← Κύπρος

Κώστας Κουρσάρης ν. Ανθή Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής: 9623/05, 31 Οκτωβρίου, 2008

Κώστας Κουρσάρης ν. Ανθή Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής: 9623/05, 31 Οκτωβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A214 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9623/05 Μεταξύ: Κώστας Κουρσάρης, Αθηαίνου Ενάγοντα και Ανθή Κωνσταντίνου, Λευκωσία Εναγόμενης _ _ _ _ _ _ 31 Οκτωβρίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Α. Παστελλίδης Για Εναγόμενη: κ. Μιχαηλίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Επίδικο θέμα στην παρούσα αγωγή είναι κατά πόσο η εναγόμενη που εξέδωσε και υπέγραψε προς όφελος του ενάγοντα 10 ισόποσης αξίας επιταγές εκ Λ.Κ.1.000. εκάστης είχαν νόμιμο αντάλλαγμα. Η εκδοχή της εναγόμενης είναι ότι ο πρώην σύζυγος της που είχε δοσοληψίες με τον ενάγοντα στο σπίτι τους στη Λάρνακα και κατόπιν παράκλησης του συζύγου της, εξέδωσε τις επιταγές προς όφελος του ενάγοντα προς εξόφληση χρέους του συζύγου της. Ο σύζυγος της την διαβεβαίωσε ότι θα της κατέβαλλε κάθε μήνα το αντίστοιχο ποσό πλην όμως ένα μήνα αργότερα την εγκατέλειψε. Τα πιο πάνω περιστατικά και γεγονότα, σύμφωνα με την υπεράσπιση, δημιουργούν έλλειψη ανταλλάγματος μεταξύ της εναγόμενης και του ενάγοντα και συνεπεία της εγκατάλειψης της υπό του συζύγου της, είχε κάθε δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή των επιταγών. Στα πιο πάνω δικογραφημένα πλαίσια και στη βάση της παραδοχής της εναγόμενης στην υπεράσπιση ( παράγραφοι 3, 5 και 7) ότι ο ενάγων ήταν κάτοχος και κομιστής των επιταγών, το βάρος απόδειξης μεταφέρθηκε στην εναγόμενη και οι δικηγόροι με κοινή τους δήλωση συμφώνησαν, με την έγκριση του δικαστηρίου, ότι η εναγόμενη θα ξεκινούσε πρώτη την υπόθεσή της. (Vasos Charalambides Ltd v. Ψαρά,

(2000)1 Α.Α.Δ. 849). Σύμφωνα με την εκδοχή της εναγομένης τον επίδικο χρόνο ήταν ασφαλιστής και δεν γνώριζε τον ενάγοντα, παρόλο που ο γιος του ήταν ασφαλισμένος κοντά της. Δεν είχε εμπορικές δοσοληψίες μαζί του, και εκείνος που είχε συνεργασία ήταν ο σύζυγος της που ασχολείτο με την κατασκευή ξύλινων σπιτιών. Ένα βράδυ που ο ενάγων πήγε σπίτι τους για να πληρωθεί για μια εργολαβία που έκαμε, η ίδια βρισκόταν στην κουζίνα, της φώναξε κάποια στιγμή ο σύζυγος της και της είπε ότι ο ενάγων θα έπρεπε να πληρωθεί. Του έλειψαν όμως οι επιταγές και να έδινε η ίδια από το δικό της βιβλιάριο επιταγών και θα τα κανόνιζε με τον σύζυγο της. Έδωσε τις επιταγές στο σύζυγο της, από τις οποίες αναγνώρισε μόνο την υπογραφή της. Δεν όφειλε οτιδήποτε στον ενάγοντα και μετά από ένα μήνα ο σύζυγος της εγκατέλειψε την Κύπρο, οπότε πήγε στη Τράπεζα να σταματήσει τη πληρωμή των επιταγών. Όταν έδινε τις επιταγές γνώριζε ότι δεν είχε τα χρήματα αλλά της είπε ο σύζυγος της ότι θα έβαζε χρήματα στο λογαριασμό της. Αντεξεταζόμενη αρνήθηκε ότι είναι ο γιος του ενάγοντα που τους έφερε σε επαφή και αρνήθηκε επίσης ότι είπε του ενάγοντα πως εκτός από ασφαλιστής αναλαμβάνει παράλληλα με τον σύζυγο της εργολαβικές εργασίες κατασκευής ξύλινων σπιτιών. Ήταν πλήρως απασχολημένη ως ασφαλιστής και ποτέ δεν εργάστηκε με τον σύζυγο της και αρνήθηκε ότι συμφώνησε μαζί με τον σύζυγο της όπως ο ενάγων προβεί σε πελεκανικές εργασίες σε κάποιο σπίτι στη Περιστερώνα. Ήταν η εκδοχή της ότι εκείνη την ημέρα βοήθησε τον σύζυγο της χωρίς να ξερει τι συμφωνίες είχε με τον ενάγοντα. Αρνήθη επίσης ότι έβλεπε τον ενάγοντα στο σπίτι στην Περιστερώνα, και επιθεωρούσε την εργασία. Μόνο μια φορά πήγε, όταν τελείωσε το σπίτι που την κάλεσε η ιδιοκτήτρια για φαγητό, και δεν κάνει ούτε και ξέρει από επιβλέψεις. Αρνήθηκε επίσης ότι είπε του ενάγοντα ότι είχε οικονομικά προβλήματα και του ζήτησε να πληρώσει σταδιακά. Έκδωσε 10 επιταγές γιατί έτσι της είπε ο σύζυγος της από το δικό της βιβλιάριο επιταγών. Σε υποβολή ότι δεν λέει την αλήθεια και ότι έκδωσε αρχικά μόνο τρεις επιταγές, απάντησε ότι έδωσε τις επιταγές στο σύζυγο της και δεν τις έδωσε του ενάγοντα. Εκείνο που θυμάται είναι ότι έκδωσε 10 επιταγές και τις έδωσε του συζύγου της. Σε ερώτηση ότι οι αριθμοί επιταγών διαφέρουν, απάντησε ότι θα πρέπει να εκδόθηκαν από διαφορετικό βιβλιάριο. Αρνήθηκε ότι ζήτησε να εκδώσει μεταχρονολογημένες επιταγές λόγω οικονομικών δυσκολιών και δεν έδωσε τίποτε του ενάγοντα ούτε και είχε δοσοληψίες μαζί του. Δεν πρόλαβε να σταματήσει την πληρωμή της πρώτης επιταγής, ενώ τις υπόλοιπες, όταν ο σύζυγος της εγκατέλειψε την Κύπρο πήγε στη τράπεζα και σταμάτησε την πληρωμή τους. Δεν είπε του ενάγοντα, όταν επιστράφηκαν πίσω οι επιταγές, να κάμει υπομονή γιατί θα της έδινε δάνειο η Λαϊκή τράπεζα, και εκείνο που του είπε είναι ότι υπάρχει δικαστήριο. Αρνήθηκε ότι ανέλαβε να πληρώσει τον ενάγοντα με τις επιταγές που εξέδωσε και ήταν η θέση της ότι προσωπικά δεν του οφείλει οτιδήποτε, και τις έδωσε του συζύγου της χωρίς να ξερει τι θα επακολουθήσει. Επανεξεταζόμενη ανέφερε ότι οι συμφωνίες ήταν με τον σύζυγο της και η εταιρεία Παυλίδης American Homes Ltd ήταν η εταιρεία του συζύγου της. Ο ενάγων από την πλευρά του κατέθεσε ότι την εναγόμενη του την σύστησε ο γιος του που ήταν η ασφαλιστής του. Όταν συναντήθηκαν τον Νοέμβριο του 2000 η εναγόμενη και ο σύζυγος της του πρότειναν να συνεργαστούν. Συγκεκριμένα η εναγόμενη του είπε ότι εκτός από ασφαλιστής αναλάμβανε μαζί με το σύζυγο της εργολαβικές εργασίες και κατασκεύαζαν ξύλινα σπίτια. Συμφώνησαν για κάποια εργασία στο χωριό Περιστερώνα και του έδωσαν ως προκαταβολή και το ποσό των Λ.Κ.1.
  1. Περί το τέλος Νοεμβρίου η εναγόμενη του τηλεφώνησε και τον ρωτούσε πότε θα άρχιζε την εργασία και τη διαβεβαίωσε ότι μέσα Δεκεμβρίου θα άρχιζε την τοποθέτηση, όπως και έπραξε. Η εναγόμενη του ζήτησε τα τιμολόγια να εκδοθούν στο όνομα της εταιρείας Pavlidis American Homes Ltd για να μπορέσει να διεκδικήσει το ΦΠΑ. Όποτε πήγαινε στο σπίτι στη Περιστερώνα συναντούσε την εναγόμενη και το σύζυγο της που επιθεωρούσαν. Οι εργασίες του τελείωσαν τον Ιανουάριο του
  2. Όταν τελείωσε άρχισε να ζητά από την εναγόμενη και τον σύζυγο της να τον πληρώσουν. Παρά τις υποσχέσεις τους άρχισαν να τον αποφεύγουν. Μετά από προσπάθειες σε κάποια τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την εναγόμενη της είπε ότι αν δεν τον πληρώσουν θα κινούσε αγωγή εναντίον τους. Η εναγόμενη τελικά αναγκάστηκε και συμφώνησε να βρεθούν στο σπίτι της. Περί τα μέσα Μαρτίου συναντήθηκαν και του είπε ότι είχε κάποια οικονομικά προβλήματα και δεν μπορούσε να πληρώσει αμέσως όλο το ποσό αλλά σταδιακά. Αρχικά αρνήθηκε αλλά μετά συμφώνησε να του εκδώσει μεταχρονολογημένες επιταγές ως εγγύηση ώστε να είναι εξασφαλισμένος και ως αντάλλαγμα δεν θα κινούσε αγωγή εναντίον τους. Ως αποτέλεσμα η εναγόμενη του εξέδωσε τις επίδικες επιταγές. Του έδωσε αρχικά τρεις τις οποίες αφού συμπλήρωσε τις υπόγραψε και του τις έδωσε. Του είπε ότι τελείωσαν τα φύλλα των επιταγών, το πρόσεξε και ο ίδιος αυτό, και του πρότεινε να πάει να παραλάβει τις υπόλοιπες επιταγές σε άλλη ημερομηνία και μη έχοντας επιλογή το έπραξε. Περί τα τέλη Μαρτίου συναντήθηκαν ξανά και του έδωσε άλλες επτά επιταγές, τις οποίες συμπλήρωσε και υπόγραψε. Και οι δυο συναντήσεις έγιναν στο σπίτι της και ο σύζυγος της δεν ήταν παρόν. Παρουσίασε όλες τις επιταγές προς εξαργύρωση αλλά δεν έγινε κατορθωτό να πληρωθούν. Κάθε φορά που επιστρεφετο πίσω μια επιταγή της τηλεφωνούσε και την ενημέρωνε και τον παρακαλούσε να κάμει υπομονή γιατί η τράπεζα σύντομα θα της έδινε δάνειο. Ποτέ δεν του ανέφερε, μετά την έκδοση των επιταγών, ότι ο σύζυγος της έφυγε από την Κύπρο και ότι οι οφειλές αφορούσαν χρέος του συζύγου της. Ούτε και ότι είχε συμφωνία με τον σύζυγο της εκδώσει αυτή τις επιταγές και να της κατέβαλλε το αντίστοιχο ποσό ο σύζυγος της. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι η εναγόμενη ανέλαβε και υποσχέθηκε να τον πληρώσει, και ως εκ τούτου δεν έλαβε δικαστικά μέτρα εναντίον της και του συζύγου της. Κατέθεσε επίσης τέσσερα τιμολόγια στο όνομα της εταιρείας που σύμφωνα με τον ισχυρισμό του εκδόθηκαν για σκοπούς διεκδίκησης του ΦΠΑ από την εναγόμενη. Αντεξεταζόμενος εξήγησε ότι τον επίδικο χρόνο της εργασίας εργαζόταν με συνέταιρο. Το συνολικό ποσό των τιμολογίων είναι Λ.Κ.11.228 και το σύνολο των επιταγών Λ.Κ.11.
  3. Την προκαταβολή την πλήρωσε ο Παυλίδης με επιταγή αλλά δεν θυμόταν αν ήταν της εταιρείας η δική του. Η εργασία γράφτηκε στα τιμολόγια όταν συναντήθηκαν με την εναγόμενη και τον σύζυγο της, για να πάρουν το ΦΠΑ πίσω. Η πρώτη συνάντηση με την εναγόμενη για την πληρωμή έγινε περί τις 15.3.01 και η δεύτερη περί το τέλος του ιδίου μήνα. Πήρε τις επιταγές συμπληρωμένες από την εναγόμενη και δεν γνωρίζει ποιος τις συμπλήρωσε. Αρνήθηκε ότι πήρε τις επιταγές από τον πρώην σύζυγο της. Κάθε φορά που επιστρεφετο πίσω μια επιταγή τηλεφωνούσε στην εναγόμενη και του έλεγε να κάμει υπομονή μέχρι να πάρει το δάνειο από τη Λαϊκή τράπεζα και θα τον πλήρωνε. Την τελευταία φορά που είδε τον Παυλίδη ήταν στο σπίτι στην Περιστερώνα μαζί με την εναγόμενη και επιθεωρούσαν τις δουλειές. Την εναγόμενη τη γνώρισε όταν πήγε στο σπίτι της και συμφώνησαν για τη δουλειά. Γνώριζε ότι ήταν ασφαλιστής και για να πληρωθεί τηλεφωνούσε στην ίδια και στον σύζυγο της και του έλεγαν για το δάνειο. Επέμενε ότι η εναγόμενη πήγαινε στη Περιστερώνα και επιθεωρούσε τη δουλειά και για να του εκδώσει τις επιταγές σημαίνει ότι επιθεώρησε και πως ήταν τελειωμένη η εργασία. Οι επιταγές δόθηκαν σε δυο ημερομηνίες. Αργότερα έμαθε από κάποιους που συνεργάζονταν με τον σύζυγο της ότι έφυγε από την Κύπρο. Ήταν η θέση του ότι έκαμε συμφωνία με την εναγόμενη να τον πληρώσει και του έκδωσε και του έδωσε η ίδια τις επίδικες επιταγές. Δεν ήταν συνέχεια στο σπίτι στην Περιστερώνα αλλά την είδε εκεί 3-4 φορές και δεν του έκαμε παρατήρηση όπως ούτε και ο Παυλίδης για την δουλειά του. Στο τέλος της υπόθεσης οι δικηγόροι παρέδωσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Αναφέρονται στη δοθείσα μαρτυρία και με επί μέρους αναφορές τόσο στη μαρτυρία όσο και σε νομολογία εισηγούνται τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να γίνει πιστευτή η εκδοχή εκάστης πλευράς. Ο κ. Μιχαηλίδης πρόβαλε επίσης προδικαστική ένσταση ότι ο ενάγων δεν συμμορφώθηκε με την προαπαιτουμένη προϋπόθεση αποστολή ειδοποίησης μη πληρωμής των επιταγών (notice of dishonour). Θεωρώ κατάλληλο και πριν προχωρήσω να αναφερθώ από τώρα, σε συντομία, σε ορισμένα θέματα που αφορούν τη νομική πτυχή. Επί συναλλαγματικών, και σημειώνω η επιταγή, σύμφωνα με το άρθρο 73 του Κεφ. 262, θεωρείται συναλλαγματική εκδομένη επί τραπεζίτη και πληρωτέα εν όψει, (Hermes Insurance v. Theodoratos
(1983)1 C.L.R 333), οι υπερασπίσεις είναι περιορισμένες και σύμφωνα με τη Δ.21 θ.3 η επιταγή προσβάλλεται μόνο αν υπάρχει ισχυρισμός που αφορά είτε την έκδοση, είτε στην ετοιμασία, την αποδοχή ή ειδοποίηση μη πληρωμής της. Σε κάθε, βέβαια, περίπτωση επιταγή μπορεί να προσβληθεί και για δόλο, ακυρότητα ή έλλειψη αντιπαροχής. Το άρθρο 30
(2)του Κεφ. 262 είναι σχετικό και δημιουργεί μαχητό τεκμήριο υπέρ του κατόχου της συναλλαγματικής ότι έδωσε αντιπαροχή και το βάρος κατάρριψης του μαχητού τεκμηρίου ότι ο κάτοχος της συναλλαγματικής δεν έδωσε αντιπαροχή για την έκδοση της, βαρύνει τον εκδότη ή αυτόν που επικαλείται την έλλειψη αντιπαροχής. (Ρωμανός ν. Χρύσανθου
(1991)1 Α.Α.Δ 991). Να υπομνήσω ακόμα το σχόλιο που έγινε στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Μιχαηλίδη
(1999)1 ΑΑΔ 2058 ότι σε αξίωση επί συναλλαγματικής δεν υπάρχει λόγος μεταξύ των άμεσα εμπλεκομένων να μην συνενώνεται στην απαίτηση και η αντιπαροχή. Στην παρούσα υπόθεση το θέμα της αντιπαροχής ηγέρθη από την εναγόμενη και ως εκ τούτου κατέστη το μόνο επίδικο, μεταφέροντας μάλιστα το βάρος στους ώμους της. Να προσθέσω ότι ο ενάγων δεν αναφέρει στην απαίτηση του το είδος της αντιπαροχής, ούτε και η αγωγή του συνδέεται με οτιδήποτε άλλο πέραν της έκδοσης των επιταγών, και δεν συνοδεύεται με οποιαδήποτε άλλη επικουρική βάση αγωγής. Προσθέτω ακόμα πως δεν ζητήθηκαν ούτε και λεπτομέρειες. Η τελευταία πιο πάνω παρατήρηση γίνεται γιατί ο ενάγων κατέθεσε τα τιμολόγια τα οποία σύμφωνα με την εκδοχή του έκδωσε κατόπιν οδηγιών της εναγομένης στο όνομα της εταιρείας Pavlides American Homes Ltd για σκοπούς επιστροφής του Φ.Π.Α. Να σημειώσω πως ο ισχυρισμός του δεν αμφισβητήθηκε, παρόλο που αναφορά στην εταιρεία ήταν από την εναγόμενη που έγινε για πρώτη φορά, και μάλιστα κατά το στάδιο της επανεξέτασης. Κρίνω πως ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του ευσταθεί, όχι γιατί μόνο γιατί δεν αμφισβητήθηκε, αλλά κυρίως γιατί στην υπεράσπιση η εναγομένη δεν εγείρει θέμα συμφωνίας του ενάγοντα με την συγκεκριμένη εταιρεία, αλλά με τον σύζυγο της. Και ότι έκδωσε τις επιταγές γιατί της το ζήτησε ο σύζυγος της. Να προσθέσω ότι στο ίδιο μήκος ήταν και η μαρτυρία της. Κατέθεσε ότι ο σύζυγος έκτιζε σπίτια και ο ενάγων του έκαμνε δουλειές. Ακόμα, και ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επιταγές, η εκδοχή της ήταν ότι ο σύζυγος της την φώναξε και της είπε ότι έπρεπε να πληρώσει τον ενάγοντα αλλά έλειψε το βιβλιάριο επιταγών του. Πουθενά δεν έκαμε αναφορά σε εταιρεία. Για πρώτη φορά ως λέχθηκε τέθηκε θέμα εταιρείας στην επανεξέταση της εναγομένης. Κατά συνέπεια η εταιρεία με τον τρόπο που επιχειρήθηκε να εισαχθεί είναι αντίθετη τόσο με την υπεράσπιση όσο και με την προφορική μαρτυρία της εναγόμενης. Το ερώτημα συνεπώς παραμένει, σε σχέση με την αντιπαροχή, αν η εναγομένη συμφώνησε με τον ενάγοντα, ή αν η συμφωνία έγινε με τον πρώην σύζυγο της. Αυτό ήταν το μόνο επίδικο θέμα που ηγέρθη στη υπεράσπιση και προωθήθηκε με τη μαρτυρία της εναγομένης. Και οι δυο πλευρές αναφέρονται στη μαρτυρία των δυο πρωταγωνιστών εντοπίζοντας αντιφάσεις οι οποίες κατά την εισήγηση τους αναδεικνύουν την αναξιοπιστία κάθε πλευράς. Θα ξεκινήσω από μια βασική εισήγηση του κ. Παστελλίδη, απτομένη ουσιαστικά και στο τρόπο έναρξης της διαδικασίας. Ήταν παραδεκτό στην υπεράσπιση ότι ο ενάγων ήταν κάτοχος των επιταγών και σύμφωνα με τις παραγράφους 3, 5 και 7 ότι η εναγομένη παρέδωσε τις επιταγές στον ενάγοντα. Ακριβώς με βάση το δεδομένο αυτό και κατόπιν σχετικής δήλωσης των δικηγόρων το βάρος μετατέθηκε στην εναγόμενη. Έχει ήδη γίνει αναφορά στο θέμα αυτό. Αντίθετα όμως από όσα αναφέρονται στην υπεράσπιση, η εναγόμενη στη μαρτυρία της αποστασιοποιήθηκε εντελώς και κατέθεσε ότι δεν έδωσε η ίδια τις επιταγές στον ενάγοντα, αλλά τις έδωσε στον σύζυγο της. Αντεξεταζόμενη αρνήθηκε ότι έδωσε τις επιταγές στον ενάγοντα και ήταν η εκδοχή της ότι δεν είχε καμιά συνομιλία μαζί του και οι επιταγές δόθηκαν από τον σύζυγο της. Είναι ακόμα η ορθή η παρατήρηση του κ. Παστελλίδη ότι ενώ στην υπεράσπιση (παράγραφος 5) η εναγόμενη παραδέχεται ότι ήταν παρούσα στη συνομιλία του συζύγου της με τον ενάγοντα, στην μαρτυρία της διαφοροποιήθηκε και πάλι και ανέφερε ότι δεν ήταν παρούσα αλλά βρισκόταν στην κουζίνα και σε κάποια στιγμή την φώναξε ο σύζυγος της για να εκδώσει τις επιταγές. Πρόκειται βεβαίως για αντιφάσεις με σημασία, και με ιδιαίτερη αξία ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας, όχι μόνο γιατί είναι σε αντίθεση με την υπεράσπιση, και του τρόπου έναρξης της διαδικασίας, αλλά κρίνω ότι σηματοδοτεί ακριβώς μια προσπάθεια της εναγόμενης να αποστασιοποιηθεί εντελώς από τα διαδραματισθεντα για να δώσει προφανώς περισσότερη έμφαση στον ισχυρισμό της. Θεωρώ πως εν πάση περιπτώσει καταλυτική για την αξιολόγηση της μαρτυρίας, σε συνάρτηση με την πιο πάνω λεχθείσα προσπάθεια της εναγόμενης για να αποστασιοποιηθεί, είναι οι ίδιες οι επιταγές που ανατρέπουν εκ βάθρων κάθε περί αντιθέτου ισχυρισμό της. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι σε ένα μήνα την εγκατέλειψε ο σύζυγος της και πήγε στη τράπεζα και σταμάτησε την πληρωμή των επιταγών, εκτός από την πρώτη που δεν πρόλαβε. Απλή ματιά στις επιταγές και στην όψη τους παρουσιάζεται το ακόλουθο σκηνικό. Η πρώτη επιταγή φέρει ημερομηνία πληρωμής 5.4.01 και οι υπόλοιπες είναι πληρωτέες από 1.5.01 μέχρι και 1.1.02. (τεκμήρια 1 μέχρι 10 αντίστοιχα). Και αν ακόμα αποδεχθώ τον ισχυρισμό της ότι για την πρώτη επιταγή δεν πρόλαβε να σταματήσει την πληρωμή της, οι επιταγές τεκμήρια 4 μέχρι και 8 επιστράφηκαν απλήρωτες, άλλες με την ένδειξη «αποταθείτε στο εκδότη» και άλλες «please represent.» Είναι ακόμα ενδιαφέρον να λεχθεί ότι για τις επιταγές τεκμήρια 9 και 10 που ήταν πληρωτέες την 1.12.01 και 1.1.02 σταμάτησε την πληρωμή τους, ενώ οι προηγούμενες (τεκμ.4 -8) επιστράφηκαν για τους λόγους που έχω αναφέρει. Συνάγεται συνεπώς πως ο ισχυρισμός της ότι σταμάτησε την πληρωμή των επιταγών γιατί εγκατέλειψε την Κύπρο ο σύζυγος και δεν θα κατέβαλλε στο λογαριασμό της τα αντίστοιχα ποσά, που ήταν σύμφωνα πάντα με την εκδοχή της η συμφωνία της με τον σύζυγο της, όχι μόνο δεν ευσταθεί αλλά και ανατρέπεται από τις ίδιες τις επιταγές. Επισημαίνω ακόμα πως ούτε και το γεγονός ότι ο ενάγων της τηλεφωνούσε κάθε φορά που επιστρεφόταν μια επιταγή δεν το αρνήθηκε, αρνήθηκε όμως ότι του είπε να κάμει υπομονή μέχρι να πάρει κάποιο δάνειο, και ότι η απάντηση που του έδωσε ήταν «υπάρχει και δικαστήριο.» Τέλος παρόλο που στην υπεράσπιση, όπως και στη μαρτυρία της ανέφερε ότι θυμάται ότι έκδωσε όλες τις επιταγές μαζί και τις έδωσε στο σύζυγο της, γεγονός που το βεβαίωσε και επέμενε επ' αυτού κατά την αντεξέταση, όταν όμως της επιδείχθηκαν οι επιταγές και η ανακολουθία στην αριθμητική τους σειρά, δέκτηκε ότι εκδόθηκαν από δυο διαφορετικά βιβλιάρια επιταγών και στην ερώτηση γιατί κατέθεσε ότι τις έκδωσε όλες μαζί από ένα βιβλιάριο, επικαλέστηκε τη πάροδο του χρόνου και ότι δεν θυμόταν. Ενισχύει όμως σε κάθε περίπτωση την εκδοχή του ενάγοντα ότι βρέθηκαν δύο φορές για να του δώσει τις επιταγές. Οι πάνω καίριες αντιφάσεις της εναγομένης ανατρέπουν κάθε περί αντιθέτου ισχυρισμό της, και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, ο οποίος να σημειώσω άφησε πολύ καλύτερες εντυπώσεις από την εναγόμενη, ήταν σταθερός στις απαντήσεις του και πειστικός, ενώ η εκδοχή του συνάδει περισσότερο με την λογική των πραγμάτων και την αλληλουχία των γεγονότων. Προσθέτω ακόμα πως δεν έχω εντοπίσει αντιφάσεις στη μαρτυρία του που να δικαιολογούν την απόρριψη της, ή να είναι τέτοιες που να οδηγούν ή να δείχνουν τάση ή διάθεση ψεύδους εκ μέρους του. Έτσι για παράδειγμα ότι στην έκθεση απαιτήσεως αναφέρεται ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες, ως εισηγείται ο κ. Μιχαηλίδης, (παράγραφος 1), ενώ στη μαρτυρία του κατέθεσε ότι η εναγόμενη του έδωσε τις επιταγές σε δυο διαφορετικές ημερομηνίες δεν κρίνεται ως ουσιώδης αντίφαση, θα έλεγα πως δεν είναι καν αντίφαση, αφού αφενός δεν ανατρέπει τη μαρτυρία του και αφετέρου θα μπορούσαν να ζητηθούν λεπτομέρειες. Άλλωστε η πιο πάνω αναφορά στην έκθεση απαιτήσεως γίνεται με άμεση παραπομπή και διασύνδεση με τις επιταγές που αναγράφεται το ποσό, η ημερομηνία πληρωμής και ο αριθμός εκάστης επιταγής. Κρίνω ακόμα πως δεν αποτελεί αντίφαση ότι στην κυρίως εξέταση κατέθεσε ότι ουδέποτε η εναγόμενη του είπε ότι την εγκατέλειψε ο σύζυγος της, αφού κατά την αντεξέταση κατέθεσε ότι αργότερα έμαθε από κάποιους που συνεργάζονταν με τον Παυλίδη ότι έφυγε από την Κύπρο και ότι, στις αρχές, η εναγόμενη δεν του είπε οτιδήποτε αλλά του το ανέφερε μεταγενέστερα. Να υπομνήσω πως είναι νομολογημένο, ότι η ύπαρξη τυχόν μικροαντιφάσεων δεν επηρεάζει τη γενική εικόνα ενός μάρτυρα, αντιθέτως μπορούν να κριθούν ότι την ενισχύουν αφού αποτελεί ένδειξη έλλειψης προετοιμασίας και προσυνεννόησης. (A.N.Stasis Estates Ltd v. G.M.P Katsambas Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 860). Ένα θέμα που εγείρει ο κ. Μιχαηλίδης στην αγόρευση του αφορά το ζήτημα της αντιπαροχής, όπως το έθεσε η πλευρά του ενάγοντα. Είναι η θέση του ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα για δήθεν δέσμευση του να μην εγείρει αγωγή προβάλλεται για πρώτη φορά αφού δεν υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός στην έκθεση απαιτήσεως, και κατά συνέπεια ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του ενάγοντα. Και ο λόγος είναι γιατί η συμφωνία έγινε με την εταιρεία και κατά συνέπεια το χρέος οφείλεται από την εταιρεία και όχι από την εναγόμενη. Έχω ήδη αναφέρει ότι δεν υπήρχε ισχυρισμός στην υπεράσπιση ότι το χρέος οφειλόταν από την εταιρεία, ούτε ότι οι επιταγές εκδόθηκαν από την εναγόμενη για την εταιρεία του συζύγου της. Να προσθέσω ακόμα πως σύμφωνα με την εκδοχή της ο σύζυγος της είπε ότι έλειψε το δικό του βιβλιάριο επιταγών και όχι κάποιας εταιρείας. Επιπλέον η αναντίλεκτη μαρτυρία του ενάγοντα ήταν ότι η εναγόμενη του ζήτησε να εκδοθούν τιμολόγια στο όνομα της εταιρείας για να μπορέσει να διεκδικήσει το ΦΠΑ. Και είναι προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού του που παρουσίασε τα τιμολόγια στο δικαστήριο και όχι ως προς με ποιον έκαμε τη συμφωνία. Ο ενάγων κατέθεσε στην κυρίως εξέταση ότι μετά που τελείωσε την εργασία ζητούσε να πληρωθεί από την εναγόμενη και τον σύζυγο της. Ενώ αρχικά του έλεγαν να μην ανησυχεί και θα πληρωθεί, μετά τον απέφευγαν. Μετά από επίμονες προσπάθειες μίλησε τηλεφωνικά με την εναγόμενη και της είπε ότι αν δεν πληρωθεί θα κινούσε αγωγή εναντίον τους και έτσι η εναγόμενη αναγκάστηκε και συμφώνησε να συναντηθούν στο σπίτι της. Τελικά, παρόλο που ήθελε όλο το ποσό, δέχτηκε και πήρε τις μεταχρονολογημένες επιταγές ως εγγύηση και δεν θα κινούσε αγωγή εναντίον τους. Εδώ να παρεμβάλω ότι η ουσία του ισχυρισμού του ενάγοντα είναι ότι η συμφωνία έγινε με την εναγόμενη και το σύζυγο της και ως αποτέλεσμα, παρόλο που ήθελε να πληρωθεί αμέσως, δέχτηκε να πάρει τις μεταχρονολογημένες επιταγές ως εγγύηση για να είναι εξασφαλισμένος. Η εγγύηση και εξασφάλιση του ενάγοντα με τις μεταχρονολογημένες επιταγές αφορούσε, σύμφωνα με την εκδοχή του, το ποσό που του όφειλε η εναγόμενη για τις εργασίες που συμφώνησε να κάμει μαζί της καθώς και με τον σύζυγο της, και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ύπαρξη ή όχι ανταλλάγματος. Η ουσία και το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η εναγόμενη συμφώνησε με τον ενάγοντα, και όχι η έκδοση των επιταγών που ήταν παρεπόμενο ζήτημα και δευτερεύον θέμα απτόμενο μόνο του τρόπου πληρωμής. Η έκδοση των επιταγών ήταν το μέσο αποπληρωμής της συμφωνηθείσας και εκτελεσθείσας εργασίας. (Robust Trad. Co. Ltd v. Λεωνίδα
(1996)1 Α.Α.Δ.304). Και ο ενάγων τις αποδέχτηκε, αντί της άμεσης πληρωμής, από τη εναγόμενη. Ότι ο ενάγων έλεγε την αλήθεια και η πλάστιγγα κλίνει προς το μέρος του φαίνεται και από το γεγονός ότι η εναγόμενη μόνο μερικές εκ των επιταγών σταμάτησε την πληρωμή τους, ενώ οι περισσότερες επιστράφηκαν ως απλήρωτες λόγω έλλειψης κεφαλαίων. Αν η εναγόμενη έκδωσε τις επιταγές υπό τις συνθήκες που κατέθεσε, το πρώτο διάβημα που λογικά θα έπρεπε να λάβει ήταν να σταματήσει, αμέσως μάλιστα, την πληρωμή όλων των επιταγών και όχι να τις αφήσει να επιστρέφονται απλήρωτες. Για τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεχτώ την εκδοχή της, σε αντίθεση με την εκδοχή του ενάγοντα η οποία και γίνεται αποδεκτή, με την εξαγωγή αναλόγων ευρημάτων εξ' αυτής. Χάριν συντομίας και προς αποφυγήν επαναλήψεων αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι η εναγομένη μαζί με τον σύζυγο της συμφώνησαν με τον ενάγοντα να προβεί σε πελεκανικές εργασίες σε ξύλινο σπίτι που ανέλαβαν να ανεγείρουν η εναγομένη και ο σύζυγος της. Μετά την ολοκλήρωση της εργασίας η εναγομένη στο σπίτι της συμφώνησε με τον ενάγοντα να πληρωθεί με μεταχρονολογημένες επιταγές. Ως αποτέλεσμα υπέγραψε και παρέδωσε στον ενάγοντα, σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες, 10 μεταχρονολογημένες επιταγές άξιας Λ.Κ.1000 εκάστης. Ο ενάγων παρουσίασε τις επιταγές προς εξαργύρωση και αυτές δεν τιμήθηκαν και δεν πληρώθηκαν, άλλες λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του έκδοτη της, ή για τον λόγο αποταθείτε στον έκδοτη, και άλλες γιατί η εναγόμενη σταμάτησε τη πληρωμή τους. Ως προνοείται στο άρθρο 27 του κεφ.262 και ως εξηγείται και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 4η εκδ. Τόμος 4
(1), παρα. 379, αντιπαροχή που έχει αξία μπορεί να συνίσταται από οποιαδήποτε αντιπαροχή επαρκή για να στηρίξει σύμβαση και είναι αδιάφορο αν η επιταγή είναι πληρωτέα σε πρώτη ζήτηση ή σε μελλοντικό χρόνο. Και για τον κάτοχο της, ως λέχθηκε, υπάρχει τεκμήριο, μαχητό, σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του Νόμου για αξία και καλή πίστη. Ο κ. Παστελλίδης εισηγήθηκε ότι δυνάμει του άρθρου 41 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, που προνοεί, αν ο δανειστής αποδεχτεί εκπλήρωση της υπόσχεσης από τρίτο δεν δύναται έπειτα να στραφεί προς εκτέλεση εναντίον του οφειλέτη, ότι η αποδοχή των επιταγών από τον ενάγοντα αποτελεί επαρκή αντιπαροχή για την εναγομένη. Αυτό θα ήταν ορθό αν η κατάληξη και το εύρημα του δικαστηρίου ότι η εναγομένη με την έκδοση των επιταγών και την αποδοχή τους εκ μέρους του ενάγοντα, ανέλαβε να καλύψει την οφειλή κάποιου τρίτου. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το πιο πάνω σύγγραμμα στη σελ.292 : « If the liability is that of a third party there must be some relationship between the receipt of the instrument and the antecedent debt or liability such as forbearance, or promise to forbear, express or implied, on the part of the recipient in regard to the third party's debt or liability.» Στο βαθμό που μπορεί να λεχθεί ότι έχουν εφαρμογή τα πιο πάνω είναι μόνο σε ότι αφορά το σύζυγο της, αφού σύμφωνα με την αποδεχτή μαρτυρία του ενάγοντα συμφώνησαν μαζί του η εναγόμενη με τον σύζυγο της για τις εργασίες που ανέλαβε και εκτέλεσε. Έτσι και από αυτή τη σκοπιά και πάλι η υπεράσπιση της εναγόμενης για έλλειψη ανταλλάγματος οδηγείται σε αποτυχία. Με διαμορφωμένα τα ευρήματα του δικαστηρίου καταλήγω ότι η ενάγουσα δεν απέσεισε το βάρος που έφερε και δεν έχει αποδείξει την έλλειψη αντιπαροχής κατά τον χρόνο έκδοσης των επιταγών. Παραμένει να εξεταστεί η προδικαστική ένσταση, ότι ο ενάγων δεν απέστειλε ειδοποίηση μη πληρωμής (notice of dishonour), ούτε και δικογραφείται πότε και με ποιο τρόπο έγινε η ειδοποίηση αυτή. Αντιπροβάλλει ο κ. Παστελλίδης ότι ο ενάγων κατέθεσε ότι για κάθε επιταγή που επιστρεφετο ο ειδοποιούσε την εναγόμενη. Το ζήτημα ρυθμίζεται από τα άρθρα 48, 49 και 50 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ.262. Ως εξηγείται στους Halsbury's ανωτέρω παραγ. 425 σελ. 318, η ειδοποίηση μη πληρωμής πρέπει να δοθεί στον έκδοτη, διαφορετικά ο έκδοτης ή και οποιοσδήποτε οπισθογραφήσας απαλλάσσεται ευθύνης (discharged). Άμεσα σχετικό είναι το άρθρο 48 του Νόμου. Οι κανόνες που ρυθμίζουν την ειδοποίηση μη πληρωμής καθορίζονται εξαντλητικά στο άρθρο 49 και σύμφωνα με την εισήγηση του κ. Παστελλλιδη στη παρούσα υπόθεση εφαρμόζεται το άρθρο 49 (ε) και (β), γιατί σύμφωνα με την μαρτυρία του ενάγοντα για την επιστροφή κάθε επιταγής ως απλήρωτης επικοινωνούσε με την εναγομένη που την ενημέρωνε, και τον παρακαλούσε να κάμει υπομονή. Σύμφωνα με τις πάνω υποπαραγράφους του άρθρου 49 η ειδοποίηση μπορεί να δοθεί και με προφορική επικοινωνία και υπό οιουσδήποτε όρους οι οποίοι επαρκώς βεβαιώνουν τη συναλλαγματική και υποδηλώνουν ότι η συναλλαγματική δεν έχει τιμηθεί εξαιτίας μη πληρωμής. Σύμφωνα με την υποπαράγραφο (ζ) η γραπτή ειδοποίηση δεν χρειάζεται να υπογραφεί και ανεπαρκής γραπτή ειδοποίηση μπορεί να συμπληρωθεί και να καταστεί έγκυρη με προφορική επικοινωνία. Η ειδοποίηση θα πρέπει να δοθεί ευθύς μόλις η συναλλαγματική δεν τιμηθεί ή εντός εύλογου χρόνου. Το ερώτημα όμως που τίθεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι κατά πόσο απαιτείτο η σχετική ειδοποίηση. Η απάντηση κατά την γνώμη μου είναι αρνητική. Σύμφωνα με το άρθρο 50
(2)(γ) (
  1. iv)(
  2. v)του Νόμου δεν απαιτείται ειδοποίηση μη τίμησης όταν ο πληρωτής ή αποδέκτης δεν υπέχει σε σχέση προς τον ίδιο και τον έκδοτη υποχρέωση να αποδεχθεί ή να πληρώσει τη συναλλαγματική και, όταν ο έκδοτης έχει ανακαλέσει την πληρωμή. Να σημειώσω πως πληρωτής (drawee) κάτω από το εδάφιο (
  3. iv)είναι η τράπεζα, αφού ως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα των Halsbury's παρα. 311 σελ.257, τα αναγκαία μέρη σε μια επιταγή είναι τα ίδια όπως επί συναλλαγματικών, με τη διαφορά ότι πληρωτής (drawee) είναι η τράπεζα. Η τράπεζα δεν γίνεται αποδέκτης (acceptor) της επιταγής, αλλά υπάρχει εξυπακουόμενη συμφωνία μεταξύ της και του πελάτη της, ότι θα τιμήσει επιταγές που θα εκδίδει ο πελάτης επί ονόματι της (δες σχετικώς άρθρο 73 του Νόμου) μέχρι του ύψους του ποσού των διαθέσιμων κεφαλαίων του πελάτη. Η ευθύνη του τραπεζίτη είναι μόνο έναντι του πελάτη του και σε περίπτωση μη τίμησης μιας επιταγής μόνο ο εκδότης φέρει ευθύνη. Είναι, θεωρώ, πως γι' αυτόν ακριβώς το λόγο που στο σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange and Cheques 12η εκδ. παρα. 21-043, σελ. 317 εξηγείται ότι τέτοια ειδοποίηση δεν απαιτείται όταν η μη τίμηση της επιταγής οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του πελάτη της τράπεζας (insufficiency of funds), ή όταν κλείσει ο λογαριασμός του εκδότη, ή ακόμα στην περίπτωση που ο εκδότης ανακαλέσει την πληρωμή της επιταγής. Και στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης οι επιταγές δεν τιμήθηκαν είτε γιατί ανακάλεσε τη πληρωμή τους η εναγομένη, είτε γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της. Έπεται συνεπώς, ότι δεν απαιτείτο ειδοποίηση μη πληρωμής των επιταγών, ανεξάρτητα από το γεγονός, το οποίο έχει γίνει αποδεκτό, ότι ο ενάγων για κάθε επιταγή που επιστρεφετο ειδοποιούσε την εναγομένη. Επί του ιδίου όμως θέματος υπάρχει ακόμα μια παράμετρος. Η εναγόμενη κατέθεσε αντεξεταζόμενη ότι κατά τον χρόνο έκδοσης των επιταγών γνώριζε ότι δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια για να καλύψει την πληρωμή τους. Στην υπόθεση National Bank of Greece v. N.I Droushiotis (Imports - Exports) Ltd
(1976)4 J.S.C. 616 υπεδείχθη ότι οι εναγόμενοι εκδότες της συναλλαγματικής γνώριζαν, και μάλιστα εξ΄ αρχής, ότι δεν τιμήθηκε η συναλλαγματική, γνωρίζοντας και τις ακριβείς περιστάσεις που δεν τιμήθηκε, και το δικαστήριο θα έπρεπε να συμπεράνει ότι από τη συμπεριφορά τους παραιτήθηκαν του δικαιώματος τους για την αναγκαιότητα της ειδοποίησης. Σχετικό είναι το άρθρο 50
(2)(β) του Νόμου Κεφ.262 που προνοεί ότι η ειδοποίηση μη τίμησης δεν απαιτείται μετά από ρητή ή σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα. Και στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, η εναγόμενη από την ίδια στιγμή που υπέγραφε και παρέδινε τις επιταγές στον ενάγοντα, γνώριζε, ως η ίδια κατέθεσε, ότι δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια, γεγονός από το οποίο εύλογα μπορεί να συναχθεί ότι είχε παραιτηθεί του δικαιώματος της για ειδοποίηση μη τίμησης των επιταγών. Έτσι, και για παράδειγμα στην υπόθεση Brett v. Levett
(1811)13 East 213, ο εκδότης κρίθηκε ότι παραιτήθηκε του δικαιώματος του όταν είπε στον αποδέκτη της συναλλαγματικής ότι δεν θα τιμηθεί κατά την ορισθείσα ημερομηνία. Στην βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων και καταλήξεων ο ενάγων δικαιούται απόφασης εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €17086 (Λ.Κ.10.000.) με νόμιμο τόκο πλέον τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.