ΠΑΥΛΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. Α Ε ΕROTOCRITOU DEVELOPMENTS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3188/04, 11 Δεκεμβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A249 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3188/04 Μεταξύ: ΠΑΥΛΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ Ενάγοντα και
- Α & Ε ΕROTOCRITOU DEVELOPMENTS LIMITED
- AΝΔΡΕΑ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ
- ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ασκούντος το επάγγελμα του κτηματομεσίτη υπό την εμπορική επωνυμία SOLENA ESTATES
- ΚΛΕΟΝΙΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ Εναγομένων ------------------ Ημερομηνία: 11 Δεκεμβρίου 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κ. Γ. Γεωργιάδης Για τους εναγόμενους 1, 2 και 3: κ. Μ. Μιχαηλίδης Για την εναγόμενη 4: κα Ν. Κληρίδου ----------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας απαιτεί από τους εναγόμενους ποσό £5.000 που δόθηκε ως προκαταβολή για την αγορά διαμερίσματος, πλέον £500 ως ειδικές αποζημιώσεις καθώς και γενικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων των εναγομένων και/ή λόγω αμελών και ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης, πλέον τόκου προς 8% από 5.1.2003 και εξόδων. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου εντάλματος ο ενάγοντας ήταν προτιθέμενος αγοραστής και/ή διαπραγματευόταν την αγορά διαμερίσματος με αριθμό 301 (στο εξής «το διαμέρισμα») σε πολυκατοικία στην περιοχή Αγλαντζιάς, Λευκωσία. Οι εναγόμενοι 1, εταιρεία που ασχολείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο με οικοδομικές εργασίες και/ή αγοραπωλησίες ακινήτων και/ή άλλες συναφείς εργασίες, ήταν ιδιοκτήτες του διαμερίσματος, την πώληση του οποίου ανέθεσαν στον εναγόμενο 3 ο οποίος ασκώντας το επάγγελμα του κτηματομεσίτη ήταν ιδιοκτήτης και/ή διευθυντής του κτηματομεσιτικού γραφείου με την επωνυμία SOLENA ESTATES. Ο εναγόμενος 2 ήταν διευθυντής και/ή αντιπρόσωπος των εναγομένων 1 και η εναγόμενη 4 ήταν υπάλληλος και/ή υπηρέτης και/ή αντιπρόσωπος του εναγόμενου 3 και ασχολείτο με κτηματομεσιτικές και άλλες συναφείς εργασίες. Επισημαίνεται ότι οι ιδιότητες των διαδίκων είναι παραδεκτές εκ μέρους της εναγόμενης 4 ενώ οι λοιποί εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 ανέθεσαν την πώληση του διαμερίσματος στην εταιρεία SOLENA ESTATES AGENCY LTD και ο εναγόμενος 3 σε καμία περίπτωση δεν ενεπλάκη υπό την προσωπική του ιδιότητα στη διαδικασία πώλησης του διαμερίσματος, ενώ η εναγόμενη 4 ήταν υπάλληλος και/ή αντιπρόσωπος της εν λόγω εταιρείας και όχι του εναγόμενου
- Περαιτέρω, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τις 4.1.2003 πληροφορήθηκε από τον εναγόμενο 3 την ύπαρξη του διαμερίσματος για το οποίο ο εναγόμενος 3 προσπαθούσε να εξεύρει αγοραστή και κατόπιν επίδειξης ενδιαφέροντος εκ μέρους του ενάγοντα, ο εναγόμενος 3 κατά ή περί τις 5.1.2003 διευθέτησε συνάντηση του ενάγοντα με την εναγόμενη 4 για την επιθεώρηση του διαμερίσματος από τον ενάγοντα. Τότε η εναγόμενη 4 πληροφόρησε τον ενάγοντα ότι το διαμέρισμα είχε έκταση 245 τ.μ. σε καλυμμένους χώρους και η πολυκατοικία όπου αυτό βρισκόταν είχε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Επίσης ότι είχαν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας και/ή θα εκδίδοντο σε μερικές μέρες καθώς και ότι ιδιοκτήτης του διαμερίσματος ήταν ο εναγόμενος 2 προσωπικά. Συνεπεία και βάσει των εν λόγω παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων της εναγόμενης 4, ο ενάγοντας συμφώνησε να αγοράσει το διαμέρισμα για το ποσό των £87.000, εκδίδοντας επιταγή ποσού £5.000 ως προκαταβολή στο όνομα του εναγόμενου 2, την οποία παρέδωσε στην εναγόμενη
- Μεταγενέστερα και ειδικότερα κατά την περίοδο μεταξύ 7.1.2003 και 17.1.2003 ο ενάγοντας διαπίστωσε ότι οι εν λόγω παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της εναγόμενης 4 ήταν αναληθείς και/ή ψευδείς καθότι, το διαμέρισμα είχε εμβαδόν μόνο 200 τ.μ., η πολυκατοικία δεν είχε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης και υπήρχαν ακόμη αρκετές εκκρεμότητες μέχρι αυτό να εκδοθεί, δεν είχαν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι και η έκδοσή τους θα καθυστερούσε για μήνες ή και χρόνια λόγω μη ανταπόκρισης του κτιρίου στα κατατεθέντα σχέδια και ιδιοκτήτης του διαμερίσματος ήταν οι εναγόμενοι
- Και ο εναγόμενος 2 κατά ή περί τις 8.1.2003 μετά την εξαργύρωση της προαναφερθείσας επιταγής είχε αναφέρει στον ενάγοντα ότι το εμβαδόν του διαμερίσματος ήταν 200 τ.μ. και δεν αναμενόταν σύντομα η έκδοση ξεχωριστών τίτλων. Παραθέτοντας στη συνέχεια λεπτομέρειες αμέλειας και/ή ψευδών και/ή αμελών παραστάσεων και παράβασης των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων και απάτης των εναγομένων 3 και 4 καθώς και λεπτομέρειες αμέλειας και/ή ψευδών και/ή αμελών παραστάσεων και/ή απάτης των εναγομένων 1 και 2, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι μετά από καταγγελία του εναντίον των εναγομένων 3 και 4 στο Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών, του συστήθηκε να προχωρήσει με αγωγή εναντίον του κτηματομεσίτη και στη συνέχεια τόσο προφορικά όσο και γραπτά με επιστολή ημερομηνίας 29.1.2003 προς όλους τους εναγόμενους αξίωσε την επιστροφή του ποσού της προκαταβολής, συναντώντας την άρνηση και/ή παράλειψη αυτών να του επιστρέψουν το απαιτούμενο ποσό. Με αναφορά στις λεπτομέρειες των ζημιών του και με τον ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 κατακρατούν το απαιτούμενο ποσό της προκαταβολής παράνομα και/ή ως εμπιστευματοδόχοι προς όφελος του και/ή κατά τρόπο που συνιστά αθέμιτο και/ή αδικαιολόγητο πλουτισμό ο ενάγοντας διεκδικεί τα ποσά που έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 στην υπεράσπισή τους αρνούνται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα υποστηρίζοντας ότι πράγματι ο εναγόμενος 3 διευθέτησε την συνάντηση και ξενάγηση του ενάγοντα στο διαμέρισμα, το οποίο ανήκε στους εναγόμενους 1, που είχαν αναθέσει την πώληση του στην εταιρεία SOLENA ESTATES AGENCY LTD και βρισκόταν υπό εξέλιξη η έκδοση του ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας. Λόγω επιμονής του ενάγοντα να δει το διαμέρισμα αμέσως διευθετήθηκε η συνάντηση να γίνει ημέρα Κυριακή και οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέλαβαν από την εναγόμενη 4 την εκδοθείσα από τον ενάγοντα επιταγή επ΄ ονόματι του εναγόμενου 2, ως διευθυντή των εναγομένων 1 και προς όφελος τους έναντι σχετικής απόδειξης. Αρνούνται τις αναφερθείσες διαβεβαιώσεις της εναγόμενης 4 προς τον ενάγοντα, υποστηρίζοντας ότι κατά την επίσκεψη του ενάγοντα στο διαμέρισμα, του οποίου το συνολικό εμβαδόν είναι 253 τ.μ. εκ των οποίων 188 τ.μ. είναι κλειστός χώρος, 22 τ.μ. καλυμμένες βεράντες και 43 τ.μ. ακάλυπτες βεράντες, ο ενάγοντας μπορούσε να δει τους χώρους του και τις διαστάσεις των δωματίων. Οι εναγόμενοι 1 και 2 ουδέποτε ισχυρίστηκαν ότι το πιστοποιητικό τελικής έγκρισης είχε εκδοθεί αλλά ανέφεραν ότι βρισκόταν στο τελικό στάδιο έκδοσης και εκδόθηκε εντέλει στις 8.4.2003, ενώ ο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας στις 13.10.2004, ενόσω ιδιοκτήτες του διαμερίσματος ήταν οι εναγόμενοι 1 και ο εναγόμενος 2 ενεργούσε ως διευθυντής και/ή αντιπρόσωπός τους και όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα, δεδομένου ότι ο ενάγοντας είχε στην κατοχή του κλειδί του διαμερίσματος. Ο εναγόμενος 2 αποδέχεται ότι υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής των εναγομένων 1 ανέφερε στον ενάγοντα ότι το εμβαδόν του διαμερίσματος ήταν περίπου 200 τ.μ. σε καλυμμένους χώρους και επιπρόσθετα περίπου 40 τ.μ. ακάλυπτες βεράντες καθώς και ότι η έκδοση τελικής έγκρισης ήταν στο τελικό στάδιο ενώ των τίτλων ιδιοκτησίας ήταν θέμα χρόνου και διαδικασίας. Με άρνηση όλων των λεπτομερειών αμέλειας, ψευδών και αμελών παραστάσεων και απάτης καθώς και παράβασης των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων που ισχυρίζεται ο ενάγοντας, οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος 3 ενεργούσε πάντοτε ως διευθυντής της εταιρείας SOLENA ESTATES AGENCY LTD, στην οποία είχε ανατεθεί η πώληση του διαμερίσματος και ο εναγόμενος 2 υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής των εναγομένων 1 είχε δώσει όλες τις λεπτομέρειες και στοιχεία για το διαμέρισμα στον ενάγοντα. Παραδέχονται ότι παρέλαβαν την επιστολή ημερομηνίας 29.1.2003, στην οποία οι εναγόμενοι 1 απάντησαν μέσω του δικηγόρου τους με επιστολή που εκ παραδρομής φέρει ημερομηνία 7.1.2003, ενώ το ορθό είναι 7.2.2003, με την οποία πληροφορούσαν τον ενάγοντα ότι θα του επέστρεφαν το ποσό της προκαταβολής αφού ανευρίσκετο τρίτος αγοραστής και μετά από υπολογισμό οποιωνδήποτε ζημιών ήθελαν υποστεί λόγω της ακύρωσης της συμφωνίας αγοράς συνεπεία της στάσης και ενεργειών του ενάγοντα. Οι εναγόμενοι 1 προσπαθώντας να πωλήσουν το διαμέρισμα σε άλλο πρόσωπο, το κατόρθωσαν στις 24.7.2003 στην τιμή των ₤83.000 με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιές ποσού ₤4.000 πλέον ₤1.700, που κατέβαλαν ως κτηματομεσιτική αμοιβή, καθώς και ποσού ₤1.500 που κατέβαλαν για να ξαναμπογιατιστεί το διαμέρισμα και ποσού ₤100 ως κοινόχρηστα για την περίοδο από την ακύρωση της συμφωνίας με τον ενάγοντα μέχρι την πώληση στο νέο αγοραστή, αξιώνουν δε ανταπαιτητικά τα ποσά αυτά από τον ενάγοντα πλέον γενικές αποζημιώσεις για αθέτηση συμφωνίας, τόκο και έξοδα. Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 απορρίπτοντας τις λεπτομέρειες ζημιών του ενάγοντα αξιώνουν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος του. Η εναγόμενη 4 στην υπεράσπιση της ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος του εναγόμενου 3 μέχρι τις 14.2.2004 και υπό την ιδιότητά της αυτή και/ή ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου 3, απλά έδειξε το διαμέρισμα στον ενάγοντα περί τις 5.1.2003 μετά από τηλεφωνική συνεννόηση μαζί του και αφού προηγήθηκε συνάντηση του ενάγοντα με τον εργοδότη της, ο οποίος έδωσε στον ενάγοντα όλες τις λεπτομέρειες αναφορικά με το διαμέρισμα. Η εναγόμενη 4 επιβεβαίωσε στον ενάγοντα ότι υπάρχει άδεια οικοδομής και την επόμενη ημέρα τον εφοδίασε με τα σχετικά σχέδια, αναφέροντάς του επίσης ότι η διαδικασία έκδοσης των τίτλων βρισκόταν στο Δημαρχείο Αγλαντζιάς αλλά για εξασφάλισή του τον προέτρεψε να καταχωρήσει το αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο ή να ζητήσει εγγυητική από τον πωλητή. Αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα που είναι αντίθετοι με τη θέση της, υποστηρίζοντας ότι ο ενάγοντας γνώριζε την πλήρη κατάσταση του διαμερίσματος και κάθε λεπτομέρεια για την έκτασή του, αφού του δόθηκαν τα σχέδια την επόμενη της ξενάγησης και είχε επισκεφθεί δύο φορές το διαμέρισμα μαζί με την ίδια και με δικό του αρχιτέκτονα, δίδοντας μάλιστα οδηγίες για να γίνουν οι τροποποιήσεις σ' αυτό. Παραδέχεται ότι ο ενάγοντας της έδωσε την επιταγή της προκαταβολής, την οποία παρέδωσε στον εναγόμενο 2 αλλά αρνείται κατηγορηματικά ότι ανέφερε στον ενάγοντα όσα αυτός ισχυρίζεται εφόσον η ίδια δεν γνώριζε το εμβαδόν του διαμερίσματος ούτε κατά πόσο υπήρχε τελική έγκριση ή πότε θα εκδοθούν οι τίτλοι καθώς ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης αυτού. Ενεργούσε σύμφωνα με τις οδηγίες του πρώην εργοδότη της, εναγόμενου 3, ως μεσάζων για να δείξει απλά το διαμέρισμα δεδομένου ότι προηγήθηκε συνάντηση του ενάγοντα με τον εναγόμενο 3 αλλά και ακολούθησε συνάντηση των εναγομένων 2 και 3 και του ενάγοντα, όπου συμφωνήθηκαν όλα σχετικά με την πώληση, στην οποία η ίδια δεν ήταν παρούσα. Ο ενάγοντας της ανέφερε ότι επιθυμούσε την κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο. Με άρνηση όλων των λεπτομερειών αμέλειας, ψευδών και αμελών παραστάσεων και απάτης καθώς και παράβασης των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων που ισχυρίζεται ο ενάγοντας, υποστηρίζει ότι ο ενάγοντας ήταν γνώστης της όλης κατάστασης του διαμερίσματος και η ίδια δεν είπε οτιδήποτε που δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Αναφορικά με τις λεπτομέρειες ζημιών ισχυρίζεται ότι ακόμα και αν ο ενάγοντας υπέστη τις ισχυριζόμενες ζημιές, η ίδια ουδεμία απολύτως ευθύνη φέρει γι' αυτές. Με τον ισχυρισμό, τέλος, ότι ο ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να εγείρει την αγωγή εναντίον της ζητά την απόρριψή της με έξοδα σε βάρος του. Με την απάντηση του στις υπερασπίσεις των εναγομένων, ο ενάγοντας εμμένει στις θέσεις και ισχυρισμούς του, ως προς δε την ανταπαίτηση των εναγομένων 1 ισχυρίζεται ότι δεν παρέβη ο ίδιος τη συμφωνία πώλησης, η οποία ήταν εξαρχής άκυρη και/ή ακυρώσιμη κατ' εκλογή του ίδιου και ουδέποτε συμφώνησε ή ήταν υπεύθυνος για την καταβολή οποιασδήποτε κτηματομεσιτικής ή άλλης αμοιβής σε οποιονδήποτε. Προς υποστήριξη της εκδοχής του ενάγοντα προσφέρθηκε η μαρτυρία του ίδιου (ΜΕ1) και του Μάριου Μιχαηλίδη, αρχιτέκτονα (ΜΕ2). Εκ μέρους των εναγομένων προσφέρθηκε η μαρτυρία του εναγόμενου 2 (ΜΥ1), του εναγόμενου 3 (ΜΥ2) και της εναγόμενης 4 (ΜΥ3). Οι συνήγοροι αγορεύοντας υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς και κάλεσαν το Δικαστήριο αξιολογώντας την προσφερθείσα μαρτυρία να προβεί σε ευρήματα σύμφωνα με την εκδοχή της πλευράς τους αντίστοιχα. Η εισήγηση του συνηγόρου του ενάγοντα είναι ότι ουσιαστικά δεν συνήφθη συμφωνία μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων 1, ιδιοκτητών του διαμερίσματος, εφόσον ο ενάγοντας δεν γνώριζε κατά την καταβολή της προκαταβολής ότι οι εναγόμενοι 1 ήταν ιδιοκτήτες αλλά και επειδή δεν υπογράφηκε συμφωνία μεταξύ των μερών για την αγοραπωλησία του διαμερίσματος. Ακόμα δε και αν θεωρηθεί ότι συνήφθη συμφωνία, αυτή είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη λόγω απάτης ή και ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των εναγομένων 2, 3 και 4 σύμφωνα με τα προνοούμενα στα άρθρα 17, 18 και 19 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Οποιαδήποτε και αν αποφασισθεί ότι είναι η περίπτωση σύμφωνα με την νομολογία ο ενάγοντας δικαιούται στην επιστροφή της προκαταβολής που, εν πάση περιπτώσει, αποτελεί μέρος του τιμήματος για την αγορά του διαμερίσματος. Η θέση του συνηγόρου των εναγομένων 1, 2 και 3 είναι ότι ο εναγόμενος 3 ήταν υπάλληλος της εταιρείας SOLENA ESTATES AGENCY LTD και ως εκ τούτου δεν υπέχει ευθύνη υπό την ιδιότητα υπό την οποία ενάγεται, ενώ ο εναγόμενος 2 δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική ανάμιξη, όντας διευθυντής των εναγομένων 1, εναντίον των οποίων, όπως και εναντίον των εναγομένων 2 και 3, ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει τους ισχυρισμούς του περί αμέλειας και/ή απάτης και/ή ψευδών και/ή αμελών παραστάσεων. Με βάση τη προσαχθείσα πειστική και αληθινή μαρτυρία των εναγομένων 1, 2 και 3 ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί η ανταπαίτηση των εναγομένων 1 υποστηρίζοντας ότι η μαρτυρία του ενάγοντα θα πρέπει να κριθεί ως αναξιόπιστη. Η συνήγορος της εναγόμενης 4 εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία της θα πρέπει να γίνει πλήρως αποδεκτή και να κριθεί ότι η εναγόμενη 4 όντας υπάλληλος της εταιρείας SOLENA ESTATES AGENCY LTD που ακολουθούσε τις οδηγίες των προϊσταμένων της, δεν έχει οποιαδήποτε ευθύνη έναντι του ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση. Με βάση όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου επισημαίνεται σ' αυτό το στάδιο ότι προς κρίση και εξαγωγή ευρημάτων τίθενται τόσο οι περιστάσεις που οδήγησαν στην καταβολή εκ μέρους του ενάγοντα του αξιούμενου ποσού των £5.000, που είναι κοινώς αποδεκτό ότι δόθηκε και παραλήφθηκε ως προκαταβολή για την αγορά του διαμερίσματος (βλ. Τεκμήρια 1, 2 και 4), όσο και τα επακολουθήσαντα γεγονότα που οδήγησαν στην υπό κρίση αντιπαράθεση. Οι συνέπειες της συμπεριφοράς των διαδίκων επίσης που συναρτώνται με την νομική πτυχή της υπόθεσης, σύμφωνα με τις θέσεις των συνηγόρων όλων των πλευρών, αμφισβητούνται. Αναφερόμενη συνοπτικά στη μαρτυρία του ενάγοντα και του ΜΕ2, είναι αρκετό να λεχθεί ότι η εκφρασθείσα θέση τους υποστηρίζει την εκδοχή του ενάγοντα όπως παρατέθηκε πιο πάνω, με εμμονή ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν με τρόπο ώστε ο ενάγοντας να παραπλανηθεί από τις δηλώσεις των εναγομένων 2, 3 και 4 και όταν διαπίστωσε την πραγματική κατάσταση, παρόλο που ζήτησε την επιστροφή του αξιούμενου ποσού, συνάντησε την άρνηση των εναγομένων. Η αντίθετη εκδοχή των εναγομένων όπως ήδη εκτέθηκε προβάλει και στη μαρτυρία τους, με την οποία υποστηρίχθηκε ότι οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 είχαν αναφέρει από την αρχή στον ενάγοντα τα πραγματικά γεγονότα αλλά ο ίδιος υπαναχώρησε στη συμφωνία αγοράς του διαμερίσματος για δικούς του λόγους. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Αξιολογώντας αρχικά την μαρτυρία του ενάγοντα, έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας στην υπόθεση, θεωρώ ότι ο ενάγοντας προσπάθησε να παρουσιάσει τα γεγονότα με τρόπο ώστε να δικαιολογήσει την απόφαση του να μην προχωρήσει στην αγορά του διαμερίσματος μετά την καταβολή της προκαταβολής στην εναγόμενη 4, καθιστώντας υπεύθυνους τους εναγόμενους 2, 3 και 4 για την απόφαση του αυτή, χωρίς ωστόσο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι όλα διαδραματίστηκαν όπως αυτός ισχυρίστηκε. Από την μαρτυρία του ενάγοντα διαφάνηκε ότι ήταν ικανοποιημένος όταν είδε το διαμέρισμα για πρώτη φορά στις 5.1.2003 και αυτό ήταν της αρεσκείας του ενώ η θέση του ότι «αναγκάστηκε» να καταβάλει την προκαταβολή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Φαίνεται τελικά, από όσα ανέφερε, ότι το γεγονός ότι δεν υπήρχε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης καθώς και τίτλοι ιδιοκτησίας επηρέασε την απόφαση του για την αγορά του διαμερίσματος. Δεν μπορεί όμως να γίνει δεκτό ότι η εναγόμενη 4 τον πίεσε για να αποφασίσει να αγοράσει το διαμέρισμα ούτε ότι επισκέφθηκε με αυτή το διαμέρισμα την Κυριακή χωρίς ο ίδιος να το θέλει, όπως ισχυρίστηκε. Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι η εναγόμενη 4 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή, ενόσω μάλιστα η ειλικρίνεια της επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι επέλεξε να μην υπογράψει τη δήλωση που της ζητήθηκε από τον συνήγορο του ενάγοντα (Τεκμήριο 17) με αντάλλαγμα την απόσυρση της υπόθεσης εναντίον της, αλλά προτίμησε να αφεθεί η υπόθεση να προχωρήσει και να καταθέσει η ίδια ενώπιον του Δικαστηρίου για όσα γνώριζε προσωπικά ότι έγιναν. Και ο ενάγοντας στην μαρτυρία του δέχθηκε ότι, όσα η εναγόμενη 4 του είχε αναφέρει, προήρχοντο από πληροφορίες που είχε λάβει από τους εναγόμενους 2 και 3, όπως διαφάνηκε στην κοινή συνάντηση που είχαν το πρωί της 8.1.2003, όπου η εναγόμενη 4 εξεπλάγη όταν λέχθηκε από τον εναγόμενο 2 ότι το εμβαδόν του διαμερίσματος ήταν περίπου 200 τ.μ. και όπου ο εναγόμενος 2 ανέλαβε να αποστείλει το πιστοποιητικό τελικής έγκρισης στην εναγόμενη 4, εφόσον αυτό δεν υπήρχε στο φάκελο των σχεδίων και των αδειών οικοδομής. Η ίδια σύμφωνα με τον ενάγοντα διαπίστωσε στις 10.1.2003 μέσω του Δήμου Αγλαντζιάς ότι το εν λόγω πιστοποιητικό θα εκδίδετο σε λίγες ημέρες, παρόλο που από την δική του έρευνα προέκυψε ότι η έκδοση του θα καθυστερούσε για μήνες. Είναι επίσης πρόδηλο ότι ο ενάγοντας έσπευσε να καταβάλει την προκαταβολή έχοντας έρθει στις 5.1.2003 σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον εναγόμενο 2 και με τον εναγόμενο 3 πριν την καταβολή της στην εναγόμενη 4, σύμφωνα με την αναμφισβήτητη επ' αυτού του θέματος μαρτυρία της τελευταίας, ενόσω ο ενάγοντας δεν αποκάλυψε στην κυρίως εξέταση του την εν λόγω τηλεφωνική του επικοινωνία με τους εναγόμενους 2 και 3, τους οποίους θα μπορούσε να είχε ρωτήσει για όσα τον απασχολούσαν προτού καταβάλει την προκαταβολή. Συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 τον παραπλάνησαν καθοιονδήποτε τρόπο κατά τον χρόνο σύναψης της προκαταρκτικής συμφωνίας αγοράς του διαμερίσματος αλλά ούτε και η εναγόμενη
- Είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντα βέβαια ότι η παραπλάνηση του έγινε έμμεσα από τους εναγόμενους 2 και 3 με τις πληροφορίες που αυτοί είχαν δώσει στην εναγόμενη 4, η οποία και τον έπεισε να δεσμευθεί για την αγορά του διαμερίσματος και να καταβάλει την προκαταβολή. Ωστόσο είναι η αντίληψη μου ότι η απόφαση του ενάγοντα να αγοράσει το διαμέρισμα και να δώσει την προκαταβολή στην εναγόμενη 4 ήταν αποκλειστικά δική του και δεν πιέστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο για τον σκοπό αυτό αλλά ούτε και για να δει το διαμέρισμα την Κυριακή όπως ήδη αναφέρθηκε. Είναι αξιοσημείωτο περαιτέρω ότι ο ενάγοντας πληροφορήθηκε, όπως ο ίδιος δέχθηκε, στις 7.1.2003 ότι ιδιοκτήτες του διαμερίσματος ήταν οι εναγόμενοι 1, όπως αυτό φαινόταν στην απόδειξη είσπραξης της προκαταβολής (Τεκμήριο 2) και προφανώς μη δίδοντας σημασία στο γεγονός αυτό ζήτησε να γίνουν επιδιορθώσεις στο διαμέρισμα, το οποίο είχε δει πολύ σχολαστικά πριν την καταβολή των χρημάτων στην εναγόμενη 4, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά η ίδια. Έχοντας στην κατοχή του επίσης από τις 7.1.2003 τα σχέδια του κτιρίου (βλ. Τεκμήρια 3 Α - 3 ΣΤ) συνέχισε να ασχολείται με την δυνατότητα βελτιώσεων στο διαμέρισμα, ζητώντας την βοήθεια του αρχιτέκτονα ΜΕ
- Σ΄ αυτό το σημείο επισημαίνεται ότι όσα ο ΜΕ2 κατέθεσε για το τι διαμείφθηκε κατά τον χρόνο καταβολής της προκαταβολής και στις συναντήσεις του ενάγοντα με τους εναγόμενους όπου ο ίδιος δεν ήταν παρών, αλλά και για τις ενέργειες του ενάγοντα, προήλθαν από την πληροφόρηση που είχε από τον ενάγοντα, ενόσω κατά την συνάντηση που είχαν με την εναγόμενη 4 το απόγευμα της 8.1.2003 στο διαμέρισμα η τελευταία, σύμφωνα πάντα με τον ΜΕ2, δεν έδωσε οποιαδήποτε άλλη πληροφορία πέραν όσων ο ενάγοντας ήδη γνώριζε μετά την πρωινή του συνάντηση την ίδια ημέρα με τον εναγόμενο 2 στην παρουσία της εναγόμενης
- Κατά τα λοιπά η μαρτυρία του ΜΕ2 για τις δικές του ενέργειες σε σχέση με την υπόθεση δεν διαφοροποιεί την κρίση του Δικαστηρίου επί των επιδίκων θεμάτων. Συνάγεται λοιπόν ότι παρόλο που ο ενάγοντας γνώριζε ότι ιδιοκτήτες του διαμερίσματος ήταν οι εναγόμενοι 1 και όχι ο εναγόμενος 2 συνέχισε να ενδιαφέρεται για το διαμέρισμα και με την βοήθεια του ΜΕ2 προχωρούσε στην υλοποίηση της απόφασης του να το αγοράσει παρόλο που δέχθηκε ότι ορθότερο θα ήταν να ελέγξει τα σχέδια προτού δώσει την προκαταβολή. Προβάλλει δε αντιφατική η θέση του καθότι αν και υποστηρίζει ότι διαμαρτυρήθηκε για την προτεινόμενη, στην συνάντηση τους το πρωί της 8.1.2003, από τον εναγόμενο 2 διευθέτηση να του δώσει τραπεζική εγγύηση μέχρι την έκδοση των τίτλων αφού ο τελευταίος βάλλει υποθήκη το διαμέρισμα, αποφάσισε να προχωρήσει στην απογευματινή συνάντηση την ίδια ημέρα με τον ΜΕ2 και την εναγόμενη 4 στο διαμέρισμα αλλά και να προβεί στις ενέργειες του που ακολούθησαν εξασφαλίζοντας το Τεκμήριο 5 στις 10.1.2003, ενώ εύλογα αναμενόμενο θα ήταν να σταματήσει αμέσως οποιαδήποτε άλλη διαβούλευση για την επίδικη αγορά. Όπως διαφάνηκε στη συνέχεια καθοριστικό ρόλο για την διαμόρφωση της απόφασης του ενάγοντα να μην προχωρήσει στην αγορά του διαμερίσματος ήταν η μη ύπαρξη πιστοποιητικού τελικής έγκρισης και η καθυστέρηση που έμαθε ότι θα υπάρξει στην έκδοση των τίτλων ιδιοκτησίας. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη 4 του είχε αναφέρει στην πρώτη τους συνάντηση ότι οι τίτλοι ιδιοκτησίας είχαν εκδοθεί ή θα εκδίδοντο σε μερικές ημέρες. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός καταρρίπτεται από το γεγονός ότι, όπως ο ίδιος δέχθηκε στην αντεξέταση του, η εναγόμενη 4 του είχε αναφέρει στην πρώτη τους εκείνη συνάντηση ότι μπορούσε να καταθέσει το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο, κάτι που προφανώς δεν χρειαζόταν να γίνει αν υπήρχαν τίτλοι ιδιοκτησίας. Αν όντως ήταν σημαντικό για τον ενάγοντα να υπάρχουν τίτλοι ιδιοκτησίας για να προβεί στην αγορά του διαμερίσματος διερωτάται κάποιος γιατί να δώσει την προκαταβολή προτού ξεκαθαρίσει το θέμα αυτό. Εν πάση περιπτώσει ουσιώδες παραμένει ότι ο ενάγοντας στην συνάντηση του στο διαμέρισμα στις 17.1.2003 με τους εναγόμενους 2 και 4 στην παρουσία του ΜΕ2 συνέχισε να συζητά θέματα επιδιορθώσεων που θα οδηγούσαν στην ολοκλήρωση της συμφωνίας αγοράς του. Συνάγεται κατ' επέκταση ότι αν γινόταν δεκτή η θέση του ενάγοντα ότι του είχαν δοθεί παραπλανητικές πληροφορίες στις 5.1.2003 για όσα θέματα ισχυρίζεται και που είχαν οδηγήσει σε παραπλάνηση του μέσω απάτης και ψευδών παραστάσεων να δώσει την προκαταβολή και εφόσον διαπίστωσε την πραγματική κατάσταση στις 7 με 8.1.2003, δεν δικαιολογείται η καθυστέρηση που παρατηρείται στο να ζητήσει επιστροφή της προκαταβολής δεδομένου ότι η αντίδραση του αυτή προς τους εναγόμενους εκδηλώθηκε αρχικά στις 21.1.2003 και μεταγενέστερα με την επιστολή του ημερομηνίας 29.1.2003 (βλ. Τεκμήρια 6, 7 και 8). Όσον αφορά τον εναγόμενο 2, η μαρτυρία του οποίου συνάδει με αυτή της εναγόμενης 4 ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες δόθηκε η προκαταβολή αλλά και για το τι επακολούθησε μέχρι την απαίτηση του ενάγοντα να του επιστραφεί, θεωρώ ότι ανέφερε την πραγματική εικόνα των διαδραματισθέντων για τα θέματα αυτά. Είναι η αντίληψη μου ότι ο εναγόμενος 2 δεν ανέφερε στον ενάγοντα οτιδήποτε από όσα ο τελευταίος ισχυρίζεται πριν την καταβολή της προκαταβολής και στις συναντήσεις που επακολούθησαν προσπάθησε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του ενάγοντα φροντίζοντας μάλιστα να ενωθεί το ηλεκτρικό ρεύμα (βλ. Τεκμήριο 10). Όπως εύλογα συνάγεται από το Τεκμήριο 10 για να είναι δυνατή η σύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος στις 16.1.2003, η ηλεκτρική εγκατάσταση του διαμερίσματος είχε εγκριθεί από την Αρχή Ηλεκτρισμού και η αντίθετη θέση και εμμονή του ενάγοντα δεν μπορούν να ευσταθήσουν. Περαιτέρω, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί από τους εναγόμενους αναφορικά με την ιδιότητα του εναγόμενου 3 ως κτηματομεσίτη μεν αλλά και υπαλλήλου της εταιρείας SOLENA ESTATES AGENCY LTD ουσιαστικά έμεινε αναντίλεκτη. Από το Τεκμήριο 13 συνάγεται ότι ο εναγόμενος 3, όπως και η εναγόμενη 4, ήταν υπάλληλοι της εν λόγω εταιρείας κατά τον ουσιώδη σε σχέση με την παρούσα αγωγή χρόνο και επομένως ο εναγόμενος 3 δεν θα μπορούσε να εναχθεί υπό άλλη ιδιότητα, όπως ενάγεται δηλαδή στην παρούσα υπόθεση. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου δεν μεταβάλλεται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 15 και 16 ενόψει των εξηγήσεων που έδωσε ο εναγόμενος
- Ο ελλιπής προσδιορισμός της εταιρείας αυτής σε επιστολόχαρτο που βρέθηκε στην κατοχή του ενάγοντα αλλά και στην πινακίδα έξω από το κτηματομεσιτικό γραφείο, που όπως επεξηγήθηκε είχαν γίνει παλαιότερα και δεν αντικατόπτριζαν την πραγματική κατάσταση, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική αντίκρυση του θέματος. Όπως ορθά ανέφερε ο εναγόμενος 3, κατά τον επίδικο χρόνο εταιρεία περιορισμένης ευθύνης έχουσα ως αποκλειστικό σκοπό την διεξαγωγή κτηματικών συναλλαγών μπορούσε να είναι κτηματομεσίτης νοουμένου ότι ο διευθυντής της ήταν εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης, όπως προνοείτο στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Κτηματομεσιτών Νόμου (βλ. τον τροποποιητικό νόμο Ν.216/1988που τροποποίησε τον βασικό νόμο Ν.66/1987, πριν την κατάργηση του από τον ομώνυμο νόμο Ν.273(Ι)/2004). Εξάλλου δεν προσήχθη μαρτυρία εκ μέρους του ενάγοντα από τα επίσημα αρχεία τη Δημοκρατίας, όπως αυτός θα μπορούσε να είχε πράξει, σε σχέση με την ύπαρξη τέτοιας εμπορικής επωνυμίας για υποστήριξη της θέσης του. Συνεπώς η αγωγή του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου 3 θα πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο και μόνο αυτό. Ανεξάρτητα και πέραν των πιο πάνω, η ανάμιξη του εναγόμενου 3 στην όλη υπόθεση όπως συνάγεται από τη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα ήταν ελάχιστη και εκτός της κάποιας αναφοράς για το εμβαδόν του διαμερίσματος (για την οποία εν πάση περιπτώσει ο εναγόμενος 3 δεν αποδέχεται ότι έγινε ως ισχυρίζεται ο ενάγοντας) προτού ο ενάγοντας επισκεφθεί το διαμέρισμα για πρώτη φορά όπου θα μπορούσε να διαπιστώσει προσωπικά την κατάσταση, ο εναγόμενος 3 δεν φέρεται να έχει δηλώσει οτιδήποτε στον ενάγοντα για ύπαρξη τίτλων ή πιστοποιητικού τελικής έγκρισης. Ούτε και μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος 3 έδωσε σχετικές πληροφορίες στην εναγόμενη 4, για την οποία εξάλλου και ο ενάγοντας δέχθηκε ότι όσα του ανέφερε προήλθαν από πληροφόρηση που είχε από τους ιδιοκτήτες του διαμερίσματος. Συνεπώς δεν μπορεί να εξαχθεί εύρημα ότι ο εναγόμενος 3, όπως και η εναγόμενη 4 προέβησαν σε δηλώσεις συνιστώσες ψευδείς και/ή αμελείς παραστάσεις και/ή απάτη και/ή αποτελούσες παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων τους ως κτηματομεσιτών, ως είναι η θέση του ενάγοντα. Είναι η κατάληξη μου ότι η απόφαση του ενάγοντα να συμφωνήσει με την εναγόμενη 4 να αγοράσει το διαμέρισμα και να δώσει ως προκαταβολή το ποσό των £5.000 δεν αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε συμπεριφορά των εναγομένων που συνιστά απάτη και ψευδείς παραστάσεις (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1527 στις σελ. 1545-1549) αλλά και παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων των εναγομένων 2 και
- Ως προς τη νομική πτυχή, επισημαίνεται αρχικά ότι σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, για τη δημιουργία σύμβασης απαιτούνται η ύπαρξη υπόσχεσης, που αποτελείται από την πρόταση και την αποδοχή της, η αντιπαροχή και η δικαιοπρακτική βούληση (βλ. παραγρ. 2(α)(β) του άρθρου 2). Το κατά πόσο συνήφθη σύμβαση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί θέμα που κρίνεται με βάση τα δικά της δεδομένα (βλ. σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 24η έκδοση, §41, σελ. 21 και §99, σελ. 48). Στην παρούσα υπόθεση, έχει αποδειχθεί, βάσει της προσαχθείσας μαρτυρίας, ότι συνήφθη συμφωνία αγοράς του διαμερίσματος μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων 1, μέσω της εναγόμενης
- Η εναγόμενη 4 ενεργούσε υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ως αντιπρόσωπος των εναγομένων 1, όντας υπάλληλος σε κτηματομεσιτικό γραφείο που είχε αναλάβει την πώληση του διαμερίσματος και αυτό ήταν γνωστό στον ενάγοντα κατά την σύναψη της συμφωνίας. Τόσο από την προφορική μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή όσο και από τα Τεκμήρια 1 και 2 που είναι αναμφισβήτητα, προβάλλει ότι συνήφθη η εν λόγω συμφωνία και το ποσό που δόθηκε από τον ενάγοντα αποτελούσε μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος, δεδομένου ότι στην απόδειξη είσπραξης του από τους εναγόμενους 1 (Τεκμήριο 2) αναφέρεται ρητά ότι είναι ποσό παραληφθέν «έναντι» για την αγορά του διαμερίσματος και στο Τεκμήριο 1 γίνεται αναφορά σε ακύρωση της πρώτης εκείνης απόδειξης, που δόθηκε στον ενάγοντα από την εναγόμενη 4, μόλις υπογραφεί κανονικό πωλητήριο έγγραφο. Η εν λόγω συμφωνία συνήφθη προφορικά πέραν των καταγραφέντων στα Τεκμήρια 1 και
- Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 27η έκδοση, §12-002, σελ. 559, μια συμφωνία μπορεί να συναφθεί εν μέρει προφορικά και εν μέρει γραπτά. Περαιτέρω, πολλές συμφωνίες μπορεί να γίνουν μόνο προφορικά ή να περιλαμβάνονται σε έγγραφα που δεν υπογράφηκαν από το επηρεαζόμενο μέρος. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να αποδεικνύεται τί αποτελεί το περιεχόμενο της συμφωνίας και έχει δεσμευτική ισχύ. Η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία συνήφθη με την ελεύθερη συναίνεση τους ως προνοείται στο άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 (βλ. και Pollock and Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, Ninth Edition, σελ. 104). Έχει αποδειχθεί στην υπό κρίση υπόθεση ότι οι διάδικοι, ενάγοντας και εναγόμενοι 1, προτίθεντο να δημιουργήσουν έννομη σχέση, στοιχείο απαραίτητο για τον καταρτισμό δεσμευτικής σύμβασης (βλ. Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co Ltd
(2003)1 A.A.Δ. 1772). Σε σχέση με την ανάμιξη της εναγόμενης 4, επισημαίνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 190 του περί Συμβάσεων Νόμου, όταν δεν υπάρχει συμβατικός όρος ο αντιπρόσωπος δεν δεσμεύεται προσωπικά από σύμβαση, ούτε μπορεί να επιβάλει προσωπικά εκτέλεση σύμβασης που έχει συνάψει για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. Τέτοιος συμβατικός όρος τεκμαίρεται ότι υπάρχει όταν ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει το όνομα του αντιπροσωπευόμενου και τότε δεσμεύεται και καθίσταται υπεύθυνος ο ίδιος. Δηλαδή, μόνο όταν ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει στον τρίτο με τον οποίο συναλλάσσεται το όνομα του αντιπροσωπευόμενου δεσμεύεται προσωπικά ο ίδιος και μπορεί να διωχθεί δικαστικά (βλ. Γεωργιάδης ν. Bernoulli Trading Co Ltd (πιο πάνω), Ευθυμίου ν. Philippides Spring Co Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 1107, Π. Ευαγγελίδης ν. Ν. Κοσμά κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 932). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 24η έκδοση, §1476, σελ. 696, σε περίπτωση τερματισμού της συμφωνίας είναι επιτρεπτό το υπαίτιο για τον τερματισμό μέρος να ανακτήσει χρήματα που πληρώθηκαν ως μέρος του τιμήματος αγοράς. Στην υπόθεση Αγαπίου κ.ά. ν. Λεωνίδου, Πολ. Εφ. αρ. 104/05, ημερ. 19.1.2007, κρίθηκε ότι κατά τον τερματισμό της συμφωνίας πώλησης της κατοικίας που οφείλετο σε υπαναχώρηση της εφεσίβλητης, χωρίς να έχουν υπαιτιότητα οι εφεσείοντες, ορθά επιδικάστηκε υπέρ της εφεσίβλητης η προκαταβολή που αυτή είχε καταβάλει εφόσον ήταν μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος και ως εκ τούτου επιστρεπτέα εφόσον η συμφωνία τερματίστηκε, ανεξάρτητα από το λόγο τερματισμού της. Ως προς τις αποζημιώσεις που διεκδίκησαν οι εφεσείοντες, θεωρήθηκε ορθή η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου που δεν αποδέχθηκε την προφορική μαρτυρία σε σχέση με το τίμημα πώλησης της κατοικίας σε τρίτο, στην απουσία οποιουδήποτε άλλου στοιχείου, με την επισήμανση ότι δεν είχε γίνει αναφορά στην αγοραία αξία της κατοικίας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ίδια ήταν η αντιμετώπιση του θέματος στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Χαρίτου
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1061, όπου ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση και εκδόθηκε απόφαση υπέρ του αγοραστή ακινήτου, ο οποίος παρέβη την σύμβαση αγοράς και τερματίζοντας την ζήτησε την επιστροφή της προκαταβολής που είχε καταβάλει στον πωλητή, καθότι κρίθηκε ότι διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ζητείτο επιστροφή της προκαταβολής και αποφασίζοντας ότι ο εφεσείων διέπραξε την παράβαση της συμφωνίας και δεν εδικαιούτο θεραπείας είχε απορρίψει την αγωγή. Είναι γνωστές οι αρχές της νομολογίας βέβαια ότι με την άσκηση του δικαιώματος τερματισμού της σύμβασης επέρχεται ακύρωση της και δημιουργείται αξίωση για αποζημιώσεις λόγω της ζημιάς που υπέστη το αναίτιο μέρος συνεπεία της συγκεκριμένης παράβασης που οδήγησε στην ακύρωση της συμφωνίας (βλ. Κωμοδρόμου ν. A. Th. Shikkis Motors Ltd κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 481, Καλησπέρας ν. Δρυάδη κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 867 και Δρυάδης κ.α. ν. Καλησπέρα
(1998)1 Α.Α.Δ. 881). Σύμφωνα με το άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, το ζημιωθέν συμβαλλόμενο μέρος συνεπεία παράβασης της σύμβασης δικαιούται αποζημίωση από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο μέρος για τη ζημιά ή απώλεια που έχει υποστεί συνεπεία της παράβασης της σύμβασης, που προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήψαν τη σύμβαση ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της, χωρίς να καταβάλλεται αποζημίωση για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά. Σύμφωνα δε με την παράγρ.
(3)του ίδιου άρθρου κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή ζημιάς συνεπεία της παράβασης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα που υπήρχαν για τη θεραπεία της δυσχέρειας που προκάλεσε η μη εκτέλεση της σύμβασης. Στο άρθρο 75 περαιτέρω προνοείται ότι το πρόσωπο που νόμιμα υπαναχωρεί από τη σύμβαση δικαιούται αποζημίωση για κάθε ζημιά που έχει υποστεί συνεπεία της μη εκπλήρωσης της σύμβασης. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1058, βάση του κανόνα που διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση στη θέση που θα βρισκόταν το αναίτιο μέρος κατά τον χρόνο της διάρρηξης της συμφωνίας, με την προϋπόθεση ότι οι αποζημιώσεις είναι δίκαιες μεταξύ του υπαίτιου και του αναίτιου μέρους. Ο λόγος της αποκατάστασης είναι η τοποθέτηση του αθώου μέρους στη θέση που θα απολάμβανε αν η συμφωνία εφαρμοζόταν. (βλ. επίσης McGrecor on Damages, 14η έκδοση, §10-11, σελ. 7-8, ΑΛΠΑΝ (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.α. ν. Τρυφωνίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 679, Δρυάδης κ.ά. ν. Καλησπέρα (πιο πάνω)). Στην υπό κρίση υπόθεση, προκύπτει ότι με τον τερματισμό της συμφωνίας εκ μέρους του ενάγοντα, η απουσία ανταλλάγματος εκ μέρους των εναγομένων 1 δημιουργεί την υποχρέωση να επιστρέψουν στον ενάγοντα το καταβληθέν σ' αυτούς ποσό της προκαταβολής, που όπως σαφώς συνάγεται από την επίδικη συμφωνία είχε δοθεί ως μέρος του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος, για την αποκατάσταση του. Αναφορικά ωστόσο με την ανταπαίτηση των εναγομένων 1 επισημαίνεται αρχικά ότι δεν έχει προσαχθεί ικανοποιητική μαρτυρία σε σχέση με την αγοραία αξία του διαμερίσματος κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο. Η σχετική μαρτυρία του εναγόμενου 2 και η δήλωση της τιμής πώλησης στο Τεκμήριο 9 στο ποσό των £83.000 δεν είναι ικανοποιητική απόδειξη για την αγοραία αξία του διαμερίσματος, που θα αποτελούσε τη βάση καθορισμού της ισχυριζόμενης ζημιάς των εναγομένων 1, ως του αναίτιου μέρους, συνεπεία του τερματισμού της συμφωνίας αγοράς του διαμερίσματος από τον ενάγοντα (βλ. Αγαπίου κ.ά. ν. Λεωνίδου (πιο πάνω). Δεν μου διαφεύγει ότι στην μαρτυρία του ο εναγόμενος 2 αναφέρθηκε σε διάφορες τιμές που ζητούσαν για την πώληση του διαμερίσματος και σε διακυμάνσεις γενικότερα στις τιμές των ακινήτων κατά τον επίδικο χρόνο καθώς και στην ύπαρξη πολλών ενδιαφερομένων για την αγορά του. Περαιτέρω η μαρτυρία του εναγόμενου 3 ήταν σαφής και την αποδέχομαι ως προς το θέμα αυτό, ότι το ποσό των £1.700 που δόθηκε από τους εναγόμενους 1 στην εταιρεία SOLENA ESTATES AGENCY LTD, όπως εξάλλου αναφέρεται και στο Τεκμήριο 14, δεν αφορούσε προμήθεια για την συμφωνία πώλησης του διαμερίσματος στον ενάγοντα ή εν τέλει σε άλλο πρόσωπο και συνεπώς η δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης των εναγομένων 1, 2 και 3 ότι το ποσό αυτό δόθηκε ως κτηματομεσιτική αμοιβή για την υπό κρίση συμφωνία δεν αποδείχθηκε. Ανεξάρτητα από την θέση αυτή εξάλλου, δεν δημιουργήθηκε υποχρέωση πληρωμής προμήθειας στον κτηματομεσίτη εφόσον δεν έγινε εν τέλει η πώληση (βλ. Ματθαίου ν. Νικολάου κ.α. (Αρ.2)
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 2080) ούτε και προέκυψε ή μπορεί να συναχθεί από το Τεκμήριο 14 το ποσό των πραγματικών δαπανών που ενδεχόμενα να δικαιούτο ο κτηματομεσίτης συνεπεία μη επίτευξης της συγκεκριμένης και επίδικης κτηματικής συναλλαγής, σύμφωνα με τα προνοούμενα στο άρθρο 8 του περί Κτηματομεσιτών Νόμου, όπως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Δεν αποδείχθηκε επίσης ότι κατεβλήθη οποιοδήποτε ποσό ως κοινόχρηστα, εφόσον δεν προσήχθη ικανοποιητική μαρτυρία για τέτοια πληρωμή. Ως προς δε την καταβολή ποσού £1.500 για μπογιάτισμα του διαμερίσματος δεν προσήχθη ικανοποιητική μαρτυρία ότι το διαμέρισμα μπογιατίστηκε πριν τις 29.1.2003, που ο ενάγοντας κοινοποίησε γραπτώς στους ιδιοκτήτες του διαμερίσματος ότι δεν θα προχωρούσε στην αγορά του, και συνεπώς δεν έχει συνδεθεί η δαπάνη αυτή με την διάρρηξη της επίδικης συμφωνίας. Δεν μου διαφεύγει επί του προκειμένου ότι στη σχετική απόδειξη (Τεκμήριο 11) αναφέρεται ως ημερομηνία πληρωμής η 7.7.2003 για «μπογιάτισμα ρετιρέ στην Αγλαντζιά» χωρίς διευκρίνιση για ποιο διαμέρισμα αφορά η πληρωμή. Ενόψει των πιο πάνω και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνεται ότι ο ενάγοντας έχει αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις, ότι δικαιούται την επιστροφή της προκαταβολής των £5.000, ως μέρους του τιμήματος του διαμερίσματος, από τους εναγόμενους 1. Για το ποσό των £300 που διεκδικήθηκε από τον ενάγοντα ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του ΜΕ2 σύμφωνα με την μαρτυρία του, κρίνεται ότι ο ενάγοντας δεν το δικαιούται δεδομένου ότι αναζήτησε τις υπηρεσίες του ΜΕ2, παρόλο που είχε διαπιστώσει προγενέστερα ότι το διαμέρισμα δεν πληρούσε τις προσδοκίες του και συνεπώς δεν έπρεπε να προχωρήσει στη χρήση των υπηρεσιών του ΜΕ2. Ως προς το αιτητικό δε της έκθεσης απαίτησης περί γενικών και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων πρέπει να λεχθεί, πέραν των πιο πάνω αποφασισθέντων αλλά και του ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε διεκδίκηση τέτοιων αποζημιώσεων στην αγόρευση του συνηγόρου του ενάγοντα, ότι σύμφωνα με τη νομολογία η δυνατότητα επιδίκασης τιμωρητικών αποζημιώσεων περιορίζεται σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων (βλ. Ερωτοκρίτου ν. Θεοδώρου κ.α.
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1800 και Δρυάδης κ.α. ν. Καλησπέρα (πιο πάνω)). Εκδίδεται ως εκ τούτου απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 για το ποσό των €8.543, αντίστοιχο του ποσού των £5.000, πλέον νόμιμο τόκο. Τα έξοδα της αγωγής, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων
- Ως προς τον εναγόμενο 2 η αγωγή απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα δεδομένου ότι η υπεράσπιση του ήταν κοινή καθ' όλα τα στάδια της διαδικασίας με τους εναγόμενους 1, των οποίων ήταν εκπρόσωπος ως διευθυντής και ενόψει της έκδοσης απόφασης εναντίον των εναγομένων
- Ως προς δε τους εναγόμενους 3 και 4 η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ τους και εναντίον του ενάγοντα. Η ανταπαίτηση των εναγομένων 1, ενόψει του ότι η θεραπεία καταβολής αποζημιώσεων, όπως ήδη κρίθηκε πιο πάνω, δεν μπορεί να τους αποδοθεί εφόσον δεν αποδείχθηκαν τα διεκδικούμενα ποσά, απορρίπτεται χωρίς ιδιαίτερη διαταγή για έξοδα, δεδομένου ότι αυτή εκδικάσθηκε συγχρόνως με την απαίτηση του ενάγοντα. (Υπ.) Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο