← Κύπρος

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Κώστας Κακουλλή, Αρ. Αγωγής: 6933/05, 28 Νοεμβρίου, 2008

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Κώστας Κακουλλή, Αρ. Αγωγής: 6933/05, 28 Νοεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A239 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6933/05 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων και Κώστας Κακουλλή Εναγόμενου Και Δυνάμει Ανταπαίτησης: Κώστα Κακουλλή και Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ μαζί με:

  1. Art Arabian Idle Tree Ltd
  2. CLR Stockbrokers Ltd ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28 Νοεμβρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Η κ. Χ. Κότσαπα. Για τον Εναγόμενο: Ο κ. Σ. Δράκος. Για τους Εξ Ανταπαιτήσεως - Εναγόμενους 1: Καμιά εμφάνιση. Για τους Εξ Ανταπαιτήσεως - Εναγόμενους 2: Η κ. Ε. Χαραλάμπους. Α Π Ο Φ Α Σ Η Όπως περιορίστηκε η απαίτηση στο στάδιο των αγορεύσεων, οι ενάγοντες διεκδικούν από τον εναγόμενο ποσό €87.070,98, πλέον τόκο προς 11,5% από 1.7.08, μέχρι εξοφλήσεως, κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, μέχρι εξοφλήσεως, δυνάμει γραπτής σύμβασης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στα πλαίσια του σχεδίου «Εθνοεπενδυτής», στόχος του οποίου ήταν η παροχή κεφαλαίου κίνησης με αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) («το σχέδιο»). Ο εναγόμενος απορρίπτει την αξίωση και ανταπαιτεί από τους ενάγοντες και τους εξ ανταπαιτήσεως - εναγόμενους 1 και 2, ποσό Λ.Κ.11.275,14 (€19.264,72), ως παράνομες χρεώσεις τόκων στο λογαριασμό του καθώς και αποζημιώσεις για συνομωσία και δόλο. Οι εξ ανταπαιτήσεως - εναγόμενοι 1, δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία αν και η δικογραφία τούς επιδόθηκε στις 24.11.
  4. Αποτελεί εκδοχή των εναγόντων ότι με βάση την καθ' όλα νόμιμη συμφωνία μεταξύ των και του εναγόμενου ως το Τεκμήριο 1 («η σύμβαση») και το υπόλοιπο που παρουσιάζει ο λογαριασμός του («ο λογαριασμός»), δικαιούνται σε επιτυχία της αγωγής και απόρριψη τής εναντίον τους ανταξίωσης. Είναι θέση του εναγόμενου ότι η σύμβαση είναι μολυσμένη από παρανομία επειδή η συνομολόγηση της αντίκειται στη νομοθεσία και στις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και ότι οι ενάγοντες ουδέποτε τον συμβούλεψαν ή πληροφόρησαν καθηκόντως για τη φύση της σύμβασης με αποτέλεσμα να τον εξωθήσουν σε μια κατάσταση πραγμάτων που μόνον ζημιά θα μπορούσε να του προκαλέσει, όπως και έγινε. Περαιτέρω διατείνεται ότι τόσον οι ενάγοντες όσον και οι εξ ανταπαιτήσεως - εναγόμενοι 1 και 2, λόγω του αμελούς χειρισμού του χαρτοφυλακίου του και της παράβασης κάθε καθήκοντος επιμέλειας και εμπιστοσύνης που είχαν έναντι του, προξένησαν σε αυτόν ζημιές και απώλειες με αποτέλεσμα να δικαιούται σε απόφαση εναντίον τους ως η Ανταπαίτηση. Οι εξ ανταπαιτήσεως - εναγόμενοι 2, αντιτείνουν ότι η εναντίον τους αξίωση είναι ανυπόστατη καθότι ουδέποτε ανάλαβαν τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου και διότι ούτως ή άλλως κανένας από τους χειρισμούς τους δεν παραβίασε οποιοδήποτε συμβατικό ή άλλο καθήκον τους έναντι του εναγόμενου. Εκ πλευράς εναγόντων κατάθεσε η Διευθύντρια τους Λίζα Παντελίδου (ΜΕ1), ενώ για τον εναγόμενο έδωσε μαρτυρία ο ίδιος (ΜΥ1) και ο λογιστής Λουκάς Παπαλλής (ΜΥ2), για δε τους εξ ανταπαιτήσεως - εναγόμενους 2, ο υπάλληλος τους και λογιστής Στέλιος Θεοδότου (ΜΥ1 εξ ανταπαιτήσεως - εναγομένων 2). Η Λίζα Παντελίδου (ΜΕ1), κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν Προϊστάμενη της Υπηρεσίας «Εθνοεπενδυτή». Αναφέρθηκε στη συνομολόγηση της σύμβασης και την παρακολούθηση του λογαριασμού με αναφορά σε κατατεθέντα τεκμήρια. Ο εναγόμενος Κώστας Κακουλλής (ΜΥ1), είπε για το ιστορικό που οδήγησε στην υπογραφή της σύμβασης καθώς και για τις προσδοκίες που είχε από τη συνεργασία του με τους ενάγοντες και τους εξ ανταπαιτήσεως - εναγόμενους 1 και 2, όπως και για θέματα που άπτονται των χρηματιστηριακών συναλλαγών που του καταλογίζονται και τις επακόλουθες ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστηκε. Ο Λουκάς Παπαλλής (ΜΥ2), κατάθεσε αναφορικώς με το λογαριασμό και ειδικότερα περί διαφόρων χρεώσεων που παρατηρούνται σε αυτόν ως τόκοι και έξοδα εισηγούμενος ότι κάποιες από αυτές είναι αντισυμβατικές και παράνομες. Ο Στέλιος Θεοδότου (ΜΥ1 εξ ανταπαιτήσεως - εναγομένων 2), κατάθεσε ως ο Υπεύθυνος Πιστωτικού Ελέγχου στο Τμήμα Λογιστηρίου των εξ ανταπαιτήσεως - εναγομένων 2, επικεντρωνόμενος στο ρόλο που διαδραμάτιζαν οι εργοδότες του στα πλαίσια του σχεδίου περιγράφοντας συνάμα τη διαδικασία που ακολουθούνταν για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών συναλλαγών του εναγόμενου. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά και δεδομένης της διατύπωσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς αφού κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής αναφοράς τους στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων

(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων επικεντρώθηκαν στην αξιοπιστία της μαρτυρίας, με την κάθε πλευρά να εκφράζει τις δικές τις απόψεις σε ό,τι αφορά στην εμβέλεια και νομική της σημασία. Λεπτομέρειες των επιμέρους εισηγήσεων διατυπώνονται στα γραπτά περιγράμματα με τα οποία οι δικηγόροι εφοδίασαν το Δικαστήριο και δε χρειάζεται να επαναληφθούν. Όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει σχετική αναφορά στο κείμενο της απόφασης. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι συνήγοροι. Η Λίζα Παντελίδου (ΜΕ1) και ο Στέλιος Θεοδότου (ΜΥ1 εξ ανταπαιτήσεως - εναγομένων 2), μου δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση. Ήσαν θετικοί και απαντούσαν με συνέπεια και χωρίς περιστροφές δίχως να κλονιστούν κατά την αντεξέταση. Κάποιες μικροαντιφάσεις που εντοπίστηκαν κρίνονται ως απολύτως φυσιολογικές και πολύ απέχουν από του να μπορούν να θεωρηθούν ως ουσιώδεις πόσω μάλλον καταλυτικές για σταχυολόγηση της μαρτυρίας τους ως αναξιόπιστης. Ο εναγόμενος και ο Λουκάς Παπαλλής (ΜΥ2), δε μου δημιούργησαν καλή εντύπωση. Ήσαν γενικόλογοι και ασαφείς με φανερή την αποφασιστικότητά τους να παραθέσουν στο Δικαστήριο μια πλασματική εικόνα των σχέσεων και δυναμικών που προέκυψαν ως εκ της συμμετοχής του εναγόμενου στο σχέδιο και τη συνομολόγηση της σύμβασης όπως και σε σχέση με την ανταπαίτηση εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως - εναγομένων 1 και
  1. Ο εναγόμενος ανάφερε στην κυρίως εξέταση ότι υπόγραψε την αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο μετά από παρότρυνση και επενδυτική συμβουλή υπαλλήλου των εναγόντων ενώ κατά την αντεξέταση είπε ότι την αίτηση τού την είχαν δώσει υπάλληλοι του χρηματιστηριακού γραφείου Sigma - Severis & Athienitis Securities Ltd, χωρίς οποιαδήποτε μεσολάβηση ή εμπλοκή των εναγόντων και την οποία συμπλήρωσε και παράδωσε στο εν λόγω χρηματιστηριακό γραφείο για τα περαιτέρω. Είπε επίσης κατά την κυρίως εξέταση ότι κατά την υπογραφή της σύμβασης και των σχετικών εγγράφων ο υπάλληλος των εναγόντων Κυριάκος Καψός του είχε πει ότι το σχέδιο δεν είχε κανένα πρόβλημα και ότι θα το διαχειρίζονταν οι ίδιοι και να κοιμάται ήσυχος. Του είπε επίσης να μην δίνει σημασία στα διάφορα έγγραφα που θα παραλάμβανε και τις όποιες απορίες είχε να τις απηύθυνε προς τους ενάγοντες και ότι ήταν με βάση αυτές τις διαβεβαιώσεις που ο μάρτυς αποδέχθηκε να συμμετάσχει στο σχέδιο και να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα και τη σύμβαση. Κατά την αντεξέταση όμως είπε ότι ο Κυριάκος Καψός δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή της σύμβασης ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου σχετιζόταν με το σχέδιο όπως παρούσα δεν ήταν ούτε και η Λίζα Παντελίδου (ΜΕ1). Η τοποθέτηση αυτή συγκρούεται με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2, 4, 5 και 6, τα οποία υπογράφθηκαν από τον Κυριάκο Καψό στην παρουσία του εναγόμενου καθώς και των Τεκμηρίων 8, 9(α), 9(β) και 9(γ), στα οποία υπογράφει, πέραν του εναγόμενου και η Λίζα Παντελίδου (ΜΕ1) ως μάρτυς, χωρίς ποτέ τα γεγονότα αυτά να αμφισβητηθούν κατά την αντεξέταση. Σε επακόλουθη ερώτηση περί της προκύπτουσας αντίφασης, τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε στο ζήτημα των προσώπων που ήσαν ή δεν ήσαν παρόντα κατά την υπογραφή των εν λόγω εγγράφων, είπε ότι παρόντες ήσαν τόσον ο Κυριάκος Καψός όσον και η Λίζα Παντελίδου (ΜΕ1), με τις σχετικές παροτρύνσεις όμως να λαμβάνουν χώραν από την εν λόγω μάρτυρα μετά την υπογραφή της σύμβασης και των άλλων εγγράφων και όχι προγενέστερα και σίγουρα όχι από τον Κυριάκο Καψό όπως αρχικώς δήλωσε. Ισχυρίστηκε επίσης κατά την κυρίως εξέταση ότι οι ενάγοντες και οι εξ ανταπαιτήσεως - εναγόμενοι 1 και 2, δολίως τον είχαν πείσει να υπογράψει όλα τα αναγκαία έγγραφα έτσι ώστε να «κάνουν παιχνίδι στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου», σε βάρος του. Κατά την αντεξέταση εντούτοις πέραν της παραδοχής του περί μη μεσολάβησης και παρότρυνσης των εναγόντων προς το πρόσωπο του με οποιονδήποτε τρόπο και οποτεδήποτε, δήλωσε ότι κανείς αντιπρόσωπος των εξ ανταπαιτήσεως - εναγόμενων 1 και 2, δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή της σύμβασης και ότι δε μπορούσε να αναφέρει οτιδήποτε ενισχυτικό της θέσης που πρόταξε. Ανάφερε επιπλέον ότι ουδέποτε είχε δώσει εντολές για την αγοραπωλησία μετοχών είτε προς τους ενάγοντες είτε προς τους εξ ανταπαιτήσεως - εναγόμενους 1 και
  2. Κλήθηκε τότε από την κ. Κότσαπα να τοποθετηθεί και να δώσει εξήγηση για το πώς χρεοπιστώθηκαν οι συναλλαγές που φαίνονται στο λογαριασμό τη στιγμή που δεν είχε δώσει τις σχετικές εντολές και για το γιατί δεν αντέδρασε όταν τις διαπίστωσε κατά τη διάρκεια της πληροφόρησης που τύγχανε από αυτούς δια της αποστολής των σχετικών καταστάσεων λογαριασμού. Ο μάρτυς αντί να απαντήσει με σαφήνεια, είπε ότι δεν ήταν πάντοτε που λάμβανε με το ταχυδρομείο τις καταστάσεις αυτές (σε αντίθεση με άλλο ισχυρισμό του ότι ουδέποτε λάμβανε τέτοιες καταστάσεις λογαριασμού από τους ενάγοντες) και ότι, όπως υπολόγισε, ο ίδιος δε θα έπρεπε κατά το μάλλον ή ήττον να είχε δώσει τέτοιες εντολές. Όταν του υποβλήθηκε από τη δικηγόρο ότι δε λέγει την αλήθεια και ότι προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο δεδομένου μάλιστα ότι είχε αποκομίσει και κέρδος από τις συναλλαγές αυτές ύψους Λ.Κ.68.777, δια της αποδέσμευσης μετοχών ίσης αξίας στις 26.11.97 και 23.7.99, ως το Τεκμήριο 26(α), σελίδες 4 και 14 αντιστοίχως, περιορίστηκε σε απλή άρνηση με τρόπο που ήταν πασιφανές ότι, πράγματι, δεν έλεγε την αλήθεια αφού τη μονολεκτική του άρνηση διακατείχε μια έντονη νευρικότητα και αμηχανία όπως είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω παρατηρώντας τον στο εδώλιο. Κατά την αντεξέταση από τη συνήγορο των εξ ανταπαιτήσεως - εναγομένων 2, ισχυρίστηκε ότι τις εντολές για την αγοραπωλησία των μετοχών τις έδινε προς αυτούς και όχι προς τους ενάγοντες, αναιρώντας ασφαλώς με αυτό τον τρόπο τις προηγούμενες του τοποθετήσεις περί μη χορήγησης εντολών σε οποιονδήποτε των εξ ανταπαιτήσεως - εναγομένων 1 και
  3. Είπε επίσης ότι ουδέποτε έδωσε οδηγίες στους ενάγοντες για αποδέσμευση δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (warrants) ή μετοχών ή για ενάσκηση δικαιωμάτων αγοράς (rights), που κατείχε στα πλαίσια του σχεδίου, έτσι ώστε να μπορούσε να προβεί στις ανάλογες χρηματιστηριακές πράξεις. Ήταν μια τοποθέτηση που δημιούργησε ερωτηματικά δεδομένου ότι είχεν ήδη προηγηθεί η μαρτυρία των εναγόντων δια της Λίζας Παντελίδου (ΜΕ1) και η κατάθεση αριθμού τεκμηρίων μεταξύ των οποίων και τα Τεκμήρια 24(η), 24(κ), 24(λ), 24(ξ) και 24(ρ), τα οποία αφορούν σε σχετικές και ενυπόγραφες εντολές του ιδίου προς τους ενάγοντες. Η κ. Κότσαπα έθεσε τα τεκμήρια αυτά ενώπιον του μάρτυρος, με αυτόν αρχικώς να τα αρνείται και να καταλήγει τελικώς ότι, όντως, τα είχεν υπογράψει και αποστείλει προς τους ενάγοντες. Ισχυρίστηκε επιπροσθέτως ότι οι ενάγοντες ουδέποτε τον πληροφόρησαν αλλά ούτε και ο ίδιος γνώριζε ποτέ περί της χρέωσης ετήσιου δικαιώματος διαχείρισης για την παροχή των υπηρεσιών τους προς αυτόν επί ποσοστού 1% πάνω στο σύνολο των αγορών αξιών ή για τη χρέωση ετήσιου δικαιώματος προς 2% του εγκεκριμένου ορίου και τη χρέωση δικαιώματος αίτησης ύψους Λ.Κ.30, με την υποβολή της αίτησης για συμμετοχή στο σχέδιο, ως το Τεκμήριο
  4. Ακολούθως, παραδέχθηκε ότι αυτά πράγματι του είχαν λεχθεί από τη Λίζα Παντελίδου (ΜΕ1), πριν την υπογραφή της σύμβασης και ότι μάλιστα τα είχε κατανοήσει καλώς. Όταν του υποβλήθηκε ότι είχε αναφέρει στη Λίζα Παντελίδου (ΜΕ1), ότι είχε αποδεχθεί την προοπτική αυτών των χρεώσεων απάντησε με δισταγμό και με αρκετή καθυστέρηση ότι κάτι τέτοιο δεν είχε γίνει, με τρόπο και ύφος που δείκνυε εναργώς προς την κατεύθυνση της αναλήθειας του μάρτυρος ο οποίος, παρεμπιπτόντως, δεν εξήγησε γιατί προχώρησε με την υπογραφή της σύμβασης αφού καίτοι πληροφορηθείς περί των χρεώσεων δεν τις είχε αποδεχθεί, όπως διατείνεται. Ο Λουκάς Παπαλλής (ΜΥ2), είπε κατά την κυρίως εξέταση ότι είχε μελετήσει τις καταστάσεις λογαριασμού του εναγόμενου και διαπίστωσε ότι υπήρχαν εκεί χρεώσεις εξόδων ύψους Λ.Κ.3.797,18 καθώς και χρεώσεις τόκων πέραν του 9%, ύψους Λ.Κ.7.720,48, μέχρι την 30.6.
  5. Κλήθηκε από τη δικηγόρο των εναγόντων κατά την αντεξέταση να εξηγήσει τους υπολογισμούς στους οποίους προέβη για να καταλήξει στα ποσά που ανάφερε κάτι το οποίο δεν έπραξε παρά μόνον κατάφυγε σε γενικές και αόριστες αναφορές σχετικώς με την κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 30.4.02, χωρίς επεξήγηση ή ανάλυση της μεθοδολογίας που ακολούθησε. Ανάφερε επίσης κατά την κυρίως εξέταση ότι δε μπορούσε να καταλήξει σε συγκεκριμένα και ακριβή ευρήματα σε σχέση με τη χρέωση τόκου πέραν του 9% στο λογαριασμό, αφού για να μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο θα έπρεπε πρώτα να πρόβαινε σε μια ολοκληρωμένη μελέτη του θέματος κάτι που δεν έκανε. Ο μάρτυς ως ειδικός που δέχομαι ότι είναι στον τομέα του υπολογισμού τόκων (και με αυτή την ιδιότητα είναι που κατάθεσε), απότυχε να παρουσιάσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τη δοκιμασία της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι ώστε να δώσει την ευκαιρία στο Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη με την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα που αποδείχθηκαν με τη μαρτυρία. Δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή της Λίζας Παντελίδου (ΜΕ1) και του Στέλιου Θεοδότου (ΜΥ1 εξ ανταπαιτήσεως - εναγόμενων 2), ως αξιόπιστη και απορρίπτω αυτήν του εναγόμενου Κώστα Κακουλλή (ΜΥ1) και του Λουκά Παπαλλή (ΜΥ2), ως αναξιόπιστη. Βρίσκω ότι οι ενάγοντες καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήσαν και εξακολουθούν να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη συμφώνως του νόμου, ασχολούμενοι με δανειοδοτήσεις, παροχή πιστώσεων και χορηγήσεις τραπεζικών ευκολιών και άλλων συναφών υπηρεσιών. Περί τα τέλη του 1996, αποφάσισαν τη δημιουργία του σχεδίου «Εθνοεπενδυτής», με σκοπό την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων με το άνοιγμα ειδικού τρεχούμενου λογαριασμού σε πελάτες που επιθυμούσαν να πραγματοποιήσουν αγοραπωλησίες μετοχικών τίτλων και αξιών στο ΧΑΚ. Στις 31.3.97, ο εναγόμενος υπόβαλε αίτηση συμμετοχής στο σχέδιο για την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους Λ.Κ.30.000 (βλ. Τεκμήριο 1). Αφού η αίτηση εξετάστηκε με προσοχή και με υπόψη τα επαγγελματικά, προσωπικά και περιουσιακά του στοιχεία, οι ενάγοντες την ενέκριναν με επιστολή τους προς τον εναγόμενο ημερομηνίας 21.4.97 (βλ. Τεκμήριο 2), το περιεχόμενο της οποίας έγινε αποδεκτό από τον εναγόμενο δια υπογραφής του επί της επιστολής με αποτέλεσμα η αίτηση - Τεκμήριο 1, να μετουσιωθεί στη γραπτή σύμβαση που θα ρύθμιζε στο εξής τη σχέση των συμβαλλομένων βάσει του σχεδίου. Στις 17.7.97, υπογράφθηκε από τους συμβαλλόμενους έγγραφο τροποποίησης του όρου 2 της σύμβασης, ως το περιεχόμενο του τροποποιητικού εγγράφου - Τεκμήριο 4, το οποίο επίσης υπόγραψε ο εναγόμενος. Στις 17.7.97, οι ενάγοντες ενέκριναν αίτηση του εναγόμενου για αύξηση του ορίου της πιστωτικής διευκόλυνσης με βάση τη σύμβαση από Λ.Κ.30.000 σε Λ.Κ.40.000, ως το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, το οποίο ο εναγόμενος υπόγραψε την ίδια ημερομηνία αποδεχόμενος ανεπιφύλακτα όλους τους όρους που είχαν σχετικώς τεθεί. Την 21.4.97, ο εναγόμενος υπόγραψε πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόρισε ως χρηματιστηριακό γραφείο της επιλογής του και πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του τη χρηματιστηριακή εταιρεία Sigma - Severis & Athienitis Securities Ltd, της οποίας το χρηματιστηριακό γραφείο ήταν ένα από αυτά με τα οποία συνεργάζονταν οι ενάγοντες. Η επιλογή έγινε με την ελεύθερη βούληση του εναγόμενου (όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος) και σίγουρα δεν του επιβλήθηκε από τους ενάγοντες όπως ισχυρίστηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του βασιζόμενος στην αναφορά στον όρο 1 της σύμβασης ότι το χρηματιστηριακό γραφείο θα υποδεικνυόταν από τους ενάγοντες. Πέραν της παραδοχής του εναγόμενου, η Λίζα Παντελίδου (ΜΕ1), ήταν σαφής ότι τα περί υπόδειξης αφορούσαν στον πλήρη κατάλογο αδειούχων χρηματιστηριακών γραφείων που δίνονταν για σκοπούς επιλογής στον εκάστοτε επενδυτή, όπως έγινε και στην περίπτωση του εναγόμενου. Η αναφορά του κ. Δράκου στο περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 16.1.97 - Τεκμήριο 43, από τη CLR Stockbrokers Ltd προς τους ενάγοντες σε σχέση με το σχέδιο για σκοπούς ενίσχυσης της θέσης του περί επιβολής του χρηματιστηριακού γραφείου στον εναγόμενο, δεν αφορούσε στον εναγόμενο παρά μόνον καθόριζε το πεδίο συνεργασίας εναγόντων - CLR Stockbrokers Ltd, σε περίπτωση που το εν λόγω χρηματιστηριακό γραφείο αποτελούσε επιλογή του επενδυτή. Με βάση το πληρεξούσιο - Τεκμήριο 8, η Sigma - Severis & Athienitis Securities Ltd, θα εκτελούσε τις αγοραπωλησίες μετοχικών τίτλων και αξιών για λογαριασμό του εναγόμενου στα πλαίσια πάντοτε της σύμβασης, όπως έπραξε αρχομένης της 23.4.97, μέχρι την αντικατάσταση τους από τη CLR Stockbrokers Ltd στις 21.8.03, με το Τεκμήριο 10(α). Ο ρόλος των εναγόντων με βάση τα συμφωνηθέντα περιοριζόταν στην παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων για την αγοραπωλησία μετοχών βάσει των όρων του σχεδίου, αυτός δε των εξ ανταπαιτήσεως - εναγομένων 1 και 2, μόνον στην εκτέλεση των χορηγηθεισών εντολών του εναγόμενου και όχι στη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, με την προκύπτουσα μεταξύ τους σχέση να μην είναι τέτοιας φύσης που να μπορούσε ούτως ή άλλως να δημιουργήσει καθήκον επιμέλειας τους έναντι του [βλ. Murphy v. Brentwood District Council
(1990)2 All. E R 908(HL)]. Την 21.4.97, ο εναγόμενος υπόγραψε έγγραφο ενεχυρίασης τίτλων αξιών προς εξασφάλιση των εναγόντων για τη χορήγηση των πιστωτικών διευκολύνσεων [βλ. Τεκμήριο 9(α)]. Ενεχυρίασε αρχικώς 1.350 μετοχές της εταιρείας The Cyprus Tourism Development Co. Ltd, όπως περιγράφεται στο Τεκμήριο 9(β), το οποίο [όπως και το Τεκμήριο 9(γ)], αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης ενεχυρίασης - Τεκμήριο 9(α). Ακολούθως την ίδια ημερομηνία, ανοίχθηκε στο όνομα του εναγόμενου ο λογαριασμός με αριθμό 529/339729-8 ως ειδικός τρεχούμενος λογαριασμός, με δικαίωμα παρατραβήγματος. Ο λογαριασμός διατηρούνταν στη Λευκωσία και όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούσαν στο άνοιγμα και λειτουργία του στάλθηκαν στον εναγόμενο και παραλήφθηκαν εγκαίρως. Με το άνοιγμα του, ο εναγόμενος μπορούσε να τον δραστηριοποιήσει για να πραγματοποιεί αγοραπωλησίες στο ΧΑΚ. Η σταχυολόγηση του λογαριασμού ως ειδικού αφορούσε στη μοναδική διαφοροποίηση του από τους συνήθεις τρεχούμενους λογαριασμούς στο ότι η νόμιμη αυτή πιστωτική διευκόλυνση χορηγούνταν με αποκλειστικό σκοπό την παροχή δυνατότητας στον εναγόμενο - επενδυτή, να προβαίνει σε αγοραπωλησίες μετοχών στο ΧΑΚ, μέσω επιλεγμένων και αδειούχων χρηματιστών χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό το χορηγηθέν κεφάλαιο υπό τους όρους και προϋποθέσεις της σύμβασης. Ο εναγόμενος έδινε εντολές προς τους χρηματιστές του [βλ. Τεκμήριο 11(1-177)], κατά τους αντίστοιχους χρόνους που αυτοί τον αντιπροσώπευαν με βάση τα πληρεξούσια - Τεκμήρια 8 και 10(α), για τις σχετικές αγοραπωλησίες. Όταν πραγματοποιούνταν μια συναλλαγή, ο χρηματιστής έκδιδε και απόστελλε προς τους ενάγοντες τα σχετικά πινακίδια συναλλαγής (contract notes) μαζί με τις εξουσιοδοτήσεις για την ανάλογη χρεοπίστωση του λογαριασμού. Οι ενάγοντες βασιζόμενοι στα στοιχεία που τους έδινε ο χρηματιστής πλήρωναν το συνολικό ποσό του κάθε πινακιδίου συναλλαγής στο οποίο περιλαμβανόταν το τίμημα αγοράς, η προμήθεια του χρηματιστή και το τέλος του ΧΑΚ, χρεώνοντας αναλόγως το λογαριασμό. Οι μετοχές και αξίες που αγοράζονταν ενεχυριάζονταν προς όφελος των εναγόντων και σε περίπτωση πώλησης λάμβαναν το καθαρό ποσό του κάθε πινακιδίου συναλλαγής, δηλαδή το προϊόν πώλησης αφαιρουμένης της προμήθειας του χρηματιστή και του τέλους του ΧΑΚ και πίστωναν το λογαριασμό του εναγόμενου. Για να μπορούσε να γίνει πώληση οι ενάγοντες έπρεπε να αποδεσμεύσουν τις αντίστοιχες μετοχές ή αξίες. Ο εναγόμενος γνώριζε καλώς όλους τους όρους που περιστοίχιζαν τη σύμβαση και τη λειτουργία του σχεδίου και επέλεξε με ελεύθερη συναίνεση και επιλογή του να συμβληθεί με τους ενάγοντες και να λάβει μέρος στο σχέδιο. Στις 9.4.98, ο εναγόμενος αποτάθηκε προς τους ενάγοντες με την επιστολή - Τεκμήριο 7, ζητώντας νέα αύξηση του ορίου του από Λ.Κ.40.000 σε Λ.Κ.100.000, κάτι που εγκρίθηκε στις 15.4.98, ως το περιεχόμενο της επιστολής - Τεκμήριο 6, το οποίο και υπόγραψε αποδεχόμενος ανεπιφύλακτα του όρους των εναγόντων. Στις 24.6.98, υπογράφθηκε από τους συμβαλλομένους έγγραφο τροποποίησης του όρου 7 της σύμβασης, ως το περιεχόμενο της επιστολής - Τεκμήριο 3, την οποία υπόγραψε ο εναγόμενος ενώπιον μαρτύρων την ίδια ημερομηνία. Στις 7.2.02, ο εναγόμενος υπόγραψε το πληρεξούσιο - Τεκμήριο 23 προς τους ενάγοντες μετά την αποϋλοποίηση των αξιών και τη σύσταση του κεντρικού μητρώου/αποθετηρίου στο ΧΑΚ. Το πληρεξούσιο απαιτήθηκε από τις αρχές του ΧΑΚ έτσι ώστε ο εναγόμενος να μπορεί να λειτουργεί το λογαριασμό όπως και προηγουμένως. Πριν τη σύσταση του κεντρικού μητρώου/αποθετηρίου, ο εναγόμενος αγόραζε αξίες οι οποίες ενεχυριάζονταν προς όφελος των εναγόντων και σε περίπτωση πώλησης αποδεσμεύονταν αμέσως μετά, με το προϊόν της πώλησης να κατατίθεται στο λογαριασμό του. Μετά τη σύσταση του κεντρικού μητρώου/αποθετηρίου, η πώληση και αποδέσμευση αξιών δε μπορούσε να γίνεται ταυτοχρόνως και για αυτό δόθηκε από το ΧΑΚ η επιλογή προς όλες τις τράπεζες, συμπεριλαμβανομένων και των εναγόντων, για υπογραφή του σχετικού πληρεξουσίου προς εξυπηρέτηση της λειτουργίας των λογαριασμών αυτών με βάση το νέο μηχανογραφικό σύστημα όπως και προηγουμένως. Το πρωτότυπο του Τεκμηρίου 23 είναι κατατεθειμένο στο ΧΑΚ και δεν υπήρξε ένσταση στην καταχώρηση φωτοαντιγράφου του. Ο τρόπος λειτουργίας του λογαριασμού δεν άλλαξε καθόλου ως εκ της υπογραφής του Τεκμηρίου 23 και επ ουδενί δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι στην πραγματικότητα οι ενάγοντες μετατράπηκαν σε αντιπροσώπους και διαχειριστές του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου ή ότι από το περιεχόμενο του δημιουργήθηκε ρητώς ή εξυπακουομένως οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας ή άλλως πως από τους ενάγοντες προς τον εναγόμενο αφού η σύμβαση η οποία και καθορίζει με σαφήνεια το είδος της σχέσης μεταξύ των διαδίκων, παρέμεινε αναλλοίωτη και πλήρως δεσμευτική για αυτούς, πέραν ασφαλώς και από το γεγονός ότι η αιτία για την οποία υπογράφθηκε το πληρεξούσιο ήταν τυπικής και διαδικαστικής μορφής και τίποτε δεν είχε να κάνει με την ουσία των συμβατικών υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Σύμφωνα με τον όρο 4 της σύμβασης, όλες οι διευκολύνσεις θα επιβαρύνονταν με τόκο προς 8,5%, το χρόνο πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα ή με το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρεπόταν με βάση την εκάστοτε νομοθεσία και κανονιστικές ρυθμίσεις. Δυνάμει των ιδίων όρων οι ενάγοντες ενημέρωσαν τον εναγόμενο με γνωστοποίηση στον ημερήσιο τύπο για τις ακόλουθες μεταβολές του χρεωστικού επιτοκίου (βλ. Τεκμήρια 12-22): από 1.1.01 μέχρι 12.8.01, το επιτόκιο αυξήθηκε σε 9%. Από 13.8.01 μέχρι 19.9.01, μειώθηκε σε 8,5%. Από 20.9.01 μέχρι 4.11.01, μειώθηκε σε 8%. Από 5.11.01 μέχρι 15.12.02, μειώθηκε περαιτέρω σε 7,5%. Από 16.12.02 μέχρι 6.4.03, μειώθηκε σε 7%. Από 7.4.03 μέχρι 2.5.04, μειώθηκε σε 6,5%. Από 3.5.04 μέχρι 27.2.05, αυξήθηκε σε 7,5%. Από 28.2.05 μέχρι την 23.5.05, μειώθηκε σε 7,25%. Από 24.5.05 μέχρι τον τερματισμό της σύμβασης στις 9.6.05, μειώθηκε σε 6,75%. Δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι οι γνωστοποιήσεις περιήλθαν σε γνώση του εναγόμενου και έτσι βρίσκω ότι έγινε. Πέραν των δημοσιεύσεων, οι ενάγοντες ενημέρωσαν γραπτώς τον εναγόμενο ότι σε περίπτωση που υπήρχε υπέρβαση του ορίου, ο λογαριασμός θα επιβαρυνόταν με επιπλέον επιτόκιο υπερημερίας, από 1.1.01 μέχρι 27.8.02, ύψους 1,75%, από 28.8.02 μέχρι 1.1.03, ύψους 2%, από 2.1.03 μέχρι 6.4.03, ύψους 2,5% και από 7.4.03, μέχρι και τον τερματισμό της σύμβασης, ύψους 3%. Ακολούθως, με τον τερματισμό της σύμβασης με επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 9.6.05, το χρεωστικό επιτόκιο αυξήθηκε σε 11,5% (βλ. Τεκμήριο 22). Οι ενάγοντες χρέωναν το λογαριασμό δυνάμει του όρου 13 της σύμβασης για την κάθε αγορά αξιών προς 1% επί του ποσού της αγοράς, με ελάχιστη ετήσια χρέωση 2% επί του ορίου, όποιο από τα δύο ήταν το μεγαλύτερο ως το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 44, το οποίο είχε δοθεί ιδιοχείρως προς τον εναγόμενο από τη Λίζα Παντελίδου (ΜΕ1), πριν την υπογραφή της σύμβασης, με τον εναγόμενο να συμφωνεί. Οι χρεώσεις αυτές γίνονταν μέχρι και την 31.12.00. Από την 1.1.01 και την έναρξη ισχύος του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου 160(Ι)/99, οι ενάγοντες χρέωναν μόνον το 1% επί των αγορών που πραγματοποιούνταν στο λογαριασμό του εναγόμενου. Η χρέωση του ποσοστού αυτού είχε σκοπό να καλύπτει τα έξοδα των εναγόντων που προέκυπταν από τον έλεγχο του λογαριασμού. Ο έλεγχος συμπεριλάμβανε, μεταξύ άλλων, καταγραφή των συναλλαγών, έλεγχο των πινακιδίων συναλλαγών και των σχετικών εξουσιοδοτήσεων, πληρωμών και εισπράξεων από τη Sigma - Severis & Athienitis Securities Ltd και τη CLR Stockbrokers Ltd, ενημέρωση των χρηματιστών για την κατάσταση λογαριασμού, ενημέρωση του εναγόμενου για τις αξίες που κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο καθώς και για το υπόλοιπό του, ενάσκηση δικαιωμάτων και αξιών, έκδοση δωρεάν μετοχών, υποδιαιρέσεις μετοχών και εξαγορές και διεκπεραιώσεις αιτήσεων για την αγορά αξιών εταιρειών πρώτης έκδοσης που θα εισάγονταν στο ΧΑΚ [βλ. Τεκμήριο 24(α-ρ)]. Αυτά δεν αποτελούν διαχείριση χαρτοφυλακίου αλλά, ακριβώς, διαχείριση του τραπεζικού λογαριασμού του εναγόμενου βάσει του σχεδίου. Η αναφορά του κ. Δράκου στην απόφαση Marketrends Finance Ltd ν. Πέρδικου και Άλλων
(2006)1(Β) Α.Α.Δ., 1042, προς ενίσχυση της θέσης ότι η χρέωση εξόδων διαχείρισης εκ πλευράς εναγόντων, καταρρίπτεται από αυτό καθαυτό το σκεπτικό του Ανώτατου Δικαστηρίου το οποίο δεικνύει ότι το κατά πόσον η χρέωση ενός τέτοιου δικαιώματος τεκμηριώνει ή όχι διαχείριση χαρτοφυλακίου σχετίζεται με τη μαρτυρία που θα παρουσιαστεί σχετικώς με το ζήτημα και την αξιολόγηση της από το Δικαστήριο και σε ό,τι αφορά την παρούσα περίπτωση η μαρτυρία αυτή είναι σαφής στο ότι η εν λόγω χρέωση αφορά στα έξοδα διαχείρισης του τραπεζικού λογαριασμού του εναγόμενου και όχι του χαρτοφυλακίου του. Οι ενάγοντες έστελναν ταχυδρομικώς κάθε μήνα προς τον εναγόμενο κατάσταση λογαριασμού την οποία ο τελευταίος παραλάμβανε ανελλιπώς. Ο εναγόμενος ουδέποτε επικοινώνησε με τους ενάγοντες είτε για να διαφωνήσει είτε για να σχολιάσει οτιδήποτε περιεχόταν στις καταστάσεις ενώ γνώριζε καλώς ότι θα μπορούσε να το πράξει. Πέραν του ότι ο εναγόμενος προέβη σε παραδοχή λήψης όλων των επιστολών και καταστάσεων λογαριασμού που του έστελναν οι ενάγοντες, το γεγονός ότι αποδείχθηκε από αυτούς η αποστολή των εγγράφων αυτών με επάρκεια στη δοθείσα διεύθυνση του εναγόμενου καθώς και η μη επιστροφή τους από το ταχυδρομείο, είναι αρκετό για να οδηγήσει στο κατά τεκμήριο συμπέρασμα (και έτσι καταλήγω), ότι όλα παραλήφθηκαν εγκαίρως από τον εναγόμενο (βλ. κατ' αναλογίαν, Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, Theodorou v. The Abbot of Kykko Monestry
(1965)1 CLR 9). Ο λογαριασμός τηρούνταν αποκλειστικώς σε ηλεκτρονικό υπολογιστή των εναγόντων. Το Τεκμήριο 25, αποτελείται από πιστά αντίγραφα των μηνιαίων καταστάσεων λογαριασμού από 30.4.97 μέχρι 9.6.05 και περιλαμβάνει τα πρωτότυπα των μηνιαίων καταστάσεων λογαριασμού από 31.7.06 μέχρι 30.6.
  1. Οι μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού από 16.10.98, μέχρι και τον τερματισμό του λογαριασμού αποστέλλονταν ανελλιπώς προς τον εναγόμενο με το ταχυδρομείο, με τους ενάγοντες να κρατούν στα αρχεία τους πιστά αντίγραφα. Στο ίδιο τεκμήριο παρουσιάζονται με ακρίβεια και αλήθεια όλες τις χρεοπιστώσεις που έγιναν στο λογαριασμό μαζί με τους υπολογισμούς του τόκου. Φαίνεται επίσης το κλείσιμο του λογαριασμού και η μεταφορά του στις καθυστερήσεις με νέο αριθμό 529/399572-
  2. Οι καταστάσεις λογαριασμού για την περίοδο 30.4.97 μέχρι 30.5.97, δεν ανευρέθηκαν λόγω πλημμύρας στις αποθήκες των εναγόντων. Το γεγονός, πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκε, δεν έτυχε οπουδήποτε σχολιασμού ή ένστασης πάνω σε οποιανδήποτε πτυχή εκ πλευράς εναγόμενου, ούτε και εν πάση περιπτώσει επηρέασε τη σαφήνεια και αλήθεια του περιεχομένου του συνόλου της κατάστασης λογαριασμού - Τεκμήριο 25, και του οφειλόμενου υπολοίπου. Σε αντικατάσταση των λογαριασμών αυτών κατατέθηκε κατάσταση κίνησης του από το μηχανογραφικό σύστημα των εναγόντων στην οποία περιλαμβάνονται τα ακριβή και αληθή ποσά που περιέχονταν στις καταστάσεις λογαριασμού που καταστράφηκαν. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 25 παράμεινε ουσιαστικώς αναμφισβήτητο, χωρίς να έχει προσκομιστεί άλλη αξιόπιστη μαρτυρία που να ανατρέπει ή να διαφοροποιεί οποιαδήποτε καταχώρηση αναφέρεται εκεί. Το τεκμήριο αυτό αποτελεί αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο και εκ πρώτης όψεως απόδειξη όλων των καταχωρήσεων που διατυπώνονται εκεί με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 22 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.
  3. Στην κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 9.6.05 - Τεκμήριο 25, φαίνεται πίστωση Λ.Κ.83.765,29, η οποία αποτελεί εγγραφή για εσωτερικούς σκοπούς των εναγόντων κατά τον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού και τη μεταφορά του οφειλόμενου υπολοίπου στις καθυστερήσεις και όχι πληρωμή. Επιπροσθέτως, ικανοποιήθηκαν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 35 του Κεφ. 9, σε σχέση με το εν λόγω τεκμήριο, αφού καταδείχθηκε με επάρκεια ότι αποτελεί μέρος του αρχείου της τράπεζας (η οποία κάλλιστα, θεωρώ, ότι μπορεί να χαρακτηρισθεί και ως επιχείρηση εντός της έννοιας του αντίστοιχου όρου στο εν λόγω άρθρο). Το γεγονός ότι το Τεκμήριο 25 δε συνοδεύθηκε από το πιστοποιητικό που προβλέπεται στο άρθρο 35
(3)(α) του Κεφ. 9, καθόλου δεν επηρεάζει τη δυνατότητα αποδοχής της μαρτυρίας, με την πολύ καλύτερη ως μαρτυρία των λεχθέντων της Λίζας Παντελίδου (ΜΕ1), ως αρμόδιας λειτουργού των εναγόντων (όπως ο όρος αυτός περιγράφεται στο άρθρο 35
(5)του Κεφ. 9), να καθιστά την προσκόμιση ενός τέτοιου πιστοποιητικού υπό τις περιστάσεις αχρείαστη. Η χρησιμότητα του πιστοποιητικού έγκειται στη δυνατότητα παρουσίασης μαρτυρίας εκεί όπου δεν είναι δυνατή η εφικτή η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας για οποιοδήποτε λόγο και δε στοχεύει στην κατάργηση της δυνατότητας προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας σε σχέση με το τι επιδιώκεται ή την υπερίσχυση του περιεχομένου του από την προφορική μαρτυρία που θα μπορούσε να δοθεί, δεδομένου ότι κατατάσσεται ως εφάμιλλης εμβέλειας και ποιότητας. Η συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 26(α), που καλύπτει την περίοδο από την ημερομηνία έναρξης του λογαριασμού μέχρι την 31.12.07 και η κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 26(β), που καλύπτει την περίοδο από 1.1.08 μέχρι 25.9.08 σε ευρώ, αποτελούν και αυτά πιστή, αληθινή, νόμιμη και πλήρως αποδεκτή εικόνα των συναλλαγών του εναγόμενου και των συναφών χρεοπιστώσεων που έλαβαν χώραν με βάση τους όρους της σύμβασης. Ο λογαριασμός άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα στην κίνηση του περί το Δεκέμβριο 2000, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες μεταξύ 22.12.00 και 31.3.04, να του αποστείλουν διάφορες επιστολές καλώντας τον να προβεί σε καταθέσεις πρόσθετης εξασφάλισης λόγω της πτώσης της αξίας των μετοχών του και να συμμορφωθεί με τους όρους της σύμβασης (βλ. Τεκμήρια 27-40). Επιπλέον τον ενημέρωναν ότι ο λογαριασμός του βρισκόταν σε υπέρβαση του συμφωνηθέντος ορίου και ότι θα έπρεπε να φρόντιζε για την επαναφορά του στα εγκεκριμένα πλαίσια. Οι επιστολές που στάλθηκαν από 6.7.01 μέχρι 10.4.02, συνοδεύονταν από κατάσταση λογαριασμού και χαρτοφυλακίου του εναγόμενου (βλ. Τεκμήριο 28-34). Ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στις οχλήσεις των εναγόντων και τις παροτρύνσεις για εξόφληση εκ πλευράς της Λίζας Παντελίδου (ΜΕ1), με αποτέλεσμα να του στείλουν άλλη επιστολή μέσω των δικηγόρων τους στις 7.2.04, καλώντας τον για τελευταία φορά να συμμορφωθεί με τους όρους της σύμβασης (βλ. Τεκμήριο 41). Ο εναγόμενος και πάλι δεν ανταποκρίθηκε με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να τερματίσουν νομίμως και δικαιολογημένως τη λειτουργία του λογαριασμού στις 9.6.05, ως το Τεκμήριο 22. Κατά τον τερματισμό της σύμβασης οι ενάγοντες είχαν ενεχυριασμένες προς όφελος τους τις μετοχές που φαίνονται στη Συγκεντρωτική Κατάσταση Λογαριασμού Επενδυτή - Τεκμήριο 42. Με βάση τον όρο 10 της συμφωνίας ενεχυρίασης μετοχών - Τεκμήριο 9(α), σε περίπτωση μη πληρωμής από τον εναγόμενο των υποχρεώσεων του που εξασφαλίζονταν με την ενεχυρίαση, οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα και όχι την υποχρέωση να πουλήσουν κατά την κρίση τους τις ενεχυριασμένες μετοχές χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στον εναγόμενο και να χρησιμοποιήσουν το προϊόν της πώλησης για εξόφληση των υποχρεώσεων του (βλ. κατ' αναλογίαν, Ανδρέου ν. Τράπεζα Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 740, Cuckmere Brick Co Ltd v. Mutual Finance Ltd
(1971)2 All ER 633). Δεν είχαν υποχρέωση να ζυγιάσουν κατά την απόφαση τους τα συμφέροντα του εναγόμενου. Μπορούσαν να ασκήσουν το δικαίωμά τους όποτε αυτοί επέλεγαν με μόνον καθήκον να πουλήσουν τις αξίες στην τρέχουσα τιμή αγοράς κατά το χρόνο πώλησης (βλ. Silven Properties and Another v. Royal Bank of Scotland Plc and Others
(2004)4 All ER 484). Το έπραξαν αυτό με προσοχή και επιμέλεια σε χρόνο που προσφερόταν υπό τις περιστάσεις, δρώντας με τρόπο που διασφάλιζε τα συμφέροντα τους χωρίς όμως ταυτοχρόνως να ενεργούν ενάντια στα συμφέροντα του εναγόμενου (αν και δεν είχαν τέτοια υποχρέωση), σε μια ύστατη προσπάθεια να μειώσουν το χρέος του στο οποίο ο ίδιος δεν ανταποκρινόταν και κατ' επέκταση να μειώσουν και τις δικές τους απώλειες. Το ότι μπορούσαν στη συνήθη πορεία των πραγμάτων (in the ordinary course of business), να πουλούσαν τις μετοχές νωρίτερα (και παραβλέπω χάριν συζήτησης το γεγονός ότι δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία ως προς τις χρονικές διακυμάνσεις της αξίας τους), ήταν κάτι που δεν ήσαν υποχρεωμένοι να το πράξουν μόνον και μόνον επειδή κατά την άποψη του εναγόμενου αυτό θα ήταν καλύτερο για τον ίδιο υπό τις περιστάσεις (βλ. Chitty, On Contracts, 27η εκδ., 1994, Τομ. 1, παρ. 26-051). Δε δόθηκε επίσης μαρτυρία εκ πλευράς εναγόμενου και δεν υπήρξε τέτοιας φύσης αντεξέταση προς τη Λίζα Παντελίδου (ΜΕ1), ως προς το ποιο ήταν ακριβώς το καθήκον που είχαν φερόμενα οι ενάγοντες έναντι του εναγόμενου ούτε και πώς και πότε θα έπρεπε αυτό να είχε ασκηθεί αλλά ούτε και πώς θα έπρεπε να ενεργούσε υπό παρόμοιες συνθήκες ένα συνετό άτομο που ασκούσε τραπεζικές εργασίες κατά τον κρίσιμο χρόνο αλλά ούτε και ποιες ήσαν οι αμελείς πράξεις ή παραλείψεις των εναγόντων και η οποιαδήποτε ζημιά που υπέστη ο εναγόμενος ως εξ αυτών. Ήταν εύλογο για τους ενάγοντες να περιμένουν μέχρι ο εναγόμενος αποπληρώσει το οφειλόμενο ποσό διότι υπήρχαν προς τούτο παραστάσεις εκ πλευράς του προς τους ίδιους για κάτι τέτοιο, με αποτέλεσμα και τούτο το γεγονός να αποτελεί επαρκή αιτιολογία και δικαιολογία για τη συζητούμενη επιλογή τους (βλ. Chitty, παρ. 26-052). Οι εισηγήσεις της υπεράσπισης περί σύμφυτης αλλά και νομοθετικής παρανομίας της σύμβασης και του σχεδίου παρέμειναν στερημένες αξιόπιστης μαρτυρίας αλλά και ασυσχέτιστες με τα πραγματικά γεγονότα όπως εξάγονται από τα κοινώς παραδεκτά κατατεθέντα τεκμήρια (πέραν της προφορικής μαρτυρίας), πολλά από τα οποία υπογράφθηκαν (όσα υπογράφθηκαν), από τον εναγόμενο με την ελεύθερη συναίνεση του και με πλήρη επίγνωση του περιεχομένου τους και χωρίς την κατάδειξη έστω της παραμικρής υποψίας ύπαρξης συνομωσίας και δόλου των εναγόντων και των εξ ανταπαιτήσεως - εναγομένων 1 και 2. Ενταγμένων των πραγμάτων σε αυτό το σκεπτικό βρίσκω επίσης ότι ο λογαριασμός ήταν νόμιμος και εντός των προβλεπόμενων προνοιών του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66
(1)/97, όπως τροποποιήθηκε. Επιπροσθέτως, η προσπάθεια του εναγόμενου να καταδείξει ότι η χορήγηση των πιστωτικών διευκολύνσεων που του παρείχαν οι ενάγοντες ήταν παράνομη και ότι αυτές θα έπρεπε να γινόντουσαν με τη μορφή δανειοδότησης και όχι με την παροχή πιστωτικής διευκόλυνσης σε τρεχούμενο λογαριασμό με σημείο αναφοράς σχετικές υποδείξεις που αναγράφονται σε έγγραφα του U.S. Securities and Exchange Commission - Τεκμήριο 46 (οι οποίες δεν αποδείχθηκε ότι εφαρμόζονται ή ότι θα πρέπει να εφαρμόζονται στην Κύπρο και αφήνω κατά μέρος την επάρκεια κατάδειξης της προέλευσης και εγκυρότητας των εκεί αναφερομένων), παρέμεινε μετέωρη υποστηρικτικής μαρτυρίας. Αβάσιμη κρίνεται και η άλλη εισήγηση της υπεράσπισης περί παραβίασης από τους ενάγοντες των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερομηνίας 12.10.99 και 12.7.99, ως τα Τεκμήρια 48 και 49, αντιστοίχως. Πέραν του ότι η σύμβαση δεν είχε αυστηρώς τίποτε να κάνει με χρηματιστηριακές συναλλαγές παρά μόνον με τη χορήγηση τραπεζικών διευκολύνσεων τις οποίες ο εναγόμενος θα χρησιμοποιούσε προς αυτή την κατεύθυνση με αποτέλεσμα το περιεχόμενο των εγκυκλίων να μη σχετίζεται άμεσα με τα επίδικα θέματα, καμιά τέτοια παραβίαση δεν υπήρξε έτσι και αλλιώς αλλά ακόμη και να υπήρχε, δε θα μπορούσε να δημιουργήσει υπόβαθρο αποφυγής των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγόμενου αφού με κανένα τρόπο η όποια τέτοια τυχόν παραβίαση δε θα επηρέαζε τη νομιμότητα και δεσμευτικότητα της σύμβασης αλλά και όλων όσων επακολούθησαν σχετικώς. Η εγκύκλιος - Τεκμήριο 48, δεν υποχρέωνε τους ενάγοντες να ενημέρωναν τον εναγόμενο για το περιεχόμενο της παρά μόνον για το γεγονός ότι το χρεωστικό του υπόλοιπο θα μειωνόταν από το ισόποσο από την πώληση των μετοχών του, πράγμα που έπραξαν. Κατά τον Οκτώβριο 1999, ο λογαριασμός του εναγόμενου ήταν χρεωστικός και ως εκ τούτου διαφοροποιούνταν τα πράγματα συμφώνως των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας αφού το υπόλοιπο δεν ήταν ούτε πιστωτικό ούτε μηδενικό έτσι ώστε να ενέπιπτε στις περιπτώσεις εκείνες που θα ενέτασσε τα πράγματα στην κατηγορία εκείνη που θα έπρεπε να οδηγήσει τους ενάγοντες στο να εξετάσουν την περίπτωση μέσα από το πρίσμα του ενδεχόμενου να κλείσουν το λογαριασμό, ως το περιεχόμενο της εγκυκλίου. Η θέση του εναγόμενου ότι ο λογαριασμός δεν ήταν χρεωστικός κατά τους κρίσιμους χρόνους διότι συμφώνως της κατάστασης χαρτοφυλακίου - Τεκμήριο 45 κατά την 25.1.00, η αξία του ήταν Λ.Κ.374.350,69, δεν επηρεάζει, αφού η διαχείριση του χαρτοφυλακίου δε γινόταν από τους ενάγοντες και συνεπώς δεν είχαν καμιά υποχρέωση να πρόβαιναν σε οποιαδήποτε διαβήματα σε σχέση με αυτό. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ο εναγόμενος θα έπρεπε αν έτσι επιθυμούσε να πληροφορούσε τους ενάγοντες για τις προθέσεις του και για την επιθυμία του να συμμορφώνονταν οι ίδιοι με τις σχετικές εγκυκλίους, κάτι που δεν έπραξε. Οι εγκύκλιοι αυτοί υπέχουν χαρακτήρα εσωτερικών διοικητικών μέτρων (internum), χωρίς να επιφέρουν οποιαδήποτε άμεση τροποποίηση στις υποχρεώσεις και δικαιώματα των επενδυτών ή των μελών του ΧΑΚ, και αν εξυπηρετείται με κάποιο τρόπο το δημόσιο συμφέρον (για να επεκτείνω κάπως τους συλλογισμούς των συνηγόρων), σίγουρα αυτός δεν είναι με την εμπέδωση κλίματος εύκολης απαλλαγής από τις συμβατικές υποχρεώσεις των συμβαλλομένων (ιδιαίτερα όταν το ένα μέρος αποκομίζει και απολαμβάνει το πλήρες όφελος του αντικειμένου της συμφωνίας, όπως εδώ), αλλά κλίματος προστασίας και διατήρησης των συμβάσεων που έχουν συναφθεί ελευθέρως μεταξύ ικανών συμβαλλομένων με ενάσκηση της ελεύθερης τους βούλησης, όπως έγινε και στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Διαχειριστικό Συμβούλιο Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου v. Πετράκη
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 941). Η σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ήταν, απλώς, σχέση χρεώστη - δανειστή εν τη ευρεία εννοία του όρου (αφού η χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό δεν αποτελεί δανειοδότηση υπό τη στενή σημασία του), με τους ενάγοντες να μην έχουν υποχρέωση προειδοποίησης του εναγόμενου για τους όποιους κινδύνους δυνατόν να ελλόχευαν στο εγχείρημά του να λάβει τραπεζικές διευκολύνσεις για οποιοδήποτε σκοπό, ακόμη και για την επιδίωξη που διατείνεται, δηλαδή, την αγοραπωλησία μετοχών στο ΧΑΚ. Καμιά αρχή δεν επιβάλλει καθήκον στον τραπεζίτη να εξετάσει το κατά πόσον το πρόσωπο που λαμβάνει το δάνειο ή γενικώς τις τραπεζικές διευκολύνσεις το πράττει με γνώμονα τα ορθά επενδυτικά ή άλλα οικονομικά κριτήρια και συμφέροντα του (βλ. Foley v. Hill
(1848)(1843-60) All. E R Rep. 16). Επαφίεται στον εκάστοτε χρεώστη, είτε είναι επενδυτής είτε όχι, να αποφασίσει το κατά πόσον επιθυμεί να εμπλακεί σε οποιεσδήποτε χρηματιστηριακές συναλλαγές χρησιμοποιώντας λεφτά από δανεισμό ή δικές του καταθέσεις οπόθεν και αν προέρχονται, με τις όποιες επενδυτικές του επιλογές να βαραίνουν αποκλειστικώς τον ίδιο, εκτός και αν συμβλήθηκε με οποιονδήποτε για την παροχή τέτοιων συμβουλών και τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του ή υπήρξαν τέτοιες παραστάσεις εκ πλευράς τραπεζίτη που θα μπορούσαν, ίσως, να δικαιολογήσουν το συμπέρασμα, κάτι που επ' ουδενί δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση (βλ. Suriya & Douglas (a firm) v. Midland Bank Plc
(1999)1 All ER (Comm) 612, BP Refinery (Westernport) Pty Ltd v. The Shire of Hastings
(1977)180 CLR 266). Ο εναγόμενος δεν κατόρθωσε να συνδέσει με οποιονδήποτε επαρκή τρόπο τους εξ ανταπαιτήσεως - εναγόμενους 1, με οτιδήποτε αφορά είτε απευθείας στην ανταπαίτηση του εναντίον τους είτε την ένταξη της εμπλοκής τους σε οποιανδήποτε πτυχή της ανταξίωσης του εναντίον των εναγόντων και των εξ ανταπαιτήσεως - εναγομένων 2. Οι ενάγοντες δεν είχαν καμιά υποχρέωση ως θέμα αρχής να καλούσαν ως μάρτυρες τους εξ ανταπαιτήσεως - εναγόμενους 1, όπως εισηγήθηκε ο κ. Δράκος και ασφαλώς η επιλογή τους να μην το πράξουν με κανένα τρόπο δε θα μπορούσε να σταχυολογηθεί ως δεικτική ύπαρξης οποιασδήποτε συνωμοσίας μεταξύ τους. Η μη εμφάνιση των εξ ανταπαιτήσεως - εναγομένων 1, με τον τρόπο που εκτυλίχθηκε η υπόθεση και η δοθείσα μαρτυρία ουδόλως επηρέασε τη δυναμική και τη συνοχή της αξίωσης εναντίον του εναγόμενου ή την υπεράσπιση των εξ ανταπαιτήσεως - εναγομένων 2, πέραν ασφαλώς του γεγονότος ότι η μαρτυρία του εναγόμενου και του μάρτυρα που κάλεσε έχει κριθεί ως παντελώς αναξιόπιστη με αποτέλεσμα τόσον η υπεράσπιση όσον και οι ανταξιώσεις του να στερούνται υποβάθρου, πέραν ασφαλώς και της διαπίστωσης ότι οι κατ' ισχυρισμόν ζημιές που είπε ότι υπέστηκε ως εκ των χειρισμών των εναγόντων και των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2 παράμειναν σε επίπεδο γενικολογίας και αοριστολογίας και πολύ μακράν από του να μπορούσαν να θεωρηθούν ως επαρκώς αποδειχθείσες. Σήμερα, το υπόλοιπο του λογαριασμού ανέρχεται σε €87.070,98, πλέον τόκους. Οι ενάγοντες απέδειξαν την υπόθεση τους εναντίον του εναγόμενου στον απαιτούμενο βαθμό. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για ποσό €87.070,98, με τόκο προς 11,5% ετησίως επί του ποσού αυτού από 1.7.08, μέχρι εξοφλήσεως, κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, με έξοδα υπέρ τους και εναντίον του εναγόμενου, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων απορρίπτεται χωρίς διαταγή ως προς τα έξοδα λόγω της συνάφειας των ζητημάτων που ηγέρθησαν εκεί με αυτά στην αγωγή. Η Ανταπαίτηση εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως - εναγομένων 1, απορρίπτεται χωρίς διαταγή ως προς τα έξοδα αφού δεν εμφανίστηκαν κατά τη διαδικασία. Η Ανταπαίτηση εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως - εναγομένων 2, απορρίπτεται με έξοδα υπέρ αυτών και εναντίον του εναγόμενου, από την ημερομηνία καταχώρησης του σημειώματος εμφάνισης εκ πλευράς των δικηγόρων τους στις 22.6.06, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στην ανάλογη κλίμακα. Προηγούμενες διαταγές ως προς τα έξοδα ακυρώνονται. (Υπ.)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.