COVOTSOS TEXTILES LTD ν. P F VESTITI BELLI (BOUTIQUE WEARHOUSE) LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1418/04, 28 Νοεμβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A235 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1418/04 Μεταξύ: COVOTSOS TEXTILES LTD Ενάγουσα και P. F. VESTITI BELLI (BOUTIQUE & WEARHOUSE) LIMITED Εναγομένης Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου 2008 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Γ. Τεουλίδης για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία. Για την Εναγόμενη: κ. Μ. Φλωρίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα διεκδίκησε εναντίον της Εναγομένης απόφαση για ποσόν Λ.Κ.7.432,23 ως υπόλοιπο του λογαριασμού υπ' αρ. D 40204035 τον οποίο είχε ανοίξει επ' ονόματι της και στον οποίον εγίνοντο χρεωπιστώσεις βάσει τιμολογίων που εκδίδοντο κατά την διάρκεια της συνεργασίας τους μεταξύ 31.12.94 έως 8.9.03. Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση Στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της η Εναγόμενη παραδέχθηκε ότι η Ενάγουσα ασχολείται μεταξύ άλλων με την κατασκευή και ή διανομή καλσόν και καλτσών, ότι η ίδια η Εναγόμενη ασχολείται με την πώληση και ή διανομή αυτών των ειδών και ότι η τελευταία προμηθεύετο τέτοια αγαθά από την Ενάγουσα κατά την περίοδο 1994 έως 2003. Όμως η Εναγόμενη αρνήθηκε πως το οφειλόμενο υπόλοιπο στις 8.9.03 ήταν Λ.Κ.7.432,23 ισχυριζόμενη ότι η Ενάγουσα:
- i)Κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας αρνήθηκε να πιστώσει το λογαριασμό με Λ.Κ.1000 που αντιπροσωπεύει αξία επιστραφέντων εμπορευμάτων στις 8.8.02.
- ii)Μεταξύ 19.2.02 και 1.3.02 δυνάμει των τιμολογίων υπ' αρ. 672 και 786 όφειλε να παραδώσει στην Εναγόμενη 359 δωδεκάδες καλσόν Mat look 20 DLYC.7097 ALL συνολικής αξίας Λ.Κ.5.026 τα οποία η Εναγόμενη δικαιούτο να παραλάβει δωρεάν λόγω των παραγγελιών που υπέβαλε στην Ενάγουσα και βάσει της προσφοράς που είχε εξαγγείλει η Ενάγουσα. Είναι η θέση της Εναγόμενης πως λόγω έλλειψης χώρου στις αποθήκες της και με τη συγκατάθεση της Ενάγουσας, άφησε τα εν λόγω εμπορεύματα στις αποθήκες της Ενάγουσας με την προοπτική να της αποσταλούν αργότερα στη Λευκωσία, πράγμα που τελικά δεν έγινε λόγω της μεταγενέστερης διακοπής της συνεργασίας τους, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί το ισάξιο. Περαιτέρω είναι η θέση της Εναγόμενης ότι με επιστολή της ημερ. 30.8.02 κάλεσε την Ενάγουσα να πιστώσει τον λογαριασμό με την αξία των επιστραφέντων και να παραδώσει τα φυλαχθέντα, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα. Επίσης ότι με νεώτερη επιστολή της (διπλοσυστημένη) ημερ. 24.9.02 απέστειλε προς την Ενάγουσα επιταγές συνολικού ύψους Λ.Κ.10.000 έναντι του τότε υφιστάμενου υπολοίπου και δήλωσε την προθυμία της να καταβάλει παν οφειλόμενο υπόλοιπο ευθύς ως διευθετείτο η πίστωση για τις Λ.Κ.1000 και η παράδοση των καλσόν "Mat look" αξίας Λ.Κ.5.026, αλλά και πάλιν δεν υπήρξε ανταπόκριση. Ως εκ τούτου ανταπαιτεί τα δύο πιο πάνω ποσά. Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση Με την Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση η Ενάγουσα παραδέχθηκε ότι στις 8.8.02 επιστράφηκαν τα εμπορεύματα αξίας Λ.Κ.1000 στις αποθήκες της στην Λευκωσία, αλλά ισχυρίστηκε ότι την ίδια μέρα δόθηκαν στην Εναγόμενη άλλα εμπορεύματα ίσης αξίας. Όσον αφορά τα καλσόν Mat Look ήταν η θέση της πως αυτά παρεδόθησαν προσωπικά από τον διευθυντή της Ενάγουσας στις αποθήκες της Εναγόμενης στην Παλλουριώτισσα. Η Ενάγουσα παραδέχθηκε επίσης τη λήψη των επιστολών και των επιταγών, αλλά αναφέρει πως και η ίδια με επιστολή της ημερ. 9.9.02 είχε απαιτήσει ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο που ήταν (τότε) Λ.Κ.16.432,23 με τόκο 9%, αρνούμενη τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης. Μαρτυρία Εκ μέρους της Ενάγουσας κατέθεσε ενόρκως ο διευθυντής της κ. Λάμπρος Αχιλλέως (Μ.Ε.). Η Εναγόμενη κάλεσε ως μάρτυρες την πρώην υπάλληλο της Ενάγουσας κα Νίκη Παναγιώτου (Μ.Υ.1), τον επίσης πρώην υπάλληλο της Ενάγουσας κ. Γιώργο Ιωαννίδη (Μ.Υ.2), τον υπάλληλο της Εναγομένης κ. Μιχαήλ Κρασίδη (Μ.Υ.3), τον επίσης πρώην υπάλληλο της Ενάγουσας κ. Στυλιανό Αριστοβούλου (Μ.Υ.4) και ως τελευταίο τον διευθυντή της (Εναγόμενης) κ. Παναγιώτη Χριστοφή (Μ.Υ.5). Ο Μ.Ε. αναφέρθηκε στο ιστορικό της συνεργασίας με την Εναγόμενη και ισχυρίστηκε ότι τον Ιούλιο του 2002 έκαμε αρκετές προσπάθειες να εισπράξει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Λόγω έλλειψης ανταπόκρισης η Ενάγουσα διέκοψε τη συνεργασία. Εξήγησε τα γεγονότα σχετικά με την επιστροφή των εμπορευμάτων αξίας Λ.Κ.1000 και την παράδοση άλλων προς αντικατάσταση. Όσον αφορά τα "Mat Look" εξήγησε αφενός πως αυτά έχουν μηδενική αξία και αφετέρου ότι οι 315 δωδεκάδες που αναφέρονται στο τιμολόγιο αρ. 672 (Τεκμήρια 4 + 13) παραδόθηκαν από τον ίδιο στις 20.2.02, ενώ οι 44 δωδεκάδες που αναφέρονται στο τιμολόγιο αρ. 786 παραδόθηκαν μαζί με τα κανονικά προϊόντα από υπάλληλο της Ενάγουσας - κατά ή περί την 1.3.02. Είναι η θέση του πως αυτά ήταν μέρος προσφοράς δωρεάν με την αγορά άλλων προϊόντων ("ΧΡΥΣΟΣ ΦΑΚΕΛΟΣ") και πως η Εναγόμενη θυμήθηκε να τα προβάλει ως δικαιολογία για την μη εξασφάλιση του υπολοίπου μόνο μετά την διακοπή της συνεργασίας τους. Η Μ.Υ.1 ενθυμείτο ότι τον Αύγουστο του 2002 παρέλαβε 7-8 σακκούλες μπλε με επιστροφές που της είχε φέρει ο Μ.Υ.4. Προέβη σε καταμέτρηση των εμπορευμάτων και πήρε την κατάσταση στο λογιστήριο τους όπως ήταν η πρακτική. Η κατάσταση αυτή δεν μπορούσε αργότερα να εντοπιστεί. Επίσης μέχρι το Σεπτέμβριο που απολύθηκε η ίδια έβλεπε να υπάρχουν στην αποθήκη της Ενάγουσας εμπορεύματα με το όνομα του "Παναγιώτη" (Μ.Υ.5), δηλαδή του διευθυντή της Εναγόμενης. Ο Μ.Υ.2 ήταν αποθηκάριος της Ενάγουσας μέχρι τον Νοέμβριο του 2002. Ήταν η θέση του πως οι 315 δωδεκάδες "Mat Look" δεν στάληκαν στην Εναγόμενη και πως μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2002 τα έβλεπε στις αποθήκες της Ενάγουσας. Ο Μ.Ε. μάλιστα είχε πει στον μάρτυρα αυτόν να μην παραδώσει το εμπόρευμα αν δεν του έδιδε οδηγίες ο ίδιος ο Μ.Ε. Ο Μ.Υ. 2 ενθυμείτο επίσης πως αργότερα, τον Οκτώβριο του 2002 τα εν λόγω εμπορεύματα προωθήθηκαν στην αγορά αφού τοποθετήθηκαν σε νέες συσκευασίες. Ο Μ.Υ.3 ως μεταφορέας της Εναγόμενης αναγνώρισε το Τεκμήριο 14 ως κατάσταση των επιστραφέντων εμπορευμάτων την οποία ετοίμασε ο ίδιος για τα εμπορεύματα που επέστρεψε και πάλιν ο ίδιος στις 8.8.02 στην Ενάγουσα χωρίς να παραλάβει άλλα για αντικατάσταση τους. Ο Μ.Υ.4, πρώην οδηγός της Ενάγουσας αναγνώρισε τις υπογραφές του στο Τεκμήριο 13 (που είναι αντίγραφο του Τεκμηρίου 4) εκ των οποίων η μια κάτω από τη δήλωση του Μ.Υ.5 ότι τα "Mat Look" θα παρέμεναν στις αποθήκες της Ενάγουσας μέχρι να τους ειδοποιούσε ότι τα θέλει. Υποστήριξε και αυτός πως όταν απολύθηκε από την Ενάγουσα τον Αύγουστο του 2002 τα "Mat Look" ήταν ακόμα στην αποθήκη της Ενάγουσας. Ο Μ.Υ.5 εν σχέσει με τα επιστραφέντα εμπορεύματα ανέφερε πως αυτά επιστράφηκαν στις 8.8.02 από τον υπάλληλο της Εναγόμενης Μ.Υ.3, ήταν αξίας Λ.Κ.982 (αφαιρουμένης της έκπτωσης προς 33%) και δεν εξεδόθη πιστωτική σημείωση από την Ενάγουσα, ούτε και αντικαταστάθηκαν με άλλα. Όσον αφορά τα προϊόντα "Mat Look" ήταν η θέση του πως κατόπιν συνεννόησης του αυτά κρατήθηκαν στις αποθήκες της Ενάγουσας και πως κάποια στιγμή αργότερα συμπληρωσε ο ίδιος την σχετική φράση στο Τεκμήριο 13, την οποίαν του υπέγραψε ο οδηγός της Ενάγουσας, δηλαδή ο Μ.Υ.4. Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα Παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Στην πραγματικότητα υπάρχουν τρία βασικά ζητήματα γύρω από τα οποία περιστρέφονται η απαίτηση και ανταπαίτηση και κατά συνέπειαν η μαρτυρία. Πρέπει να παρατηρήσω ευθύς εξαρχής πως ο Μ.Ε. μου έδωσε την εικόνα ότι γενικά είναι αξιόπιστος και ειλικρινής, με την επιφύλαξη ότι στο θέμα της ανταλλαγής των επιστραφέντων εμπορευμάτων έχει διαφανεί πως δεν έχει άμεση προσωπική γνώση για το τι έγινε. Στο τελευταίο αυτό θέμα - όπως εξηγείται κατωτέρω - προτιμώ την μαρτυρία του Μ.Υ.3 ο οποίος είχε άμεση προσωπική γνώση και ο οποίος μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Στα υπόλοιπα θέματα της μαρτυρίας και ειδικά το υφιστάμενο υπόλοιπο, τους όρους συνεργασίας, την προσφορά και την παράδοση ή όχι των καλσόν "Mat Look" δέχομαι τα όσα ανέφερε ο Μ.Ε. Σημειώνω πως η βασική του θέση ότι η "δήλωση" στο Τεκμήριο 13 ετέθη και υπεγράφη από τον Μ.Υ.4 σε χρόνο μεταγενέστερο και δη σε χρόνο που δεν ήταν υπάλληλος της Ενάγουσας, είναι λογική, συνάδει με τα έγγραφα και δίδει εξήγηση για όλες τις ελλείψεις και παραλείψεις τις οποίες ανεπιτυχώς προσπάθησαν να εξηγήσουν οι Μ.Υ.4 και Μ.Υ.5 των οποίων την μαρτυρία δεν αποδέχομαι για τους λόγους που εξηγούνται κατωτέρω. Το ίδιο ισχύει και για τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 για τους οποίους - όπως και για τον Μ.Υ.4 - έχω την γνώμη πως απλώς προσπάθησαν με την μαρτυρία τους να στηρίξουν την εκδοχή του Μ.Υ.5, η οποία όμως παρουσιάζει πολλά κενά και αντιφάσεις. Εν σχέσει με τον Μ.Ε πρέπει να προσθέσω πως η αδυναμία του να θυμηθεί κάποιες μικρολεπτομέρειες της παράδοσης των Mat look (π.χ. ώρα, ημερομηνία) δεν την θεωρώ ουσιώδη και δεν επηρεάζει την γενικότερη καλή εικόνα του. Α. Οφειλόμενο υπόλοιπο στην Ενάγουσα. Με την αγωγή της η Ενάγουσα απαίτησε απόφαση για ποσόν Λ.Κ.7.432,23, αλλά με την γραπτή του δήλωση ο Διευθυντής της και Μ.Ε. κ. Αχιλλέως αναγνώρισε ότι εκ παραδρομής δεν πιστώθηκε έναντι της οφειλής το ποσό των Λ.Κ.1000 το οποίο παραδέχεται ότι κατέβαλε στις 6.12.02 η Εναγόμενη. Συνάγεται λοιπόν πως το υπόλοιπο που οφείλεται είναι Λ.Κ.6.432,23, αλλά τούτο μόνον υπό την επιφύλαξη ότι είχαν αντικατασταθεί τα εμπορεύματα αξίας Λ.Κ.982 που είναι παραδεκτό ότι επιστράφηκαν στις 8.8.02. Εάν διαφανεί ότι αυτά δεν είχαν αντικατασταθεί τότε το υπόλοιπο των Λ.Κ.6.432,23 θα πρέπει να μειωθεί κατά το ποσόν των Λ.Κ.982 και θα παραμένει οφειλόμενο το ποσό των Λ.Κ.5.450,23. Κρίνω πως η αξία αυτή των επιστραφέντων αφορά το ορθό υπόλοιπο του λογαριασμού και δεν ήταν θέμα ανταπαίτησης. Σημειώνω πως και η Εναγόμενη όταν απέστειλε τις 10 μεταχρονολογημένες επιταγές της με την διπλοσυστημένη επιστολή της ημερ. 24.9.02 για συνολικό ποσό Λ.Κ.10.000, αναγνώριζε το υπόλοιπο των Λ.Κ.16.432 και απλώς προέβαλε τις απαιτήσεις της για τα επιστραφέντα (Λ.Κ.1000 τότε) και τα προϊόντα "Mat Look" (Λ.Κ.5.026). Οι δε απαιτήσεις της Εναγόμενης αθροιζόμενες με το ποσόν των Λ.Κ.406 που παραδεκτώς παραμένει απλήρωτο μέχρι σήμερα συμποσούνται σε Λ.Κ.6.432, που είναι σήμερα η απαίτηση της Ενάγουσας. Η μόνη διαφορά είναι πως τώρα έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια η αξία των επιστραφέντων που είναι Λ.Κ.982 και όχι Λ.Κ.1000. Β. Επιστραφέντα εμπορεύματα Ειδικότερα όσον αφορά τα επιστραφέντα εμπορεύματα είναι παραδεκτό από τον Μ.Ε. ότι αυτά είχαν επιστραφεί όντως στις 8.8.02. Επίσης κατά την αντεξέταση του δεν διαφώνησε στο ότι η κανονική αξία τους ήταν Λ.Κ.1.466,35 και αφαιρουμένης της εκπτώσεως του 33% (που δικαιούτο η Εναγόμενη) το ποσό που έπρεπε να πιστωθεί η Εναγόμενη ήταν Λ.Κ.982. Έχει τη δική του σημασία πως με βάση παραδοχή του Μ.Ε εκείνες τις ημέρες είχαν γίνει και άλλες επιστροφές από την Εναγόμενη, για τις οποίες πρέπει να παρατηρήσω πως δεν εγείρεται οποιαδήποτε απαίτηση, είτε από την μια είτε από την άλλη πλευρά. Ο Μ.Ε. βασικά ισχυρίστηκε πως ήταν παρών και ο ίδιος στα γραφεία της εταιρείας του στη Λευκωσία όταν επιστράφηκαν τα επίδικα εμπορεύματα. Παραδέχθηκε όμως πως δεν μπορούσε να θυμηθεί ούτε ποιοι άλλοι ήταν παρόντες, ούτε τι ήταν ακριβώς τα επιστραφέντα, ούτε πού ήταν τοποθετημένα, ούτε τι δόθηκε προς ανταλλαγή, αλλά ούτε και ποιος διεκπεραίωσε στην πράξη την ανταλλαγή. Άφησε ρητώς ανοικτό το ενδεχόμενο την ισχυριζόμενη ανταλλαγή να την διεκπεραίωσαν είτε άλλοι υπάλληλοι, είτε άλλα πρόσωπα, εννοώντας ως προς το τελευταίο τη σύζυγο του η οποία βοηθούσε κάποτε στις εργασίες της εταιρείας. Η σύζυγος του τοποθετήθηκε στη σκηνή μέσα από υποβολή της υπεράσπισης και αργότερα από τον Μ.Υ.3 ο οποίος και είχε επιστρέψει τα εμπορεύματα. Ο Μ.Ε. υπέθεσε πως και την καταμέτρηση θα την διενήργησε είτε κάποιος υπάλληλος, είτε η σύζυγος του. Βασικά ο Μ.Ε. έδωσε την εικόνα πως απλώς πίστευε ότι έγινε η ανταλλαγή. Κατά τη γνώμη μου απ' όλα αυτά εκείνο που έχει σημασία είναι πως ο Μ.Ε. στην πραγματικότητα είχε γνώση μόνο για το γεγονός της επιστροφής και τούτο προφανώς μόνο από ενημέρωση άλλων. Από τα όσα ανέφερε δεν διαπιστώνεται ότι είχε προσωπική γνώση για το τι πραγματικά συνέβηκε κατά την επιστροφή των εμπορευμάτων. Αντιθέτως ο Μ.Υ.3 ήταν ο μοναδικός μάρτυρας ο οποίος είχε άμεση προσωπική γνώση. Τον θεωρώ αξιόπιστο και ειλικρινή και αποδέχομαι στο σύνολο της τη μαρτυρία του για το θέμα. Ο Μ.Υ.3 υπήρξε υπάλληλος της Εναγόμενης Εταιρείας κατά τα έτη 1996-2005. Μεταξύ των καθηκόντων του ήταν να βλέπει τους πελάτες, να παίρνει παραγγελίες αλλά και επιστροφές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μετέφερε στα γραφεία της Ενάγουσας τις 8 μπλε νάυλον σακκούλες με τα επιστρεφόντα από την Εναγόμενη εμπορεύματα. Αυτό έγινε στις 8.8.02. Τα παρέδωσε στην σύζυγο του Μ.Ε. (κα Νίνα) όπως και την αναλυτική κατάσταση με τα επιστραφέντα εμπορεύματα, την οποίαν συνέταξε ιδιοχείρως και αντίγραφο της παρουσίασε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 14). Ενθυμείτο μάλιστα ότι παρούσα ήταν ακόμα μια υπάλληλος της Ενάγουσας (κα Μαρία). Το σημαντικό στοιχείο από τη μαρτυρία του ήταν η αναφορά του ότι δεν του δόθησαν επιτόπου άλλα εμπορεύματα εις αντικατάσταση. Εξήγησε πως απαιτείτο η καταμέτρηση και η ανεύρεση της αξίας των όσων είχαν επιστραφεί. Με βάση το Τεκμήριο 14 ετοιμάστηκε αργότερα άλλη κατάσταση για την αξία τους από τον Μ.Υ.5 (Τεκμήριο 16). Όπως έχει αναφερθεί πιο πριν δεν αμφισβητείται πως η αξία αυτών ήταν Λ.Κ.982 (αφαιρουμένης της εκπτώσεως του 33% που δικαιούτο η Εναγόμενη κατά την αγορά τους). Σημειώνεται επίσης πως ο Μ.Υ.3 ήταν το πρόσωπο που τοποθέτησε τα εμπορεύματα αυτά στις 8 σακκούλες, καταγράφοντας τα παράλληλα στο Τεκμήριο 14. Δέχομαι λοιπόν την μαρτυρία του Μ.Υ.3 πως ο Μ.Ε δεν ήταν παρών επιτόπου κατά την επιστροφή των εμπορευμάτων του Τεκμηρίου 4 και κυρίως πως δεν δόθησαν άλλα ίσης αξίας προς αντικατάσταση τους. Στο θέμα της επιστροφής των εμπορευμάτων αναφέρθηκε βεβαίως και η Μ.Υ.1, η οποία τότε ήταν υπάλληλος γενικών καθηκόντων στο εργοστάσιο της Ενάγουσας στη Λεμεσό. Η μάρτυρας αυτή αναφέρθηκε μεν στη γενικότερη πρακτική της καταμέτρησης των εμπορευμάτων που επιστρέφοντο και στην παράδοση σχετικής κατάστασης στο λογιστήριο για να καταστεί δυνατή η έκδοση πιστωτικής σημείωσης, αλλά ειδικά ως προς το θέμα που απασχολεί το μόνο που μπορούσε να πει ήταν πως εντός του Αυγούστου 2002 ο οδηγός της Ενάγουσας (Μ.Υ.4) της παρέδωσε 7-8 σακκούλες μπλε λέγοντας της πως ήταν από επιστροφές της Εναγόμενης. Ως προς τον αριθμό δεν ήταν βέβαιη και είπε συγκεκριμένα πως από ότι νομίζει ήταν 7-8 σακκούλες. Όπως και να έχουν τα πράγματα όμως ελλείπει μαρτυρία διασύνδεσης των εμπορευμάτων που παρέδωσε ο Μ.Υ.3 στη Λευκωσία με αυτά που παρέδωσε ο Μ.Υ.4 στη Λεμεσό. Ιδιαίτερα εάν ληφθεί υπόψιν αφενός πως η υπεράσπιση αντεξετάζοντας τον Μ.Ε δεν αμφισβήτησε τις αναφορές του πως κατά τον Αύγουστο του 2002 είχε διενεργήσει συνολικά 4 επιστροφές και αφετέρου πως ο ίδιος ο Μ.Υ.4 ούτε ρωτήθηκε ούτε προέβη σε οποιαδήποτε αναφορά για την μεταφορά υπ' αυτού των 8 σακκούλων στη Λεμεσό και την τυχόν παράδοση τους στη Μ.Υ.1. Όπως εξηγήθηκε πιο πάνω στηριζόμενος αποκλειστικά στη μαρτυρία του Μ.Υ.3 καταλήγω πως τα επιστραφέντα εμπορεύματα αξίας Λ.Κ.982 δεν είχαν αντικατασταθεί και κατά συνέπειαν το οφειλόμενο υπόλοιπο θα πρέπει να μειωθεί κατά το ισόποσο. Καλσόν "Mat Look" Παραμένει προς εξέταση η απαίτηση της Εναγόμενης υπό τύπον ανταπαίτησης για ποσόν Λ.Κ.5.026 ως η αξία των δωρεάν εμπορευμάτων που δεν της δόθηκαν αν και τα δικαιούτο βάσει των αγορών της. Είναι αναμφισβήτητο πως η Ενάγουσα και η Εναγόμενη είχαν συνεργασία που χρονολογείται από το 1994 τουλάχιστον, όταν ακόμα στη θέση της Ενάγουσας ήταν η εταιρεία LEMECO. Η ίδια η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 2) αρχίζει από τις 4.1.02 με μεταφερόμενο υπόλοιπο ύψους Λ.Κ.65.731,43. Τα καλσόν "Mat Look" είχαν κατασκευαστεί από τη LEMECO κάποια χρόνια πριν το 2002 (περίπου το 1994) και όταν διατέθηκαν στην αγορά δεν είχαν την αναμενόμενη επιτυχία. Συνεπεία τούτου απεσύρθησαν και παρέμεναν στις αποθήκες της Ενάγουσας μέχρι το 2002. Όπως αναφέρει ο Μ.Υ.5 περί τις αρχές του 2002 η Ενάγουσα τους ενημέρωσε ότι για κάθε 12άδα καλσόν "Χρυσός Φάκελος" που αγόραζαν θα τους δίδετο δωρεάν και μια 12άδα καλσόν "Mat Look". Η εξήγηση του Μ.Ε ήταν πως ο Φεβρουάριος ήταν περίοδος εκπτώσεων, μετά ακολουθεί το Πάσχα και από πλευράς χρόνου αυτή ήταν η καλύτερη περίοδος πώλησης καλσόν. Είναι η θέση του Μ.Ε. πως οι μεταπωλητές είχαν την υποχρέωση "να μεταφέρουν την προσφορά αυτή στον τελικό καταναλωτή, αφού βέβαια και οι ίδιοι θα αποφάσιζαν εάν θα πρόσθεταν το ανάλογο κέρδος τους". Πάντως δεν αμφισβητείται πως η Εναγόμενη τον Φεβρουάριο του 2002 παρήγγειλε και παρέλαβε από την Ενάγουσα 359 12άδες καλσόν "Χρυσός Φάκελος", καθώς και ότι με βάση την αγορά αυτή δικαιούτο αντίστοιχα 359 12άδες καλσόν "Mat Look". Για την αγορά του "Χρυσού Φάκελου" εκδόθηκαν από την Ενάγουσα τα τιμολόγια υπ' αρ. 671 ημερ. 19.2.02 (Τεκμήριο 8), αρ. 692 ημερ. 20.2.02 (Τεκμήριο 9), αρ. 786 ημερ. 1.3.02 (Τεκμήριο 5). Το τελευταίο τιμολόγιο αφορά την αγορά 44 12άδων "Χρυσού Φάκελου" και σ' αυτό αναφέρονται στο κάτω μέρος και οι 44 12άδες "Mat Look" που δικαιούτο η Ενάγουσα δωρεάν. Για τις υπόλοιπες 315 12άδες "Mat Look" εκδόθηκε ξεχωριστό τιμολόγιο υπ' αρ. 672 ημερ. 19.2.02 (Τεκμήριο 4 και 13). Η εξήγηση για την ενέργεια αυτή είναι πως λόγω του όγκου τους δεν μπορούσαν να μεταφερθούν μαζί με τα κανονικά προϊόντα, οπότε θα πήγαιναν με ξεχωριστό δρομολόγιο. Σημειώνω πως δεν έχει αμφισβητηθεί η αναφορά του Μ.Υ.4 πως είχαν όγκο περίπου 5 κ.μ. Το τιμολόγιο που αφορά τις 315 12άδες κατατέθηκε δύο φορές στο Δικαστήριο, ως Τεκμήριο 4 και 13, ήτοι το πρώτο από τον Μ.Ε και το δεύτερο από τον Μ.Υ.5. Έχουν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, εκτός από κάποια χειρόγραφη σημείωση και υπογραφές που υπάρχουν μόνο σ' αυτό που είχε στην κατοχή της η Εναγόμενη (Τεκμήριο 13). Δεν υπάρχει πρωτότυπο και αντίγραφο αφού και τα δύο είναι εκτυπωμένα από ηλεκτρονικό υπολογιστή όπως εξήγησε και ο Μ.Υ.5. Και στα δύο υπάρχει η χειρόγραφη σημείωση "ίδε τιμ. 671, 692". Επίσης και τα δύο είναι υπογραμμένα στη θέση "Received by:" από τον Μ.Υ.5. Η διαφορά του Τεκμηρίου 13 έγκειται στο ότι στο μέσον αυτού υπάρχει χειρόγραφη σημείωση του Μ.Υ.5 που αναφέρει: "Το εμπόρευμα να κρατηθεί στις Αποθήκες σας. Θα σας ειδοποιήσω αργότερα πότε θα μου το στείλετε". Κάτω από τη δήλωση αυτή, αλλά και στη θέση "Delivered by:" στο Τεκμήριο 13 υπάρχουν υπογραφές επίσης του οδηγού της Ενάγουσας - Μ.Υ.4. Βασικά στη δήλωση αυτή και στην υπογραφή του Μ.Υ.4 στηρίζεται κατά κύριο λόγο όλη η ανταπαίτηση της Εναγόμενης αφού ήταν η θέση της πως λόγω έλλειψης χώρου στις εγκαταστάσεις της στη Λευκωσία ο Μ.Υ.5 είχε προσυνεννοηθεί με τον αποθηκάριο της Ενάγουσας (Μ.Υ.2) όπως τα δωρεάν εμπορεύματα παραμείνουν στις αποθήκες της Ενάγουσας μέχρι νεωτέρας ειδοποιήσεως. Η θέση του Μ.Ε. ήταν πως παρέδωσε ο ίδιος τις 315 12άδες στις 20.2.02 στον Μ.Υ.5 και ότι η συγκεκριμένη δήλωση και υπογραφή του Μ.Υ.4 τέθηκαν πολύ αργότερα, όταν ο τελευταίος δεν ήταν πλέον υπάλληλος τους, με απώτερο σκοπό να βοηθηθεί η Εναγόμενη να αποφύγει πληρωμή του χρέους της. Από την άλλη πλευρά πρέπει να σημειωθεί πως όλες οι υποβολές που έγιναν εκ μέρους της Εναγόμενης προς τον Μ.Ε είχαν ως βάση το ότι η δήλωση του Μ.Υ.5 και η υπογραφή του Μ.Υ.4 τέθηκαν τον Φεβρουάριο του 2002 όταν έφερε ειδικά τα τιμολόγια από τη Λεμεσό για να υπογραφούν από τον Μ.Υ.5 στη Λευκωσία. Πρέπει όμως επίσης να σημειωθεί πως ως προς τη βασική αυτή εκδοχή υπήρξαν ουσιαστικές αντιφάσεις μεταξύ των Μ.Υ.4 και Μ.Υ.5, αφού τελικά ο τελευταίος κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι η σημείωση στο δικό του αντίγραφο έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο από την παραλαβή του τιμολογίου. Αυτό όμως ήταν κάτι που υποστήριξε από την αρχή ο Μ.Ε. και είναι στοιχείο που επιβεβαιώνει την αξιοπιστία του καθώς και την εκδοχή στο θέμα. Ειδικότερα πρέπει να λεχθεί πως ο Μ.Υ.4 εργάζετο ως οδηγός της Ενάγουσας από το 1969 μέχρι τον Αύγουστο του 2002 οπότε και απολύθηκε ως πλεονάζον προσωπικό. Γνώριζε από 15ετίας την μητέρα του Μ.Υ.5 και από 20ετίας την αδελφή του, ήτοι από την εποχή που και οι δύο εργάζοντο στην LEMECO. Ήταν η βασική του θέση πως τον Φεβρουάριο του 2002 φόρτωσε από τη Λεμεσό το κανονικό εμπόρευμα, δηλαδή τα εμπορεύματα "Χρυσός Φάκελος" των τιμολογίων αρ. 671 και 692 (Τεκμήρια 8, 9), και τα μετέφερε στην Εναγόμενη στη Λευκωσία έχοντας όμως μαζί του και το τιμολόγιο 672 (Τεκμήριο 4 και 13). Το τελευταίο ήταν μόνο για να υπογραφεί από τον Μ.Υ.5 και το εμπόρευμα θα παρέμενε στις αποθήκες της Ενάγουσας στη Λεμεσό. Αυτό, σε αντίθεση με την πρακτική τους που ήταν να παραλαμβάνει πρώτα ο πελάτης τα αναφερόμενα στο τιμολόγιο και ακολούθως να το υπογράφει. Ενώ αρχικά ο Μ.Υ.4 είπε πως πήρε μαζί του και τα δύο αντίγραφα του τιμολογίου 672, αργότερα υπό το κράτος σύγχισης δεν μπορούσε να πει αν είχε φέρει και τα δύο. Παρότι επανήλθε στην αρχική του απάντηση, τού ήταν αδύνατο να εξηγήσει για ποιο λόγο το δεύτερο αντίτυπο, δηλαδή το Τεκμήριο 4, δεν έφερε και εκείνο τη δήλωση του Μ.Υ.5 και την υπογραφή του ιδίου του μάρτυρα (Μ.Υ.4). Αναγνώρισε όμως πως κανονικά έπρεπε να υπογράψει και το άλλο αντίτυπο. Αντιφάσκωντας με τον εαυτό του σε λίγο ανέφερε πως έλαβε το τιμολόγιο που φέρει την υπογραφή του, δηλαδή το Τεκμήριο 13, προσθέτοντας ότι το άλλο μένει στον πελάτη. Πράγμα που βεβαίως στην παρούσα δεν ευσταθεί καθότι ο Μ.Υ.5 είχε στην κατοχή του και κατέθεσε στο Δικαστήριο μόνο το υπογραμμένο Τεκμήριο 13, ενώ το Τεκμήριο 4 είχε ήδη κατατεθεί από τον Μ.Ε. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω στην πραγματικότητα ο Μ.Υ.4 δεν έφερε ούτε και επέστρεψε κανένα τιμολόγιο. Απλώς σε μεταγενέστερο χρόνο υπέγραψε σ' εκείνο που κρατούσε ο Μ.Υ.5. Σε αντίθεση με όσα τελικά παραδέχθηκε ο Μ.Υ.5, ο Μ.Υ.4 αρνήθηκε επιμόνως υποβολή ότι η δήλωση προστέθηκε στο Τεκμήριο 13 σε μεταγενέστερο χρόνο. Μάλιστα επέμεινε πως παρέλαβε το Τεκμήριο 13 και το μετέφερε στη Λεμεσό παραδίδοντας το στον αποθηκάριο της Ενάγουσας, πράγμα που επανέλαβε και στην επανεξέταση του λέγοντας πως το τιμολόγιο έπρεπε να υπογραφεί και να πάει πίσω στη Λεμεσό και εννοώντας πως αυτό έπραξε. Όπως ελέχθη ανωτέρω κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί αφού η Εναγόμενη το είχε στην κατοχή της μέχρι την ακρόαση. Παρακολουθώντας τον Μ.Υ.4 στο εδώλιο και εξετάζοντας προσεκτικά τη μαρτυρία του είμαι πεπεισμένος πως δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Τα όσα προσπάθησε να υποστηρίξει και ειδικά το ότι πήρε το τιμολόγιο χωρίς εμπόρευμα για να υπογραφεί απλώς και να μπει στο αρχείο της Ενάγουσας δεν συνάδει με την λογική και πρακτική των συναλλαγών και κυρίως με όσα κατέθεσε ο Μ.Υ.5. Υπενθυμίζω εδώ και την παραδοχή του ίδιου του αποθηκάριου ο οποίος δήλωσε πως ποτέ δεν ξαναέτυχε να εκδοθεί τιμολόγιο χωρίς παράδοση του σχετικού εμπορεύματος. Κυρίως όμως - όπως ελέχθη πιο πάνω - ο Μ.Υ. 4 διαψεύδεται από τον Μ.Υ.5. Η αλήθεια λοιπόν εν σχέσει με τη δήλωση στο Τεκμήριο 13 είναι πως αυτή ετέθη σε χρόνο μεταγενέστερο από τον Φεβρουάριο του 2002 όπως υποχρεώθηκε να παραδεχθεί ο Μ.Υ.5. Ο ίδιος ο Μ.Υ.5 στην γραπτή του δήλωση δεν προσδιόρισε επακριβώς την ημερομηνία που του έφερε το Τεκμήριο 13 ο Μ.Υ.4. Αναφέρει γενικά ότι αυτό έγινε "μετά την 19.2.02" (παρ. 8 της γραπτής δήλωσης). Να σημειωθεί πως εκεί αναφέρεται σε ένα μόνο τιμολόγιο και υποστηρίζει και αυτός την παράλογη εκδοχή πως έπρεπε να το υπογράψει ο ίδιος "και να μπει στα αρχεία της Ενάγουσας, επειδή το εμπόρευμα τούτο ήταν χωρίς χρέωση". Πάντως είναι αναμφισβήτητο πως τις 3 γραμμές οι οποίες συνιστούν την δήλωση τις έγραψε ο Μ.Υ.5 και τις υπέγραψε ο Μ.Υ.4. Ο Μ.Υ.5 απέφυγε επιμελώς και εντέχνως να προσδιορίσει με περισσότερη ακρίβεια τον χρόνο γραφής και υπογραφής της δήλωσης. Όλα τα στοιχεία και ενδείξεις όμως οδηγούν στο συμπέρασμα πως αυτό έγινε αρκετούς μήνες μετά τον Φεβρουάριο και δή όταν ο Μ.Υ.4 είχε φύγει από την υπηρεσία της Ενάγουσας. Να σημειωθεί ότι ο Μ.Υ.5 δεν έδωσε εξήγηση για το πώς βρέθηκε στην κατοχή του το Τεκμήριο 13 αφού κατά τα λεγόμενα τους έπρεπε να υπογραφεί και να μπει στο αρχείο της Ενάγουσας. Στην αντεξέταση του όμως δήλωσε πως δεν νομίζει να υπάρχει κάποιος που να παραδίδει εμπόρευμα χωρίς τιμολόγιο. Δέχθηκε δε πως όταν έρχοντο τα εμπορεύματα συνοδεύοντο από δύο τιμολόγια εκ των οποίων ένα κρατούσε η Εναγόμενη και το άλλο επιστρέφετο στην Ενάγουσα. Ήταν η θέση του πως ούτε οι 44 12άδες Mat Look του τεκμηρίου 5 παραλήφθησαν ακριβώς για τον ίδιο λόγο που δεν παραλήφθησαν και οι 315 12άδες (δηλ. λόγω έλλειψης χώρου). Ήταν φανερή όμως η αδυναμία του να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν σημείωσε και στο Τεκμήριο 5 την ίδια δήλωση που κατέγραψε στο Τεκμήριο 13, παρόλο που το Τεκμήριο 5 ακολούθησε χρονικά (1.3.02). Αρκέστηκε (ή υποχρεώθηκε) να πει μόνο πως ήταν παράλειψη. Συμφώνησε μεν πως θα ήταν πιο λογικό την δήλωση στο Τεκμήριο 13 να την έγραφε ο υπάλληλος της Ενάγουσας, αλλά προσπάθησε να εξηγήσει πως δεν το θεώρησε σωστό εκείνη τη στιγμή να βάλει τον Μ.Υ.4 να του κάνει χατήρι. Εξήγηση η οποία δεν πείθει καθότι σύμφωνα με την εκδοχή του υπήρξε από πριν συνεννόηση με τον αποθηκάριο (Μ.Υ.2) της Ενάγουσας. Άρα τι χατήρι θα ήταν εάν ακολουθείτο η ορθή πρακτική; Παρότι ο Μ.Υ.5 παρουσιάστηκε ως υποστηρικτής της αρχής "τα γραπτά μένουν", εντούτοις δεν μπόρεσε να εξηγήσει ικανοποιητικά για ποιο λόγο δεν έγραψε την ίδια δήλωση και στο άλλο αντίτυπο του τιμολογίου 672, δηλαδή στο Τεκμήριο 4. Αρκέστηκε και εδώ να πει μόνο πως όντως θα ήταν πιο λογικό να το έπραττε. Είναι χαρακτηριστική η απάντηση του ως εξής: "Ε. Γιατί γράψατε το κείμενο σας μόνο στο ένα τιμολόγιο; Α. Ναι θα ήταν πιο λογικό να έγραφα και στο άλλο. Η σημείωση όμως στο δικό μου αντίγραφο έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο από την παραλαβή του τιμολογίου." Με την πιο πάνω απάντηση και παραδοχή του ο Μ.Υ.5 ανέτρεψε όλη την προηγούμενη εκδοχή του και ουσιαστικά επιβεβαίωσε αυτό το οποίο από την αρχή υποστήριζε ο Μ.Ε. Παραδέχεται δηλαδή πως είχε στην κατοχή του το τιμολόγιο και σε κάποιο άλλο στάδιο, μεταγενέστερα δηλαδή, ζήτησε από τον Μ.Υ.4 να του υπογράψει τη δήλωση. Είναι δε σημαντικό πως εδώ δεν αναφέρεται σε "τιμολόγια" αλλά σε "τιμολόγιο". Κατά τη γνώμη μου έτσι εξηγείται και η κατ' ισχυρισμόν "παράλειψη" να γράψουν την ίδια δήλωση και στο άλλο αντίτυπο. Είναι προφανές πως δεν μπορούσε να πράξει κάτι τέτοιο καθότι το άλλο, δηλαδή το Τεκμήριο 4 ήταν ήδη στην κατοχή της Ενάγουσας. Εδώ πρέπει να γίνει όμως μια πολύ σημαντική παρατήρηση: Τα Τεκμήρια 4 και 13 είναι πανομοιότυπα εκτός από την επίμαχη χειρόγραφη δήλωση και τις υπογραφές του Μ.Υ.4 τα οποία υπάρχουν μόνο στο Τεκμήριο 13. Δηλαδή πριν την ένθεση της δήλωσης αυτής υπήρχαν δύο τιμολόγια υπογραμμένα στο σημείο "Received by:" από τον Μ.Υ.5. Το ένα ήταν στα αρχεία της Ενάγουσας και το άλλο σ' αυτά της Εναγομένης. Προκύπτει λοιπόν το λογικό ερώτημα πότε και για ποιο λόγο ένας άνθρωπος που εφαρμόζει την αρχή "τα γραπτά μένουν" υπέγραψε και στα δύο τιμολόγια δηλώνοντας ότι παρέλαβε τις 315 12άδες "Mat Look"; Σημειώνω πως τα Τεκμήρια 4 και 13 αφορούσαν αποκλειστικά και μόνον αυτά τα δωρεάν εμπορεύματα. Κατά τη γνώμη μου η μοναδική απάντηση είναι το ότι κάποια στιγμή είχε προηγηθεί η παραλαβή τους. Παρακολουθώντας όλους τους μάρτυρες και ειδικά τους Μ.Ε., Μ.Υ.4 και Μ.Υ.5 είμαι πεπεισμένος πως δεν υπάρχει άλλη λογική απάντηση εκτός από το ότι η Εναγόμενη είχε παραλάβει κανονικά τις 315 12 άδες "Mat look" στις 20.2.2002 από τον Μ.Ε. Εξ' ού και ο Μ.Υ.5 υπέγραψε δεόντως την παραλαβή τους στα Τεκμήρια 4 και 13. Η προσπάθεια του Μ.Υ.5 να εξηγήσει (μετά την αποκάλυψη ότι η δήλωση γράφτηκε σε μεταγενέστερο χρόνο) πως πρώτα υπέγραψε την παραλαβή των εμπορευμάτων και ήταν παράλειψη (και πάλιν) να μην γράψει και την σχετική δήλωση την ίδια στιγμή, δεν με πείθει καθότι δεν ήταν αυτή η εκδοχή που προώθησε εξαρχής, αλλά μόνον όταν υποχρεώθηκε κατά την αντεξέταση του. Υπενθυμίζω την εκδοχή του Μ.Υ.4 η οποία υποβάλλετο και προς τον Μ.Ε. Άλλωστε πρέπει να σημειωθεί πως η όλη εκδοχή παραγνωρίζει πως οι υπόλοιπες 44 12άδες ενσωματώθηκαν στο τιμολόγιο 786 ημερ. 1.3.02 (Τεκμήριο 5) το οποίο επίσης είναι υπογραμμένο κανονικά στη θέση παραλαβής από τον Μ.Υ.5 και δεν υπάρχει καμιά αμφισβήτηση πως οι υπόλοιπες 44 12άδες κανονικών προϊόντων ("Χρυσού Φάκελου") παραλήφθηκαν κανονικά. Εάν λοιπόν υπήρχε θέμα διευθέτησης για παραμονή των δωρεάν προϊόντων στις αποθήκες της Ενάγουσας θα ανέμενε κάποιος ευλόγως να εγίνετο και στο Τεκμήριο 5 κάποια σημείωση είτε την ίδια στιγμή (το πιο λογικό) είτε κατόπιν συνεννόησης σε μεταγενέστερο στάδιο αν γίνει δεκτός ο τρόπος δράσης του Μ.Υ.5. Από την όλη μαρτυρία προκύπτει πως οι Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.4 ήταν μέχρι το 2002 όλοι υπάλληλοι της Ενάγουσας οι οποίοι απολύθηκαν. Μαζί τους είχε απολυθεί και η αδελφή του Μ.Υ.5, η οποία εργάζετο στο λογιστήριο της Ενάγουσας. Ο ίδιος ο Μ.Υ.5 παραδέχεται πως αρχικά υπήρξε υπάλληλος της Ενάγουσας, αργότερα αντιπρόσωπος της και μετά μεταπωλητής της μέχρι το 2002. Όλη αυτή η σχέση του πάει πίσω στο χρόνο από 25ετίας. Η Μ.Υ.1 εργάζετο για 15 περίπου χρόνια μαζί με την μητέρα και την αδελφή του Μ.Υ.5 και κατοικούν στην ίδια περιοχή, οπότε γνωρίζει και τον πατέρα του. Γνώριζε και τον ίδιο τον Μ.Υ.5 αφού κατά την 30χρονη περίπου εργοδότηση της στην Ενάγουσα είχε αυτή την ευκαιρία και εξάλλου στις διάφορες γιορτές στην Ενάγουσα τον καλούσαν να προσφέρει δώρα. Ο Μ.Υ.2 εργάζετο στην Ενάγουσα από το 1972 μέχρι το 2002 που απολύθηκαν 6 υπάλληλοι ταυτόχρονα. Γνώριζε και αυτός τον Μ.Υ.5 αλλά ως πελάτη. Ήταν όμως συνάδελφος με την αδελφή του Μ.Υ.5 και γνωρίζει και την μητέρα του. Μάλιστα μετά την απόλυση τους ο Μ.Υ.2 και η αδελφή του Μ.Υ.5 βρήκαν δουλειά στην ίδια αποθήκη "bonded" όπου και εργάζονται μέχρι σήμερα. Ο Μ.Υ.4 εργάζετο στην Ενάγουσα από το 1969 και γνώριζε επίσης τον Μ.Υ.5, καθώς και την μητέρα και αδελφή του από 20ετίας. Με την αδελφή συνδέοντο στη δουλειά και όταν υπήρχε κάποια εκδήλωση έβγαιναν έξω για φαγητό. Όλοι αυτοί οι μάρτυρες προσπάθησαν να ενισχύσουν την εκδοχή του Μ.Υ.5 αναφέροντας πως τα εμπορεύματα "Mat Look" ευρίσκοντο μέχρι που οι ίδιοι απολύθηκαν από την Ενάγουσα στις αποθήκες της. Η σχετική αναφορά της Μ.Υ.1 ήταν πολύ γενικόλογη και αόριστη ότι αυτά ήταν στην άκρη με το όνομα "Παναγιώτης". Ο Μ.Υ.2 αρχικά είπε πως μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2002 που θυμάται, τα "Mat Look" ήταν στις αποθήκες της Ενάγουσας, ενώ αργότερα είπε πως κάποια στιγμή περίπου τον Οκτώβριο 2002 προωθήθηκαν προς την αγορά, αφού ξανασυσκευάστηκαν. Μάλιστα προχώρησε να πει πως ο Μ.Ε. του είπε μετά από μήνες δηλαδή τον Αύγουστο ή Σεπτέμβριο του 2002 να μην παραδώσει τα "Mat Look" εκτός αν του έδιδε οδηγίες ο ίδιος (ο Μ.Ε.). Ο Μ.Υ.2 πάντως σε κανένα σημείο δεν επιβεβαίωσε την ισχυριζόμενη από άλλους συνομιλία του με τον Μ.Υ.5 για να παραμείνουν τα εμπορεύματα αυτά στην Ενάγουσα. Κυρίως όμως τα περί οδηγιών του Μ.Ε. για μη μετακίνηση των "Mat Look" δεν υποβλήθηκαν σε καμιά περίπτωση προς τον Μ.Ε. ενόσω εκείνος ήταν στο εδώλιο. Όπως δεν υποβλήθηκαν και τα περί ξανασυσκευασίας και προώθησης τους στην αγορά από την Ενάγουσα. Γενικά παρακολουθώντας τους Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.4 δεν έχω πειστεί ότι υπήρξαν ειλικρινείς και αξιόπιστοι. Πέραν του ότι τα όσα ισχυρίστηκαν καταρρέουν υπό το φως των διαπιστώσεων μου για τις σοβαρές αντιφάσεις μεταξύ Μ.Υ.4 και Μ.Υ5 σε συνδυασμό με την έγγραφη μαρτυρία, έχω την γνώμη πως κατά βάθος ήταν όλοι επηρεασμένοι αφενός από την απόλυση τους από την Ενάγουσα το 2002 και αφετέρου από τις καλές σχέσεις και γνωριμία τους με τον Μ.Υ.5 και ιδίως με την μητέρα και αδελφή του. Υπενθυμίζω την έλλειψη τέτοιας μακρόχρονης σχέσης με τον Μ.Ε. ο οποίος εισήλθε στην Ενάγουσα ως διευθυντής το 2000 και λίγο αργότερα το 2002 τους απέλυσε. Εκτός απ' αυτό δεν βλέπω άλλον λόγο για τον οποίο ο Μ.Υ.4 θα υπέγραφε στο Τεκμήριο 13, σε μεταγενέστερο χρόνο τη δήλωση που του υπέγραψε χωρίς μάλιστα να επιδιώξει την προσυνεννόηση με τον Μ.Ε. για μια τέτοια αναδρομική σημείωση. Γενικά σχημάτισα την εντύπωση πως οι μάρτυρες αυτοί εμφανίστηκαν και κατέθεσαν έχοντας πρόθεση να βοηθήσουν απλώς την Εναγόμενη υποστηρίζοντας την εκδοχή του Μ.Υ.5. Πρέπει να αναφέρω πως ακόμα και αν δεχόμουν την εκδοχή της Εναγομένης και των μαρτύρων της δεν θα συμφωνούσα με την εισήγηση ότι η αξία της κάθε 12άδας Mat Look εξακολουθούσε και το 2002 να ήταν Λ.Κ.14 ανά 12άδα. Είναι προφανές πως αυτή ήταν η τιμή με την οποίαν διετίθεντο τα συγκεκριμένα προϊόντα όταν πρωτοκατασκευάστηκαν, πράγμα δηλαδή που έγινε αρκετά χρόνια πριν. Δέχομαι δηλαδή την άποψη του Μ.Ε. πως μετά την ανεπιτυχή προώθηση τους και την πάροδο τόσων ετών ως θέμα λογικής είχαν μειωμένη αξία. Εξάλλου θα ήταν παράλογο να δίδονται δωρεάν εμπορεύματα που άξιζαν Λ.Κ.14 με εμπορεύματα που άξιζαν Λ.Κ.11.40 ανά 12άδα. Ελλείψει λοιπόν μαρτυρίας για την αξία των Mat Look το 2002 θα ήταν αδύνατο να δοθούν αποζημιώσεις για την κατακράτηση τους. Κατάληξη Είναι προφανές από τα πιο πάνω πως η αγωγή επιτυγχάνει για το ποσόν της απαίτησης μειωμένο κατά Λ.Κ.1.000 και Λ.Κ.982 ενώ η ανταπαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας για το ποσό των €9.312,27 (Λ.Κ.5.450,23) με νόμιμον τόκο, συν έξοδα ως θα υπολογιστούν με νόμιμο τόκο από σήμερα και Φ.Π.Α. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα ενόψει του ότι έχει συνεκδικαστεί με την αγωγή. (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο