← Κύπρος

Γεωργία Πολυδώρου ν. Γεώργιος Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 9742/02, 27/11/2008

Γεωργία Πολυδώρου ν. Γεώργιος Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 9742/02, 27/11/2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A233 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9742/02 Μεταξύ: Γεωργία Πολυδώρου, από την Πάφο Ενάγουσας -και- Γεώργιος Γεωργίου, εκ Λευκωσίας Εναγομένου ...... ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27/11/2008 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Μ. Σταματάρης Για Εναγόμενη: κ. Α. Δράκος Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση της ενάγουσας είναι για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις και στηρίζεται σε δυστύχημα που έγινε την 16.1.2002 μέσα στη συμβολή της διασταύρωσης της λεωφόρου Σάντα Ρόζα και Γερασίμου Μαρκορά που ελέγχεται με φώτα τροχαίας. Η ενάγουσα οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμό εγγραφής ΗΡΖ044 και εκινείτο επί της λεωφόρου Σάντα Ρόζα με κατεύθυνση προς ΄Εγκωμη (προς τα φώτα Γαβριηλίδη). Ο εναγόμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής NH055 μάρκας Mercedes, ερχόμενος εξ αντιθέτου με πρόθεση να στρίψει δεξιά σε σχέση με την πορεία του για να εισέλθει στην οδό Μαρκορά. Το δυστύχημα έγινε μέσα στη συμβολή των φώτων τροχαίας. Συγκρουόμενες και εκ διαμέτρου αντίθετες ήταν οι δυο εκδοχές, ως προς τα πραγματικά περιστατικά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το δυστύχημα. Το δυστύχημα διερευνήθηκε από τον αστυφύλακα 2407 Μάριο Στυλιανού (ΜΕ1) που πήγε στη σκηνή του δυστυχήματος. Τα οχήματα είχαν μετακινηθεί επί του πεζοδρομίου στην οδό Μαρκορά. Παρόν ήταν μόνο ο εναγόμενος γιατί η ενάγουσα είχε ήδη μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Ετοίμασε σχεδιαγράφημα της σκηνής με αυτά που του είπε ο εναγόμενος και με όσα στοιχεία και ενδείξεις βρήκε ο ίδιος επί τόπου. Το σημείο σύγκρουσης Χ, το υπέδειξε στη σκηνή ο εναγόμενος. Όταν αργότερα το υπέδειξε στην ενάγουσα διαφώνησε και έτσι πήγαν επί τόπου. Του υπέδειξε άλλο σημείο σύγκρουσης που το σημείωσε ως Χ

  1. Τα φώτα λειτουργούσαν κανονικά και στην πορεία του αυτοκινήτου η ορατότητα ήταν πάνω από 50μ και υπήρχε οδικός φωτισμός. Οι ζημιές στο μεν αυτοκίνητο ήταν στην πισινή αριστερή πόρτα και φτερό και του μοτοποδηλάτου στο μπροστινό μέρος και τιμόνι. Δεν θυμόταν αν έσπασε το φανάρι του. Στο σημείο Χ βρήκε σπασμένα γυαλιά και τρίψιμο του ελαστικού και συμφώνησε με το σημείο που του υπέδειξε ο εναγόμενος. Δεν βρήκε ίχνη τροχοπέδησης. Στο σημείο Χ1 δεν πρόσεξε να υπάρχει οτιδήποτε και εκτός από το σημείο Χ δεν βρήκε κάτι στο οδόστρωμα που να έχει σχέση με το δυστύχημα. Θεωρώ σκόπιμο και για καλύτερη παρακολούθηση να παραθέσω τη μαρτυρία που αφορούσε τις συνθήκες του δυστυχήματος, αφού ως προς τις ζημιές και τα τραύματα, πέραν της μαρτυρίας της ενάγουσας και της μητέρας της τα ιατρικά πιστοποιητικά κατατέθηκαν εκ συμφώνου, και εκτενής αναφορά θα γίνει στη συνέχεια. Η ενάγουσα κατέθεσε ότι εκείνο το βράδυ οδηγούσε το μοτοποδήλατο της επί της Λεωφόρου Σάντα Ρόζα με κατεύθυνση την Έγκωμη. Συνεπιβάτης στο μοτοποδήλατο ήταν η φίλη της Μαρία Σπύρου. Ήταν βράδυ, η κίνηση αραιή, και αρκετά μπροστά της υπήρχε ένα αυτοκίνητο που είχε ήδη περάσει τα φώτα τροχαίας. Υπήρχε οδικός φωτισμός και τα αυτοκίνητα όπως και η ίδια είχαν αναμμένα τα φώτα τους. Κρατούσε το κέντρο του δρόμου, πιθανώς μερικά εκατοστά στη δεξιά λωρίδα. Στα φώτα τροχαίας το φως ήταν πράσινο στρογγυλό και όταν πλησίασε στη διασταύρωση δεν είδε κανένα αυτοκίνητο να έρχεται εξ αντιθέτου, ούτε και υπήρχε αυτοκίνητο δεξιά ή αριστερά της. Όταν μπήκε μέσα στη διασταύρωση ένα αυτοκίνητο με ιλιγγιώδη ταχύτητα πέρασε μπροστά της και τότε κτύπησε πάνω του. Το αυτοκίνητο δεν το είδε και αν το έβλεπε δεν θα γινόταν το δυστύχημα. Το είδε ξαφνικά μπροστά της και συγκρούστηκε. Κτύπησε στην πλευρά του συνοδηγού και ήταν ζαλισμένη και δεν θυμόταν πού ακριβώς έπεσε, αλλά ήταν στα αριστερά του αυτοκινήτου. Επειδή το κτύπημα ήταν δυνατό τους έριξε προς τα πίσω. Το αυτοκίνητο δεν σταμάτησε καθόλου και η συνεπιβάτιδα της φώναζε ότι θα φύγει. Ακολούθως την μετέφεραν στο Γενικό Νοσοκομείο. Ο αστυφύλακας της έδειξε κάποιο σχεδιάγραμμα και της ζήτησε να του υποδείξει το σημείο σύγκρουσης. Από την πορεία που κρατούσε και την απόσταση, του υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης. Επέμενε ότι πέρασε με πράσινο φως και δεν είχε κανένα στο δρόμο, ενώ κάποιο προπορευμένο αυτοκίνητο είχε περάσει με πράσινο και είχε αρκετή απόσταση από κοντά της. Το αυτοκίνητο δεν το είδε καθόλου και το είδε για πρώτη φορά όταν μπήκε μέσα στη διασταύρωση και της έκοψε την πορεία της. Αν υπήρχε τρόπος να αποφύγει τη σύγκρουση θα το έκαμνε και αντανακλαστικά έπιασε τα φρένα. Το πράσινο φως το έβλεπε από κάποια απόσταση. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι οδηγούσε στο κέντρο του δρόμου περισσότερο προς την δεξιά λωρίδα. Έδωσε κατάθεση στην αστυνομία, τεκμήριο 4, και σε υπόδειξη ότι εκεί ανέφερε για την δεξιά λωρίδα, επανέλαβε ότι ήταν στο κέντρο του δρόμου και πιστεύει ότι ήταν δεξιά, γι' αυτό και υπέδειξε το συγκεκριμένο σημείο σύγκρουσης. Επί νέας ερώτησης ποια λωρίδα κρατούσε απάντησε κέντρο προς δεξιά, πιθανό να πέρασε και αριστερά αλλά τη στιγμή του δυστυχήματος είχε περάσει στη δεξιά λωρίδα. Επέμενε ότι το σημείο σύγκρουσης είναι εκείνο που υπέδειξε στον ΜΕ1 και τα φώτα ήταν συνεχώς πράσινα. Σε ερώτηση αν είδε την πορεία του αυτοκινήτου απάντησε ότι την πρώτη φορά που αντελήφθη το αυτοκίνητο ήταν μέσα στη διασταύρωση και βρέθηκε μπροστά της ως αστραπή. Πρόλαβε να βάλει τα χέρια της στα φρένα αλλά ήταν αργά γιατί συγκρούστηκαν με την πίσω πλευρά του αυτοκινήτου. Αρνήθη ότι οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και ότι προπορεύετο αυτοκίνητο στην δεξιά λωρίδα που σταμάτησε στο κόκκινο φως. Αρνήθη επίσης ότι δεν αντελήφθη την αλλαγή των φώτων σε κόκκινο φως και συνέχισε την πορεία της. Να προσθέσω ότι στην κατάθεση της (τεκμήριο 4) ανέφερε ότι καθώς βρισκόταν στο κέντρο της συμβολής των φώτων, είδε ξαφνικά ένα μαύρο αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση και εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του στη λεωφόρο. Έστριψε απότομα μπροστά της με κλίση δεξιά και με σκοπό να εισέλθει στην Μαρκορά με αποτέλεσμα να της αποκόψει την πορεία. Πριν τη σύγκρουση πάτησε τα φρένα για να αποφύγει τη σύγκρουση αλλά λόγω της μικρής απόστασης που τους χώριζε δεν τα κατάφερε. Έδωσε επίσης μαρτυρία για τις συνθήκες του δυστυχήματος η συνεπιβάτιδα της ενάγουσας Μαρία Σπύρου (ΜΕ4). Σύμφωνα με την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, τεκμήριο 2, που την υιοθέτησε, όταν σχεδόν έφθασαν στη συμβολή με την Μαρκορά, η ενάγουσα που εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία τους, κινήθηκε προς το κέντρο του δρόμου χωρίς όμως να μπει στη δεξιά λωρίδα. Μπροστά τους είδε ένα αυτοκίνητο να κινείται προς την ίδια κατεύθυνση ενώ πίσω τους δεν γνώριζε αν υπήρχε αυτοκίνητο. Ούτε και δεξιά τους είδε κάποιο αυτοκίνητο να κινείται. Όταν έφθασαν στα φώτα είδε ότι το φως ήταν πράσινο και η ενάγουσα συνέχισε να κινείται με ευθεία πορεία. Μόλις πέρασαν τα φώτα και μπήκαν στη συμβολή και διένυσαν 4-5μ, ένα αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του, έστριψε δεξιά με αποτέλεσμα να τους αποκόψει το δρόμο και να κτυπήσουν. Πριν τη σύγκρουση η ενάγουσα πάτησε τα φρένα αλλά λόγω της κοντινής απόστασης δεν κατάφεραν να αποφύγουν τη σύγκρουση. Στο δικαστήριο κατέθεσε ότι βρίσκονταν στη μέση του δρόμου χωρίς όμως να θυμάται αν ήταν λίγο αριστερά η δεξιά. Το εξ αντιθέτου αυτοκίνητο ήλθε με πολύ γρήγορη ταχύτητα, ήταν πολύ ξαφνικό και κτύπησαν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου το οποίο συνέχισε και πήγε και σταμάτησε στην άκρη του δρόμου. Ήταν σίγουρη ότι πέρασαν με πράσινο φως γιατί το είδε. Υπέδειξε επί του σχεδιαγράμματος ότι η πορεία τους ήταν επί της διακεκομμένης γραμμής και ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν στο Χ
  2. Το αυτοκίνητο που είχε δει μπροστά είχε περάσει τα φώτα. Ο εναγόμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και τους είπε ότι «ακόμα λίγο να με σκοτώσετε, προσέχετε». Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ήταν συμμαθήτρια με την ενάγουσα στην Πάφο και ήλθε Λευκωσία να την δει. Καθόταν στη σέλλα του μοτοποδηλάτου και κρατούσε την ενάγουσα που είναι πιο ψηλή της και το πρόσωπο της ήταν κοντά στη ράχη της ενάγουσας. Αρνήθη ότι δεν είχε οπτικό πεδίο και δεν έβλεπε. Όταν έδινε κατάθεση θυμόταν καλύτερα και ως προς την πορεία που κρατούσαν επί της λεωφόρου εννοεί ότι ήταν κοντά στη διακεκομμένη γραμμή στο κέντρο. Αυτά που ανέφερε στην κατάθεση της σε σχέση με την πορεία τους δεν της ζήτησαν να τα διευκρινίσει, αλλά ήταν στο κέντρο του δρόμου. Αρνήθη ότι η μαρτυρία της ήταν σε συνεννόηση με την ενάγουσα για να την βοηθήσει και δεν είχε λόγο να αλλάξει τη μαρτυρία της. Το αυτοκίνητο μπροστά τους ήταν σε μεγάλη απόσταση και δεν είδε άλλο αυτοκίνητο να σταματά στα φώτα. Σε ερώτηση αν το σημείο σύγκρουσης μπορεί να είναι πιο αριστερά από το Χ1 απάντησε «κάπου εκεί, δεν ξέρω που ήταν, εκεί λίγο πιο μπροστά, πιο δεξιά, δεν μέτρησα ούτε σκέφτηκα». Αρνήθη ότι το φως στην πορεία τους ήταν κόκκινο. Διαφώνησε τέλος ότι δεξιά τους σταμάτησε αυτοκίνητο και ότι η ενάγουσα πέρασε αριστερά του αυτοκινήτου. Για την υπεράσπιση έδωσε μαρτυρία μόνο ο εναγόμενος που υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ως μέρος της κυρίας εξέτασης του. Συνοπτικά ανέφερε ότι οδηγούσε το όχημα του επί της οδού Σάντα Ρόζα με κατεύθυνση προς την Διγενή Ακρίτα και εκινείτο στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας. Είχε αναμμένα τα φώτα του και όταν έφθασε στη συμβολή με την Μαρκορά βρήκε τα φώτα τροχαίας να είναι αναμμένα πράσινα και επειδή ήθελε να στρίψει δεξιά ελάττωσε ταχύτητα και σταμάτησε στη μέση των φώτων δείχνοντας με τον δεξιό σηματοδότη του. Επειδή από απέναντι έρχονταν αυτοκίνητα με κατεύθυνση προς την Γρίβα Διγενή σταμάτησε και περίμενε να ελευθερωθεί ο δρόμος. Σε κάποια στιγμή το πράσινο φως που άλλαξε σε πορτοκαλί και μετά σε κόκκινο και είδε το εξ αντιθέτου ερχόμενο αυτοκίνητο που εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του να σταματά. Βρισκόταν ήδη μέσα στη διασταύρωση και εκκίνησε με κλίση δεξιά για να στρίψει στην Μαρκορά και εκείνη τη στιγμή δεν είδε κανένα άλλο αυτοκίνητο να είναι σταματημένο στο κόκκινο φως επί της Σάντα Ρόζα. Αφού διένυσε σχεδόν την απόσταση προς την Μαρκορά άκουσε ένα κτύπημα και κάποιες κοπέλες να φωνάζουν. Υπολόγισε ότι το κτύπημα έγινε πάνω του και έτσι σταμάτησε στη Μαρκορά λίγο έξω από το δρόμο πάνω στο πεζοδρόμιο. Στη συνέχεια κατέβηκε και είδε δυο κοπέλες στην άσφαλτο να κλαίνε και κατάλαβε ότι κτύπησαν πάνω του με το μοτοποδήλατο τους. Πριν το δυστύχημα δεν είδε καθόλου το μοτοποδήλατο μέσα στο δρόμο. Ακολούθως πήγε στη σκηνή η αστυνομία και ο ΜΕ1 έκαμε σχέδιο με το οποίο συμφώνησε και υπόγραψε. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ότι μπήκε μέσα στη διασταύρωση ενώ το φως ήταν πράσινο. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει πόση ώρα ανέμενε το πράσινο φως και από απέναντι η ροή της κυκλοφορίας ήταν συνεχής χωρίς όμως να θυμάται πόσα αυτοκίνητα υπήρχαν, αλλά δεν μπορούσε να περάσει. Άναψε το πορτοκαλί αλλά δεν του επέτρεπε να περάσει και περίμενε να ανάψει το κόκκινο. Το αυτοκίνητο απέναντι το είδε όταν ήταν σταματημένο στο κόκκινο φως. Από απέναντι έβλεπε συνέχεια φανάρια αυτοκινήτων και θυμάται το σταματημένο αυτοκίνητο και έστριψε. Επέμεινε ότι πέρασε όταν το φως έγινε κόκκινο και είδε σταματημένο αυτοκίνητο στο αλτ. Το μοτοποδήλατο δεν το είδε γιατί θα ήταν καλυμμένο από το σταματημένο αυτοκίνητο. Το κτύπημα ήταν στην πίσω πόρτα και φτερό. Αρνήθη ότι εισήλθε μέσα στη διασταύρωση χωρίς να σταματήσει και επανέλαβε ότι σταμάτησε και πέρασε όταν σιγουρεύτηκε ότι μπορούσε να περάσει. Να προσθέσω πως έδωσε μαρτυρία και ο Φίλιππος Μούζουρος (ΜΕ3) ανώτερος τεχνικός στο Τμήμα Δημοσίων Έργων, υπεύθυνος στον προγραμματισμό των φώτων τροχαίας. Κατέθεσε πρόγραμμα των φώτων τροχαίας στη συμβολή των οδών που έγινε το δυστύχημα. Υπάρχει, σύμφωνα με τον μάρτυρα, πράσινο βέλος σε σχέση με την πορεία του εναγόμενου του οποίου η λειτουργία σταματά στις 8.00 μ.μ. ακριβώς. Σημειώνω ότι το δυστύχημα έγινε περί την 21.00 οπότε και δεν ήταν σε λειτουργία το τόξο πορείας. Μετά τις 8.00 μ.μ. δεν υπάρχει προτεραιότητα και τα φώτα λειτουργούν με δυο στάδια. Ένας οδηγός που είναι μέσα στη διασταύρωση και θέλει να πάει δεξιά στη Μαρκορά έχει χρόνο ασφαλείας 6 δευτερόλεπτα για να βγει από τη διασταύρωση πριν ξεκινήσει το πράσινο στη Μαρκορά. Στην βάση της πιο πάνω μαρτυρίας ο κ. Δράκος στην αγόρευση του εισηγείται ότι την αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα την φέρει η ενάγουσα γιατί, αφενός υπάρχουν αντιφάσεις μεταξύ της ενάγουσας και της ΜΕ4 που ήταν συνεπιβάτιδα στο μοτοποδήλατο σε σχέση με την πορεία που είχε το μοτοποδήλατο στη Λεωφόρο, και αφετέρου το σημείο σύγκρουσης δεν υποστηρίζει την εκδοχή της. Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Σταματάρη. Κάλεσε το δικαστήριο να αποδεχθεί ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της ενάγουσας και της ΜΕ4 ως προς την πορεία που ακολουθούσαν στον δρόμο, που συνάδει με το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε η ενάγουσα στον εξεταστή. Υποστήριξη της θέσης αυτής αποτελεί το γεγονός ότι ο εναγόμενος κατέθεσε ότι δεν είδε το μοτοποδήλατο της ενάγουσας παρόλη την ορατότητα των 50 μ. Σύμφωνα με την μαρτυρία της ενάγουσας αλλά και της ΜΕ4 ο εναγόμενος οδήγησε ξαφνικά και πάρα πολύ γρήγορα, με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία τους όταν εισέρχονταν στη διασταύρωση με πράσινο φως. Κατά συνέπεια αν ο εναγόμενος σταμάτησε ως ισχυρίστηκε μέσα στη διασταύρωση, θα εκκινούσε με χαμηλή ταχύτητα και θα σταματούσε στο σημείο σύγκρουσης. Έχω παρακολουθήσει με πολλή προσοχή όλους τους μάρτυρες όταν κατέθεταν ενώπιόν μου. Παρεμβάλλω εδώ ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας ότι όπως λέχθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.ά.

(2002)1 Α.Α.Δ. 661, η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέγει την αλήθεια. Και ακριβώς μέσα σε αυτά τα πλαίσια, και σε συνάρτηση και με άλλους παράγοντες και παραμέτρους που αναγνωρίζει η νομολογία ότι καθορίζουν και οριοθετούν το μέτρο κρίσης ενός μάρτυρα θα αξιολογηθεί η μαρτυρία στο σύνολό της. Είναι νομολογημένο ότι η πραγματική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μιας σύγκρουσης. Έχω παραθέσει τις διιστάμενες εκδοχές ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το δυστύχημα. Έχω την άποψη πως η απάντηση, αλλά και η αξιολόγηση και η ορθότητα της μαρτυρίας θα δοθεί μέσα από την πραγματική μαρτυρία, δηλαδή το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος. Καθοριστική κρίνω ότι είναι η εξεύρεση του σημείου σύγκρουσης. Να παρεμβάλω ότι στην υπόθεση Ιωαννίδου ν. Singh κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1805 τονίστηκε η τεράστια σημασία της πραγματικής μαρτυρίας όπου υπάρχουν συγκρουόμενες εκδοχές. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ιωαννίδου ν. Γιάννη
(1990)1 Α.Α.Δ. 213 είναι σχετικό : «Η σημασία και οι προεκτάσεις της πραγματικής μαρτυρίας η οποία προέκυψε από την ανίχνευση της σκηνής του δυστυχήματος έχει τονιστεί σε πολλές αποφάσεις. Δεν αποτελεί (η πραγματική μαρτυρία) μόνο γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την αξιολόγηση των διϊιστάμενων εκδοχών, αλλά και οδηγό για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας σε θέματα τα οποία οι άμεσα αναμεμειγμένοι εύκολα μπορεί να κάμουν λάθος όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζομένων. » Έτσι θεωρώ σκόπιμο αλλά και αναγκαίο να ξεκινήσω από τη μαρτυρία του Αστυφύλακα Στυλιανού (ΜΕ1). Εξ αρχής θα πρέπει να αναφέρω ότι ο μάρτυρας άφησε άριστες εντυπώσεις στο δικαστήριο. Παρέθεσε με ειλικρίνεια και σταθερότητα τα αντικειμενικά του ευρήματα επί της σκηνής του δυστυχήματος και ετοίμασε σχετικό σχεδιάγραμμα, Τεκμήριο
  1. Ο μάρτυρας δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεκτή. Το σχεδιάγραμμα της σκηνής που απεικονίζει την αποτύπωση της πραγματικής κατάστασης, όπως την βρήκε επί τόπου γίνεται αποδεκτό. Σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης θα αναφερθώ στη συνέχεια. Ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί τίποτε από όσα ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο, και στην απουσία κάποιου λόγου περί του αντιθέτου, κρίνω πως μπορεί το δικαστήριο να στηριχθεί με βεβαιότητα και ασφάλεια τόσο στη μαρτυρία του όσο και στο σχεδιάγραμμα, με την εξαγωγή βεβαίως αναλόγων ευρημάτων. Το μόνο σημείο που χρήζει περαιτέρω εξέτασης είναι το σημείο σύγκρουσης, αφού υπάρχει διάσταση μεταξύ των διαδίκων. Ο ΜΕ1 κατέγραψε τόσο εκείνο που του υπέδειξε ο εναγόμενος ως Χ, όσο και εκείνο που του υπέδειξε η ενάγουσα ως Χ
  2. Ερωτηθείς κατά την κυρίως εξέταση για το Β1, που σύμφωνα με το ευρετήριο του σχεδιαγράμματος είναι τρίψιμο του μοτοποδηλάτου επί της ασφάλτου, και αν το τρίψιμο έγινε από το δυστύχημα ή από την μετακίνηση του μοτοποδηλάτου απάντησε ότι δεν μπορεί να ξέρει 100%. Αντεξεταζόμενος τι βρήκε στο σημείο Χ, απάντησε ότι βρήκε σπασμένα γυαλιά και τρίψιμο του ελαστικού του μοτοποδηλάτου και γι' αυτό συμφώνησε με το σημείο που του υπέδειξε ο εναγόμενος. Δεν βρήκε φρένα του αυτοκινήτου και στο σημείο Χ1 που του υπέδειξε η ενάγουσα, δεν βρήκε οτιδήποτε το βράδυ του δυστυχήματος. Εκτός από το σημείο Χ, ως εξήγησε, σε κανένα άλλο σημείο επί του εδάφους δεν βρήκε κάτι που να έχει σχέση με το δυστύχημα. Επανεξεταζόμενος αναφορικά με τα γυαλιά που βρήκε στο σημείο Χ, ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν ήταν του αυτοκινήτου ή του μοτοποδηλάτου. Επισημαίνεται πάντως πως η ουσία παραμένει, ότι ο ΜΕ1 επί του εδάφους του οδοστρώματος του δρόμου βρήκε σπασμένα γυαλιά και τριψίματα μόνο στο σημείο Χ που του υπέδειξε ο εναγόμενος. Ο ΜΕ1 ως λέχθηκε κρίνεται καθόλα αξιόπιστος μάρτυρας. Είναι νομολογημένο ότι η πραγματική μαρτυρία είναι αποκαλυπτική των γεγονότων και συνθηκών του δυστυχήματος και μπορεί να αποτελέσει ασφαλή οδηγό για την εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων, χωρίς το δικαστήριο να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα, ούτε βέβαια να μετατρέπεται σε εμπειρογνώμονα (Γενικού Εισαγγελέως κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252). Αβίαστα το μοναδικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί εκ της μαρτυρίας του ΜΕ1 και από τα πραγματικά του ευρήματα επί της ασφάλτου, είναι ότι το σημείο σύγκρουσης των δυο οχημάτων δεν μπορεί να είναι άλλο από το σημείο Χ που του υπέδειξε εναγόμενος. Στην απουσία οποιουδήποτε άλλου στοιχείου επί της ασφάλτου που να υποδηλώνει άλλο σημείο σύγκρουσης δεν υπάρχει στέρεο έδαφος για άλλου είδους αναζήτηση. Δεν βρήκε κανένα δηλωτικό στοιχείο κάποιου άλλου σημείου σύγκρουσης, όχι μόνο στο σημείο που του υπέδειξε η ενάγουσα, το Χ1, αλλά και σε κανένα άλλο σημείο επί της ασφάλτου, που να υποδηλώνει ή και να δικαιολογεί άλλη εισήγηση ή διαφορετική εκδοχή από εκείνη που του υπέδειξε ο εναγόμενος. Κι σημειώνω ότι, ως κατέθεσε, η έρευνα του έγινε το βράδυ της σύγκρουσης. Κατά συνέπεια το αβίαστο συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι με βάση τα επιτόπου αντικειμενικά ευρήματα του ΜΕ1 επί της ασφάλτου, που αποτύπωναν την πραγματική κατάσταση πραγμάτων, είναι ότι το σημείο σύγκρουσης μεταξύ των δυο οχημάτων είναι το σημείο Χ. Εξάγεται συνεπώς ανάλογο εύρημα του δικαστηρίου. Παρεμβάλω πως αποδεκτή γίνεται και η μαρτυρία του ΜΕ3 Μούζουρου ως προς την τρόπο λειτουργίας των φώτων επί της συγκεκριμένης διασταύρωσης. Με οδηγό συνεπώς το σχεδιάγραμμα της σκηνής και βασιζόμενος στο σημείο σύγκρουσης, εξάγεται ότι απείχε 0.20μ από την αριστερή άκρη της συμβολής της Σάντα Ρόζα με την οδό Μαρκορά και 1.00μ μέσα στη διασταύρωση σε σχέση με τη πορεία της ενάγουσας. Το πλάτος της Λεωφόρου Σάντα Ρόζα στη πορεία που εκινείτο η ενάγουσα ήταν 3.20μ σε κάθε λωρίδα. Ελέγχοντας και αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία της ενάγουσας καθώς και της ΜΕ4, με τη πραγματική μαρτυρία και το σημείο σύγκρουσης, το συμπέρασμα που εξάγεται, ως προς την πορεία που κατέθεσαν ότι είχαν επί της Λεωφόρου, είναι ότι με κανένα τρόπο δεν υποστηρίζεται από αυτή. Θα ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατον η ενάγουσα να οδηγούσε είτε στο κέντρο των δύο λωρίδων, ή έστω λίγο δεξιά, αφού ως αναποδράστως καταδεικνύεται από το σημείο σύγκρουσης, η πορεία της ήταν στο άκρο της αριστερής πλευράς της αριστερής λωρίδας σε σχέση με την πορεία της. Το συμπέρασμα αυτό εξάγεται ως το μόνο λογικό σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης. Δεν είναι όμως μόνο το σημείο σύγκρουσης που ανατρέπει εκ βάθρων τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Τόσο η μαρτυρία της όσο και εκείνης της ΜΕ4 παρουσιάζουν αντιφάσεις οι οποίες και κρίνονται ουσιωδώς σημαντικές ως προς το ζητούμενο. Και όχι μόνο. Αντιφάσεις εντοπίζονται και σε σχέση με τις καταθέσεις που έδωσαν στην αστυνομία. Η ενάγουσα κατέθεσε στο δικαστήριο ότι εκινείτο στο μέσο ουσιαστικά των δυο λωρίδων κυκλοφορίας, ενώ στη κατάθεση της (τεκμ.4) ανέφερε ότι εκινείτο στη δεξιά λωρίδα. Της υπεδείχθη κατά την αντεξέταση η σχετική επί τούτου διαφορά και ανέφερε ότι πιστεύει ότι ήταν δεξιά. Σε πλήρη αντίθεση όμως με την ενάγουσα, η ΜΕ4 στην κατάθεσή της στην αστυνομία, (τεκμ.2) που δέκτηκε αντεξεταζόμενη ότι θυμόταν καλύτερα τότε τα γεγονότα όταν την έδινε, ανέφερε ότι η πορεία τους ήταν στην αριστερή λωρίδα. Όταν σχεδόν έφθασαν στην συμβολή με την Μαρκορά, η ενάγουσα, κινήθηκε προς το κέντρο του δρόμου, χωρίς να μπει στη δεξιά λωρίδα. Αντεξεταζόμενη όμως προσπάθησε να διαφοροποιήσει τα πράγματα και προσδιόρισε την πορεία τους ότι ήταν κοντά στη διακεκομμένη γραμμή. Βεβαίως, αν έτσι είχαν τα πράγματα, η ενάγουσα, δεν θα είχε λόγο να κινηθεί προς το κέντρο του δρόμου, φθάνοντας στην συμβολή με τη Μαρκορά, χωρίς μάλιστα να μπει στη δεξιά λωρίδα, αφού ούτως ή άλλως βρίσκονταν ήδη στο κέντρο του δρόμου, αφού εκεί είναι η διακεκομμένη γραμμή. Οπότε, αν πήγαινε δεξιά, ο μόνος χώρος που απέμενε σύμφωνα με την πορεία που κατέθεσε ότι ακολούθησαν, ήταν η δεξιά λωρίδα και αναπόφευκτα θα έπρεπε να εισέλθουν μέσα σε αυτήν. Πλην όμως σε κάθε περίπτωση, η εκδοχή της ήταν ότι δεν μπήκαν στη δεξιά λωρίδα. Το άτοπο της μαρτυρίας της είναι προφανές, όπως εμφανής είναι και η προσπάθεια της να βοηθήσει την εκδοχή της φίλης της. Η αντιφατικότητα στις δυο εκδοχές είναι κάτι περισσότερο από καταφανής. Επισημαίνω ακόμα ότι η ΜΕ4 διακατείχετο με έντονη και ευδιάκριτη ένταση και νευρικότητα κυρίως κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Ούτε και σημειώνω δόθηκε εξήγηση γιατί η ενάγουσα κινήθηκε, από αριστερά που βρισκόταν προς το κέντρο του δρόμου, αφού ούτως ή άλλως η πρόθεση τους ήταν να διασταυρώσουν τα φώτα και να συνεχίσουν ευθεία προς τα φώτα Γαβριηλίδη. Ενδεικτικό του γεγονότος ότι και οι δυο τους προσπάθησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ανεπιτυχώς όμως και αντιφατικως, να διαφοροποιήσουν την πραγματική κατάσταση, είναι ότι η ΜΕ4 δεν ήταν βέβαιη αν το σημείο σύγκρουσης ήταν εκείνο που υπέδειξε η ενάγουσα, το Χ1, ούτε και γνώριζε να καθορίσει σε τελική ανάλυση που ήταν το σημείο σύγκρουσης. Ακόμα και οι λόγοι που εξήγησε η ενάγουσα για τους οποίους υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης (Χ1), με βάση τη πορεία που κρατούσε αναδεικνύει ότι πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις της. Η μαρτυρία τους, πέραν της αντιφατικότητας της, κρίνεται ως μια ξεκάθαρη προσπάθεια να τοποθετήσουν την πορεία που ακολουθούσαν με το μοτοποδήλατο μέσα στο δρόμο με τέτοιο τρόπο ώστε να συνάδει με το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε η ενάγουσα. Αβίαστα το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι προσπάθησαν να προσαρμόσουν τη μαρτυρία τους ώστε να συνάδει με την εκδοχή τους, αλλά και κυρίως, η ΜΕ4 προσπάθησε να βοηθήσει την ενάγουσα ανατρέποντας ή επιχειρώντας να διαφοροποιηθεί από την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, σε σχέση με την πραγματική πορεία που είχαν μέσα στη λεωφόρο. Η μαρτυρία τους, αντιφατική και συγκρουόμενη τόσο μεταξύ τους, όσο και με την πραγματική μαρτυρία, κρίνεται ως παντελώς ανασφαλής και αβέβαιη και ως εκ τούτου στο σύνολο της απορριπτέα. Υπάρχουν όμως και σημαντικές αντιφάσεις μεταξύ της μαρτυρίας της ενάγουσας που έδωσε στο δικαστήριο και της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία. Έτσι ενώ στο δικαστήριο κατέθεσε ότι δεν είδε καθόλου το αυτοκίνητο του εναγόμενου και ξαφνικά, ενώ ήταν μέσα στη διασταύρωση ως αστραπή και με ιλιγγιώδη ταχύτητα τους έκοψε το δρόμο, στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (τεκμ.4 ) ανέφερε ότι είδε ένα μαύρο αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση και εκινείτο στη δεξιά λωρίδα και ενώ βρισκόταν στο κέντρο της συμβολής των φώτων. Εκ των πιο πάνω, αβίαστα εξάγεται η διαφορά καθώς και η αντίφαση ως προς το πότε είδε το αυτοκίνητο. Και το ερώτημα που τίθεται είναι πότε είδε, αν είδε τελικά, για πρώτη φορά το αυτοκίνητο του εναγόμενου. Ξαφνικά μέσα στη διασταύρωση, ή όταν ακόμα ερχόταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Τουλάχιστον όπως εκθέτει τα γεγονότα στην κατάθεση της παρουσιάζεται να είχε δει το αυτοκίνητο από πριν, στην εξ αντιθέτου λωρίδα να έρχεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα και να στρίβει δεξιά και να της αποκόπτει την πορεία, σε αντίθεση με τη μαρτυρία της στο δικαστήριο που διαφορετικά τα παρουσίασε τα πράγματα, ότι ξαφνικά το είδε μπροστά της και συγκρούστηκε. Υποδεικνύω ακόμα ότι κατέθεσε πως πλησιάζοντας στη διασταύρωση δεν είδε αυτοκίνητο να έρχεται εξ αντιθέτου. Οι διαπιστωθείσες αντιφάσεις κρίνονται ουσιώδεις ως προς την πραγματικότητα και την αληθή φύση των πραγμάτων, είναι σε άμεση σύγκρουση με την πραγματική μαρτυρία και ως εκ τούτου δημιουργούν εύλογες και σοβαρές αμφιβολίες περί της ορθότητας των ισχυρισμών τους ως προς τις πραγματικές συνθήκες του δυστυχήματος. Δεν μπορεί συνεπώς να γίνει αποδεκτή η εκδοχή τους, όπως και συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός τους ότι πέρασαν με πράσινο φως στα φώτα τροχαίας. Αντίθετα η μαρτυρία του εναγόμενου κρίνεται ως καθόλα πειστική και υποστηριζόμενη από τη λογική των πραγμάτων και τα αντικειμενικά επί της σκηνής του ατυχήματος ευρήματα του ΜΕ1. Συναφώς προς τούτο σημειώνω ότι και από τις προσκληθείσες ζημιές στα δυο οχήματα, όπως τις ανέφερε ο ΜΕ1 και ήταν παραδεκτές, συνάγεται πως ήταν η ενάγουσα που κτύπησε με το μπροστινό μέρος του μοτοποδηλάτου της στο αριστερό πίσω πλευρό του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο εναγόμενος. Στη βάση του ευρήματος ως προς το σημείο σύγκρουσης, εκείνο που εξάγεται ως λογική συνέπεια είναι ότι ο εναγόμενος ήδη άρχισε να εισέρχεται μέσα στη Μαρκορά και τότε έγινε το δυστύχημα. Γι' αυτό και ως κατέθεσε σταμάτησε επί του πεζοδρομίου μέσα στην οδό Μαρκορά. Αυτό συνάγεται ως λογικό συμπέρασμα, ανεξάρτητα αν ο ΜΕ1 δεν μέτρησε το μήκος του αυτοκινήτου, αφού η απόσταση του σημείου σύγκρουσης των 0.20εκ από τη συμβολή των δυο δρόμων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το αυτοκίνητο κτυπήθηκε στο πίσω μέρος, δεν αφήνει κανένα άλλο περιθώριο λογικής εξήγησης. Επισημαίνω ότι ο εναγόμενος, ως λέχθηκε, άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις στο δικαστήριο και η μαρτυρία του συνάδουσα τόσο με τα αντικειμενικά ευρήματα του ΜΕ1 όσο και με τη λογική των πραγμάτων γίνεται ανεπιφύλακτα πλήρως αποδεκτή, με την εξαγωγή αναλόγων ευρημάτων. Ήταν καθόλα πειστικός, σταθερός και χωρίς αντιφάσεις και απόλυτα συνεπής με την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία. Δεν προσπάθησε να διαφοροποιήσει τα γεγονότα και την αληθή κατάσταση πραγμάτων, σε αντίθεση με την ενάγουσα και την ΜΕ4, που ως λέχθηκε η μαρτυρία τους ήταν ουσιωδώς αντιφατική και προσαρμοσμένη ώστε να συνάδει με το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε η ενάγουσα. Καταλήγω συνεπώς στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης υπό μορφή ευρημάτων ότι ο εναγόμενος την 16.1.02 οδηγούσε επί της λεωφόρου Σάντα Ρόζα με κατεύθυνση προς την Διγενή Ακρίτα με πρόθεση να στρίψει δεξιά σε σχέση με την πορεία του για να εισέλθει στην οδό Μαρκορά. Η διασταύρωση ελέγχεται με φώτα τροχαίας και η ώρα ήταν 9.00 το βράδυ και το τόξο πορείας σε σχέση με τη δεξιά πορεία του εναγόμενου δεν βρισκόταν σε λειτουργία. Το φως σε σχέση με την πορεία του ήταν πράσινο και αφού εισήλθε μέσα στη διασταύρωση σταμάτησε δείχνοντας με το φωτεινό σηματοδότη του την πρόθεση του να στρίψει δεξιά, επειδή από την εξ αντιθέτου πορεία έρχονταν αυτοκίνητα. Όταν τα φώτα της πορείας του άλλαξαν από πράσινο σε κόκκινο, εκκίνησε με κλίση δεξιά για να εισέλθει μέσα στην οδό Μαρκορά, αφού προηγουμένως είδε απέναντι και εξ αντιθέτου ερχόμενο αυτοκίνητο στη δεξιά λωρίδα να σταματά στα κόκκινα φώτα. Διένυσε σχεδόν όλη την απόσταση του χώρου της διασταύρωσης και 0.20εκ πριν από τη νοητή γραμμή της Μαρκορά, η ενάγουσα που οδηγούσε το ρηθέν μοτοποδήλατο εξ αντιθέτου και στην αριστερή άκρη της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας με συνεπιβάτιδα την ΜΕ4, εισήλθε μέσα στη διασταύρωση και ενώ το φως σε σχέση με την πορεία της είχε ανάψει κόκκινο. Το αποτέλεσμα ήταν να κτυπήσει με το μπροστινό μέρος του μοτοποδηλάτου, στην αριστερή πίσω πόρτα και φτερό του αυτοκινήτου. Η ενάγουσα πέρασε με κόκκινο φως και εισήλθε 1.00μ μέσα στη διασταύρωση και έγινε η σύγκρουση. Λόγω του δυστυχήματος τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Στην βάση των πιο πάνω ευρημάτων θα προχωρήσω να εξετάσω την εκατέρωθεν αμέλεια των διαδίκων. Στην υπόθεση Najarian ν. Βασιλειάδης Πολ. Έφεση 11950 ημερ. 23.10.06 το δυστύχημα έγινε ακριβώς στο ίδιο σημείο που επεσυνέβη το εξεταζόμενο δυστύχημα. Με τη διαφορά ότι ο εφεσείων, που βρισκόταν στην πορεία που ήταν ο εναγόμενος, πέρασε με αναμμένο το κίτρινο φως με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία του μοτοποδηλάτου που ερχόταν επί της Σάντα Ρόζα. Κρίθηκε ότι η σύγκρουση έγινε λόγω της αποκλειστικής αμέλειας του εφεσείοντα, ο οποίος έστριψε δεξιά στην οδό Μαρκορά, ενώ η ένδειξη των φώτων τροχαίας το απαγόρευε, οπόταν και κτύπησε στο μοτοποδήλατο του εφεσίβλητου. Στην παρούσα υπόθεση το εύρημα του δικαστηρίου είναι αντίθετο, με την έννοια ότι η ενάγουσα που ερχόταν από την Σάντα Ρόζα παραβίασε το κόκκινο φως και κτύπησε στο αυτοκίνητο του εναγομένου που νομίμως βρισκόταν μέσα στη διασταύρωση και ξεκίνησε όταν το φως έγινε κόκκινο για να διασχίσει και να εξέλθει της διασταύρωσης. Επισημαίνεται ότι το δυστύχημα έγινε σε φώτα τροχαίας και ενώ ο εναγόμενος βρισκόταν και ανέμενε μέσα στη διασταύρωση. Εκκίνησε όταν το φως έγινε κόκκινο για να μπορέσει να συνεχίσει την πορεία του. Στην υπόθεση Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 με αναφορά στην υπόθεση Joseph Eva Ltd v. Reeves
(1938)2 All E.R. 115, εξηγήθηκαν τα καθήκοντα των οδηγών σε διασταυρώσεις δρόμων που ρυθμίζονται με φώτα τροχαίας. Υπεδείχθη ότι, χωρίς να τίθεται κάποια αρχή αναγόμενη σε κανόνα δικαίου, ότι όσο κι αν ο οδηγός που προχωρούσε σε διασταύρωση με πράσινο φως είχε δικαίωμα να υποθέσει ότι οχήματα που πλησίαζαν τη διασταύρωση από διαφορετική κατεύθυνση θα συμμορφώνονταν με τους κανονισμούς, έτσι που να μην ήταν υποχρεωμένος να μεριμνήσει για την περίπτωση που κάποιο όχημα δεν θα σταματούσε στο κόκκινο φως, είχε καθήκον να πάρει όλα τα εύλογα μέτρα για να αποφύγει τη σύγκρουση με αυτοκίνητο που είχε έγκαιρα δει ότι θα έμπαινε στη διασταύρωση κατά παράβαση των κανονισμών. Πρόκειται για καθήκον εντασσόμενο κάτω από την γενικότερη αρχή της αμέλειας, που συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, αφού αν η πιθανότητα δημιουργίας κίνδυνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Στην υπόθεση Radburn v. Kemp
(1971)3 All E.R. 249, ο ενάγων ποδηλάτης διέσχισε τα 2/3 της διασταύρωσης και κτυπήθηκε από εξ αριστερών ερχόμενο αυτοκίνητο που εισήλθε μέσα στη διασταύρωση όταν το φως στη πορεία του έγινε πράσινο και κτύπησε τον ποδηλάτη που εξακολουθούσε και διέσχιζε τη διασταύρωση. Ο οδηγός του αυτοκινήτου κρίθηκε ότι έφερε την αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα. Υπεδείχθη ότι ο οδηγός που εισέρχεται σε διασταύρωση που ελέγχεται με φώτα τροχαίας και όταν ακόμη είναι πράσινο στην πορεία του, κατά την αλλαγή των φώτων τροχαίας, πρέπει να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να το πράξει και πριν προχωρήσει και εισέλθει, θα πρέπει να έχει την μέγιστη φροντίδα (utmost care) για άλλους που νομίμως ήδη ευρίσκονται μέσα στη διασταύρωση. Ο οδηγός έχει καθήκον να ελέγξει ότι δεν υπάρχουν άλλα οχήματα εντός της διασταύρωσης τα οποία μπορεί ακόμη να διασχίζουν. Ακόμα και να τον έβλεπε ο ποδηλάτης δεν είχε καταδειχθεί ότι μπορούσε να κάμει οτιδήποτε για να αποφύγει τη σύγκρουση. Στην παρούσα υπόθεση το εύρημα του δικαστηρίου είναι ότι η ενάγουσα παραβίασε το κόκκινο φως και κτύπησε με το αυτοκίνητο του εναγομένου, που ενώ ήταν νομίμως σταματημένος μέσα στη διασταύρωση κατά την αλλαγή των φώτων σε κόκκινο εκκίνησε για να στρίψει δεξιά. Το κατά πόσο υπάρχει αμέλεια κρίνεται με βάση τα συγκεκριμένα και ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Κατά συνέπεια ότι απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο εναγόμενος, που βρισκόταν μέσα στη διασταύρωση και ξεκίνησε νομίμως να διασχίζει, όταν άναψε το κόκκινο φως, φέρει οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια για το δυστύχημα, ανεξάρτητα από την πρωταρχική αμέλεια της ενάγουσας να παραβιάσει και να περάσει το κόκκινο φως. Ο κ. Σταματάρης εισηγήθηκε ότι η αμέλεια του εναγομένου επικεντρώνεται στο γεγονός ότι δεν είδε έγκαιρα την ενάγουσα. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του εναγομένου, ήταν σταματημένος μέσα στη διασταύρωση και ανέμενε μέχρι να μπορέσει να διασχύσει, αφού στην εξ αντίθετου πορεία είχε ροή αυτοκινήτων. Ανέμενε μέχρι που το πράσινο φως έγινε πορτοκαλί αλλά δεν μπορούσε ακόμα να περάσει, λόγω της κίνησης και ακολούθως έγινε κόκκινο. Όταν είδε εξ αντίθετου ερχόμενο αυτοκίνητο να σταματά στη δεξιά λωρίδα στο κόκκινο φως, τότε εκκίνησε με κλίση δεξιά για να εισέλθει μέσα στη Μαρκορά. Ερωτήθηκε γιατί δεν είδε το μοτοποδήλατο της ενάγουσας και απάντησε ότι θα ήταν καλυμμένο πίσω από το σταματημένο αυτοκίνητο. Επισημαίνω εδώ, ότι η θέση της ενάγουσας δεν ήταν ότι σταμάτησε στα φώτα, ή εντός της διασταύρωσης όποτε ενδεχομένως ο εναγόμενος θα μπορούσε να την έβλεπε, ως ήταν για παράδειγμα η περίπτωση στη Φοινικαρίδης ανωτέρω, αλλά βρισκόταν εν κινήσει και σημειώνω μάλιστα πως εκινείτο ως το εύρημα του Δικαστηρίου στο άκρο της εξ αντίθετου αριστερής λωρίδας. Τέλος να σημειώσω ότι δεν πέρασε τη διασταύρωση με πράσινο φως κατά την αλλαγή των φώτων ως ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Radburn ανωτέρω, αφού το εύρημα του δικαστηρίου ήταν ότι η ενάγουσα παραβίασε το κόκκινο φως. Συνεπώς όταν ο εναγόμενος εκκίνησε και άρχισε να διασχίζει το χώρο μέσα στη διασταύρωση, η ενάγουσα δεν βρισκόταν μπροστά ή και στο ύψος της διασταύρωσης για να ήταν έστω με κάποιο τρόπο ορατή ή και αντιληπτή από τον εναγόμενο. Σημειώνω ακόμα ότι υπάρχει εύρημα του δικαστηρίου ότι στην αντίθετη δεξιά λωρίδα υπήρχε ένα αυτοκίνητο που σταμάτησε στο κόκκινο φως. Αν το μοτοποδήλατο καλυπτόταν ή όχι από το αυτοκίνητο, πρόκειται συναφώς για εικασία του εναγομένου αφού δεν υπάρχει προς τούτο ασφαλής μαρτυρία. Αλλά και ορατή να ήταν, δηλαδή να την έβλεπε ο εναγόμενος να κινείται ερχόμενη στην εξ αντιθέτου αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σε κάποιο σημείο μέσα στην λεωφόρο Σάντα Ρόζα, το μόνο λογικά αναμενόμενο ήταν ότι θα σταματούσε στο κόκκινο φως. Τούτο καταδεικνύεται και από το σημείο σύγκρουσης που ήταν σε απόσταση 0.20εκ πριν από τη συμβολή της Σάντα Ρόζα με την Μαρκορά, και 1.00μ μέσα στη συμβολή της διασταύρωσης, γεγονός που αναδεικνύει ότι ο εναγόμενος είχε διανύσει ολόκληρο σχεδόν τον κενό χώρο της διασταύρωσης και μετά έγινε η σύγκρουση, στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα, το πλάτος των δύο λωρίδων κυκλοφορίας είναι 6.40μ και της κτιστής νησίδας ακόμα 1.10μ. Αυτό υποδηλώνει ότι ο εναγόμενος διέσχισε ουσιαστικά όλη αυτή την απόσταση, προφανώς ανέμενε μέσα στη διασταύρωση σε απόσταση μεγαλύτερη από 7.50 που είναι το σύνολο του πλάτους των δύο λωρίδων κυκλοφορίας και της κτιστής νησίδας, αφού λογικά αν ήταν σε μικρότερη απόσταση θα απέκοπτε την ροή της κίνησης από την εξ αντιθέτου δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Υπενθυμίζεται ακόμα ότι σύμφωνα με τον ΜΕ3 Μούζουρο, ο εναγόμενος είχε 6 δευτερόλεπτα χρόνο ασφαλείας για να προλάβει να διασχίσει τη διασταύρωση, πριν γίνει πράσινο το φως επί της Μαρκορά. Δεν νομίζω πως στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θα πρέπει να επιφορτιστεί ο εναγόμενος, με υπέρμετρο καθήκον πέραν του ευλόγως αναμενομένου. Ούτε και να αντιστραφούν οι όροι, άνευ μάλιστα ουσιαστικού λόγου υποστηριζόμενου από μαρτυρία, υπέρ του παραβιάζοντος το κόκκινο φως. Δεν μου διαφεύγει ότι ως είναι νομολογημένο το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει τα θέματα αυτά σε επίπεδο κοινής λογικής και δεν θα πρέπει να περιπλέκεται με μικρολεπτομέρειες, όπως για παράδειγμα το ακριβές σημείο που είδε ο ένας οδηγός τον άλλο, ούτως ώστε να δίνεται η εντύπωση ότι ασχολούμαστε με μια μαθηματική άσκηση (Τσολάκης ως διαχειριστής της περιουσίας του Αντώνη Τσολάκη ν. Ανδρέου κ.ά., Πολ. Έφεση 65/05, ημερ. 6.2.07). Η αμέλεια είναι θέμα γεγονότων υπό το φως όλων των περιστάσεων και δεν υπάρχει αόριστη ή θεωρητική αμέλεια που να πλανάται στον αέρα. Μόνο όπου οι περιστάσεις είναι τέτοιες που να επισημάνουν στον οδηγό συγκεκριμένο κίνδυνο πέραν του τι άλλως λογικά θα ανέμενε, δημιουργείται υποχρέωση αυξημένης προσοχής (Ανδρέου κ.ά. ν. Πηλέα
(2000)1 ΑΑΔ 459). Το κριτήριο της αμέλειας είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο που, κατά λογική πρόβλεψη, μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού (Κωμιάτη ν. Πόλιτσου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 226). Και στην παρούσα υπόθεση, στη βάση όσων έχουν αναλυθεί, ο εναγόμενος όταν άναψε το κόκκινο το φως στην πορεία του και αφού είδε το εξ αντιθέτου ερχόμενο αυτοκίνητο να σταματά, χωρίς να δει ή να αντιληφθεί οποιοδήποτε άλλο όχημα, ήταν εύλογο ότι θα άρχιζε να διασχίζει για να εξέλθει από τον κενό χώρο της διασταύρωσης. Επειδή υπήρχε ορατότητα πέραν των 50μ δεν σημαίνει ότι ο εναγόμενος φέρει κάποια ευθύνη. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται, πως όταν άρχισε να διασχίζει, το φως στην πορεία του, όσο και της ενάγουσας ήταν πλέον κόκκινο, και το μόνο εύλογα αναμενόμενο ήταν αφενός ότι τα εξ αντιθέτου οχήματα θα σταματούσαν στο κόκκινο φως, όπως έγινε με το αυτοκίνητο που σταμάτησε και αφετέρου ότι θα άναβε το πράσινο φως στην Μαρκορά. Και δεδομένου ότι δεν είδε άλλο όχημα στο δρόμο, προχώρησε ως άλλωστε όφειλε για να διασχίσει και να εξέλθει της διασταύρωσης. Διαφορετική θεώρηση θα ανέτρεπε το ισοζύγιο των λογικών προσδοκιών και προβλέψεων, αλλά και της λογικής της ύπαρξης, της λειτουργίας αλλά και της ρύθμισης της τροχαίας κίνησης με φώτα. Δεν πρόκειται βέβαια να υπεισέλθω σε μαθηματικές ασκήσεις και υπολογισμούς ως προς το πού μπορεί να βρισκόταν η ενάγουσα τη στιγμή που εκκινούσε ο εναγόμενος, άλλωστε δεν υπάρχει μαρτυρία. Υπάρχει όμως ένα στοιχείο εκ του οποίου κάποιο συμπέρασμα μπορεί να εξαχθεί. Η ενάγουσα εισήλθε 1.00μ μέσα στη διασταύρωση και το σημείο σύγκρουσης απείχε 0.20 εκ από τη νοητή γραμμή της Μαρκορά. Επισημαίνεται ακόμα πως ο εναγόμενος κάλυψε μια απόσταση μέσα στη διασταύρωση κατ' ελάχιστον 7.30μ που είναι το πλάτος ολόκληρης της αριστερής πλευράς σε σχέση με τη πορεία της ενάγουσας μέχρι και το σημείο σύγκρουσης και τότε έγινε το δυστύχημα. Αν μπορεί συνεπώς να εξαχθεί κάποιο συμπέρασμα είναι ότι η ενάγουσα όταν ξεκινούσε ο εναγόμενος δεν μπορεί να βρισκόταν μέσα ή ακόμα μπροστά στην είσοδο της διασταύρωσης και να ήταν συνεπώς αντιληπτή ή ορατή από τον εναγόμενο. Το καθήκον ενός οδηγού είναι εκείνο του συνετού οδηγού, κρινόμενο αντικειμενικά. Ποια είναι τα ορθά και αναμενόμενα μέτρα είναι κάτι που κρίνεται αντικειμενικά. Όπως έχει εξηγηθεί στην υπόθεση Ανδρέου (ανωτέρω): "Το να τεθεί σ΄ ένα οδηγό η υποχρέωση να είναι εκ των προτέρων και σε διαρκή αναμονή για την πραγμάτωση της πιθανότητας εμφάνισης κινδύνου, θα δημιουργούσε υπέρμετρο βάρος για τον οδηγό και θα ανάτρεπε το ισοζύγιο των λογικών προσδοκιών και προβλέψεων και θα διαφοροποιούσε όλη την έννοια της αμέλειας, ως κατ΄ εξοχήν συναρτημένης προς τη λογική συμπεριφορά". Η κατάληξη του δικαστηρίου είναι ότι την αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα την φέρει η ενάγουσα. Δεν είδε ούτε και πρόσεξε το κόκκινο φως που άναψε στη πορεία της. Παραβίασε και πέρασε το κόκκινο φως και εισήλθε μέσα στη διασταύρωση παραλείποντας εντελώς να ελέγξει την τροχαία κίνηση. Οδηγούσε χωρίς καμία απολύτως παρατηρητικότητα και προσοχή και χωρίς κανένα απολύτως έλεγχο μέσα στο δρόμο. Ούτε για τα φώτα της διασταύρωσης, ούτε και για άλλα οχήματα. Ενώ έφθασε στα φώτα τροχαίας και παραβίασε το κόκκινο φως δεν είχε ούτε τον δέοντα, ούτε και τον αναγκαίο έλεγχο στην τροχαία κίνηση για άλλα αυτοκίνητα που νομίμως ήδη βρίσκονταν μέσα στη διασταύρωση για να διασχίσουν και να εισέλθουν προς την εξ αριστερών της οδό Μαρκορά. Δεν είδε, ούτε πρόσεξε, ως όφειλε, το αυτοκίνητο του εναγόμενου που εκείνη τη στιγμή διέσχιζε νομίμως τη διασταύρωση, με αποτέλεσμα να επιπέσει επί του αυτοκινήτου και να προκαλέσει το δυστύχημα. Η πιο πάνω κατάληξη του δικαστηρίου σφραγίζει και την τύχη της αγωγής. Θα προχωρήσω όμως να εξετάσω και το θέμα των αποζημιώσεων, ώστε να υπάρχει πλήρης εικόνα. Επί των τραυμάτων που υπέστη από το δυστύχημα, ουσιαστικά δεν υπήρξε αμφισβήτηση. Η ενάγουσα τον επίδικο χρόνο ήταν ηλικίας 18 χρονών φοιτήτρια σε κολέγιο της Λευκωσίας στον κλάδο νηπιαγωγικών και διέμενε στον Αρχάγγελο. Η φοίτηση είναι για 4 χρόνια και όπως κατέθεσε λόγω του δυστυχήματος εγκατέλειψε τις σπουδές της για πάντα. Μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο όπου χειρουργήθηκε και παρέμεινε για 15 ημέρες. Της τοποθέτησαν πλατίνα με βίδες και ξένο μόσχευμα. Ταλαιπωρήθηκε για 7 μήνες και δεν μπορούσε να πατήσει το πόδι της. Κυκλοφορούσε με σίδερο με τέσσερα πόδια. Σε ένα χρόνο περίπου το πόδι άρχισε να κλείνει και άρχισε να χρησιμοποιεί πατερίτσες. Έκαμνε φυσιοθεραπείες γιατί αδυνάτισε ο σπόνδυλος και στο τέλος είχε σχετικά καλή εξέλιξη. Η μητέρα της σταμάτησε από την εργασία της, καμαριέρα σε ξενοδοχείο στην Πάφο, για να την βοηθά στο σπίτι για ένα περίπου χρονο. Στη Λευκωσία ξόδευε το ποσό των Λ.Κ.450.- πλέον τα βιβλία του κολεγίου. Μετά το δυστύχημα έσπασαν τα νεύρα της και ήταν συνεχώς καθηλωμένη. Την εκνεύρισε η μικρή κοινωνία της Πάφου που την έκριναν χωρίς να ξέρουν, όπως και η αμφισβήτηση μελών της οικογένειας της. Ο λόγος ήταν γιατί της έλεγαν ότι πέρασε με κόκκινο φως και ότι θα μείνει το πόδι της κοντό και ο καθένας έλεγε ότι ήθελε. Οι εγχειρίσεις ήταν μαρτύριο και υπέφερε φρικτά με πόνους αβάστακτους και κάθε βράδυ ο πατέρας της την έπαιρνε στο νοσοκομείο Πάφου για παυσίπονες ενέσεις να μπορεί να κοιμηθεί. Με την αλλαγή του καιρού και κατά την περίοδο της αδιαθεσίας έχει έντονους πόνους στο πόδι αλλά και στο σπόνδυλο. Κτύπησε επίσης στο γόνατο και στο μάτι και είχε και γδαρσίματα στην κοιλιά. Σήμερα η αντοχή της δεν είναι όπως ήταν πριν το δυστύχημα και η ορθοστασία της προκαλεί πόνο στο σπόνδυλο. Η εμφάνιση του ποδιού της είναι χάλια. Έχει ουλή 24 εκ από το γόνατο προς τα πάνω που της δημιουργεί πρόβλημα. Έτυχε κάποιος να εκφραστεί μπροστά της ότι είναι απαίσια η ουλή και προτιμά να μην πηγαίνει στην παράλια. Ρώτησε καλαισθησιολόγο και της είπε ότι η ουλή δεν φεύγει. Μπορεί να τρέξει αλλά με προσοχή και σκι στη θάλασσα δεν μπορεί να κάμει γιατί νομίζει ότι μπορεί να πάθει κάτι. Αγαπά τα παιδιά και θα ήθελε να ασχοληθεί ως νηπιαγωγός αλλά δεν συνέχισε τις σπουδές της. Δοκίμασε στη Λεμεσό να ολοκληρώσει τις σπουδές της αλλά λόγω απόστασης προτίμησε να σταματήσει μήπως τύχει κάτι κακό στο δρόμο. Μετά τους επτά μήνες έκαμνε καθημερινά φυσιοθεραπείες, αλλά δεν θυμόταν για πόσο χρόνο. Της πρόσφερε καθημερινώς υπηρεσίες η μητέρα της. Κατά την αντεξέταση προέκυψε ότι παντρεύτηκε και τώρα είναι μητέρα ενός ανηλίκου παιδιού ηλικίας σήμερα δυο χρόνων. Τώρα εργάζεται στην εταιρεία Παφίλια και όταν έμεινε έγκυος παρέμεινε σπίτι για να μεγαλώσει το παιδί της και μετά βρήκε εργασία. Να προσθέσω ότι έδωσε μαρτυρία και η μητέρα της (ΜΕ5) Αγάθη Πολυδώρου. Τον επίδικο χρόνο δούλευε σε ξενοδοχείο στη Πάφο και πήρε άδεια για 9 μήνες γιατί ο γιατρός τους είπε για 7 μήνες να μην πατήσει το πόδι της και άλλους δυο μήνες να πατά μόνο στις μύτες. Πήγε πίσω στην εργασία της τον Οκτώβριο. Βοηθούσε και φρόντιζε την κόρη της, την έπαιρνε τουαλέτα, στο μπάνιο, την έντυνε και είχε πολλούς πόνους. Δεν μπορούσε να κάμει τίποτε από μόνη της. Πληρωνόταν με μονάδες και το λιγότερο ο μισθός της ήταν Λ.Κ.450 που τον έχασε γιατί πήρε άδεια άνευ απολαβών. Αντεξεταζόμενη κατέθεσε ότι το ξενοδοχείο που εργαζόταν δεν έκλεισε τον χειμώνα και δεν θυμόταν αν γράφτηκε άνεργη την περίοδο που πήρε άδεια άνευ απολαβών, αλλά δεν πήρε χρήματα από τις κοινωνικές ασφαλίσεις. Βοηθούσε την κόρη της που εκινείτο με τις πατερίτσες και ήθελε βοήθεια και συμπαράσταση και έπρεπε να μείνει στο σπίτι. ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Επί των ειδικών αποζημιώσεων και οι δύο πλευρές αποδέχονται ότι έχει αποδειχθεί το ποσό των 9448.57 Ευρώ (Λ.Κ. 5530) δηλαδή τα υπό στοιχείον 9 (α), (β), (δ) και (μ) της έκθεσης απαιτήσεως. Ο κ. Σταματάρης εισηγείται ακόμα να προστεθεί το ποσό των 42.72 Ευρώ (Λ.Κ.25) για την αστυνομική έκθεση καθώς και το ποσό των 308 ευρώ για το κόστος του MRI που έγινε κατόπιν κοινής συναίνεσης των μερών. Θεωρώ ότι η εισήγηση είναι ορθή. Ως εκ τούτου σε σχέση με τις ειδικές αποζημιώσεις καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί το ποσό των 9.799,29 Ευρώ. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Έχουν κατατεθεί εκ συμφώνου 5 ιατρικά πιστοποιητικά αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της ενάγουσας. Προς αποφυγήν αχρείαστων επαναλήψεων θα προσπαθήσω να συνοψίσω όσα προκύπτουν μέσα από αυτά και όπου χρειαστεί θα γίνει ειδική αναφορά. Σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό τεκμήριο 9, όταν η ενάγουσα μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας έγινε ακτινολογικός έλεγχος που έδειξε συντριπτικό κάταγμα άνω τριτημορίου αριστερού μηριαίου οστού με μεγάλο οίδημα και αιμάτωμα. Υπό γενική αναισθησία έγινε ανάταξη και οστεοσύνθεση του κατάγματος με πλάκα 10 οπών και ήλο δυναμικής συμπίεσης καθώς και οστικό μόσχευμα εκ του μείζονος τροχαντήρος αριστερά και αποξηραμένο μόσχευμα BIOSYN. Η μετεγχειρητική πορεία ήταν ικανοποιητική και η ασθενής εξήλθε του νοσοκομείου την 30.1.2002, βαδίζοντας με βακτηρίες μασχάλης χωρίς φόρτιση του αριστερού σκέλους και με οδηγίες να παρακολουθείται ως εξωτερική ασθενής. Στις 19.11.02 εξετάστηκε ξανά. Βάδιζε με βακτηρίες μασχάλης και φόρτιζε το σκέλος. Έφερε μετεγχειρητική ουλή μήκους 30εκ στην έξω επιφάνεια του αριστερού μηρού και ευαισθησία και μικρού βαθμού περιορισμό στη κινητικότητα του αριστερού γόνατος με ατροφία του τετρακεφάλου. Το κάταγμα είχε πορωθεί και επιτρέπετο η βάδιση χωρίς βοήθεια και πλήρης φόρτιση του σκέλους. Βάδιζε με χωλότητα. Στις 13.7.03 υπό γενική αναισθησία έγινε αφαίρεση της πλάκας και εξήλθε του νοσοκομείου την 19.7.02 (τεκμ.10). Παραπονείτο περιοδικά για άλγος στην περιοχή του κατάγματος και παρέμεινε εμφανής πεπλατυσμένη δύσμορφη ουλή μήκους 25εκ στο έξω μέρος του αριστερού μηριαίου. Σύμφωνα με το τεκμήριο 11 στις 12.11.03 η ενάγουσα βάδιζε με ελαφρά αλλά εμφανή χωλότητα. Παραπονείτο για περιοδικό άλγος στην περιοχή του κατάγματος μετά από καταπόνηση και στην αλλαγή του καιρού. Αντιμετώπιζε δυσκολίες στις σκάλες γιατί το τραυματισμένο σκέλος νοιώθει αδύνατο. Αδυνατεί να οδηγεί επί μακρόν καθότι δυσκολεύεται να χρησιμοποιεί τον συμπλέκτη με το αριστερό πόδι. Παρουσιάζει 1.5εκ βράχυνση του αριστερού σκέλους και απώλεια μυϊκής μάζας αριστερού μηρού 15εκ άνωθεν της επιγονατίδας κατά 2εκ εν συγκρίσει με τον δεξιό μηρό. Η ενάγουσα υπέστη επώδυνο και πολύ σοβαρό τραυματισμό με θρυμματισμό του αριστερού μηριαίου. Η κατάσταση της έχει σταθεροποιηθεί δίχως να δίνει περαιτέρω σημεία βελτίωσης. Το μόσχευμα που τοποθετήθηκε δεν φαίνεται να αφομοιώνεται και θα είναι διαδικασία μακροχρόνια και πιθανό να είναι ένας σοβαρός παράγοντας για το άλγος που αισθάνεται. Εξετάστηκε επίσης στις 25.6.03 και από τον ιδιώτη γιατρό Σέργιο Σέργιου. (Τεκμήριο 12). Παρεπονείτο για πόνο και αστάθεια στο αριστερό γόνατο και δεν μπορεί να είναι όρθια για πολλή ώρα, δεν μπορεί να τρέξει, να ανεβεί, κατεβεί σκαλιά να χορεύει να γυμνάζεται και να οδηγεί. Παρουσίαζε μεγάλη μετεγχειρητική ουλή μήκους 40 εκ. Οι κινήσεις του αριστερού ισχίου είναι φυσιολογικές. Το αριστερό γόνατο έχει θετικό το σημείο συρταριού, θετικό το Lachlan's και θετικό το jerk test. Υπάρχει ευαισθησία στην έσω και έξω αρθριτική γραμμή. Οι κινήσεις είναι φυσιολογικές. Το τραύμα του μηριαίου οστού έχει επουλωθεί. Τέλος εξετάστηκε και από τον γιατρό Ηλία Γεωργίου. (Τεκμήριο 13). Η ενάγουσα περίγραψε την κατάσταση της ότι σε καιρικές αλλαγές αισθάνεται ενοχλήσεις πόνου στο σημείο του κατάγματος του αριστερού μηρού καθώς και κατά την περίοδο της εμμήνου ροής. Ανέφερε αίσθηση αδυναμίας μετά από έντονες δραστηριότητες και σε ανεβοκατεβάσματα σκαλιών. Η κλινική εξέταση έδειξε ότι : - Βαδίζει πλήρως ικανοποιητικά χωρίς χωλότητα. - Πλήρως επουλωθείσα χειρουργική ουλή μήκους 27εκ στην έξω επιφάνεια του αριστερού μηρού. - Πολύ μικρή βράχυνση του αριστερού κάτω άκρου της τάξης του ½ εκ. Δεν χρησιμοποιεί ανύψωση υποδήματος. - Κατά την επιμέτρηση της μυϊκής μάζας διαπιστούται μυϊκή ατροφία της τάξης του 1½εκ των μυών του αριστερού μηρού και σε σύγκριση με τον δεξιό. - Πλήρης κινητικότητα του αριστερού γόνατος. - Απουσία ενδοαρθρικού υγρού. - Φυσιολογική συνδεσμική σταθερότητα της άρθρωσης του γόνατος. - Πλήρης κινητικότητα του αριστερού ισχίου ποδοκνημικής και ποδός. Τα πιο πάνω κατάλοιπα και κυρίως ο βαθμός μυϊκής ατροφίας των μυών του αριστερού μηρού συνάδουν με τα περιοδικά ενοχλήματα ευκολότερης κόπωσης και της ήπιας έντασης περιοδικού πόνου σε καιρικές αλλαγές. Η μυϊκή ατροφία, λαμβανομένου υπόψη του νεαρού της ηλικίας της υπάρχει περιθώριο περαιτέρω ενδυνάμωσης με ασκήσεις που θα μπορεί να κάμνει στο σπίτι. Η πιθανότητα περιοδικών ήπιων ενοχλήσεων υπό μορφή ευκολότερης κόπωσης και ήπιας έντασης πόνου σε καιρικές αλλαγές υφίσταται. Η χειρουργική ουλή θα παραμένει. Τα ιατρικά πιστοποιητικά έχουν ως λέχθηκε κατατεθεί εκ συμφώνου και συνεπώς γίνονται αναλόγως ευρήματα του δικαστηρίου με την διευκρίνιση ότι η ουλή έχει μήκος 27εκ και όχι 40εκ, που ίσως εκ παραδρομής αναγράφεται στο τεκμήριο 12. Σύμφωνα με τον κ. Σταματάρη το δυστύχημα έχει κοστίσει ψυχολογικά στην ενάγουσα μέχρι και σήμερα και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα όνειρα της να γίνει νηπιαγωγός και να αλλάξει καριέρα αφού ήταν αδύνατο να συνεχίσει τις σπουδές της. Αναφορικά με ψυχολογικά κατάλοιπα και επιδράσεις που τυχόν προέκυψαν από το δυστύχημα δεν μπορεί να γίνει κάποιο εύρημα αφού δεν υπάρχει προς τούτο ιατρική μαρτυρία. Αποτελεί γεγονός ότι η ενάγουσα λόγω του δυστυχήματος και των τραυμάτων που υπέστη, δεν μπορούσε να συνεχίσει τις σπουδές της την συγκεκριμένη περίοδο. Παρόλα αυτά ως προέκυψε από την αντεξέταση δοκίμασε στη Λεμεσό να ολοκληρώσει τις σπουδές της, αλλά λόγω απόστασης προτίμησε να σταματήσει μήπως τύχει κάτι κακό στο δρόμο. Συνάγεται συνεπώς πως μπορεί μεν λόγω του δυστυχήματος να εγκατέλειψε εκ των πραγμάτων τη σχολική χρονιά της επίδικης περιόδου, αλλά δεν μπορώ να αποδεκτώ ότι έχασε λόγω του δυστυχήματος την ευκαιρία να σπουδάσει και εγκατέλειψε για πάντα τις σπουδές και τα όνειρα της. Αντίθετα συνέχισε τις σπουδές της στη Λεμεσό, αλλά για άλλους λόγους οι οποίοι ουσιαστικά δεν διευκρινίστηκαν, ούτε και υποστηρίχτηκαν σταμάτησε τις σπουδές της. Η απόσταση μεταξύ Πάφου και Λεμεσού και μήπως τύχει κάτι κακό στο δρόμο, κρίνω ότι δεν δικαιολογεί ούτε και αποτελεί επαρκή εξήγηση ούτε και δικαιολογία γιατί σταμάτησε τις σπουδές. Ούτε υπάρχει ενώπιον του δικαστηρίου κάποια ιατρική ή άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει τέτοιο ενδεχόμενο ή πιθανότητα. Ο κ. Δράκος ορθά και δίκαια αναφέρει ότι η ενάγουσα υπέστη σοβαρούς τραυματισμούς και ταλαιπωρήθηκε αρκετά. Εισηγείται ότι το ποσό των 25.000 ευρώ είναι δίκαιο και εύλογο, σε αντίθεση με τον κ. Σταματάρη που βασιζόμενος κυρίως στις υποθέσεις Αζόφ ν. Προδρόμου κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ 331 και Τζιβανίδη ν. Μιχαηλίδη Πολ. Έφεση 189/06 ημερ. 29.2.08, εισηγείται το ποσό των 75.000 ευρώ. Καθόσον αφορά ευρύτερα το θέμα της επάρκειας των γενικών αποζημιώσεων στην υπόθεση Ταμπούρα ν. Κολάνη Πολ. Έφεση 222/06 ημερ. 17.4.08, υπεδείχθη ότι είναι δεδομένη και αποδεκτή από τη νομολογία η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις για τον ανθρώπινο πόνο και την ταλαιπωρία. (A. Panayides Contracting Ltd v. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 416). Η απόδοση αποζημιώσεων πρέπει επίσης να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστο χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς. (Lankuttis v. Νικόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1128). Είναι επίσης νομολογημένο ότι προηγούμενες αποφάσεις στα θέματα των αποζημιώσεων δεν αποτελούν κατ΄ ανάγκη δεσμευτικό προηγούμενο (G & L Calibers Ltd v. Λεμεσιανού
(2003)1 Α.Α.Δ. 948), ενώ η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί και οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση (Σπύρος Μελάς και Ελένη Λτδ ν. Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590). Τόσο από τη μαρτυρία της ενάγουσας όσο και από τα ιατρικά πιστοποιητικά συνάγεται ότι πράγματι η ενάγουσα έχει υποστεί αρκετά σοβαρούς τραυματισμούς και έχει ταλαιπωρηθεί επί δέκα περίπου μήνες. Συνοπτικά να επαναλάβω ότι υπέστη συντριπτικό κάταγμα άνω τριτημορίου αριστερού μηριαίου οστού με μεγάλο οίδημα και αιμάτωμα. Υπό γενική αναισθησία έγινε ανάταξη και οστεοσύνθεση. Υπεβλήθη ξανά σε χειρουργική επέμβαση, υπό γενική αναισθησία για αφαίρεση της πλάκας. Παρέμεινε μόνιμη ουλή μήκους 27εκ, μικρή βράχυνση του αριστερού κάτω άκρου της τάξης του ½ εκ χωρίς την ανάγκη να χρησιμοποιεί ανύψωση του υποδήματος και τέλος μυϊκή ατροφία των μυών του αριστερού μηρού της τάξης του 1½ εκ με περιθώριο ενδυνάμωσης με ασκήσεις στο σπίτι. Η πιθανότητα περιοδικών ήπιων ενοχλήσεων υπό μορφή ευκολότερης κόπωσης και ήπιας έντασης πόνου σε καιρικές αλλαγές υφίσταται. Έχω λάβει υπόψη μου τις πιο πάνω υποθέσεις που παρέπεμψε ο κ. Σταματάρης, και πέραν από αυτές έλαβα υπόψη μου για καθοδήγηση τις υποθέσεις Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460, και Harmsworth κ.ά ν. Salamis Glory κ.ά
(2003)1 Α.Α.Δ.1617 . Έχοντας υπόψη μου το σύνολο των ιατρικών πιστοποιητικών σε σχέση με τα τραύματα, τον πόνο και την ταλαιπωρία της ενάγουσας, καθώς και τα κατάλοιπα που παρέμειναν όπως έχουν αναφερθεί, κατέληξα ότι το δίκαιο και εύλογο ποσό των αποζημιώσεων είναι Ευρώ 60.000. Τα πιο πάνω ποσά θα φέρουν νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Όμως για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται σε βάρος της ενάγουσας. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Μ.Ν cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.