Λοίζος Πηλαβάκης κ.α. ν. Λάμπρου Στέλιος, Αρ. Αγωγής : 8417/07, 11.11.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A219 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 8417/07 Μεταξύ :
- Λοίζος Πηλαβάκης, Πεδουλάς
- Κατερίνα Πηλαβάκη, Πεδουλάς Εναγόντων και Λάμπρου Στέλιος, οίκος Μαραθάσης Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 16.1.08 11.11.08 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον εναγόμενο - αιτητή: Προσωπικά Για τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κα. Τ. Μιλτιάδους ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες την 31.7.07 καταχώρησαν αγωγή εναντίον του εναγομένου και αξίωναν το ποσό των Λ.Κ.30.386 δυνάμει 8 γραμματίων συνήθους τύπου και/ή συναλλαγματικών και/ή εγγράφων αναγνωρίσεως χρέους. Όπως φαίνεται από τον φάκελο της υπόθεσης, η αγωγή επιδόθηκε προσωπικά στον εναγόμενο την 10.11.
- Ακολούθως οι ενάγοντες, την 21.11.07 καταχώρησαν μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον του γιατί δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Η αίτηση ορίστηκε την 28.11.07 και αυθημερόν πέτυχαν απόφαση για το πιο πάνω ποσό πλέον τόκους και έξοδα. Ο εναγόμενος αιτητής με αίτηση ημερομηνίας 16.1.068 επιζητά τον παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του, με πραγματικό υπόβαθρο, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ιδίου και της συζύγου του, που υπέγραψε ως μάρτυρας στα πιο πάνω έγγραφα. Οι ενάγοντες καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση, συνοδευομένη με ένορκη δήλωση της ενάγουσας αρ.
- Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση την 27.10.08 και κατά την ακροαματική διαδικασία, δεν αντεξετάστηκε κανένας εκ των ομνυόντων. Να παρεμβάλω ότι ο δικηγόρος του αιτητή σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας με την άδεια του Δικαστηρίου έπαυσε να τον εκπροσωπεί, και ο αιτητής επέλεξε και παρουσιάστηκε προσωπικά και προώθησε μόνος του την υπόθεση του και αγόρευσε. Η κα Μιλτιάδους, για τους καθ' ων η αίτηση, παρέδωσε γραπτώς την αγόρευση της. Ο αιτητής επανέλαβε ότι έκαμε συμφωνία με τους ενάγοντες για κάποιο ξενοδοχείο στον Πεδουλά και για κάποιες επιπλέον εργασίες και τις έδωσε του δικηγόρου του να τις απαιτήσει. Τα γραμμάτια τα είδε για πρώτη φορά στο δικαστήριο και δεν υπέγραψε ούτε παρέλαβε χρήματα από τους ενάγοντες. Η κα Μιλτιάδους αναφέρεται στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς καθώς και σε νομολογία που διέπει το θέμα και είναι η θέση της ότι ο αιτητής δεν έχει ικανοποιήσει κανένα προαπαιτούμενο που τάσσει η νομολογία και ως εκ τούτου η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Πάγια και διαχρονικά σύμφωνα με τη Νομολογία, δύο είναι τα στοιχεία που θα πρέπει να συντρέχουν ώστε να ασκηθεί υπέρ του αιτούντος τον παραμερισμό απόφασης, δυνάμει της Δ.17 Θ.10, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πρώτο, ότι ο εναγόμενος έχει δείξει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης, και δεύτερο ότι υπάρχει σοβαρός λόγος για την παράλειψη του να μην καταχωρήσει, εντός των προθεσμιών, εμφάνιση ή να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. Επανειλημμένα τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι η ταχεία απονομή της Δικαιοσύνης, δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Αρχή που είναι στενά συνυφασμένη με την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Αν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία επιφέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης. (Βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη (1997( 1 Α.Α.Δ. 941.) Με γνώμονα τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω τους δύο παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η αγωγή ως λέχθηκε επιδόθηκε στον εναγόμενο την 10.11.
- Είναι η θέση του αιτητή ότι μετά την επίδοση της αγωγής φρόντισε και συνάντησε τον ενάγοντα αρ.1 τη παρουσία μάλιστα κατονομαζόμενου μάρτυρα, και ζήτησε εξηγήσεις για το αναφερόμενο στην αγωγή χρέος και τις ισχυριζόμενες ως υπογραφείσες συναλλαγματικές. Έλαβε διαβεβαίωση από τον ενάγοντα ότι επρόκειτο περί λάθους και/ή ασυνεννοησίας και/ή παρεξήγησης μεταξύ του και της δικηγόρου του, και ότι θα έδινε οδηγίες στην δικηγόρο του για την απόσυρση της αγωγής. Έδωσε πίστη στις διαβεβαιώσεις του ενάγοντα και δεν έδωσε καμιά οδηγία προς το δικηγόρο του για να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, με αποτέλεσμα να πληροφορηθεί εκ των υστέρων, από δικαστικό επιδότη που τον επισκέφτηκε για σκοπούς εκτέλεσης, την έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον του. Οι καθ' ων η αίτηση, με την ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2 αρνούνται τα περί συνάντησης με τον εναγόμενο παρουσία μάλιστα μαρτύρων, και αντιτάσσουν ότι πρόκειται περί ψεύδους του αιτητή. Αντίθετα, σύμφωνα την εκδοχή της, η μόνη επικοινωνία που υπήρξε μετά την επίδοση της αγωγής, ήταν με τον αδελφό του εναγομένου που τους ρώτησε με ποιο τρόπο μπορούσαν να διευθετήσουν την υπόθεση με δόσεις. Καμιά άλλη επαφή δεν έγινε μαζί του, ούτε και του ανέφεραν ότι θα αποσύρουν την αγωγή. Είναι επίσης η θέση της ότι πρόκειται για σκέψεις εκ των υστέρων του αιτητή για να αποφύγει την πληρωμή της απόφασης. Επί της ουσίας της απαίτησης, ο εναγόμενος αναφέρει ότι γνώριζε ότι όχι μόνο δεν όφειλε οτιδήποτε στους ενάγοντες, αλλά επιπλέον είχε να λαμβάνει από αυτούς διάφορα ποσά για υπηρεσίες και εργασίες που τους πρόσφερε για την ανακαίνιση ενός ξενοδοχείου τους στον Πεδουλά. Αρνείται ότι έλαβε οποιαδήποτε ποσά από τους ενάγοντες, και ειδικότερα αρνείται ότι έλαβε τα αναφερόμενα ποσά για αποπεράτωση της οικίας του στο χωριό Οίκος Μαραθάσας. Επί του τελευταίου θα είμαι σύντομος, γιατί, δικαίως η ενάγουσα 2 στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι ποτέ δεν ανέφερε κάτι τέτοιο στο Δικαστήριο. Και τούτο γιατί ανάγνωση τόσο της έκθεσης απαίτησης όσο και της ένορκης δήλωσης που υποστήριζε την αίτηση προς έκδοση απόφασης εναντίον του, κανένας εκ των εναγόντων δεν ανέφερε ούτε και ορκίσθηκε κάτι τέτοιο. Ο αιτητής, στην ένορκη του δήλωση, αναφέρεται στο ιστορικό ανέγερσης της οικίας του και στα σχετικά δάνεια που έλαβε, επισυνάπτει σειρά εγγράφων, για να καταδείξει ότι δεν χρειάστηκε επιπλέον χρήματα για να αποπερατώσει το σπίτι του. Για τους λόγους που θα εξηγηθούν αμέσως πιο κάτω, το ιστορικό ανέγερσης του σπιτιού του, ούτως ή άλλως είναι άσχετο, πέραν του γεγονότος ότι ως ορθά αναφέρει η ενάγουσα, ουδέποτε τέθηκε τέτοιο θέμα ενώπιον του Δικαστηρίου. Το ήγειρε ο εναγόμενος από μόνος του και προσπάθησε μέσα από τα διάφορα έγγραφα που επισύναψε να καταδείξει ότι δεν χρειαζόταν άλλο δάνειο, πέραν των δανείων που έκαμε για την ανέγερση της οικίας του. Ούτε και το γεγονός ότι κατοίκησε στο σπίτι πριν από την ημερομηνία υπογραφής των επιδίκων γραμματίων, επισύναψε προς τούτο σχετική βεβαίωση του κοινοτάρχη, δεν βοηθά ούτε και οδηγεί πουθενά, αφού και ορθή να ήταν η εκδοχή του, ορθώς αναφέρει η εναγομένη τι θα έκαμνε τα χρήματα ήταν, στο τέλος της ημέρας, θέμα δικό του. Η ακρόαση της αίτησης, να παρεμβάλω, διεξήχθη μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Είναι γνωστό ότι η ακρόαση των αιτήσεων διέπεται από τη Δ.48 θ.
- Σύμφωνα με τη διαταγή αυτή δεν προσκομίζεται πλέον μαρτυρία, αλλά η ακρόαση γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο (Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118). Κανένας εκ των ομνυόντων δεν αντεξετάστηκε, και ειδικότερα ο αιτητής δεν ζήτησε να αντεξετάσει την ομνύουσα σε αυτά που κατέθεσε, και συνεπώς δεν την αμφισβήτησε σε όσα ορκίστηκε. (Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 1013 υπεδείχθη ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Στη βάση των πιο πάνω αρχών που διέπουν την ακρόαση αιτήσεων, η μαρτυρία και τα γεγονότα που εξέθεσαν οι καθ΄ων η αίτηση με την ένορκη δήλωση της Κατερίνας Πηλαβάκη παρέμειναν ακλόνητα. Επανερχόμενος στην ένορκη δήλωση του αιτητή, η πεμπτουσία της προβαλλόμενης υπεράσπισης είναι ότι δεν υπέγραψε ποτέ τα επίδικα γραμμάτια και συνιστά πλαστογραφία τόσο της υπογραφής του ιδίου ως πρωτοφειλέτη, όσο και της συζύγου του ως μάρτυρα. Κατάγγειλε το γεγονός της πλαστογραφίας της υπογραφής του στο Τ.Α.Ε Μόρφου και η καταγγελία του βρίσκεται υπό διερεύνηση. Την ίδια εκδοχή πρόβαλε και η σύζυγος του με ξεχωριστή ένορκη δήλωση. Ότι δεν υπέγραψε ως μάρτυρας τα γραμμάτια και πρόκειται για πλαστογραφία. Εδώ θα πρέπει να γίνει η εξής παρεμβολή. Όπως φαίνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου, στις 17.1.08 με επιστολή της αστυνομικής διεύθυνσης Μόρφου, κατόπιν της καταγγελίας του εναγομένου και της συζύγου του, ζητήθηκε η παραλαβή των πρωτοτύπων εγγράφων για να μπορέσει να προβεί σε γραφολογικές εξετάσεις. Είχαν κατατεθεί στο Δικαστήριο κατά το στάδιο της έκδοσης απόφασης εναντίον του εναγομένου. Την 30.1.08, σύμφωνα πάντα με το φάκελο του Δικαστηρίου, εγκρίθηκε το αίτημα της αστυνομίας η οποία και παρέλαβε τα πρωτότυπα και παρέμειναν στο φάκελο φωτοαντίγραφα, σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Στις 15.5.08 τα πρωτότυπα, σύμφωνα με τη σημείωση του πρωτοκολλητή, επιστράφηκαν στο φάκελο του Δικαστηρίου, μαζί με το αποτέλεσμα της γραφολογικής εξέτασης. Το πόρισμα του γραφολόγου, είναι ότι πρόκειται τόσο για την υπογραφή του εναγομένου όσο και της συζύγου του ως μάρτυρα. Υπάρχει όμως ακόμα μια πτυχή άμεσα συναφής με το θέμα αυτό. Μετά τη γραφολογική εξέταση και το σχετικό πόρισμα της αστυνομίας, ο αιτητής δι' αιτήσεως του τότε δικηγόρου του, αποτάθηκε την 10.6.08 στο Δικαστήριο με αίτημα να επιτραπεί, αυτή τη φορά σε ιδιώτη γραφολόγο, να προβεί σε έρευνα των εγγράφων που ήταν στο φάκελο του Δικαστηρίου και να αξιολογήσει κατά πόσο ήταν αποτέλεσμα πλαστογραφίας. Την 10.9.08 δόθηκε σχετική άδεια, και όπως φαίνεται από το φάκελο, στις 25.9.08 ο γραφολόγος που διόρισε ο αιτητής επιθεώρησε τα σχετικά έγγραφα, παρουσία του πρωτοκολλητή, σύμφωνα με τις σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου. Έκτοτε καμία αναφορά στο αποτέλεσμα του ιδιώτη γραφολόγου δεν έγινε, ούτε καν κατά το στάδιο των αγορεύσεων από τον αιτητή. Αναποδράστως ως εκ των ανωτέρω, η υπεράσπιση της πλαστογραφίας της υπογραφής τόσο του αιτητή όσο και της συζύγου, όχι μόνο δεν στοιχειοθετείται ως προβαλλόμενος λόγος υπεράσπισης, αλλά ούτε καν θεμελιώνει συζητήσιμη υπεράσπιση. Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση χωρίς όμως να υπεισέρχεται στην ουσία της. (Χρυσάνθου ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1129). Στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd Αίτηση για αναθεώρηση στην Αγ. Ναυτοδικείου 55/97 ημερ. 21.7.99 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας που δίδεται με ένορκες δηλώσεις, αλλά το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Τόσο η Αγγλική, όσο και η Κυπριακή Νομολογία, χρησιμοποιούν τον όρο «καλόπιστη συζητήσιμη υπεράσπιση» ή «εκ πρώτης όψεως υπόθεση». Κοινή όμως συνισταμένη, αποτελεί η αποφυγή εκδίκασης της υπόθεσης δύο φορές και σε δύο διαφορετικά στάδια, επί του προκειμένου της αίτησης παραμερισμού της απόφασης και της ουσίας της αγωγής μεταγενέστερα. Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Υπάρχει όμως ακόμα ένα ζήτημα άρρηκτα συνυφασμένο με το θέμα της υπογραφής και της εν γένει υπεράσπισης του αιτητή. Από μια ανάγνωση και απλή ματιά των εγγράφων στην όψη τους, η διαπίστωση είναι ότι, πέντε εκ των οκτώ εγγράφων, είναι γραμμάτια συνήθους τύπου. Σχετικό είναι το άρθρο 78 του Περί Συμβάσεων Νόμου. Περαιτέρω και σύμφωνα με το άρθρο 80 το περιεχόμενο του γραμματίου συνήθους τύπου αποτελεί αμάχητο απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του ιδίου άρθρου η μόνη υπεράσπιση που μπορεί να προβληθεί είναι η πλαστογραφία ή ότι η έκδοση του επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Στην προκειμένη υπόθεση ο εναγόμενος πρόβαλε την υπεράσπιση της πλαστογραφίας, η οποία από το πόρισμα της αστυνομίας που προήλθε μετά από δική του καταγγελία, εκθεμελιώνει τη δυνατότητα ή και την πιθανότητα να στοιχειοθετήσει καλόπιστη υπεράσπιση. Περαιτέρω τήρησε σιγήν ιχθύος ως προς τα γραφολογικά αποτελέσματα του ιδιώτη γραφολόγου, που επιδίωξε μέσα με την πιο πάνω διαδικασία. Ως έχει ήδη εξηγηθεί, η μαρτυρία στο στάδιο αυτό δεν αξιολογείται, πλην όμως κάποια στοιχεία ερευνώμενα δεν μπορούν να παραγνωριστούν. Κυρίως όταν άπτονται επί γεγονότων ως προς την αληθή φύση των πραγμάτων. Και τούτο βέβαια στα πλαίσια της διακρίβωσης αν ο αιτητής έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Άλλως, με ευκολία και με κάθε προβαλλόμενο ισχυρισμό θα ακυρώνονται οι δικαστικές αποφάσεις. Εξεταζόμενα τα στοιχεία και η ουσία του προβαλλόμενου ισχυρισμού περί πλαστογραφίας, εξ αντικειμένου, δεν ενέχει κανένα στοιχείο πειστικότητας, ούτε καν, εν όψει των πιο πάνω, είναι λογικοφανή βασισμένα σε κάποια κατ' αρχήν γεγονότα ή στοιχεία που να την καθιστούν συζητήσιμη. Προβάλλεται σε τελική ανάλυση, ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός, ο οποίος εκ πρώτης όψεως καταρρίπτεται από το πόρισμα της καταγγελίας που ο ίδιος υπέβαλε στην αστυνομία και συνεπώς κρίνεται ως παντελώς αβάσιμος. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται. ( Πατούρης ανωτέρω). Η υπεράσπιση της πλαστογραφίας αναποδράστως εξουδετερώνει τη πειστικότητα των ισχυρισμών και ως προς τα υπόλοιπα έγγραφα, γιατί δε αναδεικνύουν, για τους σκοπούς τουλάχιστον αυτής της διαδικασίας, εκ πρώτης όψεως καλόπιστο ζήτημα προς εκδίκαση. Η κα Μιλτιάδους αναφέρει στην αγόρευση της και για το δεύτερο, αρνητικό πόρισμα, του ιδιώτη γραφολόγου, πλην όμως δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Κατά συνέπεια αν το χρέος ή το δάνειο αφορούσε την ανέγερση της οικίας του είναι και άσχετο και εν πάση περιπτώσει ήταν θέμα δικό του και ως εκ τούτου δεν ήταν καν επίδικο, υπό την έννοια του είδους της υπεράσπισης που μπορεί να προβληθεί επί γραμματίου συνήθους τύπου. Η αποτυχία της προβολής καλόπιστης υπεράσπισης, ελάχιστο περιθώριο αφήνει ως προς την επιτυχία της αίτησης. Χάριν πληρότητας της απόφασης θα εξετάσω και κατά πόσο ο αιτητής έδωσε επαρκείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις γιατί δεν καταχώρισε εκπρόθεσμα σημείωμα εμφάνισης. Το γεγονός ότι δεν αντεξετάστηκε η ομνύουσα - ενάγουσα 2 οι ισχυρισμοί της, ως λέχθηκε, παραμένουν ακλόνητοι. Το γεγονός ακόμα ότι ο αιτητής επικαλείται και μάρτυρα, χωρίς κάποια, δι' ενόρκου δηλώσεως υποστηρικτική μαρτυρία, αφήνει τον ισχυρισμό του εντελώς έκθετο και αναπόδεικτο. Αντίθετα η καθ΄ ης η αίτηση αναφέρει ότι ο μόνος που επικοινώνησε, μετά την επίδοση της αγωγής, ήταν ο αδελφός του εναγομένου για να διευθετήσει αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες πληρωμές. Αλλά έστω και για σκοπούς συζήτησης, να αναφέρω ότι ανάλογοι ισχυρισμοί εξετάστηκαν στην υπόθεση Irena knitting Ltd κ.ά ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 816, και δεν έγιναν αποδεκτοί, ακριβώς γιατί δεν αμφισβητήθηκαν οι αντίθετοι επί τούτου ισχυρισμοί των εναγόντων. Υπό τις περιστάσεις όπως αυτές αναδύονται μέσα από τα πιο πάνω γεγονότα, θεωρώ ότι η συμπεριφορά του εναγομένου είναι τέτοια που ισοδυναμεί με εντελώς ασυγχώρητη και ολωσδιόλου περιφρονητική συμπεριφορά έναντι των θεσμών αφ' ενός, αλλά και στα δικαιώματα του αντιδίκου τους αφ' ετέρου. (Κώστας Φραντζής ν. Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 1094). Εν όψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι ο αιτητής δεν έχει ικανοποιήσει κανένα εκ των δύο στοιχείων που τάσσει η νομολογία. Τέλος κρίνω πως δυο σύντομα σχόλια θα πρέπει να γίνουν για την ισχυριζόμενη ανταπαίτηση του εναγομένου, στηριζόμενη σε υπηρεσίες που παρείχε σε ξενοδοχείο των εναγόντων. Το πρώτο είναι ότι οι ενάγοντες αρνούνται ότι είναι ιδιοκτήτες κάποιου ξενοδοχείου, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε. Το δεύτερο, πέραν της απλής αναφοράς περί απαιτήσεως κανένα στοιχείο ή άλλη λεπτομέρεια, ή έστω ένδειξη περί τίνος ακριβώς πρόκειται, ως για παράδειγμα δεν εκτίθεται ούτε και παρατίθεται οτιδήποτε που να αφορά τι είδους εργασίες έγιναν καθώς και το κόστος τους, σε βαθμό που να είναι αδύνατον να διακριβωθεί αν όντως υπάρχει υπόσταση στους προβαλλόμενους ισχυρισμούς. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν πρέπει να ασκείται επί ματαίω, αλλά μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Στην παρούσα υπόθεση καταλήγω ότι ο αιτητής δεν έχει, με κανένα τρόπο, ικανοποιήσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος του. Για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται έξοδα σε βάρος του αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Μ.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο