Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λίμιτεδ ν. Γιαννούλας Θεοδώρου, Αρ. Αγωγής: 4895/03, 24 Νοεμβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A227 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4895/03 Μεταξύ: Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λίμιτεδ Εναγόντων και Γιαννούλας Θεοδώρου Εναγόμενης Και όπως έχει τροποποιηθεί: Μεταξύ: Παγκυπριακής Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ Εναγόντων και Γιαννούλας Θεοδώρου Εναγόμενης ------------- Ημερομηνία: 24 Νοεμβρίου 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κα Αθανασιάδου Για την Εναγόμενη: κ. Μαθηκολώνης -------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες απαιτούν από την εναγόμενη το ποσό των ₤32.836,46, όπως μειώθηκε η απαίτησή τους συνεπεία είσπραξης μερισμάτων μετά τον τερματισμό της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, πλέον τόκου και εξόδων καθώς και την έκδοση διατάγματος πώλησης των αξιών της εναγόμενης που είναι ενεχυριασμένες προς όφελος των εναγόντων με πίστωση του προϊόντος πώλησης έναντι των υποχρεώσεων της εναγόμενης προς τους ενάγοντες και επιστροφή οποιουδήποτε περισσεύματος στην εναγόμενη, η οποία θα ευθύνεται για κάθε έλλειμμα. Όπως συνάγεται από τα δικόγραφα και την αναμφισβήτητη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, αποτελούν παραδεκτά γεγονότα, που σκιαγραφούν και την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα. Οι ενάγοντες, έχοντας μετονομαστεί σε Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Τεκμήρια 1 και 2), είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη και ασχολούνται με χρηματοδοτικές και άλλες συναφείς εργασίες με έδρα τους τη Λευκωσία. Περί τις 7.12.1999 η εναγόμενη υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο Πανεπενδυτής των εναγόντων, αποδεχόμενη τους σχετικούς όρους λειτουργίας του εν λόγω σχεδίου (Τεκμήριο 5). Περί τις 9.12.1999 οι ενάγοντες ενέκριναν την αίτηση της εναγόμενης και της παραχώρησαν πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους ₤30.000 με σκοπό την επένδυση στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στο εξής το «ΧΑΚ»), δηλαδή για την αγορά και πώληση μετοχών και άλλων αξιών εισηγμένων στο ΧΑΚ, μέσω ειδικού λογαριασμού με αριθμό
- Περί τις 7.12.1999 η εναγόμενη υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 6) με το οποίο διόρισε το χρηματιστηριακό γραφείο Εxpresstock Ltd ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό της για να προβαίνει σε συγκεκριμένες ενέργειες εξ ονόματος και για λογαριασμό της σε σχέση με τη λειτουργία του προαναφερθέντος σχεδίου. Περί τις 7.12.1999 η εναγόμενη, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ενεχυρίασης (Τεκμήριο 7), ενεχυρίασε και/ή συμφώνησε να ενεχυριάζει αξίες προς όφελος των εναγόντων. Περί τις 28.12.2001 οι ενάγοντες ειδοποίησαν την εναγόμενη ότι από την 1.1.2002 σε περίπτωση που το υπόλοιπο του λογαριασμού υπερβαίνει το όριο της παραχωρηθείσας πιστωτικής διευκόλυνσης, το ποσό της υπέρβασης θα χρεώνεται με επιπρόσθετο τόκο προς 1.75% ετησίως, που θα υπολογίζεται σε ημερήσια βάση για όσο χρονικό διάστημα υπάρχει υπέρβαση (Τεκμήριο 8). Η εναγόμενη χρησιμοποίησε τις παραχωρηθείσες, εκ μέρους των εναγόντων, διευκολύνσεις και προέβη σε αγορές και πωλήσεις αξιών με αποτέλεσμα ο λογαριασμός να παρουσιάζει υπέρβαση. Περί τις 20.2.2003 με επιστολή των δικηγόρων τους οι ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία και τη λειτουργία του λογαριασμού και απαίτησαν από την εναγόμενη πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού (Τεκμήριο 10). Όπως προκύπτει από την τροποποιημένη υπεράσπιση της εναγόμενης, αμφισβήτηση γεννάται σε σχέση με το δικαίωμα των εναγόντων που αφορά τους τόκους της συμφωνίας καθώς και με τα δικαιώματα των εναγόντων για τερματισμό χωρίς προειδοποίηση και για πώληση αξιών χωρίς προειδοποίηση προς την εναγόμενη, που κατά τον ισχυρισμό της εναγόμενης προέρχονται από παράνομους, άκυρους και ανεφάρμοστους ως καταχρηστικούς όρους της συμφωνίας. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η διεκπεραίωση αγοραπωλησιών στο ΧΑΚ θα γινόταν από το χρηματιστηριακό γραφείο που θα εξουσιοδοτούσε η εναγόμενη αμφισβητείται από την άποψη ότι το χρηματιστηριακό γραφείο το υποδείκνυαν αποκλειστικά οι ενάγοντες. Είναι επίσης θέση της εναγόμενης ότι η συμφωνία ενεχυρίασης είναι άκυρη ή και ανεφάρμοστη ως καταρτισθείσα κατά παράβαση της νομοθεσίας περιλαμβάνοντας όρους παράνομους ή και άκυρους ή και ανεφάρμοστους ως καταχρηστικούς. Η εναγόμενη αρνείται ότι της αποστάληκαν καταστάσεις λογαριασμού και αποτίμηση του χαρτοφυλακίου της, των οποίων, ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, δεν αμφισβήτησε την ορθότητα καθώς και ότι κατ' επανάληψη κλήθηκε από τους ενάγοντες να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της δυνάμει της συμφωνίας. Αρνείται επίσης το απαιτούμενο χρεωστικό υπόλοιπο και την ύπαρξή του, ενώ αγνοεί την ύπαρξη των ενεχυριασμένων προς όφελος των εναγόντων αξιών, των οποίων την πώληση απαιτούν οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή. Περαιτέρω η εναγόμενη προβάλλει ισχυρισμούς παρανομίας της επίδικης συμφωνίας ως παραβιάζουσας τη δημόσια πολιτική που ίσχυε βάσει εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, αλλά και επειδή οι ενάγοντες ασκώντας περιορισμένης έκτασης τραπεζικές εργασίες βάσει άδειας της Κεντρικής Τράπεζας δεν έπρεπε να προβούν στην κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας και της δημιουργίας του επίδικου λογαριασμού με αποτέλεσμα να μην δικαιούνται στην αιτούμενη θεραπεία εναντίον της εναγόμενης. Μοναδικός μάρτυρας στην υπόθεση ήταν ο Χάρης Μιχαηλίδης, ΜΕ, λειτουργός των εναγόντων, η μαρτυρία του οποίου προσφέρθηκε εκ μέρους τους. Όντας υπεύθυνος του επίδικου επενδυτικού σχεδίου κατέθεσε τα σχετικά έγγραφα ως Τεκμήρια όπως αυτά φυλάσσονται από τους ενάγοντες και που αποτελούν μέρος του αρχείου των εναγόντων. Απέρριψε τη θέση ότι οι ενεχυριάσεις αξιών δεν συνδέονται με την αρχική συμφωνία ενεχυρίασης υποστηρίζοντας ότι τόσο οι καταστάσεις λογαριασμού όσο και το χρέος της εναγόμενης, δεν αμφισβητήθηκαν από την ίδια, την οποία ωστόσο αυτός δεν γνώριζε, ούτε αμφισβητήθηκαν και οι οδηγίες που η εναγόμενη έδινε στο χρηματιστή της, τον οποίο η ίδια διόρισε ενόσω στο συγκεκριμένο χρηματιστηριακό γραφείο εργαζόταν η κόρη της. Οι συνήγοροι αγορεύοντας υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα με αναφορά στα γεγονότα και τη νομολογία, στις εισηγήσεις των οποίων θα γίνει αναφορά στη συνέχεια κατά την ενασχόληση των επί μέρους θεμάτων. Αξιολογώντας την προσφερθείσα εκ μέρους των εναγόντων μαρτυρία, σε συνάρτηση με τη θέση της εναγόμενης, επισημαίνεται αρχικά ότι ουσιαστικά η μαρτυρία του ΜΕ δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους της εναγόμενης και δεδομένου ότι δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους της, οι εξηγήσεις που έδωσε ο ΜΕ για όσα θέματα ερωτήθηκε στην αντεξέταση του ικανοποιούν το Δικαστήριο ώστε να βασιστεί στη μαρτυρία αυτού για την εξαγωγή ευρημάτων αναφορικά με τα επίδικα θέματα. Ως προς τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού δόθηκε λεπτομερής μαρτυρία από τον ΜΕ, ο οποίος αναφέρθηκε στο ιστορικό τήρησης του, όντας υπεύθυνος για την παρακολούθηση και έλεγχο του και παρουσιάζοντας τα σχετικά έγγραφα. Επεξήγησε πώς γίνονταν από τους ενάγοντες οι καταχωρήσεις στο λογαριασμό της εναγόμενης και συγκεκριμένα οι χρεώσεις μετά τις πληρωμές του τιμήματος αγοράς των αξιών και οι πιστώσεις μετά τις πωλήσεις, κατόπιν ενημέρωσης των εναγόντων από τους χρηματιστές της εναγόμενης για τις συναλλαγές που είχαν εκτελεστεί στο ΧΑΚ για λογαριασμό της εναγόμενης, καταθέτοντας τα πινακίδια συναλλαγών (δηλαδή τα "contract notes") για τις αγορές και τις πωλήσεις με αντίγραφα επίσης των εγγράφων ενεχυρίασης και των επιστολών αποδέσμευσης των αξιών, καθώς και των επιταγών πληρωμών και αποδείξεων πληρωμών και εισπράξεων (βλ. Τεκμήριο 12 και Τεκμήρια 13-20). Εξήγησε ακόμη τις χρεώσεις των τόκων και των δικαιωμάτων των εναγόντων καθώς και τις πιστώσεις των μερισμάτων, αλλά και στήλη προς στήλη τον λογαριασμό της εναγόμενης (Τεκμήριο 11) διευκρινίζοντας κατά την κατάθεση αυτού ότι ήταν προϊόν ηλεκτρονικού υπολογιστή και έχοντας συγκρίνει τις καταχωρήσεις αναφορικά με τον λογαριασμό δήλωσε ότι η εν λόγω κατάσταση είναι ορθή αναπαραγωγή των καταχωρήσεων στο σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών των εναγόντων. Η λήψη αποφάσεων για αγορά και πώληση αξιών ήταν θέμα που αφορούσε αποκλειστικά την εναγόμενη και τον χρηματιστή της και οι ενάγοντες δεν είχαν καμία ανάμιξη στη λήψη των αποφάσεων αυτών, όπως βεβαίωσε ο ΜΕ. Επισημαίνεται σ' αυτό το σημείο εκ νέου ότι δεν προσήχθη οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους της εναγόμενης ώστε να τεθεί ως θέμα και να κριθεί κατά πόσο έδινε ή όχι η ίδια εντολές στους χρηματιστές για τις αγορές και πωλήσεις των αξιών και κατ' επέκταση για τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, ούτε και αμφισβητήθηκε η σχετική μαρτυρία του ΜΕ, ο οποίος δικαιολογημένα δεν γνώριζε αν έδινε η εναγόμενη οδηγίες στον χρηματιστή αλλά και δεν έχει οποιαδήποτε σημασία το γεγονός ότι ο ΜΕ δεν γνώριζε προσωπικά την εναγόμενη. Η επικοινωνία σε σχέση με τις συναλλαγές γινόταν αποκλειστικά με τους χρηματιστές και όπως ανέφερε ο ΜΕ τον λογαριασμό χειριζόταν η κόρη της εναγόμενης που γνώριζε τις διαδικασίες εφόσον εργαζόταν στο χρηματιστηριακό γραφείο που αντιπροσώπευε την εναγόμενη σύμφωνα με το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 6), χωρίς να τεθεί οτιδήποτε από το οποίο να συνάγεται ότι οι χρηματιστές υποδείχθηκαν στην εναγόμενη από τους ενάγοντες. Γίνεται επίσης αποδεκτό ότι οι ενάγοντες ενημέρωναν την εναγόμενη μηνιαίως με καταστάσεις λογαριασμού που απέστελλαν στη ταχυδρομική διεύθυνση που η ίδια δήλωσε αλλά και ότι η εναγόμενη δεν αμφισβήτησε ούτε αρνήθηκε το επίδικο χρέος της προς τους ενάγοντες. Το Δικαστήριο, ενόψει των πιο πάνω, αποδέχεται τα κατατεθέντα Τεκμήρια που αποδεικνύουν τις θέσεις των εναγόντων και αποτελούν μέρος του αρχείου που αυτοί τηρούν και φυλάσσουν, σύμφωνα με την αναμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΕ. Δύναται επίσης να καταλήξει στο εύρημα ότι οι ενεχυριάσεις των αξιών της εναγόμενης έγιναν σύμφωνα με τη σχετική συμφωνία των διαδίκων που περιέχεται στο Τεκμήριο
- Για το θέμα των ενεχυριάσεων μόνο αντεξετάστηκε κατ' ουσίαν ο ΜΕ, εξηγώντας και επιβεβαιώνοντας ότι γίνονταν ενεχυριάσεις των μετοχών και προσδιόρισε τις μετοχές και αξίες που παραμένουν ενεχυριασμένες για τις οποίες οι ενάγοντες ζητούν διάταγμα πώλησης. Η άρνηση της εναγόμενης σε σχέση με τις ενεχυριάσεις, εκτός της υποβολής που έγινε στον ΜΕ, δεν εξηγήθηκε δεδομένου ότι αποτελούσε όρο της συμφωνίας των διαδίκων η ενεχυρίαση των αξιών, που όπως αναλύθηκε από τον ΜΕ γινόταν κατ' εφαρμογή των υπογραφέντων συμφωνιών. Κατά συνέπεια, λαμβανομένου υπόψη ότι ο επίδικος λογαριασμός διέπετο από τους όρους της συμφωνίας των διαδίκων που περιέχονται στο Τεκμήριο 5, είναι πρόδηλο ότι η συμφωνία ενεχυρίασης (Τεκμήριο 7) συνήφθη σύμφωνα με τον όρο 6 του Τεκμηρίου
- Ως προς το γεγονός ότι ο επίδικος λογαριασμός της εναγόμενης φάνηκε να κινείται με υπέρβαση ορίου, ανεπίτρεπτα σύμφωνα με την εισήγηση του κ. Μαθηκολώνη, επισημαίνεται αρχικά ότι, όπως ορθά εισηγήθηκε η κα Αθανασιάδου, τέτοιος ισχυρισμός δεν προβάλλεται στην υπεράσπιση της εναγόμενης και το θέμα αυτό, όντας εκτός δικογράφων, δεν θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο. Ακόμη όμως και αν μπορούσε να συναχθεί το αντίθετο, από την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει ότι όταν διαπιστώθηκε από τους ενάγοντες η υπέρβαση του ορίου ειδοποιήθηκε σχετικά η εναγόμενη (βλ. Τεκμήριο 9) και ουσιαστικά αυτός ήταν και ο λόγος σε συνάρτηση με την απραξία της εναγόμενης να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της συμφωνίας, που οδήγησε στον τερματισμό της εκ μέρους των εναγόντων (βλ. Τεκμήριο 10). Δεν συμφωνώ με τη θέση του κ. Μαθηκολώνη ότι οι ενάγοντες ενήργησαν κατά παράβαση του όρου 11 της συμφωνίας (Τεκμήριο 5) δεδομένου ότι, όπως εξήγησε ο ΜΕ, εκτελούσαν τις πράξεις κατόπιν οδηγιών του χρηματιστηριακού γραφείου επιζητώντας όπως οι εξασφαλίσεις εκ μέρους της εναγόμενης είναι εντός των συμφωνηθέντων ορίων. Από τα κατατεθέντα Τεκμήρια και ειδικότερα από το Τεκμήριο 9 συνάγεται ότι η υπέρβαση του ορίου των £30.000, γνωστοποιήθηκε επανειλημμένα στην εναγόμενη από τους ενάγοντες και ζητείτο η διευθέτηση του, χωρίς όμως ανταπόκριση εκ μέρους της. Οι ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση βάσει της συμφωνίας να χρηματοδοτούν την εναγόμενη καθ' υπέρβαση του ορίου επέλεξαν όμως να την χρηματοδοτήσουν καθ' υπέρβαση του ορίου χωρίς να το αυξήσουν, εκτελώντας τις πράξεις και καλύπτοντας το δημιουργηθέν όριο. Η εναγόμενη αφού έλαβε το όφελος της κάλυψης εκ μέρους των εναγόντων, δεν μπορεί εκ των υστέρων επικαλούμενη την ύπαρξη ορίου να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι αυτών με βάση την επίδικη συμφωνία. Ο ΜΕ εξάλλου δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου του λογαριασμού και η παράλειψη αντεξέτασης επί αυτού του ουσιαστικού θέματος, όπως ορθά υπέδειξε η κα Αθανασιάδου, δεν επιτρέπει να εγερθεί στο στάδιο των αγορεύσεων αμφισβήτηση του καθότι, όπως υποδεικνύει η νομολογία, ουσιαστικά γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν με αντεξέταση εκλαμβάνονται ως μαρτυρία που δεν αμφισβητήθηκε (βλ. μεταξύ άλλων Frederickou Schools Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Δεν συμφωνώ επίσης με τη θέση του κ. Μαθηκολώνη ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι η εναγόμενη έδωσε οδηγίες για την εκτέλεση των επίδικων αγοραπωλησιών αξιών δεδομένου ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι οι εν λόγω αγοραπωλησίες αξιών έγιναν από το χρηματιστηριακό γραφείο, που είχε διορίσει ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της η εναγόμενη, σύμφωνα με το Τεκμήριο 6. Ως προς δε τους χρεωθέντες τόκους, δεν έχει επεξηγηθεί η θέση της υπεράσπισης ότι οι χρεώσεις αυτές έγιναν κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας των διαδίκων. Πέραν της έλλειψης οποιασδήποτε μαρτυρίας για το θέμα εκ μέρους της εναγόμενης, η αναμφισβήτητη επί των χρεώσεων του λογαριασμού και λεπτομερής μαρτυρία του ΜΕ, γενομένη δεκτή στο σύνολο της αποδεικνύει ότι οι χρεώσεις και ως προς τους τόκους έγιναν νόμιμα και μέσα στα πλαίσια των συμφωνηθέντων από τα μέρη. Αναφορικά με την εισήγηση του κ. Μαθηκολώνη ότι οι ενάγοντες ενεργώντας κατά παράβαση της άδειας που τους δόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα για άσκηση περιορισμένης έκτασης τραπεζικών εργασιών, κατάρτισαν την επίδικη συμφωνία, η οποία είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη, επισημαίνεται ότι από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ο επίδικος λογαριασμός χαρακτηρίζεται ως λογαριασμός χρηματοδότησης επενδυτή με όριο που λειτουργούσε κατ' εφαρμογήν της συμφωνίας των διαδίκων, μέσα στα πλαίσια της δυνατότητας των εναγόντων να παραχωρούν δάνεια, σύμφωνα με την άδεια που τους είχε δοθεί από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (βλ. Τεκμήρια 3 και 4). Η δυνατότητα χορήγησης άδειας άσκησης τραπεζικών εργασιών υπό όρους ή χωρίς όρους από την Κεντρική Τράπεζα προνοείται στον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο του 1997 (Ν. 66(Ι)/97, όπως τροποποιήθηκε) και συγκεκριμένα στα άρθρα 3 και 4 αυτού. Σύμφωνα με τους όρους ρύθμισης εργασιών των εναγόντων (βλ. Τεκμήριο 3) που καθόρισε η Κεντρική Τράπεζα, οι χρηματοδοτήσεις στις οποίες περιορίστηκαν περιελάμβαναν και χρηματοδοτήσεις επενδυτών υπό μορφή δανείων τακτής λήξης με την απαγόρευση να λειτουργούν λογαριασμούς παρατραβήγματος. Είναι πρόδηλο ότι οι ενάγοντες ενόψει των όρων που έθεσε η Κεντρική Τράπεζα αποτελούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο μια χρηματοδοτική εταιρεία που ασκούσε περιορισμένης φύσεως τραπεζικές εργασίες. Η νομολογία, στην οποία στηρίζεται και η θέση των εναγόντων, υποδεικνύει ότι παράνομη είναι η τραπεζική εργασία όταν η παροχή δανείων και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων προέρχεται από παράνομη αποδοχή καταθέσεων από το κοινό, που γίνεται δηλαδή χωρίς την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας (βλ. Έλληνας Χρηματοδοτήσεις Λτδ ν. Γιάλλουρου
(2006)1 ΑΑΔ 120). Πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται για δανεισμό χρημάτων που προέρχονται από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού, όπως ερμηνεύεται ο όρος «τραπεζικές εργασίες» στο άρθρο 2 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 (Ν. 66(Ι)/97, όπως τροποποιήθηκε) αλλά η επίδικη χρηματοδότηση έγινε κατόπιν συμφωνίας που αφορούσε αποκλειστικά τους διαδίκους και δεν αποδείχθηκε το αντίθετο (βλ. Paget's Law of Banking, 11th edition, σελ. 104-105). Ωστόσο ακόμη και αν θεωρηθεί ότι επρόκειτο για χρηματοδότηση εντός της έννοιας των «τραπεζικών εργασιών» όπως καθορίζονται στον εν λόγω Νόμο, εκτός του ότι οι ενάγοντες είχαν άδεια για άσκηση τραπεζικών εργασιών, είναι σαφές ότι σκοπός δημιουργίας του επίδικου λογαριασμού δεν ήταν να λειτουργήσει ως τρεχούμενος λογαριασμός ή λογαριασμός παρατραβήγματος εφόσον δεν ήταν αυτό το αντικείμενο της συμφωνίας των διαδίκων. Η επίδικη συμφωνία δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί παράνομη σύμφωνα με το άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, δεδομένου ότι η δανειοδότηση δεν απαγορεύεται από τη νομοθεσία. Ο επίδικος δε λογαριασμός λειτουργούσε με σκοπό να εφαρμοστεί η συμφωνία χρηματοδότησης της εναγόμενης ως επενδυτή έχοντας ουσιαστικά τη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού. Μπορεί να λεχθεί κατά συνέπεια ότι η λειτουργία του δεν καλύπτετο από τους όρους που είχαν τεθεί από την Κεντρική Τράπεζα και η παραβίαση των όρων εντοπίζεται ουσιαστικά στον τρόπο χορήγησης της χρηματοδότησης και όχι στη συμφωνία δανείου. Σ΄ αυτή την περίπτωση, όπως ορθά εισηγήθηκε η κα Αθανασιάδου επικαλούμενη την απόφαση Αγαθοκλέους κ.α. ν. Λάππα
(1998)1 ΑΑΔ 2202, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι υπήρξε παραβίαση των όρων που έθεσε η Κεντρική Τράπεζα, οι συνέπειες της δεν είναι η ακυρότητα της συμφωνίας των μερών ούτε επηρεάζονται συνεπεία τέτοιας τυχόν παραβίασης οι διεκδικήσεις δικαιωμάτων μεταξύ των μερών δικαστικά συνεπεία της συμφωνίας. Σκοπός της απαγόρευσης άσκησης τραπεζικών εργασιών χωρίς την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας βάσει του Ν.66 (Ι)/97 δεν είναι η ακυρότητα των συναλλαγών. Αντίθετα με τον Νόμο αυτό διασφαλίζεται η αξιοπιστία του τραπεζικού συστήματος και καθορίζεται η εξουσία της Κεντρικής Τράπεζας να λαμβάνει μέτρα έναντι των τραπεζών που παραλείπουν να συμμορφωθούν με οποιαδήποτε διάταξη του Νόμου ή των κανονισμών ή με τους όρους της άδειας τους, ενόσω η διεκδίκηση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων ή απαιτήσεων προσώπων εναντίον τράπεζας και αντίστροφα, όπως ρητά καθορίζεται στο Νόμο, δεν επηρεάζεται ακόμη και αν ανακληθεί η χορηγηθείσα άδεια από την Κεντρική Τράπεζα (βλ. άρθρο 31
(2)του Ν.66(Ι)/97). Ως προς την εισήγηση του κ. Μαθηκολώνη ότι η συμπεριφορά των εναγόντων αντιστρατεύεται την δημόσια πολιτική είναι αρκετό να λεχθεί ότι δεν υπήρχε δημόσια πολιτική βάσει του νόμου που να εμπόδιζε τον δανεισμό για επενδύσεις (βλ. Pilavachi & Co Ltd v. International Chemical Co Ltd
(1965)1 CLR 97). H επίδικη σύμβαση αποτελούσε χρηματοδότηση επενδυτή που δεν απαγορευόταν από τον νόμο αφενός αλλά και επιτρεπόταν ρητά σύμφωνα με τους όρους λειτουργίας των εναγόντων. Όπως ορθά τέθηκε από την κα Αθανασιάδου, ακόμη και αν δημιουργήθηκε δημόσια πολιτική για το δανεισμό σε επενδυτές μέσω των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας αναφορικά με χρηματοδοτήσεις χρηματιστηριακών συναλλαγών είναι προφανές ότι αυτή δεν αφορούσε τους ενάγοντες, γι' αυτό και δεν απευθύνθηκαν προς αυτούς οι συγκεκριμένες εγκύκλιοι -που σημειωτέον ότι δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου- ως σαφώς συνάγεται από το Τεκμήριο 4. Οι λοιπές θέσεις της εναγόμενης στην υπεράσπιση της παρόλο που σχολιάζονται από την κα Αθανασιάδου δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο εφόσον δεν προωθήθηκαν όπως προκύπτει από την αγόρευση του κ. Μαθηκολώνη. Εν πάση δε περιπτώσει οι εισηγήσεις της κας Αθανασιάδου κρίνονται ορθές και ειδικότερα ως προς το θέμα ότι κανένας όρος της επίδικης συμφωνίας δεν συνιστά καταχρηστική ρήτρα οι θέσεις της συνηγόρου είναι πλήρως αποδεκτές. Καταλήγοντας κρίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτησή τους έναντι της εναγόμενης στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις, και ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €56.104,42, ισάξιου του απαιτούμενου ποσού των £32.836,46, πλέον τόκο προς 9% από 20.2.2003 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα πώλησης των αξιών της εναγόμενης που είναι σήμερα ενεχυριασμένες προς όφελος των εναγόντων και ειδικότερα για 1.000 μετοχές της Hellenic Bank Ltd ονομαστικής αξίας £0,25 και 200 δικαιώματα αγοράς μετοχών της ίδιας Τράπεζας και το ποσό που θα εισπραχθεί να αφαιρεθεί από το πιο πάνω επιδικασθέν, υπέρ των εναγόντων, ποσό της απόφασης. Τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης. (Υπ.) ............ Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο