτάται περισσότερο με τον κίνδυνο ο διωχθείς να υποστεί ζημιά στη φήμη και την ελευθερία του. Αναγνωρίζεται όμως, ως ζημιά που υπέστη, τα έξοδα που κατέβαλε στην ποινική δίκη ότι μπορούν να ανακτηθούν κάτω από το κεφάλαιο της κακόβουλης δίωξης. (Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co v. Eyre
(1883)11 Q.B. 674 και Street On Torts ανωτέρω σελ. 493). Πέραν συνεπώς της αθώωσης του ενάγοντα από το ποινικό Δικαστήριο και το γεγονός ότι πλήρωσε το δικηγόρο που τον υπεράσπισε στην ποινική δίκη, τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης, όπως έχουν αναλυθεί, δεν έχουν με κανένα τρόπο αποδειχθεί. Και κυρίως σε σχέση με την έκθεση απαιτήσεως δεν έχουν αποδειχθεί οι καταλογιζομενες στους εναγόμενους λεπτομέρειες της παραγράφου 16 εν σχέση προς την κακόβουλο δίωξη του ενάγοντα. Να προσθέσω ως γενική παρατήρηση ότι η καταγγελία προς την αστυνομία έγινε από την ΜΥ2 και όχι από την εναγομένη
  1. Ανεξάρτητα αν η εναγομένη 2 ήταν ή οχι διευθυντής στην εταιρεία, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να την συνδέει προσωπικά με την καταγγελία του ενάγοντα στην αστυνομία, ούτε και για τα πιθανά κίνητρα που της καταλογίστηκαν. Έχω ήδη αναφέρει τι κατέθεσε η ίδια που έχει γίνει αποδεχτό. Και το βάρος ήταν, σε κάθε περίπτωση, στους ώμους του ενάγοντα και δεν το έχει αποσείσει. Έπεται ότι η αξίωση του ενάγοντα καθώς και οι αποζημιώσεις που απαιτεί εδραζόμενες επί του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης οδηγείται σε αποτυχία. Εν κατακλείδι και για όλους τους πιο πάνω λόγους, η απαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται σε βάρος του ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Η ανταπαίτηση των εναγομένων 1 οδηγείται σε επιτυχία. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγομένων 1 και σε βάρος του ενάγοντα για το ποσό των ευρω 9055.
  2. (Λ.Κ.5.300) με νόμιμο τόκο. Επειδή η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκε με την απαίτηση, αναφορικά με τα έξοδα της ανταπαίτησης κρίνω δίκαιο να επιδικαστούν σε βάρος του ενάγοντα όλα τα επιπλέον έξοδα που αφορούν ή προκύπτουν από την ανταπαίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Theomaria Estates Ltd v. Mason κ.ά
(2005)1 Α.Α.Δ. 256) Ν. Γιαπανάς, Επαρχιακός Δικαστής Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.