← Κύπρος

Ανδρέα Πελεκάνου ν. Γιαννάκη Πελεκάνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 377/88, 12 Δεκεμβρίου, 2008

Ανδρέα Πελεκάνου ν. Γιαννάκη Πελεκάνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 377/88, 12 Δεκεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A250 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 377/88 Μεταξύ: Ανδρέα Πελεκάνου Ενάγοντας - και -

  1. Γιαννάκη Πελεκάνου ως διαχειριστή της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου
  2. Γιώργου Πελεκάνου
  3. C & A Pelekanos Associates Ltd
  4. Χριστόφορος Πελεκάνος Λτδ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 12 Δεκεμβρίου,
  5. Αίτηση του Ανδρέα Πελεκάνου ημερομηνίας 28.7.08 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: Ο κ. Ν. Αβρααμίδης για Λ. Παπαφιλίππου & Σία. Για τους Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Κ. Θ. Μιχαηλίδης. ------------------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό κινήθηκε από τον Αιτητή-Ενάγοντα για χρέος που του χρωστούσαν οι Εναγόμενοι. Η αγωγή έλαβε, επίσης, τη μορφή παράγωγης αγωγής (derivative action) αναφορικά με θεραπείες που ζητούσε ο Ενάγοντας προς όφελος της Εναγόμενης 3 και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και
  6. Μετά από μακρά ακροαματική διαδικασία εκδόθηκε απόφαση στην εν λόγω αγωγή στις 28.9.
  7. Σύμφωνα με την απόφαση οι Εναγόμενοι 1 και 3 πρέπει να πληρώσουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.38.882 και όπως ο Εναγόμενος 1 πληρώσει στον Ενάγοντα τόκο 9% επί του πιο πάνω ποσού από 19.1.88 και όπως ο Εναγόμενος 1 πληρώσει στην Εναγόμενη 3 το ποσό των Λ.Κ.52.583,00 με τόκο 8% ετησίως από 29.11.
  8. Εναντίον της απόφασης αυτής καταχωρήθηκε η πολιτική έφεση με αριθμό 10953 στην οποία εκδόθηκε απόφαση στις 19.5.
  9. Με βάση την απόφαση του Εφετείου το ποσό που επιδικάστηκε υπέρ του Ενάγοντα διαφοροποιήθηκε στο ποσό των Λ.Κ.22.307 αλλά κατά τα άλλα η απόφαση και τα διάφορα άλλα διατάγματα παρέμειναν ανέπαφα. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, σχετική μνεία γίνεται όμως και στην υπό εξέταση αίτηση και την ένσταση που την συνοδεύει, στις 8.5.08 καταχωρήθηκε από τον Αιτητή μονομερής αίτηση με την οποία ζητούσε: (α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να χορηγεί στον Ενάγοντα άδεια να προβεί σε εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή στις 28.9.00 μετά την παρέλευση 6 χρόνων από την έκδοση της. (β) Διάταγμα όπως ο Ενάγοντας ενεργήσει εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγόμενης 3 όσον αφορά την προς όφελος της εκτέλεση της εν λόγω απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 4 και το προϊόν της εκτέλεσης αυτής το καταθέσει σε ειδικό τραπεζικό λογαριασμό εν αναμονή οδηγιών του Δικαστηρίου ως προς τη διάθεση του. Η νομική βάση της αίτησης αυτής ήταν η Δ.40 θ.8 και η Δ.48 θ.θ.1-3, 7 και 8

(1)(κκ) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Την αίτηση συνόδευε ένορκος δήλωση του Αιτητή. Το Δικαστήριο ζήτησε την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον Αιτητή η οποία και καταχωρήθηκε στις 23.5.08 και στις 2.6.08 ο δικηγόρος που εμφανίστηκε εκ μέρους του Αιτητή απέσυρε άνευ βλάβης και χωρίς επηρεασμό των δικαιωμάτων του Ενάγοντα το αιτούμενο με την παράγραφο (β) διάταγμα και το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα ως η παράγραφος (α) της Αίτησης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου όπως αυτή συντάχθηκε στις 3.6.08 «Το Δικαστήριο τούτο διά του παρόντος διατάττει και δίδει άδεια για εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 28.9.00 στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή, μετά την παρέλευση 6 χρόνων από την έκδοση της». Με την υπό εξέταση αίτηση ο Αιτητής-Ενάγοντας ζητά από το Δικαστήριο: (α) Διάταγμα ή οδηγία του Δικαστηρίου που να εξουσιοδοτεί τον Αιτητή να ενεργήσει εκ μέρους και προς όφελος της Εναγόμενης αρ. 3 για την εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή στις 28.9.2000 εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 4 ή οποιουδήποτε από αυτούς (στο εφεξής «η Απόφαση»). (β) Διάταγμα ή οδηγία του Δικαστηρίου όπως το προϊόν εκτέλεσης της Απόφασης το καταθέσει ο Ενάγων σε ειδικό τραπεζικό τοκοφόρο λογαριασμό, εν αναμονή οδηγιών του Δικαστηρίου ως προς την διάθεση του. (γ) Περαιτέρω και/ή διαζευκτικώς προς τα αιτητικά (α) και (β), διάταγμα που να διορίζει τον Αιτητή παραλήπτη της περιουσίας της Εναγόμενης 3 και αποδοθούν σ' αυτόν οι ακόλουθες εξουσίες, ήτοι:
(1)-
(8)................................. Η αίτηση στηρίζεται στις Δ.40 θ.θ.10, 12, 13, Δ.44 θ.10, Δ.45 θ.θ.4-6, Δ.48 θ.θ. 1-3, 7, 11 και 12, στα άρθρα 31, 32 και 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, τα άρθρα 13 και 95 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, το άρθρο 202 του Περί Εταιρειών Νόμου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Ενάγοντα-Αιτητή στην οποία αναφέρει ότι ο Εναγόμενος 1 δεν πλήρωσε κανένα ποσό από αυτά που καταδικάστηκε με την πρωτόδικη απόφαση να πληρώσει στην Εναγόμενη 3, αναφέρει ότι ο ίδιος εξέδωσε εντάλματα κινητών στις 9.1.2001 και 18.9.03 αλλά ουδέν ποσό εισπράχθηκε και είναι η θέση του ότι για να προωθηθεί η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 4 είναι αναγκαίο όπως το Δικαστήριο εκδώσει το κατάλληλο διάταγμα και οδηγίες ως η Αίτηση. Αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 εξακολουθούν να αποτελούν την πλειοψηφία των μετόχων στην Εναγόμενη 3, ο ίδιος παραμένει ως μέτοχος μειοψηφίας της Εναγόμενης 3 και αναφέρει ότι τα συμφέροντα των Εναγομένων 1 και 2 συγκρούονται με αυτά της Εναγόμενης 3 γι' αυτό και δεν υπάρχει άλλος τρόπος εκτέλεσης της απόφασης. Εισηγείται δε ότι είναι κατάλληλο πρόσωπο για να διοριστεί ως παραλήπτης σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε εγκρίνει το αίτημα του. Οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση στην αίτηση στις 7.11.
  1. Νομική βάση της ένστασης είναι η ίδια με τη νομική βάση της αίτησης και οι λόγοι της είναι ότι η αίτηση είναι αντικανονική, το Δικαστήριο, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε προσθήκη και/ή διεύρυνση και/ή τροποποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.9.00, η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, οι νομοθετικές διατάξεις που επικαλείται ο Αιτητής δεν δίνουν δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να δώσει τις αιτούμενες θεραπείες, υπήρξε συμμόρφωση στην απόφαση του Δικαστηρίου από τους Εναγόμενους και υπήρξε αδικαιολόγητη καταχώριση στην καταχώριση της αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Γιαννάκη Πελεκάνου, Εναγόμενου 1, ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στα όσα αναφέρει εκ μέρους και των υπόλοιπων Εναγομένων. Στην ένορκο δήλωση αναφέρει ότι έχει συμμορφωθεί προς την απόφαση που έχει εκδοθεί στην αγωγή στις 28.9.
  2. Αναφορικά με το ποσό που, κατά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, οφείλεται από το Χριστόφορο Πελεκάνο είναι η θέση του ότι ουδέποτε υπήρξε είσπραξη του ποσού αλλά ήταν θέμα λογιστικής πίστωσης. Εισηγείται ότι δεν υπάρχει τίποτε προς εκτέλεση και συνεπώς η αίτηση στερείται πραγματικού αντικειμένου αναφέρει δε ότι η αίτηση για άδεια εκτέλεσης της απόφασης καταχωρήθηκε καταχρηστικά και αντικανονικά. Κανένας εκ των ενόρκως δηλούντων δεν αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι τους προχώρησαν με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις στο Δικαστήριο καθώς και με αναφορά σε διάφορα συγγράμματα και νομολογία. Το πρώτο πράγμα που διαπιστώνω είναι ότι το διάταγμα που ο Αιτητής ζητά με την παράγραφο (α) της αίτησης του έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης από άλλο Δικαστήριο στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 8.5.08 το οποίο και δόθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.6.
  3. Επομένως, δεν τίθεται από το παρόν Δικαστήριο θέμα έκδοσης οποιουδήποτε διατάγματος που να εξουσιοδοτεί τον Αιτητή για εκτέλεση της απόφασης. Ο Αιτητής έχει ήδη λάβει μέτρα για εκτέλεση της απόφασης χωρίς να ζητήσει προς τούτο οδηγίες από το Δικαστήριο, σχετική είναι η παράγραφος 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και να μου επιτραπεί να σχολιάσω την αντίφαση που παρουσιάζεται εδώ, δηλαδή ενώ ο Αιτητής έχει ήδη λάβει στο παρελθόν μέτρα για εκτέλεση της απόφασης χωρίς να ζητήσει οδηγίες του Δικαστηρίου τώρα έχοντας ήδη εξασφαλίσει την άδεια για εκτέλεση της απόφασης αφού είχαν παρέλθει 6 χρόνια από την έκδοση της έρχεται και ζητά άδεια του Δικαστηρίου και πάλιν για εκτέλεση της απόφασης που έχει ήδη εξασφαλίσει. Επομένως, καθίσταται κατά τη γνώμη μου σαφές ότι το διάταγμα που ο Αιτητής έχει λάβει μετά από αίτηση του στις 2.6.08 έχει το ίδιο νομικό αποτέλεσμα με το ζητούμενο διάταγμα στην παράγραφο (α) της Αίτησης και επομένως θεωρώ ότι για το θέμα αυτό το παρόν Δικαστήριο κωλύεται από του να προβεί σε οποιαδήποτε διαταγή. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι σύμφωνα με τη Δ.40 θ.8 αυτό που επιζητεί ο Αιτητής μετά την παρέλευση 6 ετών από την ημερομηνία έκδοσης μιας απόφασης είναι άδεια για εκτέλεση της απόφασης (leave to issue execution). Έτσι, η αίτηση του Αιτητή σε σχέση με την παράγραφο (α) απορρίπτεται. Με την παράγραφο (β) της αίτησης ο Αιτητής ζητά όπως το προϊόν εκτέλεσης της απόφασης το καταθέσει σε ειδικό τραπεζικό τοκοφόρο λογαριασμό εν αναμονή οδηγιών του Δικαστηρίου ως προς τη διάθεση του. Σε σχέση με το θέμα αυτό παρατηρώ τα ακόλουθα: ο ίδιος ο Αιτητής έχει ήδη προχωρήσει με μέτρα εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης. Ως ο ίδιος έχει αναφέρει, σχετική είναι η παράγραφος 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, έχει ήδη εκδώσει δύο εντάλματα κινητών στις 9.1.01 και 18.9.03 στα οποία περιλήφθηκαν τα ποσά της απόφασης, πλέον οι τόκοι που αφορούσαν το μέρος της απόφασης με το οποίο επιδικάστηκε υπέρ της Εναγόμενης 1 και εναντίον του Εναγόμενου 3 για το ποσό των Λ.Κ.52.583,00 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 29.11.96 και ο Αιτητής τα έχει εκδώσει χωρίς προηγουμένως να έχει ζητήσει διάταγμα όπως αυτό που ζητείται με την παράγραφο (β) της παρούσας αίτησης. Αναφέρω, επίσης, ότι με τη μονομερή αίτηση ημερομηνίας 8.5.08 ο Ενάγοντας ζητούσε το ίδιο διάταγμα, όπως αυτό, το οποίο, όμως, τελικά απέσυρε άνευ βλάβης δικαιωμάτων. Εφόσον, ο Αιτητής έχει ήδη λάβει άδεια για εκτέλεση της απόφασης με άλλη διαδικασία έχει ήδη προβεί σε μέτρα εκτέλεσης χωρίς να θεωρήσει ότι έπρεπε να εξασφαλίσει διάταγμα ως το υπό παράγραφο (β) της παρούσας αίτησης ζητούμενο και έχοντας αποσύρει στα πλαίσια της αιτητικό παρόμοιο με αυτό που ζητείται με την παράγραφο (β) της παρούσας αίτησης θεωρώ ότι το διάταγμα αυτό δεν μπορεί να εκδοθεί στο στάδιο αυτό. Έτσι το διάταγμα που ζητείται με την παράγραφο (β) της αίτησης, επίσης, απορρίπτεται. Έτσι, απομένει προς εξέταση το αιτητικό υπό παράγραφο (γ) της αίτησης με το οποίο ο Αιτητής ζητά να διοριστεί ως παραλήπτης της περιουσίας της Εναγόμενης 3 και να του αποδοθούν διάφορες εξουσίες. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, όπως έχει τροποποιηθεί, «τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού κάθε Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία μπορεί να διορίζει παραλήπτη σε όλες τις περιπτώσεις που το Δικαστήριο κρίνει τούτο δίκαιο ή πρόσφορο αν και δεν αξιούνται ή δίνονται με αυτό αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία». Είναι η θέση του Ενάγοντα-Αιτητή ότι η θεραπεία την οποία ζητά είναι ο διορισμός παραλήπτη για σκοπούς υποβοήθησης της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης και κατά το κοινό δίκαιο είναι αίτηση για equitable execution της απόφασης. Προς τούτο έχει κάνει αναφορά σε αποσπάσματα από διάφορα συγγράμματα αλλά και σε διάφορες αποφάσεις. Από τα διάφορα συγγράμματα, παραπέμπω σχετικά στο Halsbury's Laws of England, τόμος 17
(1)(REISSUE) παρ. 332, αλλά και στην υπόθεση Oystertec Plc v. Davidson προκύπτει ότι παραλήπτης διορίζεται "of such of the interests in the judgment debtor's property as could not, owing to their nature, be taken under a common law writ of execution". Στην υπόθεση Oystertec (ανωτέρω), η αίτηση για το διορισμό παραλήπτη "by way of equitable execution" αφορούσε μετοχές. Στο Supreme Court Practice του 1970 O.50 r.16 σε σχέση με την διαδικασία του equitable execution αναφέρονται τα ακόλουθα: "There are various interests in property to which a judgment debtor may be entitled, yet which cannot be taken in execution under any of the processes specified in these Rules. Such interests may generally be reached by the appointment of a receiver............................. The receiver is appointed receiver of the judgment debtor's interest and nothing else. ................... A receiver ought not to be appointed where there are no impediments to legal execution, and no special circumstances making the appointment "just or convenient" within J. A., 1925, nor where it is shown that there is property which can be taken in legal execution ......................." Στην υπό εξέταση αίτηση, όπως ξεκάθαρα προκύπτει από το αιτητικό της, ο διορισμός παραλήπτη ζητείται προς εκτέλεση εκείνου του μέρους της απόφασης για το ποσό των Λ.Κ.52.583 πλέον τόκο προς 8% το χρόνο από 29.11.96 μέχρι εξόφλησης που ο Εναγόμενος 1 καταδικάστηκε με την πρωτόδικη απόφαση να πληρώσει στην Εναγόμενη 3, και το οποίο δεν επηρεάστηκε από την έφεση. Επομένως, είναι σαφές ότι εκείνο που ζητείται είναι εκτέλεση της απόφασης για ποσό χρημάτων. Είναι δεδομένο, προς τούτο συνηγορεί και η ίδια η ένορκος δήλωση του Αιτητή, ότι έχουν ήδη εκδοθεί εντάλματα κινητών και συνεπώς με βάση τις αρχές που διέπουν τη φύση του equitable execution δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα με το οποίο οποιοδήποτε πρόσωπο να διορίζεται ως παραλήπτης εφόσον η απόφαση μπορεί να εκτελεστεί δια της κανονικής οδού των μέτρων εκτέλεσης που προβλέπονται στην πολιτική δικονομία. Και αυτό συνάδει με τη θέση ότι "equitable execution is not, strictly speaking, execution at all, but is a mode of equitable relief". Επομένως, καθίσταται, κατά τη γνώμη μου, από τα πιο πάνω σαφές ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι εκείνη η περίπτωση που σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο θα μπορούσε να διορίσει παραλήπτη. Τούτο ενισχύεται και από τις εξουσίες που ο Αιτητής ζητά από το Δικαστήριο να δοθούν στον παραλήπτη και οι οποίες είναι τόσο ευρείες και πλατιές που ουσιαστικά έρχονται σε σύγκρουση με την αρχή ότι ο παραλήπτης διορίζεται ως παραλήπτης του δικαιώματος του εξ αποφάσεως οφειλέτη και τίποτε άλλο. Βεβαίως, οι εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση ότι έχουν συμμορφωθεί με την πρωτόδικη απόφαση και παραθέτουν προς τούτου τους ισχυρισμούς τους δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να τύχουν εξέτασης και/ή σχολιασμού από το παρόν Δικαστήριο αφού κάτι τέτοιο ουσιαστικά θα ισοδυναμούσε με την ερμηνεία και/ή επέκταση της πρωτόδικης απόφασης κάτι που είναι ανεπίτρεπτο σε αυτή τη διαδικασία. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κ.π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.