ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. Μαρίας Οικονόμου, Αρ. Αγωγής: 12120/03, 21 Νοεμβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A225 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 12120/03 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD Ενάγουσα και Μαρίας Οικονόμου Εναγομένης Ημερομηνία: 21 Νοεμβρίου 2008 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους για Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης. Για Εναγόμενη: κ. Α. Παπαντωνίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα διεκδικεί με την αγωγή της απόφαση εναντίον της Εναγόμενης για ποσό Λ.Κ.34.467,72 με τόκο 8,5% από 1.7.03 ως υπόλοιπο λογαριασμού βάσει συμφωνίας χρηματοδοτήσεως επενδυτικού σχεδίου (στο εξής "η συμφωνία" και "το σχέδιο"). Η Ενάγουσα κάλεσε ως πρώτο μάρτυρα τον διευθύνοντα σύμβουλο της κ. Αιμίλιο Έλληνα (Μ.Ε.1) και ως δεύτερο τον αντιπρόεδρο της κ. Δημήτρη Πετρίδη (Μ.Ε.2). Ο τελευταίος είναι νυμφευμένος με την κόρη του πρώτου, κα Αύρα Έλληνα - Πετρίδη. Από δικής της πλευράς η Εναγόμενη κατέθεσε ενόρκως μόνον η ίδια. Μαρτυρία - Αξιολόγηση - Ευρήματα Παρακολούθησα με κάθε επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες και πρέπει να πω ότι οι μάρτυρες της Ενάγουσας γενικά μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων και ειλικρινών προσώπων. Απαντούσαν σε όλες τις ερωτήσεις με σταθερότητα και χωρίς υπεκφυγές. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε πρόθεση τους να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις που τα γεγονότα ήταν όπως τα ισχυρίζετο η Εναγόμενη, δεν δίστασαν να το παραδεχθούν. Παρά την γενική καλή εικόνα τους, πιο κάτω αναφέρονται και κάποια - επουσιώδη κατά την άποψη μου - ζητήματα στα οποία δεν δέχομαι την δική τους θέση είτε επειδή δεν συνάδει με άλλη (έγγραφη) μαρτυρία, είτε επειδή είναι προφανές πως δεν είχαν οι ίδιοι προσωπική γνώση. Όσον αφορά την Εναγόμενη πρέπει να παρατηρήσω πως το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της αποτελεί επιχειρηματολογία υπέρ των θέσεων της, ενώ δεν αμφισβητεί αρκετά γεγονότα, ως εξηγείται κατωτέρω. Εστίασε την προσοχή της στα όσα συζήτησε με το πρόσωπο που της έφερε τα έγγραφα προσπαθώντας εναγωνίως να πείσει ότι ξεγελάστηκε. Στην προφορική της μαρτυρία διαφοροποιήθηκε ή και κλονίστηκε σε αρκετά ζητήματα, από αυτά που είχε υποστηρίξει εγγράφως. Γενικά πρέπει να πω ότι δεν σχημάτισα καλή εντύπωση για την ειλικρίνεια και αξιοπιστία της. Έχω την εντύπωση πως η όλη στάση της οφείλεται στο παράπονο που νιώθει για την μη εξασφάλιση κέρδους, κατάσταση όμως για την οποίαν ευθύνεται η γενική πτωτική πορεία του Χ.Α.Κ. Μου έδωσε την εικόνα πως οι βασικές της θέσεις αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις στην απεγνωσμένη προσπάθεια της να απαλλαγεί του χρέους. Α. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα Πρέπει εξαρχής να σημειωθεί πως αρκετά βασικά γεγονότα της υπόθεσης δεν αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων. Τέτοια γεγονότα είναι η υπογραφή της Αίτησης για Συμμετοχή στο Σχέδιο (Τεκμήριο 2), η υπογραφή της τελικής Συμφωνίας (Τεκμήριο 3), η πορεία του λογαριασμού που ανοίχθηκε στο όνομα της Εναγομένης, οι αγοραπωλησίες μετοχών στο όνομα της, η είσπραξη μερισμάτων από μετοχές που κατείχε η Εναγόμενη, οι πληρωμές μετρητών ή οι μεταβιβάσεις επιπρόσθετων μετοχών από την Εναγόμενη, καθώς και η μεταξύ τους αλληλογραφία. Θεωρώ ορθότερο να παραθέσω αυτά τα γεγονότα σ' αυτό το στάδιο με παράλληλη αναφορά στα βασικά έγγραφα που έχουν κατατεθεί και το περιεχόμενο τους ως εξής:
- i)Η Ενάγουσα είναι δημόσια εταιρεία και οι μετοχές της είναι εισηγμένες στο Χ.Α.Κ. Κατά το 2000 άλλαξε το όνομα της σε Ellinas Finance Ltd και αργότερα το 2005 σε Ellinas Finance Public Company Ltd (στο εξής "η Ενάγουσα"). Είναι χρηματοδοτικός οργανισμός και παρέχει σε πελάτες δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις για ενοικιαγορές, προεξόφληση επιταγών και επενδυτικά σχέδια. Στην τελευταία περίπτωση παραχωρούνται πιστωτικές διευκολύνσεις που θα χρησιμοποιηθούν από τους πελάτες μέσω ειδικού λογαριασμού για τις επενδύσεις των στο Χ.Α.Κ.
- ii)Η Εναγόμενη παραδέχεται ότι υπέβαλε σχετική αίτηση για χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου. Πρόκειται για το Τεκμήριο 2 που φέρει ημερομηνία 16.5.00. Συγκεκριμένα ζήτησε να της παραχωρηθεί όριο Λ.Κ.40.000 και πρότεινε ως εξασφάλιση την παραχώρηση μετοχών δικής της ιδιοκτησίας. Στο πίσω μέρος της αίτησης αυτής αναγράφονται κάποιοι όροι λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου, τους οποίους επίσης υπέγραψε η Εναγόμενη. iii) Μετά την αίτηση υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ημερ. 30.5.00, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 3. Συμβαλλόμενα μέρη σ' αυτή τη συμφωνία, εκτός από τους διαδίκους, ήταν και η θυγατρική της Ενάγουσας εταιρεία Ellinas Finance (Custodian) Ltd (στο εξής "η Custodian"), καθώς και η εταιρεία Share Link Securities Ltd (στο εξής "ο Χρηματιστής"). Στο Τεκμήριο 3 επισυνάπτεται Πίνακας Χρεώσεων σχετικά με τόκους, δικαιώματα, προμήθειες κ.λ.π., καθώς επίσης υπάρχει και Πληρεξούσιο Έγγραφο της Εναγόμενης προς τον Χρηματιστή.
- iv)Με την υπογραφή της συμφωνίας η Ενάγουσα άνοιξε λογαριασμό στο όνομα της Εναγομένης με κωδικό αριθμό EFC 10210 και έθεσε στη διάθεση της το συμφωνηθέν όριο των Λ.Κ.40.000. Η Εναγόμενη, όπως είχε υποχρέωση με βάση τη συμφωνία μεταβίβασε στην Custodian ως Αξίες Περιθωρίου Ασφαλείας 31546 μετοχές της, διαφόρων εταιρειών, καθώς και 3000 δικαιώματα, όλα συνολικής αξίας Λ.Κ.40.859,67, πράγμα που είναι επίσης παραδεκτό.
- v)Ήταν επίσης ρητός όρος της συμφωνίας πως και οι αξίες που θα αγόραζε η Εναγόμενη μέσω του σχεδίου (στο εξής "οι Αξίες Χαρτοφυλακίου") θα εγγράφοντο και αυτές επ' ονόματι της Custodian. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως το παραχωρηθέν όριο χρησιμοποιήθηκε και με αυτό αγοράστηκαν, από τον Χρηματιστή, Αξίες Χαρτοφυλακίου οι οποίες εγγράφηκαν επ' ονόματι της Custodian. H Ενάγουσα προέβη σε ανάλογες πληρωμές του τιμήματος αγοράς τους προς τον Χρηματιστή για να ολοκληρωθούν οι συναλλαγές και κατ' ακολουθίαν διενήργησε και τις ανάλογες χρεώσεις στο λογαριασμό της Εναγόμενης. Όταν εγίνοντο πωλήσεις τότε η Ενάγουσα εισέπραττε το προϊόν από την σχετική συναλλαγή και προέβαινε σε ανάλογες πιστώσεις στο λογαριασμό της Εναγόμενης.
- vi)Ο Χρηματιστής ενημέρωνε την Ενάγουσα οποτεδήποτε είχαν εκτελεστεί στο Χ.Α.Κ. συναλλαγές για λογαριασμό της Εναγομένης, παραδίδοντας σχετική κατάσταση καθώς και τα Πινακίδια Συναλλαγής για την κάθε πράξη. Το Τεκμήριο 4 αποτελεί δέσμη των 146 πινακιδίων συναλλαγής για τις πράξεις αυτές. vii) Το Τεκμήριο 10 είναι η κατάσταση του λογαριασμού EFC 10210 (cash statement valuation) για την περίοδο από 1.6.00 μέχρι τις 30.9.03, δηλαδή καλύπτει την περίοδο από την έναρξη λειτουργίας του λογαριασμού μέχρι τον τερματισμό του. Συγκεκριμένα η κατάσταση αυτή περιέχει: α) Χρεώσεις για κάθε ένα από τα πινακίδια αγοράς του Τεκμηρίου 4. β) Πιστώσεις για κάθε ένα από τα πινακίδια πώλησης του Τεκμηρίου 4. γ) Πιστώσεις αναφορικά με τις πληρωμές μετρητών στις οποίες προέβη η Ενάγουσα και οι οποίες έχουν ως εξής: Ημερ. Λ.Κ. 29.6.01 300 30.7.01 500 30.8.01 500 28.9.01 350 31.10.01 400 29.11.01 2000 6.2.02 500 9.9.02 300 28.2.03 500 12.5.03 200 Σύνολο: 5.500 δ) Πιστώσεις αναφορικά με μερίσματα από μετοχές τα οποία εισπράττοντο προς όφελος της Εναγόμενης. Πρόκειται για τα 22 μερίσματα τα οποία έχουν κατατεθεί ως Τεκμήριο 11 (δέσμη εγγράφων), για συνολικό ποσό Λ.Κ.874,18. ε) Χρεώσεις τόκου προς 8,5% και κεφαλαιοποίηση μια φορά κάθε χρόνο. στ) Χρεώσεις δικαιώματος επί του ορίου στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους προς 0,5% μέχρι 4% (administration charges), που αφορούσε τη διάθεση του ορίου ανά πάσα στιγμή. ζ) Χρεώσεις δικαιώματος 0,5% επί του συνόλου των αγορών και πωλήσεων σε κάθε ημερομηνία κατά την οποία καταχωρούντο αγορές ή πωλήσεις στο λογαριασμό. Σκοπός ήταν να καλύπτονται τα έξοδα από την τήρηση και έλεγχο του λογαριασμού. η) Χρεώσεις δικαιώματος 1,5% για τυχόν υπέρβαση του ορίου, για τις οποίες όμως ο Μ.Ε.1 δήλωσε πως δεν προβλέποντο στη συμφωνία και ως εκ τούτου δεν επιμένει στην ανάκτηση τους. Μείωσε ως εκ τούτου την απαίτηση τους κατά Λ.Κ.41,53. θ) Χρεώσεις τελών χαρτοσήμανσης για συνολικό ποσό Λ.Κ.52,40. ι) Χρέωση δικαιώματος αίτησης για Λ.Κ.50 στις 29.6.00. κ) Χρεώσεις για ταχυδρομικά τέλη αποστολής 38 μηνιαίων καταστάσεων λογαριασμού, ήτοι ποσόν Λ.Κ.19, το οποίο τελικά οι Ενάγοντες δεν απαιτούν καθότι η συμφωνία προέβλεπε μηδενική χρέωση για τις καταστάσεις. λ) Χρεώσεις του Χ.Α.Κ. για τη μεταβίβαση αξιών επ' ονόματι της Custodian ή της Ενάγουσας ως εξασφάλιση, ήτοι συνολικό ποσόν Λ.Κ.148,15. Με την αφαίρεση των δύο πιο πάνω ποσών (Λ.Κ.19 και Λ.Κ.41,53) το αξιούμενο πλέον ποσόν είναι Λ.Κ.34.407,19 με τόκο 8,5% από 1.7.03. vii) Το Τεκμήριο 16 είναι δέσμη από αντίγραφα 34 μηνιαίων καταστάσεων λογαριασμού για την περίοδο 1.6.00 έως 31.8.03. Αφορούν δηλαδή ολόκληρη την περίοδο συνεργασίας εκτός από τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2000 και τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του 2002.
- ix)Το Τεκμήριο 17 είναι δέσμη καταστάσεων χαρτοφυλακίου (Investor Account Detailed Portfolio Position) για τις ημερομηνίες 20.9.00, 15.1.01, 4.4.01, 15.2.02, 17.7.02 και 3.7.03. Οι πιο πάνω ημερομηνίες αντιστοιχούν με τις ημερομηνίες των επιστολών τις οποίες απέστειλαν οι Ενάγοντες ή οι δικηγόροι τους προς την Εναγόμενη και οι οποίες έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 5Α - 5ΣΤ και 6. Η Εναγόμενη παραδέχεται ότι έλαβε τις επιστολές αυτές και μάλιστα πρέπει να σημειωθεί ότι στην τελευταία απάντησε μέσω επιστολής των δικηγόρων της ημερ. 11.7.03 (Τεκμήριο 7). Οι δικηγόροι της Ενάγουσας απέστειλαν και νέα επιστολή προς την Εναγόμενη ημερομηνίας 24.9.03 (Τεκμήριο 8) πληροφορώντας την πως, όπως είχαν αναφέρει στο Τεκμήριο 6, πωλήθηκαν όλες οι μετοχές της που ήταν εγγεγραμμένες στην Custodian και το προϊόν πιστώθηκε στο λογαριασμό της. Με την ίδια επιστολή τερμάτισαν τόσο την συμφωνία όσο και τον λογαριασμό και την κάλεσαν να καταβάλει το υπόλοιπο που ήταν Λ.Κ.34.532,29 με τόκο προς 8,5% από 1.7.03. Παράλληλα επισύναψαν στην εν λόγω επιστολή και κατάσταση λογαριασμού ημερ. 25.8.03 στην οποίαν εμφαίνονται οι πωλήσεις και οι αντίστοιχες πιστώσεις στο λογαριασμό. χ) Το Τεκμήριο 18 αποτελεί κατάσταση πραγματοποιηθέντων κερδών ανά αξία (Realised Profit Per Stock) του λογαριασμού EFC 10210 της Εναγόμενης όπου φαίνεται μεταξύ άλλων ότι αυτή μεταβίβασε κατά διαστήματα επ' ονόματι της Custodian ως περαιτέρω εξασφαλίσεις τις πιο κάτω μετοχές και δικαιώματα: 23.11.00 385 μετοχές της Athena. 6.2.01 3.489 » » B.O.C. 22.3.01 700 » » New Marathon 4.4.01 466 » » B.O.C. 19.4.01 2.506 warrants Β.Ο.C. Β. Αμφισβητούμενα γεγονότα Από την μαρτυρία του Μ.Ε.1 προκύπτει πως η Custodian είναι θυγατρική εταιρεία της Ενάγουσας και επίσης ότι η τελευταία δεν έχει καμία σχέση εταιρικής φύσης με την Sharelink Securities (Χρηματιστή). Ιδιαίτερα ως προς την τελευταία θέση του πρέπει να παρατηρήσω πως πράγματι δεν προέκυψε κάτι διαφορετικό ούτε από την αντεξέταση του, ούτε από άλλη μαρτυρία, πλην του ότι μέτοχος και σύμβουλος στην Sharelink Securities είναι ο γιος του (Μ.Ε.1), δηλαδή ο Χριστόδουλος Έλληνας, ο οποίος και υπέγραψε το Τεκμήριο 3 εκ μέρους της. Δέχθηκε όμως ο Μ.Ε.1 πως ο γιος του Χριστόδουλος Έλληνας έχει μετοχές στην Ενάγουσα η οποία είναι δημόσια εταιρεία όπως έχει και η Sharelink Financial Services Ltd στην οποίαν ανήκει η Sharelink Securities Ltd. O M.E.1 δεν αρνήθηκε επίσης πως οι δραστηριότητες της Ενάγουσας ήταν οι χρηματοδοτήσεις και κατά συνέπειαν η είσπραξη τόκων ήταν βασικό μέλημα της ως εκ της φύσης των εργασιών της. Την συγκεκριμένη μορφή χρηματοδότησης επενδυτικών σχεδίων την γνώριζαν καλά - εκτός από τον ίδιον που ήταν εκτελεστικός πρόεδρος - και ο γαμπρός του Δημήτρης Πετρίδης, ο οποίος τότε ήταν Διευθύνων Σύμβουλος, αλλά και ο τότε Γενικός Διευθυντής της Ενάγουσας Μιχάλης Μιχαηλίδης. Η Αύρα Έλληνα - Πετρίδη είχε ειδικά καθήκοντα, ήτοι τις μεταβιβάσεις μετοχών που προσκόμιζαν οι πελάτες προς εξασφάλιση. Την άποψη του Μ.Ε.1 ότι εξήγησαν τότε στην Εναγόμενη τους κινδύνους από την συμμετοχή της στο σχέδιο δεν την δέχομαι επειδή απλώς πρόκειται για μια εκτίμηση του ιδίου εκ των υστέρων και όπως έχει διαφανεί ο ίδιος δεν μίλησε με την Εναγόμενη, δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή της συμφωνίας από την ίδια και εν πάση περιπτώσει ούτε γνώριζε κάτι συγκεκριμένο για τέτοια ενημέρωση της. Πολύ ορθά όμως επεσήμανε πως βασικά ο χρηματιστής της Εναγομένης ήταν αυτός που έπρεπε να της εξηγήσει. Όσον αφορά τον Ανδρέα Ιωαννίδη η μαρτυρία του Μ.Ε.1 συνάδει με αυτήν της Εναγομένης, όπως τελικά διαμορφώθηκε κατά την αντεξέταση της. Ο Ιωαννίδης λοιπόν ήταν υπάλληλος της Sharelink Securities. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως όντως στην παρουσία αυτού υπέγραψε την Συμφωνία η Εναγόμενη. Τόσο την Συμφωνία όσον και το Πληρεξούσιο η Εναγόμενη τα υπέγραψε στις 30.5.00 στην παρουσία του Ανδρέα Ιωαννίδη και κάποιας Σόνιας Σωτηρίου. Προσπάθεια να αμφισβητηθεί ότι η πιστοποίηση από τον Πιστοποιούντα Υπάλληλο έγινε την ίδια μέρα δεν προωθήθηκε περαιτέρω. Η αναγραφόμενη ημερομηνία "30 Ιουνίου 2000" αποδόθηκε από τον Μ.Ε.1 σε γραφικό λάθος αφού η ορθή ήταν 30 Μαΐου 2000. Η Εναγόμενη δεν αναφέρθηκε στο θέμα και πάντως δεν αμφισβητεί (όπως ρητώς δήλωσε και ο συνήγορος της) ούτε την υπογραφή της στο πληρεξούσιο ούτε σε άλλο σχετικό έγγραφο (αίτηση, συμφωνία). Όσον αφορά τα Πινακίδια Συναλλαγής (Τεκμήριο 4), πρέπει να παρατηρήσω πως πράγματι αυτά φαίνονται εκτυπωμένα σε επιστολόχαρτα που παρουσιάζουν την χρηματίστρια εταιρεία με το όνομα "Sharelink Securities and Financial Services Ltd" ενώ μέχρι τις 17.6.03 το εγγεγραμμένο όνομα της ήταν Sharelink Securities Ltd. Το πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 15) καταδεικνύει πως η αλλαγή του ονόματος έγινε στις 17.6.03. Από την άλλη όμως δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως όλα τα στοιχεία και λεπτομέρειες που αναφέρονται στο Τεκμήριο 4 (ήτοι ποσά, ονόματα, μετοχές) για τις αγοραπωλησίες μετοχών συνάδουν με τις χρεωπιστώσεις στο λογαριασμό της Εναγόμενης και ο Μ.Ε.1 επιβεβαίωσε πως βάσει αυτών των πληροφοριών που έστελλε ο Χρηματιστής έγιναν και οι σχετικές καταγραφές. Έχω τη γνώμη λοιπόν πως ως προς το περιεχόμενο τους τα Πινακίδια του Τεκμηρίου 4 είναι ταυτόσημα με αυτά που στέλλοντο από τον Χρηματιστή στην Ενάγουσα κάθε φορά που υπήρχε κάποια συναλλαγή. Εάν εστέλλοντο όμως και στην Εναγόμενη είναι θέμα το οποίο δεν γνωρίζει ο ίδιος ο Μ.Ε.1 και πάντως είναι παράλογο να εστέλλοντο το 2000 πινακίδια σε αυτά τα επιστολόχαρτα, δηλαδή με επωνυμία που ο Χρηματιστής απέκτησε τρία χρόνια μετά. Κατά συνέπειαν τα πινακίδια του Τεκμηρίου 4, ως προς τον τύπο τουλάχιστον, δεν μπορεί να είναι αντίγραφα αυτών που στέλλοντο στην Εναγόμενη. Αυτό από μόνο του βεβαίως δεν αποκλείει την πιθανότητα να εστέλλοντο σε επιστολόχαρτα με το τότε όνομα πινακίδια με το ίδιο περιεχόμενο (κάτι που όπως θα διαφανεί προέκυψε τελικά κατά την αντεξέταση της Εναγόμενης). Ο Μ.Ε.1 αντεξετάστηκε και για την είσπραξη χρημάτων από το κοινό σε μια προσπάθεια να καταδειχθεί ότι η Ενάγουσα την τότε εποχή ασκούσε παρανόμως τραπεζικές εργασίες. Ο Μ.Ε.1 όμως ήταν σαφής πως ναι μεν εισπράττοντο χρήματα (και μετοχές), αλλά αυτά πιστώνοντο στο λογαριασμό του κάθε πελάτη και εξήγησε ότι τα χρήματα εισπράττοντο είτε ως εξασφάλιση του επενδυτικού σχεδίου του πελάτη, είτε έναντι του υπολοίπου. Σε καμιά περίπτωση δεν εισπράττοντο με υπόσχεση της Ενάγουσας να επιστρέψει αυτά τα χρήματα σε οποιονδήποτε πελάτη είτε εντόκως, είτε άλλως πως. Τα δε χρήματα με τα οποία δανειοδοτούσαν ήταν από δικά τους κεφάλαια. Δεν αρνήθηκε πάντως πως από πλευράς φύλαξης τους τα χρήματα αυτά κατατίθεντο στον κοινό λογαριασμό της Ενάγουσας σε Τράπεζα, αλλά ανά πάσα στιγμή με βάση τα επενδυτικά σχέδια ήταν στη διάθεση των πελατών, αφού τηρουμένων των συμφωνηθέντων όρων θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για περαιτέρω αγορές μετοχών. Έγινε υποβολή προς τον Μ.Ε.1 με αφορμή την φράση "Δικαίωμα Τραπέζης" στον Πίνακα Χρεώσεων της Συμφωνίας πως η Ενάγουσα εμφανίστηκε στην Εναγόμενη ως Τράπεζα. Ο ίδιος εξήγησε πως αυτή η φράση οφείλεται σε λάθος του συντάξαντος το έγγραφο δικηγόρου, ο οποίος αντίγραψε από άλλη συμφωνία και του διέφυγε η διόρθωση σ' αυτό το σημείο, πράγμα που έπραξε στο υπόλοιπο έγγραφο. Είναι γεγονός πάντως πως μόνο σ' αυτό το σημείο αναφέρεται η λέξη "τράπεζα". Το σημαντικότερο όμως είναι πως ούτε αυτή η υποβολή προωθήθηκε περαιτέρω αφού η Εναγόμενη δεν υποστήριξε τελικά ότι της έγινε τέτοια παράσταση και δη από την Ενάγουσα (αφού τελικά αναγνώρισε πως μιλούσε με εκπρόσωπο της Sharelink Securities). Η "Αίτηση δια Επενδυτικό Σχέδιο" (Τεκμήριο 2) υπεγράφη από την Εναγόμενη στις 16.5.00 και φέρεται εγκριμένη από την Sharelink Securities στις 23.5.00 και από την Ενάγουσα στις 5.6.00. Δηλαδή η Ενάγουσα την ενέκρινε 5 ημέρες μετά την υπογραφή της τελικής Συμφωνίας, (η οποία φέρει ημερομηνία υπογραφής την 30.5.00). Ως προς αυτό ο Μ.Ε.1 ευθαρσώς δέχθηκε πως ο διευθύνων σύμβουλος της Ενάγουσας (Μ.Ε.2) υπέγραψε την έγκριση στο Τεκμήριο 2 μετά την υπογραφή της. Αυτό από μόνο του καταδεικνύει πως δεν είχε τέτοια ιδιαίτερη σημασία το έντυπο της αίτησης, όπως προσπαθεί να του αποδώσει η Εναγόμενη. Ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε στην ανατροπή της κάλυψης του σχεδίου και στις επιστολές που έστειλαν προς την Εναγόμενη ζητώντας μετρητά ή μετοχές για επαναφορά στα προβλεπόμενα όρια (Τεκμήρια 5Α έως 5ΣΤ και 6). Μη έχοντας όμως συγκεκριμένες καταστάσεις (τις οποίες αργότερα κατέθεσε ο Μ.Ε.2) δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί σε συγκεκριμένα ποσά και αξίες χαρτοφυλακίου. Αυτό δεν επηρεάζει το εύρημα μου πως πράγματι από κάποιο σημείο και ύστερα, λόγω της πτώσης των τιμών του Χ.Α.Κ, πράγματι ανετράπη το προβλεπόμενο ποσοστό κάλυψης. Παράλληλα όμως είναι δεκτή η θέση του Μ.Ε.1 πως δεν προχώρησαν στην εκποίηση των μετοχών της Εναγόμενης προς εξόφληση του υπολοίπου, επειδή η ίδια προσπαθούσε, με τις περιοδικές πληρωμές μετρητών και τη μεταβίβαση νέων μετοχών, να φέρει τον λογαριασμό στα κανονικά του επίπεδα. Έδωσαν δηλαδή χρόνο στην Εναγόμενη λαμβάνοντας υπόψη και τη σοβαρή και αυταπόδεικτη από τις ενέργειες διάθεση της. Πρέπει άλλωστε να σημειωθεί - όπως θα διαφανεί και κατωτέρω - πως η ίδια η Εναγόμενη σε καμία περίπτωση δεν ζήτησε κάτι τέτοιο από τον Χρηματιστή (ή έστω από την Ενάγουσα). Έγινε συζήτηση για την φύση του όρου 5 στο πίσω μέρος της Αίτησης ο οποίος προνοεί πως η Ενάγουσα "θα δέχεται τις οδηγίες του Χρηματιστή . νοουμένου ότι οι σχετικές πράξεις θα γίνονται μέσω του λογαριασμού χρηματοδότησης του σχεδίου και νοουμένου επίσης ότι η εξασφάλιση της Εταιρείας θα παραμένει στα συμφωνηθέντα όρια". Ο Μ.Ε.1 ανέφερε πως αυτοί οι όροι δεν αποτελούσαν μέρος της τελικής Συμφωνίας και δεν αντεξετάστηκε επί της θέσης του αυτής. Η αλήθεια είναι πως παρόμοιος όρος δεν υπάρχει στο κείμενο της τελικής συμφωνίας (Τεκμήριο 3) και εν πάση περιπτώσει ακόμα και μετά τις 20.9.00 που η εξασφάλιση ήταν σαφώς εκτός ορίων φαίνεται πως έγιναν ουκ ολίγες συναλλαγές εκ μέρους της Εναγόμενης από τον Χρηματιστή και δεν φαίνεται η Ενάγουσα να εμπόδισε οποιανδήποτε απ' αυτές επικαλούμενη τέτοιον όρο. Για τις διάφορες χρεώσεις που αναφέρονται στον Πίνακα Χρεώσεων αξίζει να διευκρινιστεί πως η χρέωση με τον τίτλο "ετήσιο δικαίωμα διαχείρισης" αφορούσε χρέωση για την παραχώρηση, δηλαδή την ανά πάσα στιγμή διάθεση του ορίου στον εκάστοτε επενδυτή, ενώ ο τόκος προς 8,5% αφορούσε μόνο το εκάστοτε χρησιμοποιηθέν ποσόν. Σημειώνω πως σύμφωνα με παραδοχή του Μ.Ε.1 αν π.χ. κάποιος χρησιμοποιούσεν Λ.Κ.30.000 η Ενάγουσα χρέωνε και τόκον επί του ποσού αυτού αλλά και δικαίωμα διαχείρισης εφ' ολοκήρου του παραχωρηθέντος ορίου. Συγκεκριμένα η Εναγόμενη χρεώθηκε π.χ. στις 31.12.00 με Λ.Κ.466,67 που αντιστοιχεί περίπου με το 1% επί του ορίου που της παραχωρήθηκε. Ο Μ.Ε.2 είναι το πρόσωπο που ως διευθύνων σύμβουλος της Ενάγουσας εξέτασε, ενέκρινε την αίτηση και υπέγραψε την τελική Συμφωνία. Αυτός παρουσίασε στο Δικαστήριο τα Τεκμήρια 16, 17 και 18 και ανέφερε με λεπτομέρεια τις επιπλέον μεταβιβάσεις μετοχών στις οποίες προέβη η Εναγόμενη μεταξύ 23.11.00 και 19.4.01, πριν ξεκινήσει τις καταθέσεις μετρητών. Δέχομαι τη θέση του πως αυτός με τον Μ.Ε.1 ήταν οι δύο διευθύνοντες σύμβουλοι της Ενάγουσας και ότι είχαν την ευθύνη παρακολούθησης των λογαριασμών από τα επενδυτικά δάνεια. Παράλληλα ο ίδιος ο Μ.Ε.2 ήταν δυνατό να δώσει οδηγίες στη σύζυγο του Αύρα να επικοινωνεί με κάποιον επενδυτή προς συμμόρφωση με τους όρους της συμφωνίας. Ως συμφωνία υπέδειξε το Τεκμήριο 3 και όχι την Αίτηση για την οποίαν και αυτός ανέφερε πως σκοπός της ήταν να λαμβάνονται κάποιες πληροφορίες από τους επενδυτές και πως οι όροι πίσω ήταν κάποιοι όροι που "μπορούσεν" να υπάρχουν στην τελική συμφωνία. Ο Μ.Ε.2 επέμεινε πως παρά την ανατροπή του ποσοστού κάλυψης του λογαριασμού λόγω της πτώσης των τιμών στο Χ.Α.Κ, εντούτοις η Εναγόμενη μπορούσε να πωλήσει τις μετοχές της μέσω του Χρηματιστή. Όπως εξήγησε ούτως ή άλλως το προϊόν από αυτές τις πωλήσεις θα κατατίθετο στο λογαριασμό, πράγμα που θα μείωνε το υπόλοιπο όπως έγινε και όταν αργότερα πωλήθηκαν από την Ενάγουσα. Πάντως είναι δεδομένο πως τόσον οι επιστολές της Ενάγουσας όσον και οι τηλεφωνικές κλήσεις προς την Εναγόμενη αποσκοπούσαν ακριβώς στην αποκατάσταση της εξασφάλισης του σχεδίου. Ο Μ.Ε.2 είναι ένας από αυτούς που τότε είχε μιλήσει τηλεφωνικώς με την Εναγόμενη και επιβεβαιώνει ότι η ίδια δεν ήθελε να πωλήσει τις μετοχές. Προτιμούσε να προσκομίσει νέες εξασφαλίσεις αναμένοντας κάποια καλύτερη ευκαιρία με την ποθούμενη άνοδο του Χ.Α.Κ πράγμα που καταδεικνύουν και όλες οι ενέργειες της (μετρητά και μετοχές). Για τον ίδιον λόγο και η Ενάγουσα βλέποντας παράλληλα και τις φιλότιμες προσπάθειες της (Εναγόμενης) δεν άσκησε νωρίτερα το δικαίωμα πώλησης των μετοχών. Όσον αφορά την Εναγόμενη στην πραγματικότητα δεν διαφώνησε ούτε και αμφισβήτησε οποιοδήποτε από τα γεγονότα που έχουν καταγραφεί ως μη αμφισβητούμενα. Αντιθέτως με την γραπτή δήλωση της (Τεκμήριο Γ) αλλά και την προφορική της μαρτυρία παραδέχθηκε μεταξύ άλλων: - ότι υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή στο Επενδυτικό Σχέδιο της Ενάγουσας. - ότι υπέγραψε όλα τα αναγκαία έγγραφα. - ότι η Ενάγουσα άνοιξε λογαριασμό στο όνομα της με στοιχεία E.F.C 10210. - ότι η ίδια μεταβίβασε τις μετοχές της αξίας Λ.Κ.40.859,67 στην Custodian ως Αξίες Περιθωρίου Ασφαλείας. - ότι διάβασε εκ των προτέρων προσεκτικά τη Συμφωνία για το Επενδυτικό Σχέδιο (Τεκμήριο 3). - ότι παρείχε ανέκκλητη εξουσιοδότηση στον χρηματιστή να διαχειρίζεται και/ή να χειρίζεται το λογαριασμό της για σκοπούς της Συμφωνίας. - ότι ήταν ήσυχη πως προέβηκε σε μια συμφωνία η οποία προσέφερε το καλύτερο επενδυτικό σχέδιο όπως την είχε διαβεβαιώσει και ο Ανδρέας Ιωαννίδης, ο οποίος της είχε φέρει τα έγγραφα στη Λεμεσό. - ότι αποδεχόταν υποχρεωτικά τις συναλλαγές που πραγματοποιούσε η Ενάγουσα και ο Χρηματιστής. - ότι πράγματι κατέθεσε επιπλέον μετοχές και μετρητά. - ότι ο Χρηματιστής όντως είχε το δικαίωμα βάσει του πληρεξουσίου να πωλεί και να αγοράζει μετοχές εκ μέρους της ακόμα και χωρίς προηγούμενες εντολές της ή οδηγίες της. - ότι δεν έδιδε πολλή σημασία στις αγορές και πωλήσεις επειδή εμπιστεύετο τους Χρηματιστές της. Πέραν των πιο πάνω παραδέχθηκε επίσης (στην παρ. 14 της γρ. δήλωσης της) ότι κάποιος από την Ενάγουσα του οποίου δεν ενθυμείτο το όνομα, της τηλεφώνησε λέγοντας της ότι έπρεπε να δώσει επιπλέον μετοχές ή χρήματα για να είναι ο λογαριασμός της σε πλήρη κάλυψη. Αυτό πρέπει να πω συνάδει πλήρως με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ο οποίος ανέφερε ότι υπήρχε συχνή τηλεφωνική επικοινωνία μαζί της και επικαλέστηκε ενδεικτικά τις χειρόγραφες σημειώσεις του επί του Τεκμηρίου 5(Γ). Όντως σ' αυτή την επιστολή, που είναι ημερ. 4.4.01, υπάρχουν σημειώσεις του ήτοι, αφενός ότι μίλησε με την Εναγόμενη στις 21.5.01, και αυτή θα τον έπαιρνε στις 30.5.01 για να του πει τι θα φέρει (μετοχές ή χρήματα) και αφετέρου άλλες σημειώσεις ότι πρέπει να την ξαναπάρει στις 13.6.01 και ότι θα δίδει Λ.Κ.300. Όπως έχει ήδη αναφερθεί στο διάστημα από 29.6.01 έως 12.5.03 η Εναγόμενη κατέβαλε σε 10 περιπτώσεις το συνολικό ποσό των Λ.Κ.5.550. Ο χρόνος διακοπής των πληρωμών συνάδει και εξηγεί πλήρως τον τερματισμό της συμφωνίας και την πώληση των μετοχών λίγο αργότερα. Στην γραπτή δήλωση της αρνήθηκε ρητώς ότι παρέλαβε οποτεδήποτε καταστάσεις λογαριασμού, πινακίδια συναλλαγής ή καταστάσεις αποτίμησης του χαρτοφυλακίου της (βλ. παρ. 12 και 24(α) της γραπτής δήλωσης). Δεν έδωσε όμως την ίδια εικόνα κατά την προφορική της μαρτυρία αφού υπαναχώρησε από την αρχική της θέση αφήνοντας να νοηθεί πως ελάμβανε τα έγγραφα που της αποστέλλοντο, αλλά απλώς δεν τους έδιδε τόση προσοχή. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό της στάσης που τήρησε περί το τέλος της αντεξέτασης της: "Ε. Αμφισβήτησες ποτέ οποιαδήποτε αγορά ή πώληση; Α. Για να είμαι ειλικρινής δεν έδιδα πολλή σημασία. Γιατί τους ανθρώπους αυτούς τους πλήρωνα για να διαχειρίζονται το χαρτοφυλάκιο μου. Εγώ ήμουνα ήσυχη γιατί ήταν οι Χρηματιστές μου, τους εμπιστεύτηκα. Ε. Άρα ελάμβανες και τα contract notes; A. Για να είμαι ειλικρινής δεν τις έβλεπα. Αυτοί πωλούσαν και έβγαζαν τα ποσοστά τους. Δεν θυμάμαι κιόλας. Μπορεί να μου έστελλαν. Δεν θυμάμαι να πήρα τόσα πολλά πράγματα. Ε. Το Τεκμήριο 4, δεν τα ελαμβάνετε τούτα; Α. Δεν θυμάμαι. Ε. Όπως και τις μηνιαίες καταστάσεις του λογαριασμού; Α. Τι να πώ; Να τους πω γιατί δεν αγοράσατε ή πουλήσατε; Αφού ήταν οι Χρηματιστές." Από δικής του πλευράς ο Μ.Ε.2 ήταν σαφής πως στέλλοντο στην Εναγομένη τόσον τα πινακίδια συναλλαγής όσον και οι καταστάσεις λογαριασμού και αποτίμησης χαρτοφυλακίου. Συμφωνώ πως το ότι δεν θυμάται ή δεν τα διάβαζε η Εναγόμενη δεν σημαίνει ότι δεν εστέλλοντο. Άλλωστε είναι σαφές επίσης πως και η ίδια ήξερε ανα πάσα στιγμή σε ποια κατάσταση ευρίσκετο ο λογαριασμός της, αφού φαίνεται πως από την αρχή σχεδόν και νέες μετοχές μεταβίβασε, αλλά και σε πληρωμές μετρητών προέβη προς κάλυψη του ορίου. Προκύπτει από τα προηγηθέντα πως στο διάστημα από το Νοέμβριο του 2000 μέχρι και τον Μάϊο του 2003 προέβη σε 20 τέτοιες ενέργειες με απόσταση περίπου ενός μηνός η μια από την άλλη. Είναι παράλογο να γίνει δεκτό πως πλήρωνε αλλά δεν γνώριζε το υπόλοιπο της. Αντιθέτως αποτελεί εύρημα μου πως γνώριζε και τι μετοχές αγόρασε αλλά και το υπόλοιπο. Βεβαίως η Εναγόμενη ισχυρίστηκε πως εκβιάζετο κατά κάποιο τρόπο από την Ενάγουσα να προβαίνει στις πιο πάνω ενέργειες. Αρχικά ήταν πιο έντονη και σ' αυτή της την τοποθέτηση, αλλά αντεξεταζόμενη είπε απλώς πως την "απειλούσαν με τον τρόπο τους για δικαστήριο". Κρίνω πως δεν είναι καθόλου απίθανο ή παράλογο κατά τις διάφορες επικοινωνίες που είχαν μαζί της πρόσωπα από την Ενάγουσα (όπως ο Μ.Ε.2 ή η σύζυγος του, Αύρα Πετρίδη) να την άφησαν να καταλάβει ότι αν έμεναν στάσιμα τα πράγματα η υπόθεση θα οδηγείτο στο Δικαστήριο προς είσπραξη του λαβείν τους. Άλλωστε αυτό ήταν δικαίωμα της Ενάγουσας, να τερματίσει τη συμφωνία και να προχωρήσει δικαστικώς. Δέχομαι λοιπόν την θέση της Εναγόμενης αλλά πρέπει να παρατηρήσω πως τα ίδια αυτά γεγονότα τελικά διαψεύδουν την ίδια στον άλλο βασικό ισχυρισμό της, ότι δηλαδή ήθελε ή προτιμούσε να πωληθούν όλες οι μετοχές της και να εξοφληθεί ο λογαριασμός της ή έστω να μειωθεί το υπόλοιπο όσον το δυνατό γρηγορότερα και ενώ ακόμα άξιζαν περισσότερα. Θέλω να πω δηλαδή πως εάν όντως ήθελε ή επιδίωκε κάτι τέτοιο ήταν πολύ εύκολο να μην μεταβιβάζει νέες μετοχές και να μην καταθέτει επιπλέον μετρητά ούτως ώστε η Ενάγουσα να οδηγηθεί υποχρεωτικά στην πώληση, όπως εν τέλει έπραξε τον Ιούλιο του 2003. Αντιθέτως φαίνεται πως για μεγάλο χρονικό διάστημα συμμερίζετο και η ίδια τις ελπίδες και εκτιμήσεις ότι θα ανέβαινε το Χ.Α.Κ και δεν ήθελε να χάσει πριν από μια τέτοια άνοδο τις μετοχές της. Ο ισχυρισμός της ότι δεν ήθελε η ίδια να κινήσει αγωγή ευσταθεί υπό την έννοια πως πράγματι ήλπιζε για την άνοδο των τιμών στο Χ.Α.Κ οπότε θα μπορούσε και η ίδια προφανώς να κερδίσει από την πώληση μετοχών. Η κατάληξη αυτή μας οδηγεί και σ' ένα άλλο θέμα στο οποίο επικέντρωσε την προσοχή της η Εναγόμενη. Ανάλωσε το μεγαλύτερο μέρος της γραπτής της δήλωσης αλλά και της προφορικής της μαρτυρίας να εξηγήσει ότι ο άνθρωπος που εμφανίστηκε στη Λεμεσό για να της δώσει τα έγγραφα της έδωσε διαβεβαιώσεις ότι η ίδια δεν θα είχε "καμιά ζημιά εκτός στη χειρότερη περίπτωση από την απώλεια του περιθωρίου εξασφάλισης". Αναφέρεται βεβαίως στον Ανδρέα Ιωαννίδη για τον οποίον υπήρξε συζήτηση καθ' όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας για την πραγματική του ιδιότητα, αν και κανένας δεν τον κάλεσε ως μάρτυρα. Η θέση της Εναγομένης ήταν πως εξ όσων γνωρίζει ήταν υπάλληλος του Χρηματιστή, δηλαδή της Χρηματιστηριακής εταιρείας Sharelink Securities Ltd. H αναφορά της αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την Ενάγουσα, αλλά αντιθέτως από πλευράς της αφέθηκε να νοηθεί πως πράγματι αυτή ήταν η ιδιότητα του. Στην γραπτή της δήλωση (παρ. 3(α) η Εναγόμενη χαρακτήρισε τον υπάλληλο αυτό (Ανδρέα Ιωαννίδη) ως αντιπρόσωπο της Ενάγουσας, αλλά στο στάδιο της αντεξέτασης της δεν επέμεινε σε αυτή της την θέση. Παραδέχθηκε πως ο Α. Ιωαννίδης δεν χρησιμοποίησε ποτέ τη λέξη "αντιπρόσωπος". Της είχε πει πως ήταν στην Sharelink Securities, (δηλαδή τον Χρηματιστή) και ότι "έχει ένα σχέδιο επενδυτικό ο Χριστόδουλος Έλληνας" εκ μέρους του οποίου και ενεργούσε. Της περιέγραψε δε τον Χριστόδουλο Έλληνα ως πολύ καλό χρηματιστή και της ανέφερε ότι η ίδια θα έβγαζε πολλά λεφτά με την άνοδο του Χ.Α.Κ που κατά την εκτίμηση τους θα ακολουθούσε. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο εν λόγω Χριστόδουλος Έλληνας είναι γιος του Μ.Ε.1 και βασικός μέτοχος και διευθυντής στην Sharelink Securities Ltd. Εκείνο που μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα είναι πως η Εναγόμενη - ακόμα και μέχρι σήμερα - δεν μπόρεσε (ή και δεν θέλησε) να διακρίνει τον Χρηματιστή από την Ενάγουσα. Απόδειξη τούτου το ότι σε ερώτηση ποιον εξουσιοδότησε να διαχειρίζεται τον λογαριασμό της, απάντησε πως δεν μπορεί να ξεχωρίσει τον Χρηματιστή από την Ενάγουσα. Η αλήθεια όμως είναι πως ο Ιωαννίδης τελικά ήταν αδελφός ενός φίλου του συζύγου της και πράγματι της εμφανίστηκε ως υπάλληλος της χρηματιστηριακής εταιρείας και όχι της Ενάγουσας. Δέχομαι ότι της είπε καλά λόγια για το σχέδιο και τις προοπτικές κέρδους από την προβλεπόμενη κατ' εκτίμηση τους άνοδο του Χ.Α.Κ. Πρέπει όμως να σημειωθεί πως παράλληλα με όλα αυτά της έδωσε και όλα τα σχετικά έγγραφα τα οποία η ίδια (ούσα οδοντίατρος) τα διάβασε "εκ των προτέρων" και "προσεκτικά" όπως αναφέρει στη γραπτή της δήλωση (παρ. 5 και 6). Δεν δέχομαι λοιπόν τα υπονοούμενα της ότι κατά κάποιον τρόπο ξεγελάστηκε. Η συμφωνία της και οι όροι λειτουργίας του σχεδίου καταγράφονται λεπτομερώς στη συμφωνία που υπέγραψε και από κανένα σημείο αυτής δεν συνάγεται ότι η ίδια θα είχε μόνο κέρδος ή στην χειρότερη περίπτωση ότι η μόνη της απώλεια θα ήταν η απώλεια του περιθωρίου εξασφάλισης. Είναι δε προφανές και λογικό πως οι προφορικές επεξηγήσεις του Ιωαννίδη αφορούσαν εκτιμήσεις τους για την μελλοντική πορεία του Χ.Α.Κ και κανένας δεν μπορούσε να εγγυηθεί 100% την αύξηση της τιμής των μετοχών. Η Εναγόμενη ήθελε να επενδύσει και όπως κάθε επενδυτής ανέλαβε και τον κίνδυνο περαιτέρω πτώσης. Τα υπόλοιπα επιχειρήματα της αφορούν την ερμηνεία της συμφωνίας και θα αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης κατωτέρω. Νομική Πτυχή Τόσο με τα δικόγραφα της όσον και με την αγόρευση μέσω του ευπαιδεύτου συνηγόρου της η Εναγόμενη ήγειρε πλειάδα ζητημάτων. Αρκεί να αναφέρω πως η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της (ακόμα και μετά την επιτυχή έκβαση της αίτησης διαγραφής από την άλλη πλευρά) εξακολουθεί να καταλαμβάνει 49 σελίδες ενώ η γραπτή αγόρευση 161 σελίδες. Είμαι υποχρεωμένος να αναφέρω πως κανένα από τα δύο αυτά έγγραφα δεν χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη ενάργεια και σαφήνεια, ως όφειλε. Αντιθέτως παρατηρούνται πολλές επαναλήψεις και ασάφειες οι οποίες δυσκολεύουν την ανάγνωση και κατανόηση τους καθιστώντας το δικαστικό έργο αρκετά δύσκολο. Θα προσπαθήσω παρακάτω να καλύψω όσες εισηγήσεις χρήζουν κάποιου σχολιασμού κατατάσσοντας τις σε ομάδες όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο και ευχερές. Εθάρρυνση και ή Εξώθηση και ή Αθέμιτος Επηρεασμός και ή Ψυχική Πίεση της Εναγομένης. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1602 εφόσον η εγκυρότητα μιας σύμβασης βασίζεται στη συγκατάθεση των συμβαλλομένων προκύπτει ότι μια σύμβαση που είναι αποτέλεσμα βίας ή εξάσκησης ψυχικής πίεσης μπορεί να κηρυχθεί ως άκυρη. Είναι μέσα σ' αυτά τα πλαίσια που το Κοινοδίκαιο με το περιορισμένο δόγμα της βίας (duress) και το Δίκαιο της επιείκειας με το δόγμα της ψυχικής πίεσης ή ανεπίτρεπτης επιρροής (undue influence) έδωσαν το δικαίωμα σε ένα συμβαλλόμενο να ζητά την ακύρωση μιας συναλλαγής από την οποία ελλείπει το συστατικό στοιχείο της συγκατάθεσης. Τονίζεται όμως πως το Δίκαιο της επιείκειας δεν μπορεί να επιστρατεύεται για να διασώσει ένα πρόσωπο από τα επακόλουθα της αφροσύνης του αλλά μόνο για να αποτρέψει τη θυματοποίηση του από τρίτα πρόσωπα. Έχει ήδη διαφανεί πως η Εναγόμενη δεν ευρίσκετο σε οποιαδήποτε εμπιστευτική σχέση με την Ενάγουσα ούτε και κάποιος από αυτή την προσέγγισε για να την επηρεάσει. Το αντάλλαγμα που έλαβε δεν την έθεσε σε μειονεκτική θέση και είναι προφανές από τα ευρήματα του Δικαστηρίου πως η ίδια αποφάσισε με τη θέληση της να συμμετάσχει στο σχέδιο αφού διάβασε τους όρους του και τους αποδέχθηκε, θέλοντας να έχει κέρδη. Όλη η νομολογία που παρατίθεται από πλευράς Εναγομένης αφορά περιπτώσεις όπου κάποια τράπεζα έπεισε το δανειολήπτη είτε με ψευδείς παραστάσεις είτε συμβουλεύοντας αμελώς, πράγμα που δεν διαπιστώνεται στην παρούσα. Ουσιαστικά ισχύει και εδώ εκείνο το οποίο είχε λεχθεί στην υπόθ. Σολωμού ν. Vineyard
(1998)1 Α.Α.Δ. 300 ότι "για να επιτύχει μια τέτοια υπεράσπιση πρέπει είτε να φαίνεται ότι το τρίτο πρόσωπο (εδώ ο Ανδρέας Ιωαννίδης) ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του άλλου μέρους ή ότι το άλλο μέρος είχε πραγματική ή εξυπακουόμενη γνώση της ψυχικής πίεσης. Τέτοια σχέση του Ανδρέα Ιωαννίδη δεν έχει καταδειχθεί στην παρούσα. Ούτε έχει διαφανεί ότι η Ενάγουσα είχε γνώση για ο,τιδήποτε το εν λόγω πρόσωπο ανέφερε στην Εναγόμενη. Με βάση την μαρτυρία της Εναγόμενης ο Ιωαννίδης της παρουσιάστηκε ως υπάλληλος της Share Link Securities Ltd (δηλ. του Χρηματιστή) και προς την ίδιαν εκθείαζε τις ικανότητες του Χριστόδουλου Έλληνα ως Χρηματιστή και όχι της Ενάγουσας η οποία απλώς θα έδιδε τα χρήματα. Η ίδια η συμφωνία (την οποίαν η Εναγόμενη διάβασε προσεκτικά) προβλέπει στο άρθρο 2(Ε) την περαιτέρω κατάθεση μετρητών ή μεταβίβαση Αξιών Περιθωρίου και στο άρθρο 6(Γ) την πιθανότητα οφειλής υπολοίπου προς την Ενάγουσα ακόμα και μετά την εκποίηση όλων των αξιών. Συνεπώς ο ισχυρισμός της Εναγόμενης περί εγγύησης οικονομικής επιτυχίας του σχεδίου δεν ευσταθεί. Αποτελεί πασίδηλον πως οι τιμές των μετοχών δυνατόν να αυξάνονται ή να μειώνονται. Σχέση Ενάγουσας - Χρηματιστή - Custodian H Εναγόμενη ισχυρίζεται (και παραπονείται έντονα) ότι τελικά στην συμφωνία εμπλέκονται τρεις εταιρείες του ίδιου ομίλου, δηλαδή του "Ομίλου Έλληνα". Η πραγματικότητα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι. Εκείνο που έχει διαφανεί από την μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 αλλά και τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί κατά την αντεξέταση τους (Τεκμήρια 19 και 20) είναι πως η Custodian είναι θυγατρική της Ενάγουσας και η Sharelink Securities είναι θυγατρική της Sharelink Financial Services. Στην περίπτωση της Ενάγουσας και της θυγατρικής της φαίνεται ότι βασικό πρόσωπο είναι ο πατέρας Αιμίλιος Έλληνας (Μ.Ε.1), ενώ στην περίπτωση της Sharelink Financial Services κυρίαρχος είναι ο υιός του Χριστόδουλος Έλληνας. Η μόνη σχέση μεταξύ των δύο ομίλων φαίνεται να είναι η κατοχή από την Sharelink Financial Services 29,5% των μετοχών της Ενάγουσας (με βάση τη μαρτυρία του Μ.Ε.2). Για αυτό και στο Τεκμήριο 19 (Έκθεση 2000) η Ενάγουσα χαρακτηρίζεται ως συνδεδεμένη εταιρεία με την Sharelink Financial Services και όχι ως ανήκουσα στον ίδιο Όμιλο. Αλλά εν πάση περιπτώσει ακόμα και αν η Ενάγουσα, η Χρηματιστηριακή Εταιρεία και η Custodian ανήκουν στον ίδιο όμιλο, αυτό δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση πως εξαφανίζεται ή καταργείται καθ' οιονδήποτε τρόπον η ιδιότητα της ξεχωριστής νομικής οντότητας. Η νομολογία μας είναι σαφής πως μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα από τα πρόσωπα που την αποτελούν (βλ. μεταξύ άλλων Salomon v. Salomon
(1897)A.C. 22, Michaelides v Gavrielides
(1980)1 C.L.R. 244, Bank of Cyprus (Holdings) Ltd v. Republic
(1983)2 C.L.R. 636 και κατ' έφεση
(1985)3 C.L.R.1883, Αθανάσιος Σακκόραφος ν. Γ. Παρασκευαίδης Λιμιτεδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 673, Lindos Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1993)1 Α.Α.Δ. 17 και γενικά το σύγγραμμα Palmer´s Company Law, 24η έκδοση, τόμος 1, σελ. 200-202, παρα. 1801-1803). Με βάση τα πιο πάνω οι τρεις αυτές εταιρείες είναι και θεωρούνται τρεις ξεχωριστές νομικές οντότητες με σαφώς διακρινόμενα νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις η κάθε μια (βλ. Adams v Cape Industries plc
(1980)B CLR 479). Αυτό ισχύει ακόμα και αν οι μέτοχοι και οι διευθυντές τους ήταν τα ίδια πρόσωπα. Η Ενάγουσα είναι χρηματοδοτική εταιρεία, η Sharelink είναι χρηματιστηριακή και η Custodian ήταν στα πλαίσια του σχεδίου η θεματοφύλακας των αξιών που αγόραζε ή παρέδιδε η Εναγόμενη. Ο ρόλος της κάθε εταιρείας καθορίστηκε στη συμφωνία που υπέγραψε η Εναγόμενη και η ίδια γνώριζε το κάθε τι εκ των προτέρων. Ο ισχυρισμός της ότι πρόκειται για "μηχανισμό" υπό την έννοια συνωμοσίας που αποσκοπούσε στο να την ξεγελάσει δεν ευσταθεί. Αυτό από την άλλη δεν σημαίνει πως η Εναγόμενη δεν θα μπορούσε (ή δεν μπορεί εάν επιθυμεί) να εγείρει οποιαδήποτε απαίτηση της εναντίον της Custodian ή του Χρηματιστή, για παράβαση της σύμβασης. Εκείνο που σαφώς δεν δύναται να πράττει είναι να επικαλείται παραβάσεις των δύο αυτών εταιρειών διεκδικώντας αποζημιώσεις από την Ενάγουσα, δηλαδή αγνοώντας την ξεχωριστή νομική οντότητα της κάθε μιας. Σημειώνω πως ούτε στην Ανταπαίτηση προστέθηκαν ως Εναγόμενες οι άλλες δύο εταιρείες, ούτε ως τριτοδιάδικοι κλήθηκαν και από ότι φαίνεται ούτε ξεχωριστές αγωγές καταχωρίστηκαν εναντίον τους (οι οποίες αν υπήρχαν θα μπορούσαν ενδεχομένως και να συνεκδικαστούν με την παρούσα αγωγή). Συμφωνία Χρηματοδοτήσεως Επενδυτικού Σχεδίου και Πληρεξούσιο Η επίδικη συμφωνία ημερ. 30.5.00 υπεγράφη μεταξύ της Εναγομένης και των τριών εταιρειών. Η Ενάγουσα θα παρείχε στην Εναγόμενη πιστωτικές διευκολύνσεις ίσες με το Περιθώριο Ασφάλειας, το οποίο στον Πίνακα καθορίστηκε στις Λ.Κ.40.000. Η Ενάγουσα θα άνοιγε λογαριασμό όπως και έπραξε, "ο δε λογαριασμός θα χρησιμοποιείτο αποκλειστικά και μόνο από το Χρηματιστή για σκοπούς της Συμφωνίας". Σύμφωνα με το άρθρο 1(Δ) η Ενάγουσα παρέσχε ανέκκλητη εξουσιοδότηση στο Χρηματιστή να διαχειρίζεται το λογαριασμό και η ίδια παραιτήθηκε ανεκκλήτως οποιουδήποτε δικαιώματος να παρέχει οδηγίες ή εντολές προς την Ενάγουσα αναφορικά με το λογαριασμό, τη διαχείριση και ή το χειρισμό του. Σημειώνω πως αυτό αφορά μόνο την σχέση της με την Ενάγουσα. Εξουσία λοιπόν να αγοράζει και πωλεί μετοχές εκ μέρους της είχεν ο χρηματιστής, τον οποίον δηλώνει πως εμπιστεύετο. Οι διευκολύνσεις θα χρησιμοποιούντο (κατά το άρθρο 2) αποκλειστικά για αγορά αξιών μέσω του Χρηματιστή μόνον. Σύμφωνα με το άρθρο 2(Ε) το σύνολο της τιμής διάθεσης των Αξιών με το σύνολο της τιμής διάθεσης των Αξιών Περιθωρίου, έπρεπε αθροιζόμενο με το τυχόν αχρησιμοποίητο υπόλοιπο του ορίου να διατηρείται πάντοτε ίσο προς το διπλάσιο του Περιθωρίου Ασφαλείας (άρα Λ.Κ.80.000). Είναι αδιαμφισβήτητο πως λόγω της πτώσης των τιμών στο Χ.Α.Κ και την μη κατάθεση μετρητών ή μεταβίβαση άλλων μετοχών το ποσοστό κάλυψης στην παρούσα υπόθεση ανατράπηκε. Ενδεικτικές προς τούτο είναι οι επιστολές που απέστειλε η Ενάγουσα προς την Εναγόμενη μεταξύ 20.9.00 και 3.7.03 (Τεκμήρια 5Α-5ΣΤ και 6), αλλά και οι καταθέσεις μετρητών ή μεταβιβάσεις μετοχών στις οποίες προέβη η Ενάγουσα στο ίδιο περίπου διάστημα. Το άρθρο 8 της Συμφωνίας προνοεί μεταξύ άλλων πως εάν υπάρχει παράβαση από την Ενάγουσα οποιουδήποτε όρου της συμφωνίας τότε ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του Λογαριασμού θα καθίσταται αμέσως οφειλόμενο και πληρωτέο. Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 12 η εν λόγω συμφωνία (Τεκμήριο 3) αποτελεί ολόκληρη τη συμφωνία μεταξύ των μερών και περιέχει εξαντλητικά όλους τους όρους σχετικά με τις διευκολύνσεις. Οι όροι δε αυτοί εκτός από άλλη έγγραφη συμφωνία δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε τροποποίηση, προσθήκη ή ακύρωση που έχει γίνει διαφορετικά. Με το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 30.5.00 η Εναγόμενη διόρισε τον Χρηματιστή ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της και παραχώρησε μεταξύ άλλων σ' αυτόν εξουσίες να αγοράζει και πωλεί μετοχές, να ενεργεί ως πληρεξούσιος της για οποιοδήποτε θέμα σχετίζεται με κινητές αξίες, να υπογράφει οποιοδήποτε έγγραφο αναγκαίο για τη λειτουργία του Σχεδίου, να χειρίζεται το λογαριασμό της με την Ενάγουσα και γενικά να την εκπροσωπεί σε όλες της τις σχέσεις με την Ενάγουσα. Αποτελεί βασική αρχή πως κατά την ερμηνεία των όρων σύμβασης σκοπός είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των συμβαλλομένων από το λεκτικό του κειμένου το οποίο εξετάζεται στο σύνολο του (βλ. υπ. Αργύρη v Χρυσοστόμου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1362). Νομολογιακά έχει καθιερωθεί πως όταν μια συμφωνία έχει διατυπωθεί εγγράφως, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εξωγενής μαρτυρία για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή προσθέσει στο περιεχόμενο των όρων του εγγράφου. Κατ' εξαίρεση στο γενικό κανόνα εξωγενής μαρτυρία μπορεί να επιτραπεί στην περίπτωση συγκεκριμένων εξαιρέσεων όπως π.χ. για να αποδείξει την εγκυρότητα κάποιας συμφωνίας, την πραγματική φύση της συναλλαγής ή τη διφορούμενη ιδιότητα των συμβαλλομένων (βλ. Marketrends Finance Ltd v 1. Ανδρέα Πέρδικου κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ.1042). Στην υπό κρίσιν περίπτωση δεν θεωρώ ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις. Αντιθέτως η σύμβαση είναι σαφώς διατυπωμένη τόσον ως προς τη φύση της όσον και ως προς την ιδιότητα των συμβαλλομένων, ενώ ως προς την εγκυρότητα της τίθενται μεν κάποια ζητήματα για τα οποία δεν χρειάζεται εξωγενής μαρτυρία και τα οποία θα τύχουν εξέτασης σε άλλο σημείο. Η Εναγόμενη όμως επέμεινε ότι οι Όροι Λειτουργίας Επενδυτικού Σχεδίου όπως αυτοί καταγράφονται στο πίσω μέρος της Αίτησης (Τεκμήριο 2) αποτελούν μέρος της Συμφωνίας της με την Ενάγουσα. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας όμως κατέδειξε πως αυτοί οι όροι ήταν όντως πληροφοριακής υφής και δεν ήταν πρόθεση των συμβαλλομένων να αποτελέσουν μέρος της συμφωνίας τους ή να ρυθμίζουν εν τέλει τη λειτουργία του σχεδίου. Απόδειξη τούτου πως συντάχθηκε και υπεγράφη άλλη εκτενέστερη και λεπτομερής σύμβαση (Τεκμήριο 3) την οποίαν μάλιστα υπέγραψαν όλοι οι συμβαλλόμενοι και όχι μερικοί όπως στην αίτηση. Ενδεικτικό είναι πως μέχρι και τις 30.5.00, ημέρα υπογραφής του Τεκμηρίου 3, την αίτηση δεν την είχε καν υπογράψει η Ενάγουσα. Περαιτέρω το άρθρο 12 του Τεκμηρίου 3 προνοεί πως όλα τα θέματα ρυθμίζονται εξαντλητικά στη συγκεκριμένη συμφωνία και απαιτεί νέα γραπτή συμφωνία (εννοείται μεταξύ όλων) για τροποποίηση της αρχικής. Εν πάση δε περιπτώσει ακόμα και αν θεωρείτο ότι ίσχυε ο όρος 5 του Τεκμηρίου 2, στην πραγματικότητα αυτός έδιδε απλώς κάποιο δικαίωμα στην ίδια την Ενάγουσα όπως σε περίπτωση ανατροπής του ορίου να δικαιούται να αρνηθεί οδηγίες του Χρηματιστή. Στην τελική συμφωνία όμως μεταξύ των μερών, ενσωματώθηκαν άλλες παραπλήσιες συνέπειες που θα επέρχοντο στην περίπτωση ανατροπής όπως π.χ. στο άρθρο 2(Ε) το δικαίωμα πώλησης των αξιών και το δικαίωμα κλεισίματος του λογαριασμού ή τερματισμού της συμφωνίας στην περίπτωση μη ανταπόκρισης σε σχετική ειδοποίηση προς την Εναγόμενη. Περαιτέρω όμως, η τελευταία, παρότι γνώριζε την πραγματική κατάσταση του λογαριασμού της, δηλαδή ότι ανετράπη η κάλυψη, ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι υπήρξε παράβαση των όρων λειτουργίας από την Ενάγουσα. Αντιθέτως συνέχισε για μεγάλο χρονικό διάστημα να τη θεωρεί εν ισχύι και να προσπαθεί με μετρητά, μετοχές αλλά και νέες συναλλαγές να ανατρέψει την κατάσταση. Δηλαδή στην πραγματικότητα η περαιτέρω κατάθεση μετρητών και μετοχών προς εξασφάλιση του σχεδίου και η δεδηλωμένη ή εξυπακουόμενη επιθυμία ή συναίνεση της Εναγομένης να κρατηθούν οι μετοχές, την εμποδίζει να παραπονείται εκ των υστέρων για το ότι η Ενάγουσα της επέτρεψε να έχει συναλλαγές μέσω του Χρηματιστή της μετά την ανατροπή του ορίου. Έχω τη γνώμη πως η Εναγόμενη κωλύεται λόγω ακριβώς της δικής της συμπεριφοράς και των δικών της παραστάσεων (βλ. υπόθ. Hadjiyiannis v. The Attorney General
(1970)1 C.L.R.32). Παράλειψη Ενάγουσας να πωλήσει τις μετοχές νωρίτερα Το μεγαλύτερο μέρος των εισηγήσεων της Εναγομένης αφορά το θέμα αυτό. Επικαλούμενη πότε την επιμέλεια που έπρεπε να επιδείξει η Ενάγουσα και πότε την υποχρέωση της με βάση τη συμφωνία, όπως την αντιλαμβάνεται η Εναγόμενη, ισχυρίζεται πως η Ενάγουσα είχε καθήκον να ενεργήσει ως ένα λογικό και συνετό πρόσωπο υπό τις περιστάσεις και "να πωλήσει τις υπό εγγύηση μετοχές για πλήρη εξόφληση του δήθεν χρέους", αφού είχε όλα τα μέσα στη διάθεση της ήτοι την Συμφωνία, το πληρεξούσιο και τον πλήρη έλεγχο του λογαριασμού. Έχοντας τον απόλυτο έλεγχο του λογαριασμού - διατείνεται η Εναγόμενη - "μόνο αυτή μπορούσε μετά την ανατροπή του ορίου εξασφάλισης να πωλήσει τις μετοχές" αλλά δεν έπραξε τίποτε. Στην γραπτή αγόρευση του κ. Παπαντωνίου οι 18 Ενότητες ήτοι οι 1-13, οι 16-19 και η 25, αφορούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με την μια ή την άλλη νομική βάση το παράπονο αυτό της Εναγόμενης ότι η Ενάγουσα δεν πώλησε όταν έπρεπε τις μετοχές. Φυσικά σε κανένα σημείο δεν προσδιορίζεται ο ιδανικός κατά την Εναγόμενη χρόνος πώλησης των μετοχών ούτε και εξειδικεύεται κατά συνέπειαν οποιαδήποτε ζημιά προέκυψε. Στην ανταπαίτηση της Εναγόμενης απλώς αξιώνεται η αρχική αξία των μετοχών που δόθηκαν ως εξασφάλιση, δηλ. ποσόν Λ.Κ.40.859,67 ως αποζημιώσεις. Έχω τη γνώμη πως όλες αυτές οι εισηγήσεις της Εναγομένης παραγνωρίζουν τόσο τις πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας όσο και τη ξεχωριστή νομική οντότητα της κάθε εταιρείας που συμμετείχε στη συμφωνία. Ως προς τη Συμφωνία καταρχάς είναι σαφές πως η Ενάγουσα δεν είχε σε κανένα στάδιο της συνεργασίας υποχρέωση πώλησης των μετοχών (Αξιών Χαρτοφυλακίου ή Αξιών Περιθωρίου). Είχε μόνο ΔΙΚΑΙΩΜΑ πώλησης και τούτο όχι απεριόριστο. Πρώτη αναφορά του δικαιώματος τούτου γίνεται στο άρθρο 2(ΣΤ) της Συμφωνίας όπου αναφέρεται ότι όλες οι μετοχές θα παραμένουν για σκοπούς εγγύησης εγγεγραμμένες επ' ονόματι της Custodian η οποία θα ενεργεί ως εμπιστευματοδόχος της Ενάγουσας ενόσω υπάρχει υπόλοιπο οφειλόμενο από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα. Η δε Ενάγουσα "έχει το δικαίωμα να πωλεί τις εν λόγω αξίες .. προς εξόφληση οποιουδήποτε ποσού οφείλεται στην Εταιρεία από τον Επενδυτή". Το δικαίωμα δηλαδή αυτό δεν θα ασκείτο ανεξέλεγκτα και κατά το δοκούν, αλλά μόνον προς το σκοπό εξόφλησης του οφειλόμενου υπολοίπου. Το ίδιο δικαίωμα είχε η Ενάγουσα με βάση το άρθρο 6 (Γ) της συμφωνίας στην περίπτωση που αποφάσιζε κατόπιν απλής ειδοποίησης προς την Εναγόμενη να τερματίσει τη συμφωνία και το λογαριασμό καθιστώντας έτσι απαιτητέο και πληρωτέο αμέσως οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο. Επαναλαμβάνω ότι πρόκειται για δικαιώματα εκ της συμβάσεως και όχι υποχρεώσεις. Συνεπώς θεωρώ τις εισηγήσεις της Εναγόμενης ως εντελώς αβάσιμες. Η πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων όσον αφορά την διαχείριση του λογαριασμού αλλά και όλων των αξιών φαίνεται στο άρθρο 3 της Συμφωνίας το οποίο έχει ως εξής: "(Α) Ο Χρηματιστής ανέκκλητα εξουσιοδοτείται από τον Επενδυτή (και εκ μέρους των διαδόχων και εκδοχέων του) και αναλαμβάνει να διαχειρίζεται και χειρίζεται το Λογαριασμό, τις Αξίες Χαρτοφυλακίου και τις Αξίες Περιθωρίου Ασφάλειας σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας, η δε Θυγατρική Εταιρεία ανέκκλητα εξουσιοδοτείται δια του παρόντος να δέχεται και/ή εκτελεί τις οδηγίες ή εντολές του Χρηματιστή αναφορικά με τις Αξίες Χαρτοφυλακίου και τις Αξίες Περιθωρίου Ασφάλειας και/ή οποιαδήποτε δικαιώματα σχετίζονται με ή απορρέουν καθ' οιονδήποτε τρόπο από αυτές. Τόσο η Εταιρεία όσο και η Θυγατρική Εταιρεία δεν θα έχουν οποιαδήποτε ευθύνη ή καθήκον έναντι του Επενδυτή ή του Χρηματιστή σε σχέση με τη λειτουργία ή διαχείριση του Λογαριασμού ή σε σχέση με την αγοραπωλησία, διαχείριση ή παρακολούθηση των Αξιών Χαρτοφυλακίου και τις Αξίες Περιθωρίου Ασφάλειας ή σε σχέση με οποιαδήποτε δικαιώματα απορρέουν από ή σχετίζονται με οποιοδήποτε τρόπο με τις Αξίες Χαρτοφυλακίου". Συνάγεται σαφέστατα πως υπεύθυνος για τη διαχείριση του λογαριασμού αλλά και όλων των μετοχών ήταν ο Χρηματιστής, δηλαδή η εταιρεία Share Link Securities Ltd. Μάλιστα στο πιο πάνω άρθρο προνοείται ρητώς πως η Ενάγουσα και η Custodian δεν θα έχουν οποιαδήποτε ευθύνη ή καθήκον έναντι των άλλων συμβαλλομένων εν σχέσει με τη λειτουργία ή διαχείριση του λογαριασμού ή εν σχέσει με την διαχείριση ή παρακολούθηση των Αξιών Χαρτοφυλακίου και των Αξιών Περιθωρίου Ασφαλείας. Συνεπώς οποιαδήποτε τυχόν απαίτηση της Εναγομένης θα έπρεπε να εγερθεί εναντίον του Χρηματιστή. Ισχυρισμός για παράνομη άσκηση τραπεζικών εργασιών Το Τεκμήριο 12 αποτελεί επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου βάσει της οποίας η Ενάγουσα "δεν κατέχει, ούτε κατείχε στο παρελθόν άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών" και ότι "η λειτουργία επενδυτικών λογαριασμών από μόνη της δεν συνιστά τραπεζική εργασία". Σύμφωνα με τον Περί Τραπεζικών Εργασιών Ν.74
(1)/99 "εργασίες αποδοχής καταθέσεων" σημαίνει τις εργασίες αποδοχής καταθέσεων από το κοινό ." και κατάθεση σημαίνει ποσό χρημάτων που εισπράττεται με όρους βάσει των οποίων θα αποπληρωθεί με τόκο ή χωρίς τόκο και οι οποίοι (όροι) δεν σχετίζονται με την πώληση ή τη διάθεση αγαθών ή περιουσιακών στοιχείων ή την παροχή υπηρεσιών. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπήρχε καμιά υποχρέωση της Ενάγουσας για επιστροφή των χρημάτων που εισέπραττε με τόκο ή χωρίς τόκο. Η μόνη πιθανότητα επιστροφής χρημάτων ήταν το πιθανό κέρδος από την επένδυση στο Χ.Α.Κ και τούτο αφαιρουμένης της εξασφάλισης που έπρεπε να ισχύει για το σχέδιο. Εξάλλου όπως πολύ ορθά ανέφερε ο Μ.Ε.1 τα χρήματα που εισπράττοντο ήταν μόνο βάσει των όρων του επενδυτικού σχεδίου. Θεωρώ πως τα όσα αναφέρθησαν στην υπόθ. Έλληνας Χρηματοδοτήσεις Λτδ ν. Σόφη Γιάλλουρου
(2006)1 Α.Α.Δ. 120 ισχύουν κατ' αναλογίαν και στην παρούσα περίπτωση και η κατάληξη μου είναι πως η Ενάγουσα δεν ασκούσε τραπεζικές εργασίες. Κατά συνέπεια ούτε οι οδηγίες ή Εγκύκλιοι που επισύναψε στην αγόρευση του ο κ. Παπαντωνίου δεν αφορούσαν την Ενάγουσα, όπως εξάλλου επιβεβαιώνει και η Κεντρική Τράπεζα στο Τεκμήριο 12, αλλά ούτε και τίθεται οποιοδήποτε θέμα αντίθεσης προς τη Δημόσια Πολιτική βάσει αυτών. Δικαιώματα - Χρεώσεις Πρέπει να σημειωθεί πως όλες οι χρεώσεις-δικαιώματα στα οποία τελικά επέμειναν οι Ενάγοντες πράγματι προβλέποντο από την συμφωνία που υπεγράφη (Πίνακας Χρεώσεων). Όσον αφορά όμως το αποκαλούμενο "Ετήσιο Δικαίωμα Διαχείρισης" πρέπει να επισημανθεί πως σύμφωνα με τη ρητή δήλωση του Μ.Ε.1 η χρέωση 0,5% έως 4% χρεώνετο εφ' όλου του ορίου που είχε παραχωρηθεί ανεξαρτήτως της χρήσης του και παράλληλα με τη χρέωση του 8,5% επί του χρησιμοποιηθέντος ποσού. Δηλαδή αν χρησιμοποιούσε τις Λ.Κ.30.000 ο επενδυτής θα χρεώνετο και με τόκο 8,5% επί του ποσού αυτού αλλά και με 0,5% έως 4% επί του ορίου των Λ.Κ.40.000. Αυτή ήταν η θέση του Μ.Ε.1 η οποία επιβεβαιώνεται και από τις χρεώσεις στο Τεκμήριο 10 ως εξής: Λ.Κ. 31.12.00 466,67 31.12.01 1.000,00 31.12.02 700,00 Σύνολο 2.166,67 Εφόσον όμως έγινε δεκτό πως η χρέωση αυτή αφορούσε την παραχώρηση του ορίου θεωρώ πως εμπίπτει στην έννοια του "τόκου" όπως αυτή ορίζετο στον Περί Τόκου Ν.2/77ο οποίος και ίσχυε ακόμα στις 30.5.00 που υπεγράφη η επίδικη συμφωνία. Σημειώνω πως ο νεώτερος καταργητικός Ν.160
(1)/99 ετέθη σε ισχύ την 1.1.01. Σύμφωνα με τον παλαιό νόμο τόκος εσήμαινε μεταξύ άλλων κάθε αμοιβή ή αποζημίωση για την χρήση ή διακράτηση ποσού καθώς και οιονδήποτε ποσόν υπό μορφή δικαιώματος, επιβαρύνσεως, ή εξόδων ή οιανδήποτε άλλην μορφήν πέραν του κεφαλαίου, εν σχέσει προς τη χρήση ή διακράτηση του κεφαλαίου. Βάσει δε του άρθρου 2 ο τόκος εφ' οιουδήποτε χρέους δεν μπορούσε να υπερβαίνει το 9% ετησίως. Στην παρούσα περίπτωση όλες οι χρεώσεις για δικαιώματα διαχείρισης (που αναφέρονται πιο πάνω) στο τέλος κάθε έτους κυμαίνονται από 1,16% μέχρι και 2,5% του ορίου. Λαμβάνοντας υπόψιν την ρητή συμφωνία των διαδίκων για 8,5% ετησίως αλλά και τις πρόνοιες του Ν.2/77 θεωρώ πως αυτές ήταν παράνομες χρεώσεις και θα πρέπει να αφαιρεθούν από το αξιούμενο υπόλοιπο. Το ορθό υπόλοιπο είναι Λ.Κ.32.240,52 (δηλαδή 34.407,19 - 2.166,67). Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή επιτυγχάνει αλλά για το υπόλοιπο που έχει αναφερθεί, ενώ η ανταπαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης για ποσόν €55.086,20 με τόκο 8,5% ετησίως από 1.7.03 μέχρι τελικής εξόφλησης. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζεται ένα σύνολο εξόδων υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή με νόμιμο τόκο και Φ.Π.Α. (Υπ.) ........... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο