Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Γεώργιος Π. Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 882/04, 28 Νοεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A241 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 882/04 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Λτδ Εναγόντων και
- Γεώργιος Π. Γεωργίου
- Αναστασία Γεωργίου Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28 Νοεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: Η κ. Κ. Κραμβή. Για τον εναγόμενο: Ο κ. Π. Πετράκης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες διεκδικούν από τον εναγόμενο 1, ως πρωτοφειλέτη και από την εναγόμενη 2, ως εγγυήτρια, ποσό Λ.Κ.37.283,23 (€63.702,18), πλέον τόκο προς 9% από 5.11.03, επί ποσού Λ.Κ.31.021,47 (€53.003,33), κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, μέχρι εξοφλήσεως καθώς και την έκδοση διατάγματος πώλησης ακινήτου που υποθήκευσε η εναγόμενη 2 προς όφελος των εναγόντων ως περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων του εναγόμενου
- Είναι εκδοχή των εναγόντων ότι στις 9.2.98, υπογράφθηκε συμφωνία ημερομηνίας 2.2.98, μεταξύ των και του εναγόμενου 1, για την παροχή ορίου τρεχούμενου λογαριασμού ύψους Λ.Κ.20.000, υπό τους όρους και προϋποθέσεις του εγγράφου συμφωνίας - Τεκμήριο 2 («η σύμβαση»). Τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 εγγυήθηκε η εναγόμενη 2 στις 2.2.98, με την υπογραφή σχετικού εγγυητικού εγγράφου (βλ. Τεκμήριο 4), καθώς και με την υποθήκευση ακινήτου της [βλ. Τεκμήριο 5
(1)και 5
(2)], ως επιπρόσθετης εξασφάλισης για συνολικό ποσό κεφαλαίου μέχρι Λ.Κ.24.000, πλέον τόκους και άλλα δικαιώματα, όπως ρητώς διατυπώνεται στο σχετικό έγγραφο υποθήκης - Τεκμήριο 5
(3)(«το ακίνητο»). Ως εγγύηση των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1, οι ενάγοντες χρησιμοποίησαν και άλλη προγενέστερη τής σύμβασης εγγύηση της εναγόμενης 2 που είχε υπογράψει προς όφελος τους σε σχέση με άλλες υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 στις 9.12.91 (βλ. Τεκμήριο 3). Στην εξέλιξη των πραγμάτων ο εναγόμενος 1 παραβίασε ουσιώδεις όρους της σύμβασης με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να προχωρήσουν στον τερματισμό της και να ζητήσουν και από τους δύο εναγόμενους, αναλόγως της ιδιότητας τους, την καταβολή του οφειλόμενου υπολοίπου στο λογαριασμό κάτι που μέχρι σήμερα αρνούνται να πράξουν. Κατά τους εναγόμενους το ποσό που απαιτούν οι ενάγοντες είναι αυθαίρετο αφού δε δικαιολογείται με βάση το περιεχόμενο της σύμβασης. Περιέχει επίσης χρεώσεις ξένες και άσχετες με αυτήν. Περιλαμβάνει επιπροσθέτως μη εξουσιοδοτημένες χρεώσεις που δεν καλύπτονται από την εγγύηση της εναγόμενης 2, ημερομηνίας 2.2.98 (βλ. Τεκμήριο 4) και την υποθήκη [βλ. Τεκμήριο 5
(1)-5
(3)]. Η προγενέστερη εγγύηση της που είχε υπογραφθεί στις 9.12.91 (βλ. Τεκμήριο 3), αφορούσε σε άλλο λογαριασμό ο οποίος είχε εξοφληθεί και καμία σχέση δεν έχει με τη σύμβαση και τις επέκεινα υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 και κατ' επέκτασην τις δικές της. Η σύμβαση και ο λογαριασμός ουδέποτε τερματίστηκαν από τους ενάγοντες με τις επιστολές ημερομηνίας 4.9.00, προς τον εναγόμενο 1 [βλ. Τεκμήριο 8(α)] και ημερομηνίας 14.11.03, προς την εναγόμενη 2 [βλ. Τεκμήριο 8(β)]. Μάλιστα, μετά την επιστολή - Τεκμήριο 8(α), οι ενάγοντες με προφορική συμφωνία απόσυραν τον τερματισμό της σύμβασης και του λογαριασμού μετά από υπόσχεση των εναγομένων ότι θα ξανάρχιζαν την αποπληρωμή του χρέους με μηνιαίες δόσεις. Είναι για αυτόν το λόγο που ο εναγόμενος 1 μετά τον κατ' ισχυρισμό τερματισμό πλήρωσε έναντι του λογαριασμού διάφορα ποσά, με τους ενάγοντες να εμποδίζονται ως εκ τούτου από το να τον προτάσσουν ως συστατικό στοιχείο της απαίτησης εναντίον και των δύο εναγομένων. Για στοιχειοθέτηση της απαίτησης έδωσαν προφορική μαρτυρία οι υπάλληλοι των εναγόντων Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού (ΜΕ1), Άννα Μιχαήλ (ΜΕ2) και Κώστας Κωνσταντίνου (ΜΕ3), ενώ για την υπεράσπιση κατάθεσε ο εναγόμενος 1, Γεώργιος Γεωργίου (ΜΥ1). Ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού (ΜΕ1), κατά τους ουσιώδεις χρόνους υπηρετούσε στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών των εναγόντων ως ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και έλεγχο της κίνησης λογαριασμών πελατών συμπεριλαμβανομένου και του λογαριασμού του εναγόμενου 1. Αναφέρθηκε σε θέματα που αφορούν στην παρακολούθηση του λογαριασμού και στο ιστορικό της συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων με αναφορά και στα Τεκμήρια 1-10, τα οποία και επεξήγησε. Η Άννα Μιχαήλ (ΜΕ2), ως υπάλληλος τότε στο υποκατάστημα των εναγόντων στον Άγιο Ελευθέριο Λατσιών («το υποκατάστημα»), αναφέρθηκε στην υπογραφή εκ πλευράς της ως μάρτυρος, στη σύμβαση - Τεκμήριο 2, στο έγγραφο εγγύησης - Τεκμήριο 4 και στο έγγραφο υποθήκης - Τεκμήριο 5
(3). Η μάρτυς δεν αντεξετάστηκε. Ο Κώστας Κωνσταντίνου (ΜΕ3), κατάθεσε ως υπεύθυνος κατά τους ουσιώδεις χρόνους στο υποκατάστημα αναφερόμενος στο προβληματικό του λογαριασμού και στις επαφές που είχε με τον εναγόμενο 1, σε σχέση με το γεγονός λέγοντας ότι ουδέποτε παρήνησε τους εναγόμενους να πράξουν οτιδήποτε ερχόταν σε σύγκρουση είτε με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις είτε με την απόφαση των εναγόντων να τερματίσουν τη σύμβαση και το λογαριασμό. Ο εναγόμενος 1, Γεώργιος Γεωργίου (ΜΥ1), αναφέρθηκε στην παραλαβή της επιστολής - Τεκμήριο 8(α) και στην ενέργειά του να μεταβεί ακολούθως στο υποκατάστημα για να ζητήσει εξηγήσεις και συμβουλή ως προς τον παραπέρα χειρισμό της κατάστασης οπόταν και του αναφέρθηκε ότι θα έπρεπε να συνέχιζε να πληρώνει έναντι του λογαριασμού, κάτι που εξακολούθησε να κάνει μέχρι τον Ιούλιο 2002, καταβάλλοντας συνολικό ποσό Λ.Κ.5.213. Είπε επίσης και για το περιεχόμενο της σύμβασης, των εγγυήσεων και της υποθήκης καθώς και περί άλλων εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια επί του περιεχομένου των οποίων προσπάθησε να τοποθετηθεί στο βαθμό και έκταση που του ζητήθηκε χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει τη νομιμότητα ή γνησιότητα τους. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά και δεδομένης της διατύπωσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς αφού κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής αναφοράς τους στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Κατά τις αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επικεντρώθηκαν στην αξιοπιστία της μαρτυρίας και σε διάφορα επιμέρους νομικά ζητήματα. Η ευπαίδευτη συνήγορος τον εναγόντων εισηγήθηκε ότι στη βάση της μαρτυρίας δε μπορεί να υπάρξει άλλη κατάληξη από την έκδοση απόφασης εναντίον και των δύο εναγομένων ως η απαίτηση αφού κατ' ουσίαν ούτε η σύμβαση αλλά ούτε και η εγγυήσεις και εξασφαλίσεις που δόθηκαν συναφώς αμφισβητήθηκαν, με το περιεχόμενό τους να είναι πλήρως περιεκτικό και καλυπτικό της αξίωσης. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων τροχοδρόμησε την αγόρευση του στη βάση των ζητημάτων που διατυπώθηκαν πιο πάνω κατά τη σύνοψη της εκδοχής της υπεράσπισης. Οι αγορεύσεις των δικηγόρων ήσαν σύντομες και στοχευμένες, με την κ. Κραμβή να εφοδιάζει το Δικαστήριο με γραπτό περίγραμμα της αγόρευσης της και με αντίγραφα των αποφάσεων στις οποίες παράπεμψε και τον κ. Πετράκη να αγορεύει προφορικώς. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι συνήγοροι. Οι μάρτυρες των εναγόντων μού δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση. Ήσαν σταθεροί και εναργείς στις αναφορές τους και δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση. Ο εναγόμενος 1 δεν μου δημιούργησε θετική εντύπωση. Ήταν αντιφατικός και αόριστος στις τοποθετήσεις του. Για παράδειγμα, ανάφερε στην κυρίως εξέταση ότι μετά που έλαβε την επιστολή τερματισμού - Τεκμήριο 8(α), πήγε στο υποκατάστημα και την παρουσίασε σε κάποιους υπαλλήλους ζητώντας εξηγήσεις και καθοδήγηση. Αυτοί τότε τον συμβούλευσαν, όπως είπε, να συνεχίσει να πληρώνει έναντι του οφειλόμενου ποσού και να αγνοήσει την επιστολή τερματισμού. Όταν κλήθηκε κατά την αντεξέταση να συγκεκριμενοποιήσει τα πρόσωπα αυτά είπε ότι ένα από αυτά ήταν ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού (ΜΕ1). Του υποδείχθηκε τότε ότι το άτομο αυτό δεν εργαζόταν στο υποκατάστημα αλλά σε άλλο τμήμα των εναγόντων, με αποτέλεσμα ο μάρτυς να αλλάξει την απάντηση του και να αναφέρει ότι δε θυμόταν κανένα από τα άτομα αυτά. Η ανακολουθία και αντίφαση είναι ουσιώδης ιδιαίτερα αν κάποιος αναλογιστεί το γεγονός ότι ο ισχυρισμός περί απόσυρσης του τερματισμού της σύμβασης με την απόδοση σε υπαλλήλους του υποκαταστήματος προτροπών προς τον εναγόμενο 1 ισοδυναμουσών με ανάκληση του να αποτελεί μια από τις κυριότερες γραμμές υπεράσπισης. Υπήρξε όμως και συνέχεια. Ο μάρτυς είπε κατά την αντεξέταση ότι μετά την επίσκεψη του στο υποκατάστημα παραπέμφθηκε από εκεί στο Τμήμα Είσπραξης Χρεών των εναγόντων, όπως το ονομάτισε, όπου και τον πληροφόρησαν ότι δεν ίσχυε ο τερματισμός δεδομένης της επιθυμίας του να εξακολουθεί να πληρώνει έναντι του οφειλόμενου ποσού και ότι μάλιστα εάν το έπραττε αυτό δε θα εγειρόταν αγωγή εναντίον του. Η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων υποδειγματικώς (σε ύφος και ουσία), ρώτησε το μάρτυρα αν πράγματι του είχαν λεχθεί αυτά στα οποία αναφέρθηκε, με αυτόν να απαντά με τρόπο εμφανώς αμήχανο ότι δε μπορούσε να θυμηθεί. Σε επακόλουθη ερώτηση αν ίσχυε η ίδια απάντηση και για την περίπτωση των φερομένως λεχθέντων στο υποκατάστημα περί παραγνώρισης της επιστολής - Τεκμήριο 8(α), υπό την αίρεση εξακολούθησης καταβολής των οφειλόμενων ποσών προς τους ενάγοντες και πάλιν απάντησε με την ίδια αμηχανία ότι δε θυμόταν να του είχε λεχθεί οτιδήποτε σχετικό, κατά την επανεξέταση ωστόσο (και με την ερώτηση να υποβάλλεται καθοδηγητικώς), ανάφερε ότι κατά την επίσκεψη του στο υποκατάστημα τού λέχθηκε πράγματι από υπαλλήλους των εναγόντων ότι θα έπρεπε να αγνοήσει την επιστολή - Τεκμήριο 8(α) και να εξακολουθήσει να πληρώνει. Απορρίπτω τη μαρτυρία και εκδοχή του εναγόμενου 1 ως παντελώς αναξιόπιστη και προκατασκευασμένη. Βρίσκω ότι οι ενάγοντες κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήσαν και εξακολουθούν να είναι τραπεζικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος συμφώνως των νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας, διεξάγοντες νομίμως τραπεζικές εργασίες πάσης φύσεως. Μέχρι την 11.7.04, λειτουργούσαν με την ονομασία «Τράπεζα Κύπρου Λτδ», από δε όμως τη 12.7.04, μετονομάστηκαν σε «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ». Στις 2.2.98, συμφώνησαν με τον εναγόμενο 1, όπως του επανεγκρίνουν όριο τρεχούμενου λογαριασμού ύψους Λ.Κ.20.000, με τη σχετική σύμβαση να υπογράφεται στη Λευκωσία στις 9.2.98 (βλ. Τεκμήριο 2). Πριν τη συνομολόγηση της σύμβασης είχε υποβληθεί αίτηση του προς τους ενάγοντες με ημερομηνία 20.1.98, για εξασφάλιση επανέγκρισης και επακόλουθη απόφαση/έγκριση των εναγόντων με ημερομηνία 23.1.98, με την οποία το όριο του λογαριασμού με αριθμό 0154-11-001463, αυξανόταν σε Λ.Κ.20.000, υπό τους όρους και προϋποθέσεις που διατυπώθηκαν στο έγγραφο της απόφασης/έγκρισης το οποίο είχε αυθημερόν υπογραφθεί τόσον από τους ιδίους όσον και από τον εναγόμενο 1 (βλ. Τεκμήριο 1). Η επανέγκριση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού είχε εξασφαλιστεί με την προϋπάρχουσα εγγύηση της εναγόμενης 2 ως το Τεκμήριο 3, αλλά και με νέα εγγύηση της ως το Τεκμήριο 4, διότι η αρχική εγγύηση - Τεκμήριο 3, περιόριζε το ποσό κεφαλαίου για το οποίο θα ευθυνόταν, μέχρι του ποσού των Λ.Κ.6.000 μόνον, ενώ με την νέα εγγύηση και τον όρο 2 αυτής, θα ήταν υπόλογη για όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες για οποιοδήποτε ποσό ήθελεν καταστεί πληρωτέο προς αυτούς σε σχέση με τις υποχρεώσεις του συμπεριλαμβανομένων των τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων. Προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1, η εναγόμενη 2 υποθήκευσε προς όφελος των εναγόντων δια της σύμβασης και δήλωσης υποθηκεύσεως ακινήτου ημερομηνίας 6.2.98 [βλ. Τεκμήρια 5
(1)και 5
(2)] και του εγγράφου υποθήκης ιδίας ημερομηνίας [βλ. Τεκμήριο 5
(3)], υπό τους όρους και προϋποθέσεις που διατυπώνονται εκεί, το ακίνητο με αριθμό εγγραφής Κ914 (η αναφορά σε αριθμό εγγραφής Κ014 στην Έκθεση Απαίτησης οφείλεται πασιφανώς σε τυπογραφικό λάθος), Φ/Σχ. 24Ε1.30, Τμήμα Κ, Τεμάχιο
- Οι ενάγοντες συμφώνως του όρου 8 της σύμβασης προχώρησαν και μετάφεραν στις 2.8.00, το χρεωστικό υπόλοιπο της πιστωτικής κάρτας του εναγόμενου 1 με αριθμό 0108-09-019611, ύψους Λ.Κ.4.684,05, στον τρεχούμενο λογαριασμό του, προβαίνοντας εκεί σε αντίστοιχη χρέωση (βλ. Τεκμήριο 6). Οι ενάγοντες απέστελλαν ανελλιπώς καταστάσεις λογαριασμού προς τον εναγόμενο 1 στη δοθείσα από αυτόν διεύθυνση τις οποίες και παραλάμβανε. Αντίγραφα των λογαριασμών καταχωρίσθηκαν ως Τεκμήριο
- Οι ενάγοντες μετά την καταχώρηση της αγωγής έχοντας αποφασίσει για δικούς τους καλούς λόγους ότι κάποιες καταχωρήσεις που φαίνονταν εκεί δε θα προωθούνταν ως μέρος της απαίτησης τους εναντίον των εναγομένων, ανακατασκεύασαν την κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 7, με τον τρόπο που φαίνεται στη νέα κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 7(α). Το Τεκμήριο 7(α) αντικατοπτρίζει με τρόπο αληθή και ακριβή όλες τις καταχωρήσεις που βρίσκονται στο Τεκμήριο 7, πλην αυτών που αφαιρέθηκαν για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί. Το ίδιο ισχύει και για το Τεκμήριο
- Είναι γεγονός ότι κάποιες καταχωρήσεις χρεώσεων στο λογαριασμό - Τεκμήριο 7(α), δεν επεξηγούνται στην όψη του λογαριασμού όπως συμβαίνει με άλλες χρεώσεις εκεί και ενδεικτική αναφορά μπορεί να γίνει στις καταχωρήσεις με ημερομηνία 10.2.98, για Λ.Κ.440, σε τρεις καταχωρήσεις στις 18.2.98, για Λ.Κ.740, Λ.Κ.55,62 και Λ.Κ.25, σε δύο καταχωρήσεις στις 27.4.98, για Λ.Κ.184 και Λ.Κ.200, σε τρεις καταχωρήσεις στις 28.4.98, για Λ.Κ.200, Λ.Κ.184 και Λ.Κ.113, σε τέσσερις καταχωρήσεις στις 29.4.98, για Λ.Κ.9,24, Λ.Κ.220, Λ.Κ.300 και Λ.Κ.400 και σε μια καταχώρηση στις 10.9.98, για Λ.Κ.52,
- Οι χρεώσεις όμως αυτές επεξηγούνται στην κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 7 και αφορούν όλες σε αποσύρσεις μετρητών ή σε άλλες συναλλαγές με επιταγές τις οποίες γνώριζε και είχε εξουσιοδοτήσει ο εναγόμενος
- Όλες οι καταχωρήσεις στο Τεκμήριο 7(α), αλλά και στα Τεκμήρια 7 και 10, επεξηγήθηκαν και αναλύθηκαν με την αναμενόμενη λεπτομέρεια και ακρίβεια από τους ενάγοντες και είναι ορθές και αληθινές (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Coral Foods και Άλλων, ΠΕ 276/05, ημερ. 17.9.08). Οι εναγόμενοι και ιδιαίτερα ο εναγόμενος 1, ουδέποτε έθεσαν θέμα αμφισβήτησης του περιεχομένου των καταστάσεων λογαριασμού που λάμβανε και ποτέ δε διαμαρτυρήθηκε για οποιαδήποτε χρέωση παρουσιαζόταν εκεί. Τουναντίον, μετά τον τερματισμό προχώρησε και πλήρωσε προς τους ενάγοντες έναντι του λογαριασμού συνολικό ποσό ύψους Λ.Κ.5.
- Ούτε ακόμη και στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου έθεσε θέμα παράνομων χρεώσεων στο λογαριασμό με εξαίρεση κάποια γενική αναφορά ότι οι ενάγοντες τον χρέωσαν με υπερβολικούς τόκους με αποτέλεσμα να τον καταστρέψουν. Ούτε και είπε ποτέ ότι οι χρεώσεις (πλην των τόκων), που φαίνονται στα Τεκμήρια 7, 7(α) και 10, έγιναν χωρίς την εξουσιοδότηση του. Όλες οι χρεώσεις που αναγράφονται στο Τεκμήριο 7(α) είναι νόμιμες και σε πλήρη σύμπνοια με το περιεχόμενο της σύμβασης και τις πρόνοιες του Περί Τόκου Νόμου 2/77 και του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου 160(Ι)/99 (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Άλλων ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 38). Κανένας ανατοκισμός ή παράνομη χρέωση παρουσιάζεται στο εν λόγο τεκμήριο. Παρομοίως, οι χρεώσεις ασφαλίστρων της Eurolife και των Γενικών Ασφαλειών Κύπρου (ΓΑΚ), έγιναν νομίμως και κανονικώς βάσει της σύμβασης και με την εξουσιοδότηση του εναγόμενου 1. Ο τερματισμός της σύμβασης έλαβε χώραν δικαιολογημένως και νομίμως αφού ο εναγόμενος 1 παραβίασε ουσιώδεις όρους της που αφορούσαν στην υποχρέωση του για έγκαιρη και πλήρη αποπληρωμή των εκάστοτε οφειλομένων προς τους ενάγοντες. Ουδέποτε οι ενάγοντες απόσυραν ή ακύρωσαν τον τερματισμό. Το γεγονός ότι επιδεικνύοντας ελαστικότητα, αποδέχθηκαν πληρωμές εκ πλευράς εναγόμενου 1 μετά τον τερματισμό, δε δημιούργησε οποιοδήποτε κώλυμα στη δυνατότητά τους να λάβουν δικαστικά μέτρα για το υπόλοιπο ούτε και κάποιας μορφής απεμπόληση των νομίμων δικαιωμάτων που είχαν έναντι και των δύο, αφού καθώς προκύπτει, πάντοτε ενεργούσαν υπό την πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων αυτών. Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 14.11.03 [βλ. Τεκμήριο 8(β)], ενημέρωσαν προσηκόντως την εναγόμενη 2, ως εγγυήτρια στη διεύθυνση που η ίδια έδωσε προς αυτούς, περί του τερματισμού του λογαριασμού καλώντας την να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο. Ο λόγος της καθυστερημένης ειδοποίησης της οφείλεται στις έντονες προσπάθειες διευθέτησης που γίνονταν από τον εναγόμενο 1, γνώριζε όμως καλώς και από πολύ πιο πριν δια στόματος Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού (ΜΕ1), τόσον για τον τερματισμό της σύμβασης και το αιτιολογικό της όσον και για τις προκύπτουσες υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 και της ιδίας. Πέραν του ότι ο εναγόμενος 1, προέβη σε παραδοχή λήψης όλων των επιστολών και καταστάσεων λογαριασμού που του έστελναν οι ενάγοντες, το γεγονός ότι αποδείχτηκε με επάρκεια η αποστολή όλων των επιστολών και άλλων εγγράφων που αναφέρονται στην απόφαση στη δοθείσα διεύθυνση των εναγομένων και η μη επιστροφή τους από το ταχυδρομείο, είναι αρκετό για να οδηγήσει στο κατά τεκμήριο συμπέρασμα (και έτσι καταλήγω), ότι όλες οι επιστολές και έγγραφα παραλήφθηκαν εγκαίρως από τους αποδέκτες τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 CLR 9). Οι ενάγοντες ανάφεραν από την αρχή της ακροαματικής διαδικασίας ότι η απαίτηση τους περιορίζεται στα ποσά που αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 7(α) (και για σκοπούς κάποιων διευκρινίσεων, στο Τεκμήριο 7), και όχι στην κατάσταση λογαριασμού που είχε χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρικό υλικό στα πλαίσια αίτησης των εναγόντων με ημερομηνία 27.4.04, για την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων (βλ. Τεκμήριο 10), περί του οποίου έγινε πολύς λόγος. Τίποτε το επιλήψιμο δεν πηγάζει από το χειρισμό αυτό. Το αντίθετο. Οι ενάγοντες αποφάσισαν για δικούς τους θεμιτούς και δίκαιους προς τους εναγόμενους λόγους ότι κάποια από τα ποσά που αναφέρονταν στις προηγούμενες καταστάσεις λογαριασμού - Τεκμήρια 7 και 10, ενδεχομένως να μη μπορούσαν να τύχουν δικαστικής επικρότησης και για αυτό αποσύρθηκαν. Το ποσό που οφείλει σήμερα ο εναγόμενος 1 προς τους ενάγοντες είναι αυτό που αναγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 7(α) και δη το ποσό των €96.598,89, πλέον τόκους. Οι ενάγοντες απέδειξαν την υπόθεση τους εναντίον και των δύο εναγομένων στον απαιτούμενο βαθμό. Η εναγόμενη 2 βάσει των όρων της εγγύησης - Τεκμήριο 3, η οποία εξακολουθεί ισχύουσα αφού το αρχικό της αντικείμενο ουδέποτε εξέλειπεν, αλλά και ιδιαίτερα με βάση τον όρο 2 της εγγύησης - Τεκμήριο 4, είναι υπόλογη για όλο το ποσό που οφείλει ο εναγόμενος 1. Η εναγόμενη 2 είναι επίσης υπόλογη μέχρι του ποσού που προβλέπεται στην υποθήκη Υ1031/98 [βλ. Τεκμήριο 5
(1)και 5
(2)] και στο έγγραφο υποθήκης - Τεκμήριο 5
(3), πλέον τόκους και έξοδα. Καμιά πτυχή από τα όσα άλλα πρότειναν οι δικηγόροι δεν παρείχε επαρκές νομικό ή πραγματικό έρεισμα για μεταβολή της κατάληξης προς άλλη κατεύθυνση. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, για ποσό €96.598,89, με τόκο 9% από 30.9.08, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, μέχρι εξοφλήσεως. Εκδίδεται διάταγμα εναντίον της εναγόμενης 2, για την εκποίηση της υποθήκης Υ1031/98, σε σχέση με το ακίνητο, ως η παράγραφος 11(β) της Έκθεσης Απαίτησης, προς ικανοποίηση της απόφασης και των εξόδων. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο