MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. Χαράλαμπου Χριστοφή Μιχαήλ κ.α., Αρ. Aγωγής: 5864/08, 22.12.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A255 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 5864/08 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, από τη Λευκωσία Αιτητών -και-
- Χαράλαμπου Χριστοφή Μιχαήλ
- Μιχαλάκη Μιχαήλ Χατζηπαναγή
- Πέτρου Αντωνάκη Πετρούτσιος Καθ΄ ων η Αίτηση --------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 17.10.08 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22.12.08 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Φράγκου Για Καθ΄ ου η Αίτηση: Δ. Παυλίδης ------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο εναγόμενος 1 την 14.9.07 υπέγραψε συμφωνία ενοικιαγοράς ενός αυτοκινήτου με την εγγύηση των εναγομένων 1 και
- Το ποσό της χρηματοδότησης ήταν 56,542.15 ευρω, πλέον δικαιώματα ενοικιαγοράς 13,994.18, πληρωτέο με 60 μηνιαίες δόσεις εκ 1,775.62 ευρω εκάστης αρχομένης της πρώτης δόσης την 31.10.
- Ο εναγόμενος κατέβαλε σε διάφορες ημερομηνίες το συνολικό ποσό των 3,397.67 και όφειλε τις δόσεις από την 31.12.07 (μέρος) μέχρι και την 31.8.08, οπότε οι ενάγοντες την 29.9.08 τερμάτισαν το ρηθέν συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω εξέλιξης, οι ενάγοντες την 15.10.08 ήγειραν την τίτλω αγωγή για αποζημιώσεις πηγάζουσες από τη σχετική συμφωνία, και επιπρόσθετα αξιώνουν διάταγμα παράδοσης του επιδίκου αυτοκινήτου ώστε να πωληθεί δια δημοσίου πλειστηριασμού προς αποπληρωμή των απαιτήσεων. Στη συνέχεια, την 17.10.08 επιδίωξαν μονομερώς με σχετική αίτηση τους την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον εναγόμενο 1 να τους παραδώσει το επίδικο αυτοκίνητο για να το φυλάξουν και να το συντηρήσουν μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Το νομικό βάθρο της αίτησης στηριζόταν στο Κεφ. 6, αρ. 4 και 7 στη Δ.48 1-3, 8 και 9 και στο αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/
- Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου τέθηκε η αίτηση, διέταξε όπως αυτή επιδοθεί στον εναγόμενο
- Πολύ περιληπτικά οι αιτητές στην συνοδεύουσα την αίτηση τους ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου, υπαλλήλου των εναγόντων, γίνεται αναφορά στο πιο πάνω ιστορικό και τη συμφωνία ενοικιαγοράς. Αναφέρει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και υπάρχει μεγάλη πιθανότητα οι ενάγοντες να δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες. Πρόκειται για αυτοκίνητο μεγάλης αξίας και η συνεχής χρήση του από τον εναγόμενο το αφήνει εκτεθειμένο σε κινδύνους που δυνατόν να προκαλέσουν ζημιά ή τη καταστροφή του. Οποιαδήποτε μείωση της αξίας του που θα προέλθει από φθορά, ζημιά, απώλεια ή καταστροφή του, θα στερήσει τους ενάγοντες τη πιθανότητα να εκτελέσουν τυχόν απόφαση προς όφελος τους. Ο μόνος τρόπος διασφάλισης των δικαιωμάτων τους είναι η κατάσχεση και/ή η ασφάλιση του αυτοκινήτου για τη διατήρηση και προστασία του, που αποτελεί περιουσιακό στοιχείο των αιτητών. Αν δεν εκδοθεί το διάταγμα οι ενάγοντες θα παραμείνουν εκτεθειμένοι γιατί οι αποζημιώσεις που απαιτούν δεν είναι εξασφαλισμένες με οιονδήποτε τρόπο. Επίσης ο εναγόμενος μπορεί να το αποξενώσει ή να το καταστρέψει και οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Ως εκ τούτου είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ο καθ΄ ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση και είναι η θέση του ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε και συντρέχει επείγον στην έκδοση του διατάγματος. Το αίτημα συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας γιατί η αίτηση καταχωρήθηκε αρκετές ημέρες μετά την καταχώριση της αγωγής. Επί της ουσίας των γεγονότων είναι η εκδοχή του ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε και πιθανότητα επιτυχίας των αιτητών. Κανένας λόγος δεν προβάλλεται που να δικαιολογεί το αιτούμενο διάταγμα, ενώ πλήρης δικαιοσύνη μπορεί να δοθεί και σε μεταγενέστερο στάδιο με τη πληρωμή αποζημιώσεων στους ενάγοντες αιτητές, σε περίπτωση επιτυχίας τους στην αγωγή. Η κα Φράγκου για τους αιτητές στην γραπτή της αγόρευση αναφέρθηκε στις αρχές που τάσσει η νομολογία για την έκδοση ενός διατάγματος και ήταν η θέση της ότι στην παρούσα υπόθεση συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις, σε αντίθεση με τον Παυλίδη που εισηγήθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αφού οι ενάγοντες κίνησαν την διαδικασία μετά από 10 μήνες από την καθυστέρηση πληρωμής των δόσεων. Ήταν ακόμα η θέση του, ότι ο καθ' ου η αίτηση, ως εκ της φύσεως της συμφωνίας είναι συνιδιοκτήτης επί του τίτλου του αυτοκινήτου, ενώ υπάρχει πλήρης ασφαλιστική κάλυψη. Δεν αναφερθώ σε όσα επί μέρους ανέπτυξαν οι δύο πλευρές, όπου χρειαστεί όμως θα γίνει ειδική αναφορά στη συνέχεια. Είναι νομολογημένο ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου η επανάληψη των οποίων κρίνεται αχρείαστη. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων από μόνη της δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557, Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2029). Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980). Παρεμβάλλω ότι ως είναι γνωστό, η ακρόαση των αιτήσεων διέπεται από τη Δ.48 θ.4. Σύμφωνα με τη διαταγή αυτή δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά η ακρόαση γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο (Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 218). Υποδεικνύω πως ο καθ΄ ου η αίτηση δεν αμφισβητήθηκε σε όσα ορκίστηκε αφού δεν αντεξετάστηκε. (Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά
(2006)1 Α.Α.Δ. 1013 υπεδείχθη ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Έχει επίσης τονιστεί (Κυρίλλου ανωτέρω), ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των τασσόμενων κριτηρίων. Έτσι η κρίση του Δικαστηρίου περί του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία θα κριθεί μέσα στο πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, και έχοντας κατά νου βέβαια ότι το βάρος απόδειξης να ικανοποιήσει τις τασσόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις παραμένει σε εκείνον που επιζητά την έκδοση του διατάγματος. Πριν προχωρήσω στην επί μέρους εξέταση των διαφόρων θεμάτων, θεωρώ πως πρέπει να γίνει μια παρατήρηση εν σχέση με την ουσία του επιζητουμένου διατάγματος. Η αίτηση καθώς λέχθηκε στηρίζεται στο άρθρο 4 του Κεφ.6. Είναι βέβαια ορθό ότι το άρθρο 4 του Κεφ.6 αφορά την έκδοση διαταγμάτων που αφορούν το αντικείμενο της αγωγής. Εκφράζω όμως επιφυλάξεις κατά πόσο παρέχεται εξουσία για την κατάσχεση του αντικειμένου της αγωγής εκκρεμούσης της αγωγής, και την παράδοση του στους αιτητές, με τον τρόπο που το επιδιώκουν οι ενάγοντες, ως εισηγείται η κα Φράγκου στην αγόρευση της, αλλά εκείνο που προνοείται είναι μεταξύ άλλων η μεσεγγύηση, με τον τρόπο και στην έκταση με την οποία ρυθμίζεται από τις πρόνοιες των εδαφίων 2 και 3 του άρθρου 4. Αν από την άλλη το επιδιωκόμενο αίτημα είναι για τον περιορισμό του αυτοκινήτου (detention), παραπέμπω στην υπόθεση Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14, στην οποία έκαμε αναφορά και η κα Φράγκου, που το δικαστήριο, αρχικά, διέταξε όπως το επίδικο αυτοκίνητο παραμείνει υπό την φύλαξη του Κοινοτάρχη της Έγκωμης και όχι να παραδοθεί προς φύλαξη στους ενάγοντες. Αργότερα τροποποιήθηκε ώστε να δοθεί στον εναγόμενο με όρους. Θα επανέλθω απ' αυτού στη συνέχεια. Με αυτό ως δεδομένο θεωρώ πως στη βάση του άρθρου 4 του Κεφ.6 δεν μπορεί να εκδοθεί το διάταγμα με τον τρόπο που το επιζητούν οι αιτητές. Για τους ίδιους λόγους κρίνω πως ούτε κάτω από τις ευρύτερες πρόνοιες του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60μπορεί να περισωθεί η κατάσταση, εν όψει ακριβώς της μορφής του αιτούμενου διατάγματος. Παρά ταύτα, και αν ήθελε κριθεί εσφαλμένη η πιο πάνω διαπίστωση, θα προχωρήσω να εξετάσω το αίτημα υπό το φως των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο κατά ένα τρόπο και σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην παρούσα υπόθεση η πρώτη προϋπόθεση κρίνω πως ικανοποιείται με την έννοια ότι η βάση της αγωγής στηρίζεται επί παραβάσεως των συμφωνηθέντων επί συμβάσεως ενοικιαγοράς και στην καθυστέρηση καταβολής των συμφωνηθέντων δόσεων. Εξετάζοντας το κριτήριο αυτό με τη δύναμη της υπόθεσης των αιτητών, λαμβάνοντας υπόψη όσα εξέθεσαν οι αιτητές, συνεκτιμούμενα υπό το πρίσμα της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ικανοποιείται και το δεύτερο κριτήριο που τάσσει η νομολογία. Άλλωστε και ο καθ ου' η αίτηση, επί των θεμάτων αυτών, πέραν της γενικής άρνησης δεν πρόβαλε κάποιο θετικό ή άλλο αντίθετο ισχυρισμό. Οι κρίσεις αυτές δεν αποτελούν ευρήματα, αλλά μια γενική θεώρηση των εκατέρωθεν θέσεων συνεκτιμούμενη με το υλικό που παρουσιάστηκε, ουσιαστικά από τους αιτητές, ώστε ανιχνευόμενες στον επιτρεπτό βαθμό, να κριθεί αν αναδύεται εκ πρώτης όψεως αρκετό υλικό για τους σκοπούς της ενδιάμεσης διαδικασίας, που είναι σε τελική ανάλυση οι σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας υπάρξεως του ουσιαστικού δικαιώματος του αιτητή και όχι η απόδειξη του. (Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). Και είναι συνεπώς η κρίση του δικαστηρίου ότι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει και το κριτήριο αυτό. Το επόμενο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι αν με την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο με την έννοια της ανεπανόρθωτης ζημιάς. Το ζήτημα αυτό εγείρεται από τους αιτητές, όχι ως προς την αδυναμία αποτίμησης της ζημιάς που θα υποστούν στο μέλλον, αφού αυτή σε κάθε περίπτωση είναι δεδομένη και αρκούντως καταγράφεται και αναλύεται στην έκθεση απαίτησης ( βλπ Parico ανωτέρω), αλλά όπως το θέτει η κα Φράγκου στην αγόρευση της, υπάρχει ο κίνδυνος πρόκλησης ζημιάς στο αυτοκίνητο με αποτέλεσμα, αν οι ενάγοντες επιτύχουν, να αδυνατούν να εκτελέσουν την απόφαση. Συναφώς προς τούτο συμπλέκονται εισαγόμενα και άλλα ζητήματα. Ως για παράδειγμα ότι το επίδικο αυτοκίνητο είναι μεγάλης αξίας, και ως εκ τούτου να διαταχθεί ο καθ' ου η αίτηση να το ασφαλίσει έναντι παντός κινδύνου, και να παράσχει εγγύηση ίση με το ύψος της αξίας του. Και τέλος διάταγμα που να απαγορεύει στον καθ' ου η αίτηση να το αποξενώσει και να το μεταβιβάσει. Παρεμβάλλω πάντως ότι πέραν της διαταγής για πλήρη ασφάλιση του αυτοκινήτου, τα υπόλοιπα δεν επιδιώκονται με την αίτηση, ούτε και υποστηρίζονται με την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Σημειώνω όμως τη δήλωση του κ. Παυλίδη, ότι ο καθ' ου η αίτηση έχει ασφαλίσει το επίδικο αυτοκίνητο έναντι παντός κινδύνου, καθώς και το γεγονός ότι οι ενάγοντες είναι συνιδιοκτήτες επί του τίτλου του, χωρίς να αντιταχθεί οτιδήποτε επί τούτου από την κα Φράγκου. Ειδικά επί της ασφάλισης του αυτοκινήτου, σχετικός είναι ο όρος 2 (η) της επιδίκου συμφωνίας, τεκμήριο στην ένορκη δήλωση των αιτητών, και στη σχετική υποχρέωση του εναγομένου αλλά και στο δικαίωμα των εναγόντων, σε περίπτωση παράλειψης του εναγομένου, να πληρώνουν οι ίδιοι το ασφάλιστρο. Και οι αιτητές δεν αναφέρουν κατά πόσο τηρήθηκαν οι όροι του συμβολαίου. Ως προς δε το θέμα της μεταβίβασης του αυτοκινήτου, συμπλεκόμενο θα έλεγα με κάποιο τρόπο και με το θέμα της ασφάλισης, σχετικός είναι ο όρος 7 του συμβολαίου, ότι οι ενάγοντες θα διατηρούν απόλυτη ιδιοκτησία επί των αγαθών και ο εναγόμενος κανένα δικαίωμα ή συμφέρον θα έχει επ' αυτών. Οπότε, οι ενάγοντες ως ιδιοκτήτες έχουν κάθε δικαίωμα να το ασφαλίσουν, ενώ από την άλλη, κίνδυνος μεταβίβασής του εκ μέρους του εναγομένου δεν τίθεται. Αλλά και αν ακόμα ο εναγόμενος είναι συνιδιοκτήτης με τους ενάγοντες ως ανέφερε ο κ. Παυλίδης, σημειώνω πάντως πως καμία πλευρά δεν παρουσίασε τον τίτλο του επιδίκου αυτοκινήτου, και ότι υπάρχει προς αυτή την κατεύθυνση είναι η αόριστη αναφορά του ομνύοντος για τους αιτητές, ότι το αυτοκίνητο αποτελεί περιουσιακό στοιχείο των εναγόντων, και πάλι, κίνδυνος μεταβίβασης δεν υπάρχει χωρίς την προηγουμένη έγκριση των εναγόντων. Αυτά καθόσον αφορά τις εισηγήσεις των δύο πλευρών. Το πραγματικό όμως υπόβαθρο της αίτησης εντοπίζεται στην ένορκη δήλωση των αιτητών. Και κυρίως στη παράγραφο 7 και 8. Το αυτοκίνητο είναι μεγάλης αξίας και η συνεχής χρήση του από τον εναγόμενο το αφήνει εκτεθειμένο σε κινδύνους φθοράς, ζημιάς και απώλειας ή και καταστροφής με αποτέλεσμα να τους στερήσει τη πιθανότητα εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης. Το στοιχείο αυτό αντισταθμίζεται βεβαίως με όσα έχουν λεχθεί ως προς την πλήρη ασφαλιστική κάλυψη του αυτοκινήτου. Υπενθυμίζω πάντως πως στην υπόθεση Bhimjiyani ανωτέρω, που να σημειώσω ότι, τόσο η κατοχή όσο και η ιδιοκτησία του αυτοκινήτου ήταν υπό αμφισβήτηση, υπεδείχθη ότι ήταν ανοικτό στο δικαστήριο, ακόμα και χωρίς προς τούτο μαρτυρία, να λάβει δικαστική γνώση ότι η ακινητοποίηση του αυτοκινήτου εκκρεμούσης της διαδικασίας μπορούσε να επιφέρει μείωση της αξίας του γιατί θα χειροτέρευε ( deterioration) τη κατάσταση του. Συναφές προς τούτο, είναι και το γεγονός ότι οι αιτητές, παρά την ισχυριζομένη καθυστέρηση καταβολής δόσεων εκ μέρους του εναγομένου 1 από την 31.12.07, τερμάτισαν τη συμφωνία εννέα μήνες μετά, χωρίς να φαίνεται να τους απασχόλησε η χρήση του αυτοκινήτου από τον καθ' ου η αίτηση, και οι τυχόν ισχυριζόμενες συνέπειες που πιθανό να προέκυπταν από αυτή, καθόλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής. Τέλος στην υπόθεση Κούνουνα ν. C & A Simonos Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1361 επιδιώχθηκε μεταξύ άλλων διάταγμα που να εμποδίζει τους καθ' ων η αίτηση να προκαλούν ζημιές στα επίδικα μηχανήματα, και υπεδείχθη ότι δεν υπήρχε λόγος να εκδοθεί διάταγμα για το αυτονόητο, ότι δηλαδή δεν είχαν δικαίωμα να προκαλούν ζημιές στα μηχανήματα. Αλλά και αν στο τέλος οι αιτητές επιτύγχαναν στην αγωγή τους και φανεί ότι οι εναγόμενοι είχαν προκαλέσει ζημιές, υπεδείχθη ότι υπάρχει πάντα η ικανοποίηση επιδίκασης αποζημιώσεων. Ως προς την καταβολή εγγύησης εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση τέτοιο αίτημα δεν προβάλλεται στην αίτηση, ούτε και τίθεται τέτοιος ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση, ούτε και δικαιολογείται ο λόγος για τον οποίο θα πρέπει ο καθ' ου η αίτηση να καταβάλει εγγύηση ίση με το ύψος της αξίας του αυτοκινήτου. Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε στην υπόθεση Κούνουνα ανωτέρω, και υπεδείχθη ότι δεν αναφέρθη ο λόγος για την κατάθεση εγγύησης συγκεκριμένου ύψους, ούτε και οι υποχρεώσεις που θα αναλαμβάνονται. Εξάλλου και δυνατή να ήταν η εξέταση τέτοιου αιτήματος, απαιτείτο μαρτυρία για τη σημερινή αξία του αυτοκινήτου, ή έστω κατά τον χρόνο τερματισμού της συμφωνίας, και τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει. Είναι νομολογημένο ότι ο σκοπός ενός συντηρητικού διατάγματος κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του νόμου 14/60 είναι κυρίως η διατήρηση της κατάστασης κατά την οποία προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά και η διατήρηση της επίδικης κατάστασης πραγμάτων, εκκρεμούσης της ακρόασης και της εκδίκασης της αγωγής (status quo ante) (Κούνουνα ανωτέρω). Η έκδοση ενδιαμέσου διατάγματος αντιστοίχου με τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή δεν αποκλείεται, παρόλο που εδώ το αιτούμενο διάταγμα ουσιαστικά επιδιώκει την ανάληψη της κατοχής του αυτοκινήτου από τους ενάγοντες, ανατρέποντας την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων, αντί να την διατηρήσει. Αν η επιδίωξη είναι η διατήρηση και η προστασία του αντικειμένου της αγωγής, η πλήρης ασφαλιστική του κάλυψη αφενός και η στη καλύτερη περίπτωση συνιδιοκτησία των εναγόντων επί του τίτλου του αυτοκινήτου αφετέρου, κρίνω πως αποτελούν ικανοποιητικές ασφαλιστικές δικλείδες, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής επί της ουσίας. Προστίθεται τέλος ότι το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εκεί όπου οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Άλλωστε η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εξαρτάται από τα γεγονότα που περιβάλλουν κάθε φορά το αίτημα. Και ο καθ' ου η αίτηση αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι πλήρης απονομή της δικαιοσύνης μπορεί να παρασχεθεί και σε μεταγενέστερο στάδιο με την πληρωμή αποζημιώσεων στους αιτητές, αν επιτύχουν στην αγωγή τους. Και ως είναι διαμορφωμένα τα γεγονότα στην παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι οι αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει το κριτήριο αυτό. Τέλος και ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας η πλάστιγγα, για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι κλίνει υπέρ του καθ' ου η αίτηση, αφού ως εξηγήθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ 248, το ισοζύγιο της ευχέρειας κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία κατά τον ουσιώδη χρόνο. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει ότι συντρέχουν οι τασσόμενες υπό του νόμου και της νομολογίας προϋποθέσεις, και ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα κατά την πάγια νομολογία ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος του καθ' ου αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και αφού εγκριθούν από το Δικαστήριο θα καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Ν cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο