ΧΡΙΣΤΕΛΕΝ (ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. ΦΩΤΟΥ ΦΩΤΙΑΔΗ, Αρ.Αγωγής 4515/08, 24.11.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A226 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ι.Ιωαννίδη, Α.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής 4515/08 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΕΛΕΝ (ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ) ΛΤΔ Ενάγουσας και ΦΩΤΟΥ ΦΩΤΙΑΔΗ Εναγομένου Ημερομηνία: 24.11.08 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Aιτήτρια-Eνάγουσα Eταιρεία: κ.Ν.Αγγελίδης Για Kαθ΄ου η Aίτηση-Eναγόμενο: κ.Κ.Μιχαηλίδης με κ.Χαπάρη (κ.Μ.Ζαμπάρτας για να ακούσει απόφαση) Αίτηση ημερομηνίας 2.10.08 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η πιο κάτω συμφωνία, το περιεχόμενο της οποίας θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτολεξεί, συνιστά τη βάση της παρούσας αγωγής: «Συμφωνία που έγινε σήμερα 1.3.2002 στη Λευκωσία αλληλέγγυα και προσωπικά μεταξύ των DCC Ανώνυμης Εταιρείας Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και του Φώτου Φωτιάδη εκ Λευκωσίας ενεργούντων ατομικά και δια λογαριασμό των διαδόχων και ή προσωπικών αντιπροσώπων και ή κληρονόμων αυτών εν τοις εφεξής καλουμένων ο Α' Συμβαλλόμενος και της Εταιρείας Χριστελέν Επενδύσεις Λτδ εκ Λευκωσίας εκπροσωπούμενης δια του δικηγόρου Δρ. Χρίστου Κληρίδη εν τοις εφεξοίς καλουμένη η Β' Συμβαλλόμενη. ΜΑΡΤΥΡΕΙ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ ΣΥΜΦΩΝΗΘΕΝΤΑ
- Ο Α' Συμβαλλόμενος θα καταβάλει στη Β' Συμβαλλόμενη, η οποία ενεργεί προς όφελος και ή λογαριασμό τρίτου προσώπου το οποίο επιθυμεί να παραμείνει ανώνυμο, σαν οφειλόμενο και συμφωνηθέν ποσό, ποσόν ίσον με ποσοστό ανερχόμενο σε 12% επί παντός εισπραχθησομένου ποσού συμπεριλαμβανομένων και τόκων σε μετρητά ή με δόσεις ή εις είδος, επί της αξίας αυτού, είτε δυνάμει δικαστικής απόφασης είτε δυνάμει συμβιβασμού είτε άλλως πως με οποιονδήποτε τρόπο από τη «DCC Ανώνυμη Εταιρεία Ηλεκτρονικών Υπολογιστών εξ Ελλάδος (εφεξής «DCC») ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου ως εκ της δικαστικής της διενέξεως δίκης, διαφορά και αγωγής, κατά της «Digital» Oμίλου Εταιρειών και/ή διαδόχων και/ή αγοραστών αυτής Compaq ή άλλων διαδόχων ή σχετιζομένων.
- Το πιο πάνω ποσό είναι καταβλητέο σε μετρητά, εντόκως μετά του εκάστοτε ισχύοντος νόμιμου επιτοκίου, και θα είναι καταβλητέο ευθύς άμα τη εισπράξει η καταβολή του όλου εισπραχθησομένου εκ μέρους της DCC ποσού. Σε περίπτωση τμηματικής είσπραξης το 12% να καταβάλλεται επί του εκάστοτε τυχόν εισπραχθησομένου ποσού/δόσης αυτού.
- Ο Α' Συμβαλλόμενος αναγνωρίζει αναντιρήτως και αμετακλήτως, και άνευ προβολής οιασδήποτε ενστάσεως, ότι η Β' Συμβαλλόμενη νομιμοποιείται στο όνομα της να διεκδικεί και εισπράττει το πιο πάνω ποσό.
- Ο Α' Συμβαλλόμενος αναγνωρίζει ότι το πιο πάνω ποσό οφείλει για προσφερθείσες υπηρεσίες και τις οποίες σε καμία περίπτωση δεν δικαιούται να αμφισβητήσει με οποιονδήποτε τρόπο έναντι της Β΄Συμβαλλόμενης ή τρίτου.
- Εκ του πιο πάνω συνολικά εισπραχθησομένου και καταβλητέου προς τη Β Συμβαλλόμενη ποσού θα αφαιρεθεί από την πρώτη δόση το ποσό ίσο με 132.100 Εuro, ως ήδη καταβληθέν έναντι αμοιβής εξόδων και δαπανών.
- Η παρούσα εμπερικλείει όλους τους όρους αποκλειστικά της συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων και οποιεσδήποτε άλλες προφορικές και ή παράλληλες συμφωνίες, παραστάσεις, δηλώσεις και/ή υποσχέσεις οποιασδήποτε μορφής, κατά την υπογραφή και/ή προ της υπογραφής της συμφωνίας αυτής καταργούνται διά της παρούσης και καθίστανται άνευ οποιασδήποτε νομικής συμφωνίας και εξαιρούνται από κάθε άποψη.
- Η παρούσα συμφωνία θα διέπεται από το Κυπριακή Δίκαιο και τα Κυπριακά Δικαστήρια θα έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία για οποιονδήποτε θέμα απορρέει, συνδέεται, σχετίζεται με οποιοδήποτε τρόπο ή βασίζεται επ΄αυτής όπως και για τυχόν διεκδικήσεις επί αστικών αδικημάτων οι οποίες σχετίζονται με οποιονδήποτε τρόπο με την παρούσα.
- Η συμφωνία έγινε σε δύο πρωτότυπα και έλαβε ο κάθε συμβαλλόμενος ένα εξ αυτών. Υπογράφη ενώπιον ενός μάρτυρα, ήτοι του Κωνσταντίνου Μακρή, δικηγόρου εξ Αθηνών.
- Η συμφωνία αυτή δεσμεύει, ως ανωτέρω αναφέρθη, τους προσωπικούς αντιπροσώπους, διαδόχους και νόμιμους κληρονόμους του Α' Συμβαλλομένου, η δε Β' Συμβαλλόμενη έχει το αποκλειστικό δικαίωμα εκχώρησης της παρούσης συμφωνίας διά απλής εγγράφου γνωστοποίησης οποτεδήποτε με την οποία εκχώρηση ο Α' Συμβαλλόμενος συμφωνεί, δεσμεύεται και αναγνωρίζει και δεν θα αμφισβητήσει.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Η ενάγουσα με αγωγή που κατέθεσε στις 7.8.08 αξιώνει εναντίον του εναγομένου τις ακόλουθες θεραπείες (παρατίθενται αυτολεξεί): «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι δικαιούται σε ποσοστό 12% επί παντός εισπραχθησομένου ή εισπραχθέντος ποσού ως ανωτέρω δυνάμει συμφωνίας κατά ή περί την 1.3.
- Β. €492.000 δυνάμει συμφωνίας κατά ή περί την 1.3.2002 ως ανωτέρω και ή οιονδήποτε ποσό ίσον προς 12% επί παντός εισπραχθέντος ως ανωτέρω και ή οιονδήποτε ποσό ίσον προς 12% επί παντός εισπραχθέντος ως ανωτέρω ποσού. Γ. Τόκο προς 8% από καταχώρησης της παρούσας αγωγής και/ή ως το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει. Δ. Λογαριασμό για κάθε οφειλόμενο ποσό προς όφελος της Ενάγουσας ως ανωτέρω. Ε. Διάταγμα για πλήρεις και αληθείς λογαριασμούς και απόδοση/απόφαση προς όφελος της Ενάγουσας παντός ποσού διαπιστωθέντος ως οφειλομένου ως ανωτέρω. ΣΤ. Οποιονδήποτε Διάταγμα/θεραπεία/απόφαση υπό τις περιστάσεις.» Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της ΄Εκθεσης Απαίτησης, η ενάγουσα είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Ο εναγόμενος είναι επιχειρηματίας και ασκεί δραστηριότητες στην Κύπρο και Ελλάδα. Στην Ελλάδα ελέγχει την Ελληνική Εταιρεία DCC A.E. και ως πρόεδρος της εν λόγω εταιρείας και/ή διευθυντής της, διαχειρίζεται κατά αποκλειστικότητα αγωγή ή αγωγές που καταχωρίστηκαν «κατά της εταιρείας Digital και νυν Ομίλου Εταιρειών HEWLETT-PACKARD COMPANY Εταιρείες Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και Προγραμμάτων για αποζημιώσεις/τόκους για διάφορες αδικοπραξίες και με απαίτηση πολλών εκατομμυρίων Ευρώ. Η εν λόγω Αγωγή εκδικάστηκε ενώπιον της Ελληνικής Δικαιοσύνης και τελεσίδικα απόφαση Εφετείου εκδόθηκε κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2007». Σύμφωνα με τις παραγράφους 3-8 της ΄Εκθεσης Απαίτησης, τις οποίες παραθέτω αυτολεξεί: «
- Κατά ή περί την 1.3.2002 η Ενάγουσα υπέγραψε γραπτή συμφωνία έναντι νομίμου αναταλλάγματος για προσφερθείσες υπηρεσίες μετά του Εναγομένου και της εν λόγω Ελληνικής Εταιρείας DCC A.E. αλληλέγγυα και/ή προσωπικά. Η Ενάγουσα εκπροσωπείται από τον Δικηγόρο Δρ. Χρίστο Κληρίδη εκ Λευκωσίας.
- Δυνάμει της εν λόγω Γραπτής Συμφωνίας ο Εναγόμενος αλληλέγγυα και/ή προσωπικά μετά της εν λόγω DCC A.E. ανέλαβε όπως καταβάλει στην Ενάγουσα το συμφωνηθέν ποσό ίσο με 12% επί παντός εισπραχθεισομένου ποσού είτε δυνάμει Δικαστικής Απόφασης είτε δυνάμει συμβιβασμού στην πιο πάνω Αγωγή και συμφώνησε επίσης ότι το ποσό είναι καταβλητέο σε μετρητά και εν τόκως μετά του εκάστοτε ισχύοντος νόμιμου επιτοκίου ευθείς άμα τη εισπράξει και καταβολή του όλου ή μέρους από την DCC A.E.
- H Eνάγουσα θα ισχυριστεί ότι συνεφωνήθει ότι σε περίπτωση τμηματικής είσπραξης το 12% θα καταβάλλεται.
- Η Ενάγουσα θα ισχυριστεί ότι κατά ή περί την 3.7.2006 η εν λόγω DCC A.E. εισέπραξε δυνάμει της υπ.αρ. 1383/2005 Απόφασης του Αρείου Πάγου και/ή άλλως πως διάφορα ποσά ως επίσης και οφειλόμενους τόκους υπερημερίας και τόκους επί των κεφαλαιοποιηθέντων τόκων συνολικού ύψους 1.960.000EURO. Για τα ποσά αυτά και ποσοστό της Ενάγουσας καταχωρήθηκε η υπ΄αριθμό αγωγή 4805/06 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
- Ακολούθησε η εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών περισσότερων/περαιτέρω απαιτήσεων της εν λόγω DCC A.E. για την αποθεματική ζημία και πρόσφατα κατά ή περί την 12.7.2007 εκδόθηκε περαιτέρω δικαστική απόφαση προς όφελος της DCC ως ανωτέρω για €566.022,01 πλέον τόκο. Το δε ποσό ανέρχεται σε €4.100.
- ΄Απαντα τα πιο πάνω ποσά έχουν εισπραχθεί από το DCC A.E. και ή τον Εναγόμενο.
- Η Ενάγουσα θα ισχυριστεί ότι με βάση την εν λόγω συμφωνία συμφωνήθηκε ότι ο Εναγόμενος αναγνώρισε αναντιρρήτως και αμετακλήτως και άνευ προβολής οιασδήποτε ενστάσεως ότι η Ενάγουσα νομιμοποιείται να διεκδικεί και να εισπράττει το 12% επί παντός εισπραχθησομένου ποσού και/ή ακόμη τμηματικής είσπραξης το οποίο ο Εναγόμενος αναγνώρισε ενυπογράφως ότι οφείλεται για προσφερθείσες υπηρεσίες τις οποίες σε καμία περίπτωση δεν δύναται ο Εναγόμενος με οποιονδήποτε τρόπο να αμφισβητήσει.» Στις 2.10.08 η ενάγουσα καταχώρισε την υπό εκδίκαση αίτηση με την οποία αξιώνει εναντίον του εναγομένου την έκδοση προσωρινού διατάγματος βάσει του οποίου να εμποδίζεται να πωλήσει, αποξενώσει, υποθηκεύσει κλπ συγκεκριμένο ακίνητο του. Η αίτηση βασίζεται κυρίως στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60και στα άρθρα 4 (1-3),5(1-5) και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Υποστηρίζεται από ΄Ενορκη Δήλωση του κ.Χρίστου Κληρίδη, δικηγόρου, ο οποίος δηλώνει ότι είναι μέτοχος και διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας. Στο περιεχόμενο της εν λόγω ΄Ενορκης Δήλωσης θα αναφερθώ όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Ο εναγόμενος με οδηγίες του Δικαστηρίου καταχώρισε ένσταση η οποία βασίζεται στους ακόλουθους λόγους: «
- Δεν υπήρχαν και δεν υπάρχουν ούτε απεδείχθησαν οι νόμιμοι προϋποθέσεις διά την έκδοσιν του αιτουμένου διατάγματος.
- Εν όψει των γεγονότων που αναφέρονται εις την επισυναπτόμενην ΄Ενορκον Δήλωσιν, το ισοζύγιον της ευχέρειας είναι υπέρ του Εναγομένου-Καθ΄ου η αίτησις.
- Η επίδικος συμφωνία διά τους λόγους που αναφέρονται εις την προρηθείσαν ΄Ενορκον Δήλωσιν είναι παράνομος, διότι απετέλει κατ΄ουσίαν συμφωνίαν διά πληρωμήν δικηγορικής αμοιβής υπολογιζομένης επί του αποτελέσματος δικαστικής διαδικασίας.
- Η επίδικος συμφωνία εγένετο άνευ αντιπαροχής.
- Η Ενάγουσα, η οποία είναι nominee εταιρεία, και όχι κανονική αντιπρόσωπος, δεν δικαιούται να καταχωρήση αγωγήν στο όνομα της.
- Εν όψει των αναφερομένων εις την ΄Ενορκον Δήλωσιν και εν όψει του ότι η απαίτησις δεν ανήκει εις την Ενάγουσαν δεν ικανοποιείται εν πάση περιπτώσει η τρίτη προϋπόθεσις του αρ. 32 του Νόμου 14/60 ή αι διατάξεις του αρ.5 του ΚΕΦ.
- Υπήρξεν υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρησις.» Η ένσταση υποστηρίζεται από ΄Ενορκη Δήλωση του Εναγομένου. Καταλαμβάνει 13 δακτυλογραφημένες σελίδες. ΄Εχω θέσει ενώπιον μου τα όσα εκτίθενται στην εν λόγω ΄Ενορκη Δήλωση αλλά στην παρούσα απόφαση θα παραθέσω ορισμένες παραγράφους αυτής: «
- Παρίστανε δε ο Χρ. Κληρίδης ότι θα επετύγχαναν το στόχο αυτό λόγω των ιδιαιτέρων σχέσεων που είχεν μαζί με τους δικαστές ο κ.Τάκης Σταματόπουλος, που θα εχρησιμοποιούσαν, ως ένα εμπιστευτικό σύμβουλον, διότι ως συνταξιούχος του Αρείου Πάγου δεν εδικαιούτο να δικηγορεί επί πληρωμή. Με βεβαίωναν ότι θα πετύχαιναν απόφαση των δικαστών δι΄ολόκληρο το απαιτούμενο ποσό και θα εισέπραττεν η D.C.C. $17,420,000, που με τους τόκους θα υπερέβαιναν τα $60εκ. Όπως απεδείχθη εκ των υστέρων και από την αλληλογραφίαν από το 12% που διεκδικούσαν επί του επιδικασθησομένου και ή πληρωθησομένου ποσού, το 50% θα ήταν για τους κ.κ. Κληρίδην και Μακρήν, και 50% για τον αρεοπαγίτην, ο οποίος, όπως μου έλεγεν ο Κληρίδης, θα διέθετε μεγάλο μέρος του για να πληρώσει τους δικαστές. ΄Ηθελαν δηλαδή να γίνουν συνέταιροι εις τα κέρδη της D.C.C. με το πρόσχημα ότι θα εξασφάλιζαν το σύνολο του απαιτούμενου ποσού. Απεδείχθη βέβαια εκ των υστέρων ότι τα περί ειδικών σχέσεων τους με τους δικαστές, ήσαν φρούδες υποσχέσεις για να εκβιάσουν την είσπραξη του 12%, αφού τελικά από τα $17.420.000 η D.C.C. εξασφάλισεν απόφαση μόνο για μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Κατ΄ακρίβειαν συνολικά περίπου Ευρώ 850,000 πλέον τόκους. Το ποσοστόν του 12% ήτο επιπρόσθετον της κανονικής αμοιβής που επληρώνοντο.
- Εγώ δεν εδεχόμουν. Υποψιαζόμουν ότι επρόκειτο για χρήματα που θα εισέπρατταν οι ίδιοι. ΄Ηλθεν όμως και ο Μακρής από την Αθήναν και με επίεζαν να υπογράψω συμφωνίαν για το 12% με ότι διαφορετικά δεν θα καταχωρούσαν τις προτάσεις των εις το Ελληνικόν Εφετείον.
- Στις 20.2.2002 ο Χρ.Κληρίδης απέστειλε προς εμέ επιστολήν, Τεκμήριον 2, με την οποίαν με επληροφορούσεν πως ο σύμβουλος εις Αθήνας, δηλαδή ο Σταματόπουλος, εδέχετο ν΄αφαιρεθή μόνον το ποσόν των Ευρώ 132,100, που ήτο το ποσόν που επλήρωσεν η DCC προς τον Κληρίδην-Μακρήν. Πιθανόν να επετύγχανε ν΄αφαιρεθούν και τα έξοδα που επληρώθη ο δικηγόρος Χριστόπουλος, πράγμα που εις το τέλος δεν έγινε κατορθωτόν.
- Προ του εκβιασμού να χαθούν οι προθεσμίες διά την καταχώρησιν των προτάσεων εις το Εφετείον, παρέμεναν μόνο 5 ημέρες, αναγκάσθηκα να υπογράψω την επίδικον συμφωνίαν. Επειδή όμως υποψιαζόμουν ότι το ποσόν αυτό θα εκαρπούντο οι Κληρίδης και Μακρής και δεν θα επληρώνετο εις τον Σταματόπουλον διά να χρησιμοποιηθή για τους δικαστές, ως ο ισχυρισμός του κ.Κληρίδη, ερώτησα δικηγόρον εις την Κύπρον ο οποίος μου είπεν ότι τέτοια συμφωνία ήτο άκυρος σύμφωνα με τον Κυπριακόν νόμον.
- Όπως ανέφερα ανωτέρω ο Χρ.Κληρίδης ήτο δικηγόρος μου επί 22ετίαν και, πα΄όλον ότι σήμερα μετενόησα πικρά, τον εμπιστευόμουν απόλυτα. Ανέμενα όμως από αυτόν ότι θα με επροστάτευε, σαν δικηγόρος και οικογενειακός μου φίλος, που ήτο, και ότι δεν θα συνέτασσε μίαν συμφωνίαν, όπως το Τεκμήριον 3, για να μου στερήση κάθε δικαίωμα υπεράσπισης ούτως ώστε να εξασφαλίση απόφασιν εναντίον μου, χωρίς να έχω το δικαίωμα να προβάλω οιανδήποτε υπεράσπισιν εις τον Δικαστήριον. ΄Ηθελε δηλαδή να εισρπάξη εκατοντάδες χιλιάδες Ευρώ πέραν των κανονισμών αδρών αμοιβών του, χωρίς να μπορώ ν΄αρθρώσω λέξιν και να οδηγηθώ ως πρόβατον επί σφαγήν. ΄Ετσι εις την αρ.1 της συμφωνίας ανέγραψεν ότι «η Χριστελέν ενεργεί προς όφελος και ή λογαριασμόν τρίτου προσώπου το οποίον επιθυμεί να παραμείνη ανώνυμον σαν οφειλόμενον και συμφωνηθέν ποσόν ίσον με ποσοστόν ανερχόμενον σε 12% επί παντός εισπραχθησομένου ποσού και τόκων». Μου ανέφερεν ότι το τρίτον πρόσωπον το οποίον εκρύβετο πίσω από την ανωνυμία ήτο ο Σταματόπουλος, ο ο οποίος λόγω του ότι ήτο συνταξιούχος δικαστής ήταν παράνομο να προσφέρει υπηρεσίες επί αμοιβή δεν ήθελε να εμφανισθή εις την συμφωνίαν. Εγώ όμως επίστευα ότι δεν ήτο μόνον ο Σταματόπουλος αλλά δικαιούχοι ήταν και ο Κληρίδης και ο Μακρής, και δεν ήθελαν να εμφανισθούν για να κρύψουν την παρανομία, διαφορετικά δεν εξηγείτο το πείσμα και η επιμονή των Κληρίδη και Μακρή και ο εκβιασμός που εχρησιμοποιούσαν για να υπογράψω την επίδικον συμφωνίαν με άγνωστο πρόσωπο.
- Διερωτάται κάθε λογικός άνθρωπος πως ήτο δυνατόν να δεχθώ να πληρώσω σ΄ένα πρόσωπον, που υπετίθετο ότι ήθελε να παραμείνη ανώνυμον, ένα άγνωστο ποσόν και μάλιστα σαν οφειλόμενο και συμφωνηθέν για μη αναφερθείσες υπηρεσίες τις οποίες, όπως ανέγραψε στην συμφωνίαν, δεν εδικαιούμουν ν΄αμφισβητήσω με οιονδήποτε τρόπον έναντι της Ενάγουσας ή τρίτου.
- Και με ανάγκασε να την υπογράψω υπό την απειλήν ότι διαφορετικά δεν θα κατεχώρουν τις προτάσεις εις τον Εφετείον και θα εχάνετο η ΄Εφεσις της DCC. Και τούτο γιατί εγνώριζε πως οι απαιτήσεις του να πληρωθή ποσοστόν ήτο παράνομον. ΄Αλλωστε το ωμολόγησεν ο ίδιος στην ΄Ενορκον του Κατάθεσιν, που παραθέτω ως Τεκμήριον 4, όπου ανέφερεν ότι «κατά το Κυπριακό Δίκαιο και κανόνες δεοντολογίας δικηγόρων στην Κύπρο απαγορεύεται αυστηρά η συνάρτηση της δικηγορικής αμοιβής καθ΄οιονδήποτε τρόπο με την έκβαση της δίκης όπως επίσης αυστηρά απαγορεύεται συμφωνία που καθορίζει με οιονδήποτε τρόπο ποσοστόν αμοιβής επί του οιουδήποτε τυχόν εισπραχθησομένου δυνάμει δικαστικής αποφάσεως ή συμβιβασμού». 38.Ο λόγος που επέμενε ο Κληρίδης να υπογραφεί η συμφωνία με την Χριστελέν και όχι με τον ίδιο και με τους άλλους δικαιούχους, ήταν, για να αποκρύψει την παρανομίαν του. Και γι΄αυτό ισχυρίζετο ότι ο σύμβουλος εξ Αθηνών δεν μπορούσε να εμφανισθεί διότι ως συνταξιούχος δεν ενομιμοποιείτο να εργάζεται επί πληρωμή και ο σύμβουλος εμπιστεύθηκε τη Χριστελέν να τον εκπροσωπήσει.
- Είναι πασίδηλον ότι η επίδικος συμφωνία, που αφωρούσε την δικηγορικήν αμοιβήν του Χρ.Κληρίδη κ.α., ήτο παράνομος για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω.
- Περαιτέρω δεν υπήρξεν αντιπαροχή εκ μέρους της Χριστελέν ή οιουδήποτε τρίτου για την επίδικην συμφωνίαν. Ούτε και αναφέρεται σ΄αυτήν οποιαδήποτε αντιπαροχή.
- Εν όψει δε του γεγονότος ότι η επίδικος συμφωνία δεν έγινε διά λογαριασμόν της Ενάγουσας αλλά τρίτου προσώπου, τον οποίον η Ενάγουσα αργότερα κατωνόμασε, δεν νομιμοποιείται η Ενάγουσα να καταχωρή αγωγήν εις το όνομα της.» Και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους πρόβαλαν τις θέσεις των πελατών τους και παρέπεμψαν σε νομολογία. Στο περιεχόμενο των αγορεύσεων τους θα σταθώ όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Σε διαδικασίες έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, έργο του Δικαστηρίου είναι μόνο η διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων που καθορίζονται από το Νόμο για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο προσεγγίζει την προσαχθείσα μαρτυρία μόνο για τους σκοπούς αυτούς. Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από την υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, όπου στη σελ.267 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "I would like to observe that at the stage of granting or refusing an interlocutory injunction, such as the one which was made in the present case, the parties should limit themselves to the issue of whether or not, in the light of the provisions of section 32
(1)of Law 14/60 and of the relevant principles of law, such an injunction should be granted; and this clearly interlocutory stage of the proceedings should not be treated as an opportunity for the parties to fight out the merits of the case either by adducing evidence or by advancing arguments in this respect." (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο.) To ίδιο και στην υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1B A.A.Δ. 788, όπου στη σελ.797 τονίστηκε ότι, "Δεν πρέπει, επίσης να λησμονούμε ότι γενικώς η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων." (Bλέπε επίσης τις υποθέσεις Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio MΑ.SΤ. Ltd
(1996)1Β Α.Α.Δ. 799.) Πάρα πολλές αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo (πιο πάνω), Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Π.Χ"Βασίλη
(1989)1 C.L.R.
- Βεβαίως, η αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Η πρόνοια του άρθρου αυτού ότι είναι πιθανόν ο Ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του, αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά ισοδυναμεί με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
- Στην A.B.Ρ. Ηoldings Ltd v. A.Κιταλίδη κ.ά. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Δεν θα παραθέσω τις γνωστές προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων. Θα αρκεστώ να αναφέρω πως αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις, θα πρέπει στο τέλος να εξετάσει και να σταθμίσει όλα τα γεγονότα για να αποφασίσει αν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα (βλ. τις πιο πάνω υποθέσεις Οδυσσέως και Π.Χ"Βασίλη). Στην παρούσα υπόθεση, η ενάγουσα είναι αυτή που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσης του. Μετά την καταχώριση της ένστασης από τον Εναγόμενο, το Δικαστήριο έχει ενώπιον του τόσο τις θέσεις και τη μαρτυρία της Ενάγουσας όσο και τις θέσεις και τη μαρτυρία του εναγομένου, και με βάση τα πιο πάνω εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Αν ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν, θα εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, αν όχι, θα απορρίψει την Αίτηση. Από το περιεχόμενο της ΄Ενορκης Δήλωσης του κ.Φώτου Φωτιάδη, φαίνεται πως ο τελευταίος παραδέχεται ότι υπέγραψε την επίδικη συμφωνία. Ισχυρίζεται όμως ότι εκβιάστηκε από τον δικηγόρο κ.Χρ.Κληρίδη και από κάποιο κ.Μακρή. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι τα δύο πιο πάνω πρόσωπα τον απείλησαν πως αν δεν υπέγραφε την επίδικη συμφωνία, δεν θα καταχωρούσαν τις προτάσεις στο Ελληνικό Εφετείο σε σχέση με την υπόθεση για την οποία γίνεται αναφορά στη συμφωνία. Είναι επίσης η θέση του πως ο κ.Χρ.Κληρίδης τον διαβεβαίωσε ότι στο Εφετείο θα επιτύγχαναν την έκδοση απόφασης για μεγαλύτερο ποσό χρησιμοποιώντας συνταξιούχο δικαστή του Αρείου Πάγου, ο οποίος θα διέθετε μεγάλο μέρος από το συμφωνηθέν 12% για να «πληρώσει» τους δικαστές. Εκ των υστέρων, σύμφωνα πάντα με την μαρτυρία του, αποδείχθηκε ότι τα περί ειδικών σχέσεων τους με τους δικαστές, «ήταν φρούδες υποσχέσεις για να εκβιάσουν την είσπραξη του 12%», το οποίο ο ίδιος θεωρεί ότι ήταν «επιπρόσθετο της κανονικής αμοιβής που επληρώνοντο». Εν κατακλείδι είναι η θέση του πως η επίδικη συμφωνία, την οποία θεωρεί άκυρη, έγινε από τον δικηγόρο κ.Χρ.Κληρίδη για να «προστατεύση τα πρόσθετα δικηγορικά του και των άλλων». Ο κ.Μιχαηλίδης υποστήριξε με την αγόρευση του ότι δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Επικεντρώθηκε κυρίως στους πιο πάνω ισχυρισμούς του εναγομένου που αφορούν στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο τελευταίος υπέγραψε την επίδικη συμφωνία. Με όλο το σεβασμό, διαφωνώ με τη θέση του κ.Μιχαηλίδη ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όπως ορθά ο ίδιος ανέφερε, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν μπορεί να αξιολογήσει την προσαχθείσα μαρτυρία και δεν μπορεί να κάνει ευρήματα σε σχέση με τους συγκρουόμενους ισχυρισμούς. Αυτό θα γίνει όταν το Δικαστήριο θα ακούσει την υπόθεση στην ουσία της. Το ίδιο συμβαίνει και σε σχέση με τα ερωτήματα και προβληματισμούς που έθεσε ο κ.Μιχαηλίδης. Διερωτήθηκε, ανάμεσα σε άλλα ενδιαφέροντα που ανέφερε, ποια είναι η αντιπαροχή που δόθηκε στον κ.Φώτη Φωτιάδη για να υποχρεούται αυτός να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα. Η απάντηση βεβαίως βρίσκεται, για σκοπούς πάντα της παρούσας αίτησης, στην παράγραφο 4 της επίδικης συμφωνίας, η οποία ρητά αναφέρει ότι ο Α Συμβαλλόμενος, που είναι και ο κ.Φώτης Φωτιάδης, αναγνωρίζει ότι το συμφωνηθέν ποσό οφείλει «για προσφερθείσες υπηρεσίες και τις οποίες σε καμιά περίπτωση δεν δικαιούται να αμφισβητήσει....». Το Δικαστήριο θεωρεί πως το κατά πόσο έχουν προσφερθεί υπηρεσίες (και σε ποιον), και κατά πόσο ο εναγόμενος δικαιούται να τις αμφισβητήσει, είναι θέματα που θα εξεταστούν στα πλαίσια της εκδίκασης της αγωγής. Το ίδιο ισχύει και για την ύπαρξη του τρίτου προσώπου για το οποίο γίνεται αναφορά στην επίδικη συμφωνία. ΄Αλλωστε, όπως επιβεβαιώθηκε και στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1802, 1809 «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του». Και στην παρούσα υπόθεση βρίσκω ότι αυτές υπάρχουν. Σε σχέση με το κατά πόσο η ενάγουσα δικαιούται να καταχωρίσει την παρούσα αγωγή θα πω μόνο δύο λόγια. Σύμφωνα με την συμφωνία που ο εναγόμενος υπέγραψε, «αναγνωρίζει αναντιρρήτως και αμετακλήτως, και άνευ προβολής οιασδήποτε ενστάσεως, ότι η Β Συμβαλλόμενη νομιμοποιείται στο όνομα της να διεκδικεί και εισπράττει το πιο πάνω ποσό». Το Δίκαιο των Συμβάσεων δεν καθιστά άκυρη τέτοια συμφωνία (Δες The Annual Practice White Book
(1954)σελ. 214 και Bowstead & Reynolds on Agency
(2001)σελ. 341-357, συγγράμματα στα οποία έκανε αναφορά ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας). Σε σχέση με την αποξένωση του επίδικου ακινήτου και σε σχέση με τα όσα ο εναγόμενος αναφέρει στη παράγραφο 51 της ΄Ενορκης του Δήλωσης, αναφέρω τα ακόλουθα: Η απουσία πρόθεσης για αποξένωση περιουσίας έχει επανειλημμένα αναγνωριστεί από τη νομολογία μας. (Poltava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301, 1317). Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (C.Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία "Λεωνικ" Λιμιτεδ
(2001)1 A.A.Δ. 785). Όπως δε αναφέρθηκε στη Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, το διάταγμα εκδίδεται ώστε να αποφευχθεί η αποξένωση, αποτέλεσμα της οποίας θα είναι η μη ικανοποίηση του ενάγοντα. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν έχει αποξενώσει το ακίνητο παρόλο που εκκρεμεί εναντίον του από τις 19.7.06 παρόμοια αγωγή, δεν σημαίνει ότι δεν πρόκειται να το αποξενώσει στο μέλλον, και συγκεκριμένα πριν από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Μαρτυρία ότι υπάρχει στο όνομα του άλλη ακίνητη ιδιοκτησία δεν έχει προσκομιστεί. Τουναντίον, σύμφωνα με την μαρτυρία του κ.Χρ.Κληρίδη, ο εναγόμενος δεν διατηρεί ως επιχειρηματίας άλλη περιουσία στο όνομα του. (Δες τα όσα αναφέρει στην παράγραφο 5 της ΄Ενορκης Δήλωσης του ημερ. 2.10.08). Εν πάση περιπτώσει στην υπόθεση Νικόλα ν. Κεφάλα κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400, 1405, λέχθηκε ότι η ύπαρξη άλλης περιουσίας ή ακόμη και καταθέσεων που θα ήταν αδέσμευτες και θα υπόκειντο σε κάθε είδους διάθεση ή χειρισμό ανάλογα με τη βούληση των εναγομένων, δεν παρείχε αφ΄ εαυτής τα εχέγγυα ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδίδετο εναντίον τους. Σε σχέση με τον λόγο ένστασης του εναγομένου (ο οποίος ας σημειωθεί είναι γενικός) ότι υπήρξε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση παρατηρώ τα ακόλουθα: Το αγώγιμο δικαίωμα σύμφωνα με την συμπληρωματική ΄Ενορκη Δήλωση του κ.Κληρίδη, προέκυψε κατά ή περί το τέλος του
- Η ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 13.5.08 ζήτησε λογοδοσία και καταβολή παντός οφειλόμενου ποσού, χωρίς όμως ο εναγόμενος να ανταποκριθεί θετικά. Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 7.8.08 και η υπό εκδίκαση αίτηση στις 2.10.
- Το δε πιστοποιητικό ΄Ερευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Τεκμήριο "Η" στην ΄Ενορκη Δήλωση του κ.Χρ.Κληρίδη), φέρει ημερομηνία 5.9.
- Με αυτά τα δεδομένα δεν μπορώ να διαπιστώσω την ύπαρξη καθυστέρησης ή τέτοιας καθυστέρησης που να συνηγορεί από μόνη της υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Για το θέμα της καθυστέρησης παραπέμπω στα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. v. Benfleet Enterp. Ltd κ.α
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 280. Από τη σελ. 287 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Στην παρούσα υπόθεση καταλήγουμε ότι δεν υπήρξε μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας, ενώ δεν υποστηρίκτηκε καν από τους εφεσείοντες ότι υπέστηκαν οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια από την καθυστέρηση. Εξ άλλου, αν δεχόμαστε το επιχείρημα των εφεσειόντων, θα καταλήγαμε στη λανθασμένη θέση ότι εκτός αν η αγωγή εγείρεται αμέσως μετά τη δημιουργία του αγώγιμου δικαιώματος, ο ενάγων δεν δικαιούται της προστασίας συντηρητικού διατάγματος. Ούτε η καθυστέρηση μεταξύ αγωγής και αίτησης για συντηρητικό διάταγμα λειτουργεί αρνητικά εναντίον του αιτητή, εκτός αν από την καθυστέρηση επηρεάζονται τα δικαιώματα του αντιδίκου του.» Έχοντας ενώπιον μου την προσαχθείσα μαρτυρία και καθοδηγούμενος από τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, κρίνω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου και ότι ενδείκνυται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Πριν καταλήξω στην πιο πάνω απόφαση μου, έκρινα, πέρα από την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60, ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι και δίκαιη και πρόσφορη και ότι δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά στον εναγόμενο, ο οποίος ας σημειωθεί, δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Τουναντίον, η μη έκδοση του πιθανόν να εμποδίσει τον ενάγοντα από του να εκτελέσει την όποια απόφαση ήθελε εκδοθεί προς όφελος του. Άλλωστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρεία. Προς τούτο παραπέμπω στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd.,
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237, όπου στη σελίδα 1244 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Προτού ασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης, σημειώνουμε ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί. Ακολουθεί ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει, παρά μόνο εάν διαπιστώσει ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών, που η νομολογία αναγνωρίζει. Τα όσα αναφέρονται στις αποφάσεις, στις οποίες οι συνήγοροι μας παρέπεμψαν, δεν μπορεί παρά να ιδωθούν μέσα στο σύνολο των δικών τους γεγονότων και περιστατικών.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Υπό το φως των πιο πάνω, η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως το Α της αίτησης. Το διάταγμα θα ισχύει μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής ή μέχρι να εκδοθεί άλλη διαταγή του δικαστηρίου. Ο εναγόμενος καταδικάζεται στα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα μόλις εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της αγωγής. (Υπ) ............... Ι.Ιωαννίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο