← Κύπρος

SPS RESTAURANTS LTD ν. Τουμάζος Τουμάζου, Αρ. Αγωγής: 2657/05, 5 Δεκεμβρίου, 2008

SPS RESTAURANTS LTD ν. Τουμάζος Τουμάζου, Αρ. Αγωγής: 2657/05, 5 Δεκεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A244 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2657/05 Μεταξύ: SPS RESTAURANTS LTD Εναγόντων και Τουμάζος Τουμάζου Εναγόμενος Ημερομηνία: 5 Δεκεμβρίου,

  1. Αίτηση ημερομηνίας 4.7.08 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Εναγόμενο-Αιτητή: Η κα Σ. Θεμιστοκλέους Για τους Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Γ. Παπαθεοδώρου ------------------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιούσαν εναντίον του Εναγόμενου ποσό Λ.Κ.2.000 με τόκο 9% από 1.2.2005 ως οφειλόμενο ενοίκιο για το μήνα Μάρτιο του 2005 πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Η αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό συνεκδικάστηκε με τις αγωγές 1835/05 και 4153/05 οι οποίες είναι μεταξύ των ίδιων διαδίκων και οι οποίες αφορούσαν, επίσης, ενοίκια για τους μήνες Φεβρουάριο και Απρίλιο του
  2. Οι αγωγές προχώρησαν σε ακρόαση και στις 28.3.08 εκδόθηκε απόφαση από το Δικαστήριο σε κάθε μια από τις πιο πάνω αγωγές οι οποίες και αποσυνενώθηκαν. Στις 8.5.08 καταχωρήθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου αίτηση με την οποία ζητούσε παράταση του χρόνου για σκοπούς καταχώρησης έφεσης η οποία και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Παρόμοιες αιτήσεις, δηλαδή για παράταση χρόνου καταχώρησης της έφεσης, καταχωρήθηκαν από τον Εναγόμενο και στις 28.5.08 και στις 19.6.
  3. Στις 4.7.08 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση με την οποία ο Εναγόμενος-Αιτητής ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 28.3.08 μέχρι της εκδίκασης της έφεσης που καταχωρήθηκε εναντίον της απόφασης όπως και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει σκόπιμη πλέον τα έξοδα της αίτησης. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 θ.θ.18-19, Δ.40 θ.θ.11 και 15, Δ.48 θ.θ. 1-9 και Δ.64 θ.θ.1-4 καθώς και τα άρθρα 32 και 47 του Νόμου 14/60, το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου-Αιτητή, ίδιας ημερομηνίας, στην οποία αναφέρει ότι οι Ενάγοντες προχωρούν σε άμεσα μέτρα εκτέλεσης της απόφασης και τονίζουν ότι θα επιμείνουν ανυποχώρητα σε αυτά έτσι πιστεύει ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της εφεσιβληθείσας απόφαση διότι αν η εν λόγω απόφαση εκτελεστεί η έφεση θα παραμείνει άνευ αντικειμένου και δεν θα είναι δυνατό σε μεταγενέστερο στάδιο να αποδοθεί δικαιοσύνη καθότι αν κερδίσει την έφεση του θα εξαφανιστεί πλήρως η δυνατότητα αποκατάστασης των πραγμάτων στην προτέρα τους κατάσταση. Είναι επίσης η θέση του ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, πέραν του ότι θα παραμείνει και η έφεση του άνευ αντικειμένου, θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι βρίσκεται σε πλήρη οικονομική αδυναμία να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Αναφέρει, επίσης, ότι τυχόν αναστολή εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης δεν θα επιφέρει αδικία στους Ενάγοντες, είναι η νομική συμβουλή που έχει πάρει από τους δικηγόρους του ότι έχει καλή υπόθεση και βάση έφεσης με μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας και έτσι έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι υπέρ της ορθής απονομής της δικαιοσύνης υπό τις περιστάσεις. Οι Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν στις 20.10.08 ειδοποίηση για πρόθεση υποβολής ένστασης. Η ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 θ.θ.18 και 19, Δ.40 θ.θ.7 και 11 και Δ.48 θ.θ.1-4 και 8-9, όπως επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης όπως εξειδικεύονται στο σώμα της ένστασης είναι ότι δεν παρατίθενται ούτε στην αίτηση ούτε στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει νομικά ικανοποιητικοί λόγοι ή στοιχεία για να στηρίξουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ότι οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι συρρικνωμένες και ότι οι ίδιοι είναι αξιόχρεοι με αποτέλεσμα αν επιτύχει η έφεση να μπορούν να επιστρέψουν/αποδώσουν στον Εναγόμενο-Εφεσείοντα οποιοδήποτε τυχόν επιδικασθεισόμενο ποσό πλέον έξοδα και τόκους. Η ένσταση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του Σάββα Μουζούρη, διευθυντή των Εναγόντων, ημερομηνίας 20.10.
  4. Στην ένορκη του δήλωση ο Σ. Μουζούρης αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή όπως προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή του είναι γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι, είναι η θέση μετά από τη νομική συμβουλή που έχει λάβει ότι οι δυνατότητες επιτυχίας της έφεσης είναι συρρικνωμένες, επαναλαμβάνει ότι σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης οι Ενάγοντες είναι αξιόχρεοι και θα είναι σε θέση να αποδώσουν οποιοδήποτε τυχόν ποσό επιδικασθεί υπέρ του Εφεσείοντα με τόκους και έξοδα και ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης το διάταγμα δεν θα πρέπει να καλύπτει και/ή να αναστέλλει την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων που έχουν επιδικασθεί υπέρ των Εναγόντων-Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου-Αιτητή. Η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση, κανένας από τους ενόρκους δηλώντες δεν αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των μερών κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτώς τις αγορεύσεις τους τις οποίες και υιοθέτησαν. Την σπονδυλική στήλη της υπό εξέταση αίτησης αποτελεί η Δ.35 θ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών η οποία προνοεί τα ακόλουθα: "An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given". Όπως έχει νομολογηθεί, σαν θέμα πρακτικής το Δικαστήριο δεν πρέπει να αποστερεί τον επιτυχόντα διάδικο των καρπών της επιτυχίας του, δεσμεύοντας όσα εκ πρώτης όψεως δικαιούται εκκρεμούσης της έφεσης, δεδομένου ότι η καταχώρηση έφεσης δεν έχει ανασταλτικό χαρακτήρα έναντι της προσβαλλόμενης με αυτή απόφασης. Έχει όμως, επίσης, λεχθεί ότι όταν ένας διάδικος, εξασκώντας το αναφαίρετο δικαίωμα του, καταχωρεί έφεση, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο να μην είναι αναποτελεσματική η έφεση, αν επιτύχει (βλ. The Annual Practice, 1958, σελ. 1697 ως προς τις πανομοιότυπες με τη Δ.35 θ.18 πρόνοιες της Αγγλικής Δ.58 θ.12). Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd

(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1978, έχουν συνοψιστεί οι αρχές που διέπουν την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης σε τέτοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με την εν λόγω Διαταγή. Όπως λέχθηκε στη σελ. 1982: «Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες, ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland ν. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 AAΔ 955, ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας.» Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης.» (βλ. και E.Y.R.I.K. and others v. Kotsonis
(1986)1 CLR 617, ABP Holdings κ.α. ν. Kιταλίδη κ.α. (Αρ.1)
(1994)1 ΑΑΔ 287, Loukos Trading Co Ltd v. Ρεϊνμπ. Πλ. και Νταϊγκ Κο Λτδ
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014). Με βάση, λοιπόν, τις αρχές της Νομολογίας όπως έχουν καθιερωθεί σε πλειάδα υποθέσεων, σχετική μνεία έχει γίνει ήδη ανωτέρω, θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα αίτηση. Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση υπάρχει ρητή παραδοχή του Εναγόμενου-Αιτητή ότι βρίσκεται σε οικονομική δυσχέρεια και δεν μπορεί να καταβάλει το ποσό της απόφασης. Σχετική είναι η παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης όπου ο ενόρκως δηλών αναφέρει καθαρά ότι βρίσκεται σε πλήρη οικονομική αδυναμία να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Αυτός ο λόγος που προβάλλει ο Αιτητής σύμφωνα με την νομολογία δεν αποτελεί λόγο που το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει στα πλαίσια αίτησης για έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας. Παραπέμπω στην υπόθεση Βογιαζιανού v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1(Β) ΑΑΔ 591, στην οποία λέχθηκε ότι οι οικονομικές δυσχέρειες του Αιτητή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την απόφαση δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για την χορήγηση αναστολής. Σύμφωνα με τη νομολογία τέτοιος λόγος δεν μπορεί να αποτελέσει νομικά αποδεκτό λόγο για έγκριση του αιτήματος. Αντίθετα μπορεί να θεωρηθεί ότι καθιστά πιο επιτακτική την ανάγκη για εξασφάλιση των Καθ' ων η αίτηση-Εναγόντων ως προς την ικανοποίηση της εξασφαλισθείσας απόφασης αλλά και λειτουργεί και υπέρ της απόρριψης της αίτησης εφόσον ο Αιτητής-Εναγόμενος δεν φαίνεται να προσφέρει ούτε και αντικειμενικά μπορεί να προσφέρει σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του οποιανδήποτε μορφή εγγύησης προς εξασφάλιση του λαβείν των Καθ' ων η αίτηση-Εναγόντων σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε να διατάξει αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης υπό όρους [βλ. Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd (πιο πάνω)]. Περαιτέρω ο Εναγόμενος-Αιτητής δεν έχει αντικρούσει με κανένα τρόπο τη θέση των Εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση ότι σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, επειδή είναι φερέγγυοι θα μπορούν να αποδώσουν/επιστρέψουν σε αυτόν οποιοδήποτε τυχόν ποσό επιδικαστεί προς όφελος του πλέον τόκους και έξοδα. Έτσι, δεν έχει αμφισβητηθεί ούτε και τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί τη θέση ότι οι Καθ' ων η αίτηση-Ενάγοντες είναι αφερέγγυοι (βλ. Loukos Trading Co Ltd v. Ρεϊνμπ. Πλ. και Νταϊγκ Κο Λτδ (πιο πάνω)). Σ' αυτό το στάδιο πρέπει να λεχθεί ότι οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι παράγοντας σχετικός αλλά, στις περισσότερες περιπτώσεις, οριακής σημασίας, δεδομένου ότι μόνο κατά την ακρόαση της έφεσης διαγιγνώσκονται τα δικαιώματα του Εφεσείωντος, τα οποία συναρτώνται με την εξέταση των λόγων της έφεσης. Ο παράγοντας αυτός αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή μη της έφεσης, χωρίς άλλη συζήτηση του θέματος. (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147). Στην προκειμένη, βέβαια, υπόθεση, δεν μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει πρόβλεψη με βεβαιότητα του αποτελέσματος της έφεσης. Αντισταθμίζοντας το δικαίωμα του επιτυχόντος διαδίκου να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του με αυτό του αποτυχόντος, που έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση προσδοκώντας την επιτυχία αυτής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, φαίνεται ότι υπερτερεί αυτό των Καθ' ων η αίτηση-Εναγόντων. Όλοι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τον Εναγόμενο-Αιτητή δεν δικαιολογούν το αίτημα του νομικά με βάση και τη νομολογία, ενώ οι λόγοι που Εναγόμενος-Αιτητής προβάλλει στην αίτηση του περί μη απόδοσης δικαιοσύνης αν κερδίσει την έφεση του και περί ανεπανόρθωτης ζημιάς και αδικίας αν δεν ανασταλεί η απόφαση είναι εντελώς γενικοί και αόριστοι, όπως ορθά εισηγήθηκε ο συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση-Εναγόντων. Στο σημείο αυτό, θεωρώ σκόπιμο να σχολιάσω το γεγονός ότι η υπό έφεση απόφαση εκδόθηκε στις 28.3.08, αιτήσεις για παράταση χρόνων καταχώρησης έφεσης καταχωρήθηκαν στις 8.5.08, 28.5.08 και 18.6.08 ενώ η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε μεταγενέστερα στις 4.7.08 και όπως φαίνεται από τη ένορκη δήλωση του Αιτητή-Εναγόμενου αυτή καταχωρήθηκε όταν οι Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν να λάβουν μέτρα για εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Ενόψει των προαναφερθέντων θεωρώ ότι δεν αποδείχθηκαν οποιεσδήποτε περιστάσεις που να καθιστούν αναγκαία την αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης ούτε και συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση εκείνοι οι παράγοντες που δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ του Αιτητή-Εναγόμενου. Ως εκ τούτου η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον του Αιτητή-Εναγόμενου και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόντων. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κ.π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.