← Κύπρος

Σε Πτώχευση: Θεοφανώ Χατζηστυλλή, Αρ. Αίτησης: 704/08, 18 Νοεμβρίου, 2008

Σε Πτώχευση: Θεοφανώ Χατζηστυλλή, Αρ. Αίτησης: 704/08, 18 Νοεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A222 ΕΝ ΤΩ ΕΠΑΡΧΙΑΚΩ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΕΙΟΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 704/08 Σε Πτώχευση: Θεοφανώ Χατζηστυλλή, Ατ. 529178, εκ Παναγίας των Παίδων 35, Παλαιομέτοχο, Λευκωσία. Αίτηση Ημερομηνίας 6.11.08 για Αναστολή Διαδικασίας Αίτησης Πτώχευσης Ημερομηνία: 18 Νοεμβρίου, 2008. Εμφανίσεις: Για την αιτήτρια: Ο κ. Μ. Καμπέρης. Για τους καθ' ων η αίτηση: Η κ. Μ. Ναθαναήλ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αιτήτρια αιτείται διατάγματος αναστολής της αίτησης πτώχευσης ημερομηνίας 30.9.08 (βλ. Τεκμήριο 3), μέχρι την εκποίηση της ενυπόθηκης ακίνητης ιδιοκτησίας των πρωτοφειλετών και πώλησης σε δημόσιο πλειστηριασμό των μηχανημάτων τους που αποτέλεσαν αντικείμενο διατάγματος στην απόφαση ημερομηνίας 30.3.04, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αγωγή 10029/99 (βλ. Τεκμήριο 1) («η αγωγή»), η οποία, φερόμενα, αποτελεί τη βάση της αίτησης πτώχευσης εναντίον της αιτήτριας ως εγγυήτριας και εναγόμενης 5 στην αγωγή. Τη νομική βάση της αίτησης («η αίτηση»), αποτελούν, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 3, 9, 10 και 13, του Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197(Ι)/03, όπως τροποποιήθηκε, τα άρθρα 3, 5, 6, 11, 87, 90, 93 και 97 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 και οι Κανονισμοί 2, 4, 7, 16 και 44 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, τη δε πραγματική, το περιεχόμενο της συνοδευτικής ένορκης δήλωσης της αιτήτριας όπου και διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους επιδιώκεται το διάταγμα. Υπάρχει ένσταση στην έκδοση του διατάγματος με τους λόγους που την αποτελούν να διατυπώνονται στο σώμα της Ειδοποίησης Περί Προθέσεως Ενστάσεως («η ένσταση»), η οποία έχει ως νομική βάση τα άρθρα 2-8 του Κεφ. 5 και τους Κανονισμούς 2, 4, 5, 6, 7 , 16, 25, 44, 45, 50 και 51 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών και ως πραγματική, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, υπαλλήλου των καθ' ων η αίτηση, στην οποία παρατίθενται οι λόγοι για τους οποίους το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι είναι άδικο και παράνομο να στρέφονται οι καθ' ων η αίτηση πρώτα εναντίον της με την αίτηση πτώχευσης και όχι εναντίον των πρωτοφειλετών τη στιγμή μάλιστα που υπάρχει ενυπόθηκη περιουσία τους επαρκής για αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Διατείνεται επίσης ότι παρά την παρέλευση τεσσάρων και πλέον χρόνων από την έκδοση της απόφασης οι καθ' ων η αίτηση δεν προέβηκαν σε οποιαδήποτε ενέργεια για την πώληση των μηχανημάτων και την εκποίηση της ενυπόθηκης περιουσίας με αποτέλεσμα, ως εκ της προσθήκης τοκοφορίας, τον πολλαπλασιασμό του οφειλόμενου ποσού και την επίταση της ούτως ή άλλως δυσμενούς θέσης στην οποία περιήλθε ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων των πρωτοφειλετών. Οι καθ' ων η αίτηση απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της αιτήτριας ισχυριζόμενοι ότι οι λόγοι που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι γενικοί και αόριστοι και συνεπώς ανεπαρκείς για τη δημιουργία του κατάλληλου υποβάθρου για στήριξη του αιτήματος και τη δημιουργία εύλογης προσδοκίας για ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του διατάγματος. Αντικρούουν επίσης τη θέση περί ολιγωρίας στην ενεργοποίηση των κατάλληλων διαδικασιών για εκτέλεση της απόφασης λέγοντας ότι έγιναν διαβήματα για την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων με την κατάθεση στο Κτηματολόγιο των υποθηκών με αριθμούς 4638/91 και 6120/91 και επέκεινα, με την ενεργοποίηση της διαδικασίας καταναγκαστικής πώλησης με αντίστοιχους αριθμούς αναφοράς 150/05 και 151/05, χωρίς μέχρι στιγμής αποτέλεσμα, για λόγους εκτός του ελέγχου τους, όπως διευκρίνισε η κ. Ναθαναήλ κατά τις αγορεύσεις βρίσκοντας σύμφωνο και τον κ. Καμπέρη. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν στη βάση του περιεχομένου της μαρτυρίας που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με τις ένορκες δηλώσεις, εισηγούμενοι αποδοχή των θέσεων τους, παραδίδοντας συνάμα και γραπτό περίγραμμα της αγόρευσης του, γεγονός που υποβοήθησε το Δικαστήριο στη γρήγορη και αυθημερόν διεκπεραίωση της υπόθεσης. Οι λεπτομέρειες των επιμέρους εισηγήσεων τους δε χρειάζεται να αναπαραχθούν αφού κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Όπου κριθεί αναγκαίο, θα γίνει σχετική αναφορά στο κείμενο της απόφασης. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της αιτήτριας πρότεινε ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει πλήρη εφαρμογή ο Ν.197(Ι)/03, δια των προνοιών του άρθρου 13

(2), όπως προστέθηκε στο βασικό νόμο με το άρθρο 5 του τροποποιητικού Ν.7(Ι)/06, συμφώνως των οποίων δικαιολογείται η έκδοση του διατάγματος χωρίς, όπως επιπροσθέτως ισχυρίστηκε, να νομιμοποιούνται οι καθ' ων η αίτηση στην έγερση αμφισβήτησης περί της εφαρμογής του νομοθετήματος διότι δεν προέβηκαν σε ρητή αναφορά του στην ένσταση. Πρότεινε επίσης ότι ανεξαρτήτως της εφαρμογής ή όχι του Ν.197(Ι)/03, το αίτημα μπορεί να ικανοποιηθεί και με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 97 του Κεφ. 5, αφού συντρέχουν όλες οι σχετικές προϋποθέσεις. Τέλος, υπέβαλε ότι η θέση των καθ' ων η αίτηση περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας είναι ανυπόστατη αφού η αίτηση για αναστολή δεν αποτελεί παράλληλη διαδικασία με τη διαδικασία πτώχευσης και ότι δεν υπάρχει εν πάση περιπτώσει οποιαδήποτε καθυστέρηση τέτοιας έκτασης που θα μπορούσε να δικαιολογήσει το ενδεχόμενο αποδοχής της εισήγησης περί καταχρηστικής προσέγγισης εκ πλευράς αιτήτριας στη βάση ευρύτερης προσπάθειας αθέμιτης προβολής προσκομμάτων στην ομαλή προώθηση της πτωχευτικής διαδικασίας. Η κ. Ναθαναήλ εισηγήθηκε ότι ο Ν.197(Ι)/03και αν ακόμη θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, οι πρόνοιες του και δη τα άρθρα 9 και 10, αφορούν μόνον στην παροχή δυνατότητας αναστολής εκτέλεσης δικαστικής απόφασης και όχι της διαδικασίας πτώχευσης, με την εξειδικευμένη περί τούτου αναφορά στο άρθρο 10
(2)(β) να αφορά στην πτωχευτική απόφαση ως προϋπόθεση εφαρμογής τους. Ανάλυσε τη μαρτυρία που δόθηκε από την αιτήτρια υποδεικνύοντας τις αδυναμίες για στοιχειοθέτηση της αίτησης και στη βάση των προνοιών του άρθρου 97 του Κεφ.
  1. Αξιολόγησα στον επιτρεπτό βαθμό για διαδικασία όπως η παρούσα τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Αξιολόγησα επίσης και όλες τις εισηγήσεις των δικηγόρων τις οποίες, όπως και το φάκελο της υπόθεσης, είχα την ευκαιρία να μελετήσω κατά τη διάρκεια του διαλείμματος. Από τα ενώπιον μου στοιχεία δε θεωρώ ότι η αίτηση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως καταχρηστική κάτω από οποιοδήποτε φακό αντίκρισης. Τουναντίον, αποτελεί διάβημα εύλογο στα πλαίσια της πτωχευτικής διαδικασίας κάτι που εξάλλου επιτρέπεται από το άρθρο 97 του Κεφ.
  2. Σε ό,τι αφορά στο χρόνο καταχώρησης της αίτησης, αυτή καταχωρίσθηκε στις 6.11.08, ήτοι τρεις περίπου εβδομάδες μετά την επίδοση προς την αιτήτρια της αίτησης πτώχευσης στις 17.10.08, με τα γεγονότα αυτά να μη δείχνουν καθυστέρηση πόσω μάλλον τέτοιας έκτασης που θα μπορούσε να θεωρηθεί καταχρηστική ή ενδεικτική κακοπιστίας. Ο Ν.197(Ι)/03όπως τροποποιήθηκε, εφαρμόζεται ως θέμα γενικότερης αρχής στην παρούσα περίπτωση και τούτο αναδύεται σαφώς από τις πρόνοιες του άρθρου 13
(2). Επί τούτου δεν έχω τίποτε να προσθέσω στις εισηγήσεις του κ. Καμπέρη τις οποίες και δέχομαι. Δε συγκλίνω όμως με την τοποθέτηση του ότι τα άρθρα 9 και 10 του νομοθετήματος καλύπτουν και τη δυνατότητα αναστολής της αίτησης πτώχευσης και όχι της πτωχευτικής απόφασης, όπως ευστόχως εισηγήθηκε η κ. Ναθαναήλ. Τελεολογικώς ερμηνευόμενες, οι πρόνοιες των άρθρων 9 και 10 του νομοθετήματος δε μπορεί παρά να ερμηνευθούν ως αφορώσες στη δυνατότητα αναστολής ισχύος της πτωχευτικής απόφασης και όχι της αίτησης πτώχευσης αφού και τα δύο αυτά άρθρα αναφέρονται στη δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης δικαστικής απόφασης και όχι της διαδικασίας που οδηγεί στην έκδοση της. Δε συμφωνώ επίσης με τη θέση του περί αδυναμίας των καθ' ων η αίτηση να βασιστούν στις πρόνοιες του νομοθετήματος και να προωθήσουν αντίστοιχες θέσεις σε αντίκρουση ισχυρισμών της αιτήτριας, καθώς κρίνω ότι η παράλειψη ρητής επίκλησης του νομοθετήματος στους λόγους ένστασης δε μπορεί παρά να σταχυολογηθεί απλώς ως τυπική και μόνον χωρίς επιπτώσεις ως προς την εγκυρότητα της διαδικασίας και τη δυνατότητα προώθησης από τους καθ' ων η αίτηση επιχειρημάτων που καθάπτονται της εφαρμογής του Ν.197(Ι)/03, δεδομένου και του ότι οι λόγοι ένστασης που αναφέρονται στο σώμα της ένστασης είναι ευλόγως δεκτικοί της συγκεκριμένης ερμηνείας με απολύτως σχετικούς ως προς την ουσία των πραγμάτων και τους ισχυρισμούς στην παράγραφο 4(β) της συνοδευτικής ένορκης δήλωσης, χωρίς να επηρεάζονται καθόλου τα δικαιώματα της αιτήτριας. Αναφορικώς με τις αναφορές της αιτήτριας περί ολιγωρίας των καθ' ων η αίτηση να λάβουν μέτρα εκτέλεσης εναντίον των πρωτοφειλετών, τούτοι δε μπορεί να γίνουν αποδεκτοί δεδομένης της καθαρής και μη αμφισβητηθείσας θέσης τους περί ενεργοποίησης της διαδικασίας καταναγκαστικής πώλησης της ενυπόθηκης περιουσίας η οποία όμως ακόμη εκκρεμεί για λόγους που δεν άπτονται της ευχέρειας των καθ' ων η αίτηση. Η ουσία του πράγματος όπως προκύπτει μέσα από τη διήθηση των διαφόρων νομικών ζητημάτων που αναλύθηκαν ανωτέρω, περιορίζεται στην εμβέλεια και ποιότητα της μαρτυρίας που δόθηκε προς υποστήριξη της αίτησης και της στοιχειοθέτησης των προϋποθέσεων όχι μόνον του άρθρου 97 του Κεφ. 5 αλλά και του άρθρου 10 του Ν.197(Ι)/03, για έκδοση διατάγματος αναστολής της πτωχευτικής διαδικασίας βάσει του άρθρου 9, με δοσμένο ασφαλώς, χάριν συζήτησης, ότι συμφώνως του άρθρου 10
(2)(β) του νομοθετήματος, εκτέλεση δικαστικής απόφασης περιλαμβάνει και την αίτηση πτώχευσης όπως εισηγήθηκε ο κ. Καμπέρης και όχι αποκλειστικώς την πτωχευτική απόφαση όπως ορθώς πρότεινε η κ. Ναθαναήλ. Θα εξετάσω το ζήτημα και από αυτή τη σκοπιά για σκοπούς ολοκληρωμένης αντίκρισης των επιχειρημάτων, αφού, σε κάποιο βαθμό, η ανάλυση αυτή άπτεται και της στοιχειοθέτησης του αιτήματος για την έκδοση διατάγματος βάσει του άρθρου 97 του Κεφ. 5, πέραν ασφαλώς του ότι μπορεί να υπάρξει δευτεροβαθμίως και διαφορετική άποψη επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Συμφωνώ με την ικανή ανάλυση της μαρτυρίας από την κ. Ναθαναήλ, με συγκεκριμένη αναφορά στις παραγράφους 9-14 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας ότι η μαρτυρία αυτή είναι πολύ γενική και αόριστη για να μπορέσει να αποτελέσει τη βάση έκδοσης ενός τόσον δραστικού διατάγματος για τα δικαιώματα αμφότερων των διαδίκων είτε με βάση το άρθρο 9 του Ν.197(Ι)/03 είτε με βάση το άρθρο 97 του Κεφ. 5. Η αναφορά της αιτήτριας στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης σε πληροφόρηση που έλαβε από τον πρωτοφειλέτη Παύλο Χ' Στυλλή (εναγόμενο 2 στην αγωγή), περί της αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων του να υπολογίζεται τουλάχιστον στο ποσό των Λ.Κ.300.000 ή «0,5 εκατομμύρια ευρώ», ανεξήγητα δε συνοδεύεται από κανένα συγκεκριμένο στοιχείο και αφήνω κατά μέρος το γεγονός ότι η μαρτυρία αυτή θα μπορούσε να είχε δοθεί από τον ίδιο και όχι από την αιτήτρια. Δικονομικώς και ουσιαστικώς υπάρχει ασφαλώς η δυνατότητα παράθεσης τέτοιας μαρτυρίας πλην όμως το ζύγιασμα της (και τούτο είναι που έχει σημασία), στο βαθμό που απαιτείται σε ενδιάμεσες διαδικασίες, επαφίεται στο Δικαστήριο. Ο ισχυρισμός αμφισβητήθηκε στην ένσταση χωρίς να καταχωρηθεί ή να ζητηθεί άδεια εκ πλευράς αιτήτριας για να καταχωρηθεί σχετικώς απαντητική ένορκη δήλωση. Το γεγονός ότι το ίδιο ανεξήγητα ούτε και η θέση των καθ' ων η αίτηση περί υπολογισμού της αξίας της περιουσίας αυτής στο ύψος των €118.000, συνοδεύεται από συγκεκριμένα στοιχεία, δεν αμβλύνει το καθήκον και υποχρέωση που είχε η αιτήτρια ως η προβάλλουσα τον ισχυρισμό ως έρεισμα για επιτυχία της αίτησης, να καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό το ευσταθές και ακριβές του γεγονότος. Δεν το έπραξε. Ούτε και ο ισχυρισμός της στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης ότι οι πρωτοφειλέτες έχουν την οικονομική δυνατότητα και περιουσία ανάλογης αξίας για να ικανοποιήσουν το εξ αποφάσεως χρέος θα μπορούσε να θεωρηθεί, ως εκ της γενικότητας του, ικανοποιητικός δεδομένης και της αντίστοιχης αμφισβήτησης από τους καθ' ων η αίτηση. Παρομοίως, η αναφορά στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης περί απορριφθείσας ως ανεπαρκούς από τον Παύλο Χ' Στυλλή προσφοράς του κοινοτάρχη Παλαιομετόχου Χρίστο Τομάζου για αγορά ενός εκ των ενυπόθηκων κτημάτων στην τιμή των Λ.Κ.220.000, δεν έχει οποιαδήποτε ιδιαίτερη βαρύτητα ακόμη και για τους παρόντες σκοπούς, για τους ίδιους λόγους που παρατέθηκαν σε σχέση με τα περί αναφοράς του για τη συνολική αξία των ενυπόθηκων ακινήτων προς την αιτήτρια. Τέλος, καθόλου δε βοήθησε στη δημιουργία ικανοποιητικού υποβάθρου και η απουσία πρωτογενούς μαρτυρίας σε σχέση με τον ισχυρισμό της αιτήτριας στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης περί δήθεν συγκατάθεσης του Παύλου Χ' Στυλλή στην έκδοση του διατάγματος αναστολής, ανεξαρτήτως της όποιας σημασίας θα μπορούσε να έχει αυτό στην παρούσα διαδικασία. Τα υπόλοιπα δε που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο περί προσδοκιών του ατόμου αυτού, όπως διαμείφθηκαν στην αιτήτρια από τον ίδιο, για πολλαπλασιασμό της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου στο Παλαιομέτοχο (Υ.6120/91), λόγω αναμονής του περί τον Ιανουάριο 2009 ένταξης του ακινήτου στην οικιστική ζώνη, πολύ απέχουν από του να θεωρούνται βαρύνοντα για οποιονδήποτε σκοπό θα μπορούσε να ενδιαφέρει. Η σημασία της εναργούς και συγκεκριμενοποιημένης μαρτυρίας που πρέπει να παρουσιάζεται σε περιπτώσεις όπως η παρούσα ανακύπτει και από το περιεχόμενο της παραγράφου 10
(1)(γ) του Ν.197
(1)/03, όπου αναφέρεται ότι κατά την έκδοση διατάγματος αναστολής το Δικαστήριο αναφέρει τα οικονομικά στοιχεία και προσδιορίζει την περιουσία περί της οποίας έχει ικανοποιηθεί ότι είναι δυνατόν εκ πρώτης όψεως να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή. Για να καταλήξει βεβαίως το Δικαστήριο σε μια τέτοια διατύπωση με τρόπο αντικειμενικώς εύλογο και ακριβή θα πρέπει η δυνατότητα να παρέχεται από την ενώπιον του μαρτυρία, κάτι που εδώ δε συμβαίνει για τους λόγους που έχουν λεχθεί. Παρόμοια εξάγονται χωρίς ανάγκη περαιτέρω σχολιασμού και από το περιεχόμενο του άρθρου 11 του ίδιου νομοθετήματος όπου αναφέρεται ότι αναστολή εκτέλεσης απόφασης που διατάττεται δυνάμει των άρθρων 9 και 10, παύει να ισχύει σε περίπτωση που στα πλαίσια της διαδικασίας εκτέλεσης της απόφασης εναντίον της περιουσίας του πρωτοφειλέτη προκύψει ότι τα οικονομικά στοιχεία και η περιουσία του όπως προσδιορίζονται στο διάταγμα αναστολής δεν ήταν ή δεν είναι ικανοποιητικά για την εκτέλεση της απόφασης. Καταλήγω ότι η αίτηση δε μπορεί να επιτύχει στη βάση των προνοιών του Ν.197(Ι)/
  1. Ομοίως, η αίτηση δε θα μπορούσε να πετύχει ούτε και με βάση το άρθρο 97 του Κεφ. 5, αφού και σε αυτή την περίπτωση η αιτήτρια ήταν επωμισμένη με την παράθεση επαρκών λόγων, με ικανοποιητική μαρτυρία, για ενάσκηση της συναφούς δικαστικής διακριτικής ευχέρειας, έστω και αν οι πρόνοιες αυτές δεν εξειδικεύουν οποιεσδήποτε προϋποθέσεις όπως στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν.197(Ι)/
  2. Δεν έχει καταδειχθεί κανένας επαρκής λόγος για την έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας πτώχευσης βάσει του άρθρου 97 του Κεφ.
  3. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της πτωχευτικής διαδικασίας εκτός και αν τελικώς υπάρξει διαφορετική διαταγή αναλόγως της εξέλιξης της υπόθεσης. (Υπ.) .............................. Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.