ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 1013/04, 7 Νοεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A217 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1013/04 Μεταξύ: ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσα - και - ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενης Ημερομηνία: 7 Νοεμβρίου, 2008. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Η κα Β. Σιηττή. Για την Εναγόμενη: Ο κ. Χρ. Χριστοφίδης για Λ. Παπαφιλίππου και Σία. ----------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης η Ενάγουσα είναι η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου που ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου 7
(1)του 1998 όπως έχει τροποποιηθεί. Η Εναγόμενη είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι ιδιοκτήτρια/αδειούχος παγκύπριου τηλεοπτικού σταθμού με το όνομα και/ή την επωνυμία ΑΝΤΕΝΑ. Η Ενάγουσα έχει δικαίωμα που της δίδει ο Νόμος για επιβολή κυρώσεων προς τους σταθμούς για παραβάσεις του Νόμου και των Κανονισμών που δημοσιεύονται με βάση αυτόν, του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, των όρων της άδειας για σύνθεση και μετάδοση τηλεοπτικών εκπομπών όπως επίσης και τον έλεγχο τήρησης των εγκυκλίων, οδηγιών ή συστάσεων που εκδίδονται για την τήρηση των αρχών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας το οποίο δικαίωμα περιλαμβάνει σύμφωνα με το Νόμο και την επιβολή διοικητικού προστίμου. Στα πλαίσια αυτών των δικαιωμάτων της η Ενάγουσα εξετάζοντας παράπονο/καταγγελία εναντίον της Εναγόμενης και αφού της έδωσε το δικαίωμα να ακουστεί εξέδωσε απόφαση στην υπόθεση 11/2003
(1)στις 10.9.03 με την οποία επέβαλε στην Εναγόμενη διοικητικό πρόστιμο ύψους Λ.Κ.4.000 για παράβαση άρθρων του Νόμου. Το ποσό αυτό αξιώνει με την παρούσα αγωγή με νόμιμο τόκο πλέον έξοδα και ΦΠΑ από την Εναγόμενη η οποία δεν το έχει πληρώσει και η οποία, ας σημειωθεί, ενώ είχε την ευκαιρία να ελέγξει τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης επιβολής του προστίμου με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος, δεν το έχει πράξει. Με την τροποποιημένη υπεράσπιση που καταχώρησε η Εναγόμενη, μετά που της δόθηκε σχετική άδεια με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.12.07, ισχυρίζεται ότι η απόφαση της Ενάγουσας είναι προϊόν παρανομίας, βασίστηκε σε εσφαλμένη ερμηνεία του Νόμου, η απόφαση δεν εξουσιοδοτείται από το σχετικό Νόμο και τους Κανονισμούς, η αγωγή είναι πρόωρη διότι εκκρεμούσε καταγγελία της Εναγόμενης στην Επίτροπο Διοίκησης για τα ίδια θέματα η οποία δεν είχε ακόμη εξεταστεί ενώ επιβλήθηκε το πρόστιμο, η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την αγωγή στο όνομά της, η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την Ενάγουσα αντίκειται στα Άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος και παραβιάζει το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, Ν. 39/
- Η Εναγόμενη, επίσης, αρνείται ότι η απόφαση της Ενάγουσας αποτελεί έγκυρη ή νόμιμη διοικητική πράξη, ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα ενήργησε καθ' υπέρβαση του Νόμου και ότι η πράξη της λήφθηκε κατά παράβαση του Νόμου και/ή καθ' υπέρβαση εξουσίας. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών συμφώνησαν στην κατάθεση κοινών παραδεκτών γεγονότων αφού όπως προκύπτει από τα δικόγραφα δεν υπάρχει αμφισβήτηση των γεγονότων αλλά η επιχειρηματολογία τους βασίζεται σε καθαρά νομικά σημεία. Τα κοινά παραδεκτά γεγονότα στα οποία οι διάδικοι συμφώνησαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο είναι τα ακόλουθα:
- Είναι κοινά παραδεκτό γεγονός ότι η Εναγόμενη εκλήθη από την Ενάγουσα και έλαβε μέρος στη διοικητική διαδικασία που ακολουθήθη, ως η παρ. 5 της Έκθεσης Απαιτήσεως.
- Είναι κοινά παραδεκτό γεγονός, η ύπαρξις της διοικητικής απόφασης της Ενάγουσας, ημερ. 10.9.03 με την οποία επέβαλε στην Εναγόμενη το διοικητικό πρόστιμο των Λ.Κ.4.000, ως η παρ. 6 της Εκθέσεως Απαιτήσεως.
- Είναι κοινά παραδεκτό γεγονός, ότι η απόφαση της Ενάγουσας ημερ. 10.9.03 αποτελεί διοικητική πράξη η οποία δεν προσεβλήθη από την Εναγόμενη με προσφυγή, ως η παρ. 7 της Εκθέσεως Απαιτήσεως.
- Είναι κοινά παραδεκτό γεγονός, ότι η Εναγόμενη έλαβε γνώση της διοικητικής απόφασης ημερ. 10.9.03 με επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 2.10.03 και με την οποία εκλήθη όπως μέχρι τις 14.11.03 καταβάλει στην Ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.4.000 το οποίο της επεβλήθη ως διοικητικό πρόστιμο, ως η παρ. 8 της Εκθέσεως Απαιτήσεως.
- Είναι κοινά παραδεκτό γεγονός ότι η Εναγόμενη δεν κατέβαλε το διοικητικό πρόστιμο των Λ.Κ.4.000 που της επεβλήθη με την απόφαση της Ενάγουσας ημερ. 10.9.03, ως η παρ. 8 της Εκθέσεως Απαιτήσεως.
- Τα διοικητικά πρόστιμα που εισπράττει η Αρχή κατόπιν απόφασης, κατατίθενται στο Ταμείο της Αρχής, σύμφωνα με τον αρ. 38.1.δ. του Νόμου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις για τα νομικά θέματα που εγείρονται και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε νομολογία. Εξετάζοντας τα πιο πάνω θέματα, με βάση και τα παραδεκτά γεγονότα, προκύπτει σαφώς ότι η αξίωση της Ενάγουσας βασίζεται σε διοικητικό πρόστιμο το οποίο επεβλήθη στην Εναγόμενη στις 10.9.
- Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η επιβολή του προστίμου αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, τον έλεγχο της οποίας έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να εξετάσει μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Όπως έχει αναφερθεί σε πληθώρα αποφάσεων, αναφέρω ενδεικτικά την υπόθεση Takis P. Markides Ltd v. Γενικός Εισαγγελέας
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1424, το Άρθρο 146 του Συντάγματος αποκλείει την εξέταση άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως από οποιοδήποτε Δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης. Εφόσον η διοικητική πράξη με την οποία επιβλήθηκαν το διοικητικό πρόστιμο δεν ακυρώθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 146 του Συντάγματος αυτή τεκμαίρεται ως νόμιμη με όλες τις συνέπειες που ενέχει στα δικαιώματα του Εναγόμενου. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι εναντίον της διοικητικής πράξης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης των Εναγόντων στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καταχωρηθεί προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο και συνεπώς το τεκμήριο νομιμότητας που διέπει μια διοικητική πράξη έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση σφραγιστεί με αποτέλεσμα η εν λόγω διοικητική πράξη όχι μόνο να τεκμαίρεται αλλά να είναι νόμιμη. Υπάρχει πλούσια νομολογία αναφορικά με το θέμα ότι δεν μπορεί Επαρχιακό Δικαστήριο να εξετάσει με κανένα τρόπο τη νομιμότητα και/ή τις συνθήκες που οδήγησαν το διοικητικό όργανο στην έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης. Αναφέρω ενδεικτικά τις αποφάσεις Νίτσα Κυριάκου κ.ά. ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 589, Ζήνωνα Ζ. Χρήστου ν. ΕΤΕΚ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1847, Marketrends Financial Services Ltd ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 223 και πολύ παλαιότερα οι υποθέσει Pouros and another v. Attorney General
(1980)1 CLR 411, Director of Customs and Excise v. Grecian Hotel
(1985)1 CLR 476. Επομένως, με βάση τη νομολογία που έχει αναφερθεί πιο πάνω, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει καμιά απολύτως δικαιοδοσία να εξετάσει την απόφαση για επιβολή διοικητικού προστίμου ούτε και οποιαδήποτε πτυχή της που να αναφέρεται στις συνθήκες έκδοσής της είτε άμεσα είτε έμμεσα. Εξετάζοντας, τώρα, τις θέσεις της Υπεράσπισης, αναφορικά με το δικαίωμα της Ενάγουσας να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή αναφέρω τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Νόμου 7/98 ιδρύεται ανεξάρτητη αρχή καλούμενη Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(3)(α) του ίδιου Νόμου η Αρχή μπορεί να ενάγει και να ενάγεται. Επομένως, ο ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή είναι καταδικασμένος σε αποτυχία και απορρίπτεται, αφού το δικαίωμα καταχώρησης αγωγών κατοχυρώνεται από το Νόμο που έχει ιδρύσει την Αρχή. Η Εναγόμενη έχει, επίσης, τη θέση ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται να διεκδικήσει την είσπραξη διοικητικών προστίμων και παραπέμπει σχετικά στο Άρθρο 41(β)
(3)του Νόμου όπως έχει τροποποιηθεί. Προτού, να αναφερθώ στο εν λόγω άρθρο, αναφέρω ότι σύμφωνα με το άρθρο 38
(1)(δ) του Νόμου: «Η Αρχή έχει χωριστό ταμείο στο οποίο κατατίθενται .έσοδα που προέρχονται από την επιβολή διοικητικού προστίμου στους Σταθμούς σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος Νόμου.». Είναι, δηλαδή, σαφές ότι τα διοικητικά πρόστιμα που επιβάλλονται από την Αρχή εισπράττονται και κατατίθενται στο δικό της ταμείο. Το άρθρο 41(β)
(3)του Νόμου αναφέρει τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση παράλειψης των κατά τον παρόντα Νόμο επιβαλλόμενων από την Αρχή διοικητικών προστίμων η Αρχή λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττεται το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία.». Είναι εισήγηση της Εναγόμενης ότι η πιο πάνω πρόνοια καταδεικνύει ότι η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την Ενάγουσα αντίκειται στα Άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος τα οποία προνοούν ότι χρέη οφειλόμενα προς τη Δημοκρατία κατατίθενται στο πάγιο ταμείο του κράτους. Είναι η θέση μου ότι ο συνδυασμός των άρθρων 38
(1)(δ) και 41(β)
(3)του Νόμου δεν μπορεί να τύχει άλλης ερμηνείας από το ότι η Ενάγουσα με βάση το άρθρο 41(β)
(3)του Νόμου πρέπει να λάβει δικαστικά μέτρα για να εισπράξει το ποσό που οφείλεται με τον ίδιο τρόπο που η Δημοκρατία εισπράττει αστικό χρέος («. ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.») που δεν είναι άλλος από την καταχώρηση αγωγής. Αυτή είναι η απλή ερμηνεία του εν λόγω άρθρου και αυτό το νόημα, έχω την άποψη ότι, θα πρέπει να του αποδοθεί. Οποιαδήποτε τυχόν άλλη ερμηνεία συμπεριλαμβανομένης και της θέσης της Εναγόμενης ότι θα έπρεπε να καταχωρηθεί αγωγή στο όνομα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για την είσπραξη του εν λόγω ποσού δεν με βρίσκει σύμφωνη και επιπλέον βρίσκω ότι θα καταστρατηγούσε τον σκοπό ίδρυσης και λειτουργίας της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης σύμφωνα με το Νόμο που την έχει καθιδρύσει. Όσον αφορά το θέμα συνταγματικότητας του Νόμου 7
(1)/98 αυτό έχει επιλυθεί με πολλές αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου στις οποίες και έχει κριθεί ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι συνταγματικές. Αναφέρω ενδεικτικά τις Πολιτικές Εφέσεις 15105 ημερομηνίας 22.6.06 και 12186 ημερομηνίας 26.2.06 μεταξύ S. Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου. Ο ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την Ενάγουσα παραβιάζει το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και αυτό το θέμα έχει λυθεί με απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση S. Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου ημερομηνίας 24.2.04 όπου αναφέρονται τα εξής: «Το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης αναφέρεται σε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου. Εκείνο που χρειάζεται σε περιπτώσεις όπου εκδίδονται από διοικητικά όργανα αποφάσεις καθοριστικές αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι η δυνατότητα πρόσβασης σε Δικαστήριο για προσβολή της διοικητικής απόφασης. Εφόσον προσφέρεται τέτοια δυνατότητα, αποκτά πλέον σημασία η έκταση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.». Ούτε ο ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι η παρούσα αγωγή ηγέρθηκε πρόωρα εφόσον εκκρεμούσε η εξέταση καταγγελίας/παραπόνου από την Εναγόμενη στην Επίτροπο Διοικήσεως η οποία και δεν είχε ακόμη εκδώσει έκθεση μπορεί να ευσταθεί εφόσον σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε ακόμα και η έκδοση της έκθεσης της Επιτρόπου να αναστείλει την ισχύ μιας εκτελεστής διοικητικής πράξης η οποία όπως έχει αναφερθεί φέρει το τεκμήριο της νομιμότητας. Ούτε και η καταχώρηση προσφυγής αναστέλλει στην ισχύ μιας διοικητικής πράξης η οποία είναι άμεσα εκτελεστή. Μόνο με απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου μετά που υποβολή σχετικής αίτησης και στα πλαίσια προσφυγής θα μπορούσε να δοθεί τέτοια δυνατότητα που στη συγκεκριμένη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει εφόσον η Εναγόμενη δεν έχει καταχωρήσει προσφυγή εναντίον της εν λόγω απόφασης. Αναφέρω επίσης ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 47 της ΚΔΠ 10/2000 «Τα τέλη ή διοικητικά πρόστιμα ή οποιεσδήποτε άλλες οφειλές καταβάλλονται στην Αρχή ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση ή προσφυγή.». Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι οι θέσεις και ισχυρισμοί της Εναγόμενης δεν μπορούν να επιτύχουν. Το ύψος του ποσού που αξιούται από την Ενάγουσα δεν αμφισβητείται από την Εναγόμενη ούτε και υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός για εξόφλησή του, αντίθετα με βάση τα παραδεκτά γεγονότα η Εναγόμενη δεν κατέβαλε το διοικητικό πρόστιμο που της έχει επιβληθεί. Είναι, επομένως, η θέση μου ότι η Ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει την αξίωσή της και εκδίδεται υπέρ της απόφαση για το ποσό των €6.834 (ισάξιο ποσό των Λ.Κ.4.000) πλέον νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται, επίσης, υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κ.π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο