Ελευθέριου Γαλινιώτη ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 11624/03, 19 Δεκεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A253 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11624/03 Μεταξύ: Ελευθέριου Γαλινιώτη Ενάγοντα και ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένων ------------------ Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κ. Γ. Παπαθεοδώρου Για τους εναγόμενους: κα Κλ. Πολυβίου- Κραμβή ----------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει από τους εναγόμενους γενικές, τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για δυσφήμιση και/ή λίβελο και/ή συκοφαντία και/ή για ψευδείς και/ή ανακριβείς ειδήσεις ή δημοσίευμα σε βάρος του ενάγοντα, που οι εναγόμενοι κακόβουλα και/ή εσφαλμένα έκαναν ή προκάλεσαν και/ή δημοσίευσαν και/ή μετέδωσαν στις 13.3.2003 στο κύριο δελτίο ειδήσεων της τηλεόρασης του προγράμματος ΡΙΚ 1 περί τις 8.15μ.μ. καθώς και διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον και/ή παρεμποδίζον τους εναγόμενους και/ή υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή πρόσωπα ενεργούντα για λογαριασμό τους από του να δημοσιεύσουν και/ή μεταδίδουν οποιαδήποτε άλλη και/ή παρόμοια δυσφήμιση επηρεάζουσα τον ενάγοντα και/ή το επάγγελμά του, πλέον νόμιμου τόκου και εξόδων. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης ο ενάγοντας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν 56 ετών, δεόντως διορισμένος και ασκώντας την εργασία του πιστοποιούντος υπαλλήλου και το επάγγελμα του συμβούλου επί των κτηματολογικών διαδικασιών, διεκπεραίωνε διάφορες υποθέσεις αναφορικά με αγορά, μεταβίβαση, υποθήκευση ακίνητης περιουσίας και άλλες συναφείς εργασίες. Οι εναγόμενοι, έχοντας συσταθεί και λειτουργώντας δυνάμει των προνοιών του περί Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου Νόμου, Κεφ.300Α όπως τροποποιήθηκε, είναι ιδιοκτήτες και κάτοχοι ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών με έδρα τη Λευκωσία και λειτουργούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο τον τηλεοπτικό σταθμό γνωστό ως ΡΙΚ 1, το πρόγραμμα του οποίου μεταδιδόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο σε ολόκληρη την Κύπρο και το εξωτερικό με πολύ μεγάλη ακροαματικότητα. Επισημαίνεται σ' αυτό το σημείο ότι η ιδιότητα των εναγομένων όπως περιγράφηκε πιο πάνω είναι παραδεκτή εκ μέρους τους στην υπεράσπισή τους. Κατά ή περί τις 14.3.2003 οι εναγόμενοι ψευδώς και/ή εσκεμμένα και/ή κακόβουλα μετέδωσαν στην εκπομπή του κύριου νυχτερινού δελτίου ειδήσεων της τηλεόρασης του ΡΙΚ 1, περί τις 8.30μ.μ., είδηση ή δήλωση ή άρθρο ή κείμενο που αφορούσε τον ενάγοντα και που παρατίθεται αυτούσιο στην έκθεση απαίτησης ως ακολούθως: «Νέα υπόθεση πλαστογραφίας και πώλησης με πλαστά πληρεξούσια έγγραφα 15 τεμαχίων γης διερευνά η Αστυνομία. Υπό κράτηση τέθηκαν δύο άτομα. Νέα υπόθεση πλαστογραφίας κατάγγειλε στην Αστυνομία ο Χαράλαμπος Κύπρου ο οποίος είχε ορισθεί διαχειριστής της περιουσίας της μητέρας του Ελέγκως μετά τον θάνατό της το
- Είχε ανακαλύψει ότι άγνωστοι πλαστογράφησαν την υπογραφή της από το 1984 μέχρι το 1987 σε 14 πληρεξούσια έγγραφα που αφορούσαν ακίνητη περιουσία. Τα ακίνητα βρίσκονταν στα χωριά Κόρνο, Δάλι, Πυργά, Σια και Πέρα Χωρίο που ανήκουν κατά 1/6 στην Ελέγκω. Για την υπόθεση τέθησαν ήδη υπό εξαήμερη κράτηση ο Χριστάκης Γεωργίου 58 χρόνων από την Μοσφιλωτή και ο Ελευθέριος Γαλινιώτης 56 ετών από το Τσέρι. Αντιμετωπίζουν μεταξύ άλλων κατηγορίες απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και απάτης κατά την πώληση περιουσίας. Από μαρτυρία προκύπτει ότι οι δύο ύποπτοι εν γνώσει τους ότι η Ελέγκω ουδέποτε υπόγραψε τα έγγραφα προχώρησαν και πώλησαν 15 τεμάχια η αξία των οποίων ανερχόταν σε ₤26.400.- στην περίοδο που αναφέρεται να διαπράχθησαν τα αδικήματα. Σύμφωνα με την Αστυνομία στην κατάθεση του ο Γεωργίου παραδέχθηκε ότι πλαστογράφησε την υπογραφή της.» Το υπό αναφορά δημοσίευμα αναφερόταν στον ενάγοντα και έγινε αντιληπτό ότι αναφερόταν σ' αυτόν, περιέχοντας αναφορές παντελώς ψευδείς και/ή κακόβουλες ειδικότερα σε σχέση με τη γνώση του ενάγοντα ότι η Ελέγκω ουδέποτε υπέγραψε τα πληρεξούσια έγγραφα και το γεγονός ότι αυτός πώλησε 15 τεμάχια γης αξίας ₤26.
- Με το εν λόγω δημοσίευμα οι εναγόμενοι σκόπευαν να βλάψουν και έβλαψαν τον ενάγοντα στην επαγγελματική και κοινωνική του δράση καθώς και τη φήμη, το ήθος και την υπόληψή του ή και με το δημοσίευμα αυτό εκλήφθηκε ή και ήταν δυνατό να εκληφθεί ότι ο ενάγοντας ήταν εγκληματίας του κοινού ποινικού δικαίου και πλαστογράφος ή και με το δημοσίευμα σχηματίστηκε ή και ήταν δυνατό να σχηματιστεί η εντύπωση ότι ο ενάγοντας διέπραξε σοβαρό ποινικό αδίκημα επισύρον ποινή φυλάκισης ιδιαίτερα για απάτη κατά την πώληση περιουσίας ή και ότι ο ενάγοντας ήταν κοινός εγκληματίας υπό δίωξη, αξιοκατάκριτος και κοινωνικά απόβλητος. Ειδικότερα το δημοσίευμα σκόπευε ή και εκλήφθηκε ή και μπορούσε να εκληφθεί ότι ο ενάγοντας εν γνώσει του διέπραξε το κακούργημα της πλαστογραφίας, κατ' εξακολούθηση και για πολλά χρόνια πλαστογραφούσε υπογραφές άλλου προσώπου και πωλούσε ακίνητη περιουσία που δεν του ανήκε, ενώ γνώριζε ότι η ιδιοκτήτρια των ακινήτων ουδέποτε υπέγραψε τα πληρεξούσια, αυτός πιστοποιούσε ότι υπογράφηκαν από αυτήν, είναι αχρείος εγκληματίας του κοινού ποινικού δικαίου υπό δίωξη, είναι στυγνός και πορωμένος εγκληματίας ή και ότι από τις ενέργειές του προκλήθηκε απώλεια ξένης περιουσίας, είναι ένοχος εγκληματικής ή και άδικης ή και αξιοκατάκριτης ή και ατιμωτικής ή και ανέντιμης πράξης, είναι άσωτος και ανήθικος χαρακτήρας, αισχρός και επαίσχυντος πολίτης και κοινωνικά αποβλητέος καθώς και ανάξιος να είναι πιστοποιών υπάλληλος και οποιασδήποτε εμπιστοσύνης και άτομο που αποσκοπούσε με εγκληματικές πράξεις να βλάψει προσωπικά και επαγγελματικά συνανθρώπους του. Ο ενάγοντας περαιτέρω ισχυρίζεται ότι με το δημοσίευμα οι εναγόμενοι κακόβουλα σκόπευαν να αποδώσουν σ' αυτόν έγκλημα που ήταν δυνατό να επισύρει φυλάκιση επί πρώτη καταδίκη και για πλαστογραφία και απάτη κατά την πώληση περιουσίας, να βλάψουν ή να επηρεάσουν δυσμενώς την υπόληψή του, το επάγγελμά του, την εργασία του, την ενασχόληση ή τη θέση του, δηλαδή να προκαλέσουν ζημιά στην επαγγελματική του δραστηριότητα και στην κοινωνική του υπόληψη και αξιοπρέπεια ή και ότι εν πάση περιπτώσει με το εν λόγω δημοσίευμα προκλήθηκε τεράστια ζημιά στην επαγγελματική δραστηριότητα, φήμη, εμπιστοσύνη, ήθος καθώς και στην κοινωνική υπόληψη και αξιοπρέπεια του ενάγοντα, συνεπεία δε των ενεργειών και πράξεων των εναγομένων, ο ενάγοντας έχει τεθεί σε κοινή περιφρόνηση, αποστροφή, δημόσια απέχθεια και δημόσιο σκάνδαλο. Ενόψει της κακόβουλης προαίρεσης των εναγομένων, της σοβαρότητας του περιεχομένου του δημοσιεύματος και του άκρως δυσφημιστικού χαρακτήρα του, ο ενάγοντας δικαιούται σε παραδειγματικές ή και τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων επιπλέον των αποζημιώσεων για την προκληθείσα σ' αυτόν επαγγελματική και προσωπική βλάβη, χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς. Με τον ισχυρισμό, τέλος, ότι η ενέργεια των εναγομένων εμπίπτει στην έννοια του άρθρου 17
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ο ενάγοντας δικαιούται τις αναφερθείσες πιο πάνω αξιώσεις του. Με την τροποποιημένη υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι αγνοούν και αρνούνται όσα ο ενάγοντας αναφέρει για την ηλικία του και το επάγγελμά του και παραδέχονται ότι μετέδωσαν την είδηση και/ή ρεπορτάζ που έχει παρατεθεί αυτούσιο πιο πάνω. Αρνούνται όμως ότι ψευδώς και/ή εσκεμμένα και/ή κακόβουλα δημοσίευσαν και/ή μετέδωσαν και/ή κυκλοφόρησαν και/ή δημοσιοποίησαν την επίδικη είδηση ή ρεπορτάζ και ισχυρίζονται ότι από το περιεχόμενο αυτής εξάγεται ότι δεν αποτελεί δυσφήμιση εναντίον του ενάγοντα καθότι ήταν αληθής και/ή ανταποκρινόταν στα πραγματικά γεγονότα εφόσον οι εναγόμενοι παρουσίασαν ένα πραγματικό γεγονός, ότι η Αστυνομία διερευνούσε μια σοβαρή υπόθεση και στο πλαίσιο της έρευνας έγιναν δύο συλλήψεις, χωρίς να προβαίνουν σε οποιοδήποτε κακόβουλο και/ή ψευδή χαρακτηρισμό. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ήταν έντιμο σχόλιο επί θέματος δημοσίου συμφέροντος που έγινε καλόπιστα και χωρίς καμία πρόθεση δυσφήμισης του ενάγοντα όπως συνάγεται από το περιεχόμενο του δημοσιεύματος. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά είναι απόλυτα προνομιούχο δημοσίευμα καθότι αποτελούσε ακριβοδίκαιη, ακριβή και σύγχρονη αναφορά των λεχθέντων και/ή προαχθέντων και/ή επιδειχθέντων στη διάρκεια δικαστικής διαδικασίας και ειδικότερα κατά την αίτηση προσωποκράτησης εναντίον του ενάγοντα. Ειδικά σε σχέση με το θέμα του έντιμου σχολίου οι εναγόμενοι περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, που ιδρύθηκε και λειτουργεί βάσει του προαναφερθέντος Νόμου, προέβησαν στο επίδικο δημοσίευμα και/ή ρεπορτάζ που είχε ως αντικείμενο θέμα δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή τη διερεύνηση σοβαρής ποινικής υπόθεσης και ουδείς αναληθής χαρακτηρισμός αποδόθηκε στον ενάγοντα, έγινε δε αυτό με καλή πίστη και με στόχο την ενημέρωση του κοινού για ένα σοβαρό θέμα δημοσίου συμφέροντος ενόσω όλα τα στοιχεία της είδησης δόθηκαν στους εναγόμενους από την Αστυνομία. Οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι το δημοσίευμα αναφερόταν στον ενάγοντα και έγινε αντιληπτό ότι αναφερόταν σ' αυτόν αλλά δεν παραδέχονται ότι αποτελεί δυσφήμιση εν τη εννοία του Νόμου κατά του ενάγοντα, ενόψει του ότι υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά τους έχουν δικαιώματα και υποχρεώσεις που αφορούν άμεσα την ενημέρωση και πληροφόρηση του κοινού κυρίως σε σχέση με θέματα δημοσίου συμφέροντος και το επίδικο τηλεοπτικό πρόγραμμα έγινε εντός του πλαισίου των εν λόγω αρμοδιοτήτων τους. Με περαιτέρω άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα σε σχέση με τη δυσφήμιση που τους αποδίδει, οι εναγόμενοι αρνούνται όλες τις αξιώσεις του στην παρούσα αγωγή. Με την τροποποιημένη απάντηση του ενάγοντα στην τροποποιημένη υπεράσπιση των εναγομένων, απορρίπτονται οι ισχυρισμοί των τελευταίων και προβάλλεται περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι δεν ήταν καλόπιστοι κατά την απόδοση του επίδικου δημοσιεύματος λόγω του ότι αδιαφόρησαν για την αλήθεια των μεταδοθέντων από αυτούς και παρέλειψαν να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα πρόσφορα ή εύλογα για την εξακρίβωσή της. Το υπό κρίση δημοσίευμα δεν περιέχει σχολιασμό, ούτε και ακριβή αναφορά του τι λέχθηκε στη δικαστική διαδικασία αλλά απομονώθηκαν ορισμένες επιβαρυντικές για τον ενάγοντα αναφορές και δημοσιεύτηκαν με τέτοιο τρόπο που απέδιδαν ενοχή στον ενάγοντα, στον οποίο δεν δόθηκε ευκαιρία να εκφέρει τις απόψεις του επ' αυτού, δεδομένου μάλιστα ότι κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο δεν προέκυψε τελικά ούτε και αντιμετώπισε αυτός οποιαδήποτε κατηγορία συνεπεία της διαδικασίας προσωποκράτησης. Αντίθετα με όσα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, κακόβουλα και/ή σκόπιμα δεν δημοσίευσαν, αφαίρεσαν και απέκρυψαν το γεγονός ότι κατά τη δικαστική διαδικασία ο Χριστάκης Γεωργίου παραδέχθηκε ότι διέπραξε τις διερευνώμενες πλαστογραφίες καθώς και ότι τα χρήματα από την πώληση των τεμαχίων τα έπαιρνε ο ίδιος αποκλείοντας τον ενάγοντα. Μοναδικός μάρτυρας στην υπόθεση ήταν ο ενάγοντας, ο οποίος υποστήριξε ενόρκως τη θέση του και ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η επίδικη είδηση του προκάλεσε τρομακτικές ζημιές και συγκεκριμένα ότι διετέλεσε κρατούμενος στα αστυνομικά κρατητήρια για έξι ημέρες, ένα μήνα μετά την απελευθέρωση του δεν τολμούσε να πάει στην εργασία του και δεν είχε κανένα εισόδημα ενώ αισθανόταν ντροπιασμένος αφού όλος ο κόσμος μιλούσε γι' αυτόν και τον θεωρούσαν εγκληματία, μέχρι τις θερινές διακοπές του 2003 οι πελάτες του στο χώρο του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, όπου μεταξύ των καθημερινών εργασιών που προσέφερε ήταν η ετοιμασία ή και πιστοποίηση πληρεξουσίων εγγράφων, προσποιούνταν ότι δεν τον έβλεπαν με αποτέλεσμα να μειωθούν τα εισοδήματα του για ένα χρόνο σχεδόν, ενώ δεν τολμούσε να πάει ούτε στο καφενείο του χωριού του στο Τσέρι όπου προηγουμένως σύχναζε κάθε βράδυ και μέχρι και σήμερα στο χωριό του τον ρωτούν αν δικάστηκε και πότε η υπόθεση του για τα χωράφια που είπε το ΡΙΚ. Καταθέτοντας ως Τεκμήριο 1 τη μαρτυρία του Λοχία 636 Ι.Γιωρκάτζιη, που περιέχει όσα αναφέρθηκαν από τον μάρτυρα αυτό στο Δικαστήριο κατά τη διαδικασία προσωποκράτησης, ως Τεκμήριο 2 την επιστολή ανάκλησης του διορισμού του ως πιστοποιούντος υπαλλήλου ημερομηνίας 7.1.2004 του Υπουργού Εσωτερικών και ως Τεκμήριο 3 την επιστολή ακύρωσης της ανάκλησης του διορισμού του ημερομηνίας 5.10.2004 οπότε και επανήρχισε να ασκεί τα καθήκοντα του πιστοποιούντος υπαλλήλου, ο ενάγοντας υποστήριξε ότι καμία παρανομία δεν διέπραξε και εφόσον σύμφωνα με το σχετικό νόμο είχε δικαίωμα να πιστοποιήσει την υπογραφή της Ελέγκως Χωματένου που δεν υπέγραψε ενώπιον του εφόσον ικανοποιείτο με άλλη μαρτυρία ότι ήταν η υπογραφή αυτής αλλά και δεν του απαγγέλθηκε καμία κατηγορία για το θέμα αυτό, ενέμεινε στην αξίωση του εναντίον των εναγομένων. Οι συνήγοροι αγορεύοντας με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα. Ο κ. Παπαθεοδώρου εισηγήθηκε ότι το επίδικο δημοσίευμα αποδείχθηκε ότι ήταν δυσφημιστικό για τον ενάγοντα και οι υπερασπίσεις των εναγομένων δεν είναι βάσιμες υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης σε αντίθεση με την κα. Πολυβίου που υπέδειξε ότι ακόμη και αν το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, που δεν το αποδέχονται οι εναγόμενοι, οι υπερασπίσεις του απόλυτου προνομίου, της αλήθειας και του εύλογου ή έντιμου σχολίου επί θέματος δημοσίου συμφέροντος θα πρέπει να οδηγήσουν σε απόρριψη της υπό κρίση αγωγής εναντίον των εναγομένων. Ως προς τη νομική πτυχή, τα σχετικά με τη δυσφήμιση άρθρα του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, είναι τα άρθρα 17 - 24. Σύμφωνα με τη νομολογία, σε αγωγές δυσφήμισης κρίνεται από το Δικαστήριο κατά πόσο στοιχειοθετείται το αδίκημα της δυσφήμισης με βάση την αντικειμενική εξέταση και ερμηνεία του επίδικου κειμένου καθώς και την έννοια του συνόλου του κατά την αντίληψη του μέσου, συνηθισμένου λογικού ανθρώπου (βλ. Κουτσού ν. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 1198). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου, Πολ. Εφ. Αρ. 12139, ημερ. 12.7.2007, κατά την εξέταση υποθέσεων δυσφήμισης, το Δικαστήριο πρέπει να προστατεύσει και να εξισορροπήσει δύο σημαντικά δικαιώματα, το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης που κατοχυρώνεται από το άρθρο 19 του Συντάγματος και από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αφενός και του δικαιώματος της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου που προστατεύεται από το άρθρο 2 της Σύμβασης και πιθανό να περιλαμβάνεται στο ευρύτερο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής που προστατεύεται από το άρθρο 15 του Συντάγματος και από το άρθρο 8 της Σύμβασης αφετέρου. Θα πρέπει να υπάρχει μια αναλογία μεταξύ των δύο δικαιωμάτων και το Δικαστήριο να διερωτάται σε κάθε δεδομένη περίπτωση κατά πόσο η προστασία της φήμης του επηρεαζόμενου προσώπου είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, η οποία έχει το δικαίωμα της πληροφόρησης αναφορικά με ζητήματα δημοσίου ή γενικού ενδιαφέροντος και η οποία εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να δείχνει την απαραίτητη ανοχή και ανεκτικότητα στις αντίθετες απόψεις. Σύμφωνα πάντα με την εν λόγω απόφαση, η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο το Δικαστήριο αναγνωρίζει υψηλή αξία. Με αναφορά στην υπόθεση Barfod v. Denmark, App. No. 11508/85, Ser. A. vol. 149
(1991)13 E.H.R.R. 493, παρ. 29, τονίστηκε ότι η έννοια της αναλογικότητας εξυπακούει ότι το Δικαστήριο για να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ των ανταγωνιστικών συμφερόντων δεν πρέπει να παραγνωρίσει τη μεγάλη σημασία της μη αποθάρρυνσης του κοινού από του να εκφράζει τη γνώμη του πάνω σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος, λόγω φόβου ποινικών ή άλλων κυρώσεων. Αναφορικά με την υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου σύμφωνα με το άρθρο 20
(1)(ζ) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος, είναι απόλυτα προνομιούχα όταν, μεταξύ άλλων, το δημοσίευμα στην πραγματικότητα είναι ακριβοδίκαιη, ακριβής και σύγχρονη αναφορά όσων λέχθηκαν, πράχθηκαν ή επιδείχθηκαν σε δικαστική διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου και το Δικαστήριο δεν απαγόρευσε τη δημοσίευση αυτή. Για να είναι ένα δημοσίευμα ακριβοδίκαιο και ακριβές, δεν είναι αναγκαίο να αποτελεί verbatim καταγραφή αλλά αρκεί να δίνει μια σωστή και δίκαιη εντύπωση σχετικά με το τι διεξήχθη και να αποτελεί μια αντιπροσωπευτική σύνοψη όσων διαδραματίστηκαν. Αν υπάρχουν μικρές ανακρίβειες ή παραλείψεις είναι επουσιώδες σε περίπτωση που η αναφορά είναι ουσιωδώς ακριβής καταγραφή όσων έλαβαν χώρα (βλ. σύγγραμμα GATLEY ON LIBEL AND SLANDER, 8η έκδοση, παραγρ. 604 - 605, σελ. 257 - 258). Ως προς δε το σύγχρονο της αναφοράς ερμηνεύεται ότι το δημοσίευμα θα πρέπει να έγινε σε χρόνο εύλογα δυνατό κοντά στη διαδικασία που έλαβε χώρα (βλ. σύγγραμμα GATLEY ON LIBEL AND SLANDER, 9η έκδοση, παραγρ. 13.13, σελ. 312). Ως προς την υπεράσπιση της αλήθειας σύμφωνα με το άρθρο 19(α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, για να επιτύχει θα πρέπει να αποδειχθεί από τον εναγόμενο ότι όσα καταλογίστηκαν στον ενάγοντα είναι αληθή όσον αφορά την ουσία του δημοσιεύματος. Σύμφωνα δε με το άρθρο 19(β) του ίδιου Νόμου για να επιτύχει η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου επί θέματος δημοσίου συμφέροντος θα πρέπει να αποδειχθεί ότι οι επίδικες λέξεις αποτελούν σχόλιο κατά την αντίληψη του εναγόμενου και όχι δήλωση επί γεγονότων, ότι αποτελούν έντιμο ή εύλογο σχολιασμό που αντικειμενικά γίνεται σε γεγονότα ορθά διατυπωμένα και ότι αποτελούν σχολιασμό επί θέματος δημοσίου συμφέροντος (βλ. Ετ. Δημοσιογρ. Χ.Σ.Λ. Λτδ κ.α. ν. Φιλίππου (Φαλκονέττι)
(1998)1(Β) ΑΑΔ 958 και σύγγραμμα GATLEY ON LIBEL AND SLANDER, 8η έκδοση, παραγρ. 705 επ., σελ. 297 επ.). Πριν την αξιολόγηση της υπάρχουσας μαρτυρίας στην υπό κρίση υπόθεση επισημαίνεται ότι κατά την αντεξέταση του ο ενάγοντας αποδέχθηκε ότι η Αστυνομία κατά τον επίδικο χρόνο διερευνούσε υπόθεση πλαστογραφίας και πώλησης ακίνητης περιουσίας με πλαστά πληρεξούσια και είχε συλληφθεί ο Χριστάκης Γεωργίου και ο ίδιος μετά από θεληματική κατάθεση που έδωσε στις 13.3.2003. Δέχθηκε ότι είχε πιστοποιήσει τα πληρεξούσια κάποια των οποίων είχε υπογράψει η Ελέγκω στην παρουσία του, αλλά δεν έκανε ο ίδιος τις πωλήσεις και με βάση τη μαρτυρία της Αστυνομίας που περιέχεται στο Τεκμήριο 1 μετά από αίτηση προσωποκράτησης τέθηκε υπό εξαήμερη κράτηση. Δεν κατηγορήθηκε για οποιοδήποτε από τα αδικήματα που διερευνούσε η Αστυνομία. Η πιστοποίηση υπογραφών σε έγγραφα που σχετίζονται με αγοραπωλησία γης εμπεριέχει μεγάλη ευθύνη του πιστοποιούντος υπαλλήλου, ο οποίος πρέπει να είναι έντιμος και αρκετά προσεκτικός. Δεν έχει ζητήσει από τους εναγόμενους με επιστολή του να διορθώσουν τον κατ' ισχυρισμό του λίβελο που έχουν δημοσιεύσει. Θεωρεί ότι το δημοσίευμα δεν είναι η πραγματικότητα. Αξιολογώντας την υπάρχουσα μαρτυρία έχοντας την υπόψη μου στο σύνολο της, πρέπει αρχικά να λεχθεί ότι, όπως είναι παραδεκτό εκ μέρους των εναγομένων, αυτοί δημοσίευσαν το δημοσίευμα που παρατέθηκε αυτούσιο πιο πάνω και αυτό αφορούσε τον ενάγοντα, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ασκούσε το επάγγελμα του πιστοποιούντος υπαλλήλου, όπως έμεινε αναμφισβήτητο. Είναι, επίσης, αναντίλεκτο ότι η Αστυνομία διερευνούσε υποθέσεις πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, απάτης κατά την πώληση περιουσίας, εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις και δόλιας διάθεσης περιουσίας από επίτροπο εμπιστεύματος κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, που διαπράχθηκαν μεταξύ των ετών 1984-1987 (βλ. Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με το αναμφισβήτητο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, το οποίο κατέθεσε ο ενάγοντας, οι διερευνώμενες πλαστογραφίες αφορούσαν την υπογραφή της Ελέγκως Χωματένου σε 13 πληρεξούσια έγγραφα που βρίσκοντο στους φακέλους του Κτηματολογίου βάσει των οποίων έγιναν μεταβιβάσεις ακινήτων που ανήκαν κατά το 1/6 μερίδιο στην Ελέγκω. Οι ανακριτικές εξετάσεις, που άρχισαν μετά από καταγγελία του γιου της Ελέγκως μετά τον θάνατο της, οδήγησαν στη σύλληψη του πρώτου υπόπτου, Χριστάκη Γεωργίου, ο οποίος σε θεληματική του κατάθεση παραδέχθηκε ότι πλαστογράφησε την υπογραφή της Ελέγκως και ότι έπαιρνε ο ίδιος τα χρήματα από το μερίδιο της. Στις 13.3.2003 κλήθηκε για κατάθεση ο δεύτερος ύποπτος, ο ενάγοντας, ο οποίος προέβη σε θεληματική κατάθεση όπου παραδέχθηκε ότι πιστοποίησε τα 13 πληρεξούσια χωρίς να υπογράψει η Ελέγκω στην παρουσία του και συνελήφθη με δικαστικό ένταλμα την ίδια ημέρα. Όπως αναφέρεται κατά λέξη στην τρίτη σελίδα του Τεκμηρίου 1: «Από τις μαρτυρίες που υπάρχουν προκύπτει ότι, οι δύο ύποπτοι εν γνώσει τους ότι η Ελέγκω ουδέποτε υπέγραψε τα υπό αναφορά πληρεξούσια προχώρησαν στην πώληση 15 τεμαχίων αξίας τότε ₤26.400, με βάση αυτά τα πληρεξούσια.» Μετά από αναφορά του ανακριτικού έργου που έγινε και επρόκειτο να γίνει και των κινδύνων που εγκυμονούσε η απόλυση των υπόπτων ζητήθηκε από το Δικαστήριο εκ μέρους του αστυνομικού ανακριτή η προσωποκράτηση τους. Όπως είναι κοινώς αποδεκτό από τους διαδίκους, εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης για έξι ημέρες εναντίον και των δυο υπόπτων και ο ενάγοντας τέθηκε υπό εξαήμερη κράτηση. Όπως διαφαίνεται στο επίδικο δημοσίευμα που παρατέθηκε αυτούσιο στις σελίδες 2 και 3 της παρούσας απόφασης, αυτό αποτελεί σύνοψη των όσων ανέφερε ο εξεταστής της υπόθεσης κατά την διαδικασία προσωποκράτησης των δυο υπόπτων, βάσει του Τεκμηρίου 1, που διεξήχθη σε δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου. Αυτό συνάγεται από την απλή αντιπαραβολή των δυο κειμένων. Η θέση του ενάγοντα κατά την αντεξέταση του ότι δεν είναι η πραγματικότητα όσα λέχθηκαν από την Αστυνομία προφανώς δεν αφορά το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος αλλά κατά την δική του αντίληψη τους ισχυρισμούς που τέθηκαν από τον ανακριτή ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την διαδικασία της προσωποκράτησης και αφορούν τον ίδιο. Είναι πρόδηλο, επίσης, ότι στο δημοσίευμα δεν γίνεται αναφορά ότι κατηγορήθηκε ο ενάγοντας για τα διερευνώμενα αδικήματα όπως και ο ίδιος επανειλημμένα ανέφερε κατά την μαρτυρία του. Αναφέρθηκε όμως σαφώς ότι ο ενάγοντας τέθηκε υπό κράτηση, όπως και ο Χριστάκης Γεωργίου, ο οποίος παραδέχθηκε ότι πλαστογράφησε την υπογραφή της Ελέγκως. Στο υπό κρίση δημοσίευμα αναφέρθηκε ξεκάθαρα ότι ο ενάγοντας ήταν ύποπτος σε σχέση με τα διερευνώμενα αδικήματα και δεν μπορούσε να δημιουργηθεί οποιαδήποτε άλλη εντύπωση στο συνηθισμένο άνθρωπο, όπως εισηγήθηκε ο κ. Παπαθεοδώρου. Δεν θα συμφωνήσω, ακόμη, με την εισήγηση του κ. Παπαθεοδώρου ότι με το επίδικο δημοσίευμα καταστρατηγείται το τεκμήριο της αθωότητας καθότι δεν αποδόθηκε ενοχή στον ενάγοντα δεδομένου ότι ήταν σαφές από αυτό ότι η Αστυνομία διερευνούσε την υπόθεση συλλέγοντας μαρτυρία κατόπιν της καταγγελίας του γιου της Ελέγκως, ο δε ανακριτής είχε αναφερθεί στην υπάρχουσα μαρτυρία, όπως και στο δημοσίευμα αναφέρθηκε. Συνεπώς και με δεδομένο ότι ο ενάγοντας έχει αποδεχθεί ότι διεξήχθη η διαδικασία προσωποκράτησης εναντίον του και ό,τι ελέχθη σ' αυτήν περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 1, οι ισχυρισμοί του ότι το επίδικο δημοσίευμα περιείχε ψευδείς και ή κακόβουλες ή κακή τη πίστει αναφορές των εναγομένων με πρόθεση να τον βλάψουν επαγγελματικά και κοινωνικά δεν μπορούν να ευσταθήσουν. Η ιδιότητα των εναγομένων ως λειτουργούντων τηλεοπτικό σταθμό με μεγάλη ακροαματικότητα στην Κύπρο και στο εξωτερικό και η μετάδοση από αυτούς ειδήσεων δημοσίου ενδιαφέροντος είναι αναμφισβήτητη. Την ιδιαίτερη δε σημασία των εγγράφων που λόγω των καθηκόντων του ο ενάγοντας πιστοποιούσε, την δέχθηκε και ο ίδιος συμφωνώντας ότι ο πιστοποιών υπάλληλος πρέπει να είναι έντιμος και προσεκτικός εφόσον πιστοποιεί υπογραφές σε έγγραφα που σχετίζονται με ζητήματα μεγάλης σημασίας και ειδικότερα αγοραπωλησίες γης που αφορούν αρκετά χρήματα. Αναμφίβολα, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, το επίδικο δημοσίευμα, ακόμη και αν μπορούσε να θεωρηθεί δυσφημιστικό, αποτελούσε ακριβοδίκαιη και ακριβή αλλά και σύγχρονη αναφορά των λεχθέντων ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την διαδικασία προσωποκράτησης εναντίον του ενάγοντα που διεξήχθη κατά την ίδια ημέρα. Συνεπώς η υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου επιτυγχάνει και η αγωγή πρέπει να απορριφθεί συνεπεία αυτού. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου δεν τίθεται θέμα εξέτασης της απαίτησης αποζημιώσεων του ενάγοντα ούτε και θα μπορούσε να κριθεί θέμα βλάβης του ενάγοντα υπό τα προαναφερθέντα δεδομένα. Επισημαίνεται σ' αυτό το σημείο ότι όπως περιήλθε σε γνώση του Δικαστηρίου από τις δικαστικές αποφάσεις, στις οποίες παρέπεμψε η κα. Πολυβίου, είχαν γίνει και άλλα παρόμοια δημοσιεύματα για τα οποία ο ενάγοντας κατεχώρησε αγωγές, γεγονός που δεν αποκάλυψε κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Αποδυναμώνεται ως εκ τούτου η θέση του ενάγοντα για βλάβη και ζημιές που υπέστη από την επίδικη δημοσίευση του ΡΙΚ, όπως ισχυρίστηκε, ενόσω μάλιστα είναι πρόδηλο ότι διετέλεσε κρατούμενος συνεπεία της έκδοσης του διατάγματος προσωποκράτησης και όχι λόγω του υπό κρίση δημοσιεύματος. Καταληκτικά, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. ........... Λ. Καουτζάνη, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο