CATERMILL TRADING LTD ν. Ιωάννης Χατζηαποστόλου, Αρ. Αγωγής: 786/08, 22.12.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A256 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 786/08 Μεταξύ : - CATERMILL TRADING LTD Εναγόντων και Ιωάννης Χατζηαποστόλου Εναγομένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22.12.08 Αίτηση ημερομηνίας 7.3.08 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες - αιτητές: κ. Μ. Γεωργίου Για εναγόμενος - καθ' ου η αίτηση : κ. Καμπούρης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο εναγόμενος ήταν ιδιοκτήτης μιας κατοικίας στον Άγιο Δομέτιο. Το 2003 την μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς στον γιό του Σκεύο Χ' Αποστόλου διατηρώντας ο ίδιος το δικαίωμα οίκησης και επικαρπίας εφ' όρου ζωής γιατί δεν είχε άλλο σπίτι το οποίο και χρησιμοποιεί ως την κατοικία του. Την 12.7.07 ο ρηθείς γιος του πώλησε το οικόπεδο επί του οποίου βρίσκεται η κατοικία στους ενάγοντες αντί του ποσού των Λ.Κ. 110.000.- και την 18.10.07 εκδόθηκε τίτλος στο όνομα των εναγόντων. Το δικαίωμα του εναγομένου απαλείφθηκε, γιατί σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης ο εναγόμενος που ήταν παρόν στο κτηματολόγιο την 18.10.07, αποκήρυξε και διέγραψε το δικαίωμα που είχε επί του τίτλου, με συνεπακόλουθο αποτέλεσμα οι ενάγοντες να κατέχουν τον τίτλο χωρίς την επιβάρυνση του δικαιώματος του εναγομένου. Την 15.1.08 οι ενάγοντες απέστειλαν επιστολή στον εναγόμενο για να τους παραδώσει κενή και ελεύθερη την κατοχή της κατοικίας, αλλά αρνήθηκε να την εγκαταλείψει. Ως αποτέλεσμα οι ενάγοντες ήγειραν την κρινόμενη αγωγή με την οποία επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον εναγόμενο να παραδώσει κενή και ελευθέρα τη κατοχή του πιο πάνω ακινήτου, καθώς και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. Μετά την καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως από τον εναγόμενο, οι ενάγοντες υπέβαλαν αίτημα για συνοπτική απόφαση εναντίον του. Ο εναγόμενος αντιδρώντας καταχώρισε ένσταση. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα Μιχάλη Στυλιανού, διευθυντή των εναγόντων. Το αίτημα στηρίζεται στη Δ.18 και στην Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία της συνοπτικής απόφασης παραπέμπω στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ 782. Σημειώνω πως η αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόντων. Παρόλο που δεν ηγέρθη θέμα επάρκειας της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση, είναι πάγια νομολογημένο ότι σύμφωνα με την Δ.18 Θ.1 ο ενόρκως δηλών μεταξύ άλλων, θα πρέπει να βεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό. Εκείνο που ουσιαστικά απαιτείται από την Δ.18 είναι η θετική επαλήθευση των γεγονότων της αξίωσης, σε συνάρτηση με δήλωση ότι ο εναγόμενος δεν έχει απολύτως καμιά υπεράσπιση στην αγωγή. Και τούτο ως θέμα δικαιοδοσίας ( Stavrinides v. Ceskosloveneska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130). Παρόλο που ως λέχθηκε δεν υποστηρίχθηκε οτιδήποτε περί του αντιθέτου από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση, έχω ενδιατρίψει και μελετήσει την συνοδεύουσα την αίτηση ένορκη δήλωση, και είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι συμμορφώνεται πλήρως και ικανοποιεί όλες τις προϋποθέσεις της Δ.18. Θα προχωρήσω επομένως, εν όψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, να εξετάσω κατά πόσο ο εναγόμενος προβάλλει υπεράσπιση στην αξίωση του ενάγοντα. Η νομολογία εναποθέτει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης στους ώμους του εναγομένου. (Παυλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1051). Όπως εξηγείται στην υποθεση Λαζάρου κ.ά ν. Μακεδόνα
(1999)1 (Β) Α.Δ.Δ. 817, όπου η υπεράσπιση μπορεί να χαρακτηριστεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Ο εναγόμενος καταχώρισε ένορκη δήλωση και κατόπιν αδείας του δικαστηρίου αντεξετάστηκε από τον δικηγόρο των αιτητών. Θα περιοριστώ στα ουσιώδη, τόσο από εκείνα που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση, όσα και από αυτά που προέκυψαν από την αντεξέταση. Η ουσία της υπεράσπισης του είναι ότι τον Ιούλιο του 2007 ο γιος του, του παρουσίασε κάποιο έγγραφο για να υπογράψει. Του είπε ότι είχε οικονομικά προβλήματα και χρειαζόταν το έγγραφο για να εξασφαλίσει δάνειο από την τράπεζα. Βρισκόταν στον κήπο, είναι ηλικίας 73 και έχει προβλήματα όρασης και δυσκολευόταν να το διαβάσει, διάβασε μόνο δυο γραμμές, και το υπέγραψε. Εκείνο που του είπε ο γιος του ήταν πως η τράπεζα ήθελε να ξέρει αν αποδέχεται να βγάλει τον όρο για να μπορέσουν να προχωρήσουν στην εξέταση της αίτησής του για το δάνειο. Το υπέγραψε και του είπε πως όταν θα έχει νέα από την τράπεζα να του πει για να πάει μαζί του. Εκ των υστέρων απεδείχθη ότι το έγγραφο δεν αποτελούσε συγκατάθεση για δάνειο, αλλά αποκήρυττε το δικαίωμα του επί του ακινήτου. Έτσι ενώ εμπιστευόταν απόλυτα τον γιό του, αυτός με τον πιο πάνω τρόπο, δια ψυχικής πιέσεως, δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων και κατά κατάχρηση εμπιστοσύνης εξασφάλισε την υπογραφή του. Αν γνώριζε το περιεχόμενο και τη σημασία του εγγράφου δεν θα το υπέγραφε. Είναι η θέση του ότι υπήρξε συμπαιγνία και συνεννόηση μεταξύ των εναγόντων και του γιου του, με αποκλειστικό σκοπό να τον ξεγελάσουν και να τον παραπλανήσουν ώστε να πετύχουν την εκ μέρους του αποποίηση των δικαιωμάτων του. Ποτέ δεν τον πληροφόρησαν ότι προέβαιναν σε αγοραπωλησία του ακινήτου και ποτέ δεν κλήθηκε στο κτηματολόγιο για να επιβεβαιώσει την υπογραφή του. Επίσης ποτέ δεν επισκέφθηκε τον πιστοποιούντα υπάλληλο, κάποιο Γαληνιώτη, που πιστοποίησε την υπογραφή του επί του εγγράφου, γεγονός που καθιστά το έγγραφο άκυρο. Στη βάση των πιο πάνω έχει απαίτηση εναντίον όλων τους οποίους και προτίθεται να καταστήσει εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους. Είναι ακόμα η εκδοχή του ότι ενάγοντες γνώριζαν όλα τα πιο πάνω, παρόλο που τον διευθυντή των εναγόντων ως ανέφερε αντεξεταζόμενος δεν τον γνωρίζει. Ποτέ δεν του παρουσίασαν το πωλητήριο έγγραφο ή του ανέφεραν την ύπαρξη του, γιατί όλοι γνώριζαν ότι δεν θα συμφωνούσε στη πώληση της οικίας και στην αποποίηση των δικαιωμάτων του. Έκαμε έρευνα στο κτηματολόγιο και σύμφωνα με το σχετικό πιστοποιητικό, που επισύναψε στην ένορκη του δήλωση, το ακίνητο πωλήθηκε για το ποσό των Λ.Κ.110.000.- παρά την εκτιμημένη αξία από το κτηματολόγιο σε Λ.Κ.195.000.- Αυτό το γεγονός από μόνο του, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, δεικνύει τη συμπαιγνία του γιου του με τον διευθυντή των εναγόντων και τη πρόθεση τους να τον ξεγελάσουν. Ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι έκαμε αρκετές μεταβιβάσεις στα παιδιά του και το κτηματολόγιο πάντα τον ρωτούσε αν έχει αντίρρηση. Έμαθε για την πώληση όταν πήρε την έξωση και αντελήφθη τι έγινε. Μέχρι και σήμερα πληρώνει τις ασφάλειες και τους φόρους στο Δημαρχείο, γεγονός που αναδεικνύει ότι δεν ήταν «συμπαίκτης» στην όλη κατάσταση. Η θέση του κ. Γεωργίου για τους αιτητές, ήταν πως αν ο εναγόμενος έχει παράπονο από τον γιο του μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον του, και οι ενάγοντες που ήταν άγνωστοι στον εναγόμενο, δεν μπορούν να εμπλακούν σε συμπαιγνία ή δόλο. Παρέπεμψε στην απόφαση της υπόθεσης αρ. 11627/00 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, σε σχέση με την έννοια της ψυχικής πίεσης και του δόλου, και ήταν η θέση του ότι οι ενάγοντες δεν βρίσκονταν έναντι του εναγομένου σε κάποια σχέση ή θέση που να δικαιολογεί νομικά τις αιτιάσεις του εναγομένου σε βάρος τους. Ο κ. Καμπούρης για τον εναγόμενο, αναφέρθηκε στις αρχές που εφαρμόζονται σε διαδικασία συνοπτικής απόφασης και ότι η έκδοση απόφασης σε συνοπτική διαδικασία αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, καθώς και στο συνταγματικό δικαίωμα του εναγομένου να ακουστεί στην ουσία της υπεράσπισής του. Υπάρχει διάσταση γεγονότων μεταξύ των διαδίκων και σοβαροί ισχυρισμοί εκ μέρους του εναγομένου και συνεπώς θα πρέπει να του επιτραπεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Είναι γνωστό ότι η διαδικασία και ο μηχανισμός της συνοπτικής απόφασης είναι εξαιρετική διαδικασία στην οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση, υπάρχει αμέσως απόφαση και μετά δίκη. (βλ. Symon & Co v. Palme´s Stores
(1903)Ltd
(1912)1 K.B.259, 266-267 ). Ως υπεδείχθη στην υπόθεση Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας την Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 Α.Α.Δ 418, με αναφορά στη CY.E.M.S. Co v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, 902 - 905: « Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης...... Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Και τούτο, να προσθέσω, αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα, εν' όψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει ως προς τα δικαιώματα που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος και τις ανάλογες διατάξεις της σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γι' αυτό και η συνοπτική διαδικασία κάτω από τη Δ.18 πρέπει να περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. (Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ 1968.) Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 που γίνεται εκτενής αναφορά και σύνοψη της νομολογίας επί συνοπτικής απόφασης. Θα πρέπει ακόμα να υποδειχθεί ότι ακριβώς λόγω της φύσης της, ως κατ' εξαίρεση της συνήθους διαδικασίας μιας δίκης, ο καθ' ου η αίτηση πρέπει με την ένορκη του δήλωση να προβάλει τα στοιχεία που εδράζει την υπεράσπιση του και δεν αναμένεται ότι θα προσκομίσει την διαθέσιμη μαρτυρία. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Ζερβός ανωτέρω : « Η ένορκη δήλωση του εφεσείοντα περιείχε τα στοιχεία στα οποία εδράζεται η υπεράσπιση που θέλει να προβάλει, και η υπό αναφορά συνοπτική διαδικασία δεν ήταν η δίκη της υπόθεσης για να προσκομίσει την μαρτυρία που διέθετε. Αυτό που αναμενόταν να δείξει ήταν πως έχει υπεράσπιση σε βαθμό που επιδεικνύεται να του επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της. Και βεβαίως, το κατά πόσο νομικά ευσταθεί, θα είναι το αντικείμενο της δίκης ». Στο πιό πάνω πλαίσιο θα αντικρυστεί η ένσταση του καθ' ου η αίτηση και κατ' επέκταση η προβαλλόμενη υπεράσπιση. Είναι επίσης νομολογημένο (N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 A.Α.Δ. 1912) ότι το κριτήριο ικανοποιείται με την παροχή λεπτομερειών από τον εναγόμενο σε λογική έκταση, γιατί αν με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς εξασφαλίζεται άδεια για υπεράσπιση, το αποτέλεσμα είναι το μέτρο να αχρηστεύεται. Ο εναγόμενος έχει θέσει σειρά γεγονότων, που βέβαια στο στάδιο αυτό δεν θα αξιολογηθούν, αλλά θα κριθούν αν εμπεριέχουν στοιχεία, ή αν καταδεικνύουν γνησιότητα που να δικαιολογεί την άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης. Το γεγονός και μόνο ότι εγείρονται σοβαροί και συγκρουόμενοι ισχυρισμοί από τον εναγόμενο, αναδεικνύει ακριβώς την ανάγκη για εξαγωγή συμπερασμάτων και ευρημάτων που δεν είναι βέβαια της παρούσης να κριθούν, πόσω μάλλον να αξιολογηθούν. Πρόκειται για ισχυρισμούς επί γεγονότων, που μόνο μετά από ακρόαση στην ουσία τους μπορούν να κριθούν, αφού βεβαίως ακουστεί η σχετική εκατέρωθεν μαρτυρία, ώστε να υποστεί και την βάσανο της αξιολόγησης, προς εξαγωγή τελικών ευρημάτων. Η υπεράσπιση που προβάλει ο εναγόμενος, από όποια σκοπιά και αν αντικριστεί, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει μοναδικό σκοπό και στόχο να καθυστερήσει την διαδικασία. Αντίθετα, κρίνω ότι προβάλλονται γνήσιοι και κρίσιμοι ισχυρισμοί γεγονότων ουσίας, και πρόκειται συναφώς για μια γνήσια υπεράσπιση, ανεξάρτητα από τη πιθανότητα επιτυχίας της. Θα πρόσθετα πως αυτό εξάγεται και από το γεγονός και μόνο ότι οι αιτητές ενώ αναφέρουν στην έκθεση απαιτήσεως ότι ο εναγόμενος παρουσιάστηκε στο κτηματολόγιο την ίδια ημέρα της μεταβίβασης, κάτι τέτοιο, από όσα κατέθεσε ο εναγόμενος δεν φαίνεται να έγινε. Αντίθετα καταλογίζει και στον πιστοποιούντα υπάλληλο ευθύνες γιατί δεν ήταν παρόν κατά την πιστοποίηση της υπογραφής του. Πρόκειται συναφώς περί γεγονότων, που όπως και αν αντικριστούν εμπεριέχουν τέτοια αξία και δυναμική, που για τους σκοπούς τουλάχιστον της παρούσας διαδικασίας, στοχεύουν σε κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση και εμπεριέχουν τα απαιτούμενα στοιχεία και ικανοποιούν τα ελάχιστα απαιτούμενα, ώστε να αποκλείουν την έκδοση απόφασης μέσα από την διαδικασία συνοπτικής δίκης. Ακόμα, η διαφορά στη τιμή πώλησης του ακινήτου από την εκτιμημένη αξία του κτηματολογίου που επισύναψε ο εναγόμενος, αποτελεί ακόμα ένα στοιχείο, όχι βέβαια ως προς την απόδειξη των ισχυρισμών του, αλλά ως προς την γνησιότητα της προβαλλομένης υπεράσπισης. Είναι φανερό ότι υπάρχουν σοβαροί και αλληλοσυγκρουόμενοι ισχυρισμοί επί των οποίων βεβαίως και δεν αποφαίνομαι, που από μόνοι τους αναδεικνύουν ότι υπάρχει σοβαρό, επί γεγονότων, ζήτημα προς εκδίκαση, που δεν είναι όμως στη παρούσα διαδικασία που θα κριθούν και θα αποφασιστούν. Το κατά πόσο οι ενάγοντες συνεννοήθηκαν με τον γιο του εναγομένου με σκοπό να τον εξαπατήσουν και να του αποσπάσουν την υπογραφή του ώστε να μπορεί διεκπεραιωθεί η μεταβίβαση του ακινήτου, δεν θα κριθεί στο στάδιο αυτό. Πρόκειται όμως περί ενός ισχυρισμού που δεν μπορεί αγνοηθεί, ούτε και να ξεπεραστεί στα πλαίσια της παρούσας συνοπτικής δίκης, σε βαθμό μάλιστα που ο εναγόμενος να αποστερηθεί του δικαιώματος να προβάλει υπεράσπιση. Είναι αρκετό για τον εναγόμενο, στον παρόν στάδιο, να σκιαγραφήσει την υπεράσπιση του στα κύρια σημεία της, για να διαφανεί η σοβαρότητα και η γνησιότητα της. Δεν καλείται ούτε να την αποδείξει ούτε και να στοιχειοθετήσει κατά πόσο νομικά ευσταθεί. Να προσθέσω επ' αυτού, πως ούτε και τα νομικά ζητήματα που αναφέρθηκε ο κ. Γεωργίου είναι του παρόντος που θα κριθούν, αντίθετα είναι ζητήματα ουσίας μετά από αξιολόγηση της εκατέρωθεν μαρτυρίας με την εξαγωγή αναλόγων ευρημάτων. Να σημειώσω ότι και η απόφαση που παρέπεμψε ήταν επί της ουσίας και αφού ακούστηκαν και αξιολογήθηκαν πληθώρα μαρτύρων. Θα επαναλάβω αυτά που υπεδείχθηκαν στην υπόθεση DEME- DAIRY LTD κ.ά Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση 322/06 ημερ.18.12.07, ότι θα πρέπει να παρέχεται άδεια για υπεράσπιση εκτός αν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα προς εκδίκαση και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση. Και στην παρούσα υπόθεση, με όσα έχουν εκτεθεί, είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι οι εγειρόμενοι ισχυρισμοί του εναγόμενου είναι τέτοιοι που αναμφίβολα θα πρέπει να του δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Θεωρώ και αυτή είναι η κατάληξη μου, ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του εναγομένου εύλογα δημιουργούν σοβαρή διαφορά προς εκδίκαση και δικαιολογούν την παροχή δικαιώματος προβολής υπεράσπισης. Ως αποτέλεσμα η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος του καθ' ου η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο