Νεόφυτου Νεοφύτου κ.α. ν. Σωτήρη Σπύριτου κ.α., Αγωγή αρ. 5798/2008, 22 Δεκεμβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A257 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ Αγωγή αρ. 5798/2008 Μεταξύ:
- Νεόφυτου Νεοφύτου
- Άντρης Νεοφύτου Ενάγοντες Και
- Σωτήρη Σπύριτου
- Κάτιας Καττιρτζή
- Α. Κ. Confezioni Limited Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22 Δεκεμβρίου 2008 Αίτηση ημερομηνίας 10/10/2008 για απαγορευτικό διάταγμα ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Μενέλαος Κυπριανού για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία. Για Εναγόμενους - Καθ' ών η Αίτηση: κ. Χρίστος Τριανταφυλλίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την πιο πάνω αίτηση τους οι Ενάγοντες 1 και 2 - Αιτητές αιτούνται την έκδοση διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και 2 και ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τους να διεξάγει οποιαδήποτε επιχείρηση στο κατάστημα που βρίσκεται στη διεύθυνση Στασικράτους 45 Δ στη Λευκωσία και ή να εργάζονται στο εν λόγω κατάστημα μέχρι τελείας εκδικάσεως της αγωγής ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 32 και 42 του Περί Δικαστηρίων Ν. 14/60, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, στις Δ.48 κ.1-4, 7-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 2 - Άντρης Νεοφύτου, η οποία αργότερα, κατόπιν σχετικής άδειας, καταχώρισε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 καταχώρισαν εμφάνιση μέσω του ίδιου συνηγόρου και παρότι η αίτηση στρέφεται μόνον εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, εντούτοις καταχώρισαν ένσταση σ' αυτή και οι τρεις, στηριζόμενη βασικά επί της ίδιας νομικής βάσης και επιπλέον στο Ν.23/83, στο Κεφ. 113 και στα άρθρα 23 και 25 του Συντάγματος. Ως λόγοι ένστασης αναφέρονται οι εξής: α) Η Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία και η νομολογία. β) Η Αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος. γ) Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση δεν αποκαλύπτουν οποιεσδήποτε πράξεις ή παραλείψεις των Εναγομένων 1 και 2, οι οποίες να συνιστούν οποιαδήποτε αμέλεια αυτών έτσι ώστε να καθίσταται απαραίτητη η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. δ) Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας καθότι ουδέν αγώγιμο δικαίωμα αποκαλύπτεται εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 και ουδεμία ζημία υφίστανται οι Ενάγοντες 1 και
- Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2 - Κάτιας Καττιρτζή. Να σημειωθεί πως κατόπιν σχετικών αιτήσεων και αντίστοιχων διαταγμάτων οι ενόρκως δηλούσες αντεξετάστηκαν επί των ενόρκων δηλώσεων τους. Γεγονότα: Όσον αφορά τα γεγονότα, εν συντομία θα πρέπει να αναφερθεί πως το ζεύγος των Εναγόντων 1 και 2 διατηρούσε φιλικές σχέσεις με το ζεύγος των Εναγομένων 1 και
- Στις 9.12.99 ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε με την εταιρεία Μαρούλλα Μυλωνά (Ακίνητα Λευκωσία) Λτδ (στο εξής "η ιδιοκτήτρια") σύμβαση ενοικίασης για το κατάστημα στην οδό Στασικράτους 45 Δ στη Λευκωσία (στο εξής "το κατάστημα") στην οποίαν υπέγραψαν ως εγγυητές οι Ενάγοντες 1 και
- Το ζεύγος των Εναγομένων 1 και 2 ενοικίαζε ήδη από παλαιότερα το διπλανό κατάστημα με αρ. 45 Ε στο οποίο λειτουργούσαν επιχείρηση πώλησης ειδών ένδυσης υπό την επωνυμία "Mixage". Σε κάποιο χρονικό σημείο για το οποίο υπάρχει διαφωνία, οι Ενάγοντες 1 και 2 συμφώνησαν με τους Εναγόμενους 1 και 2 να ιδρύσουν εταιρεία η οποία θα ανήκε κατά 50% στο κάθε ζεύγος και η οποία θα λειτουργούσε στο κατάστημα αρ. 45 Δ επιχείρηση πώλησης υποδημάτων. Η εταιρεία αυτή με την επωνυμία Α. K. Confezioni Ltd (Eναγόμενη 3) συστάθηκε τελικά στις 14.3.00 με μετόχους κατά 50% το ζεύγος των Εναγόντων 1 και 2 και κατά το άλλο 50% το ζεύγος των Εναγομένων 1 και
- Διευθύντριες της ανέλαβαν η Ενάγουσα 2 και η Εναγόμενη
- Μετά από κάποια ανακαίνιση που έγινε τον Σεπτέμβριο του 2000 το κατάστημα υποδημάτων ξεκίνησε τη λειτουργία του περί τον Νοέμβριο - Δεκέμβριο του
- Στο κατάστημα εργάζετο καθημερινά η Εναγόμενη 2 και τα απογεύματα και πρωινά του Σαββάτου επιπροσθέτως η Ενάγουσα οι οποίες κεχωρισμένως είχαν και το δικαίωμα υπογραφής επιταγών. Η ομαλή συνεργασία και λειτουργία του καταστήματος συνεχίστηκε μέχρι τον Δεκέμβριο του 2007 οπότε και επήλθε διαφωνία μεταξύ των δύο οικογενειών, οι οποίες και αποφάσισαν να πωλήσουν το στοκ (που είτε είχαν στο κατάστημα είτε είχαν ήδη παραγγείλει), μετά να κλείσουν το κατάστημα και ακολούθως να διαλύσουν εκουσίως την Εναγόμενη
- Στα πλαίσια των διεργασιών αυτών ο δικηγόρος των Εναγομένων 1 και 2 απέστειλε με επιστολή του ημερ. 27.3.08 στους Ενάγοντες έγγραφη συμφωνία για την εκούσια διάλυση προς υπογραφή από τους Ενάγοντες, με ημερομηνία προγραμματιζόμενης διάλυσης την 1.9.
- Διαπιστώθηκε όμως διαφωνία σε κάποιο σημείο και ακολούθησε σχετική αλληλογραφία προς τούτο καθότι οι Ενάγοντες ζητούσαν ως πρώτο βήμα να αποφασιστεί η αξία που είχε για την Εναγόμενη 3 - εταιρεία το κατάστημα "που ενοικιάζει". Η πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 υποστήριξε πως αυτό δεν μπορούσε να γίνει καθότι ενοικιαστής του καταστήματος ήταν ο Εναγόμενος 1 ο οποίος παραχωρούσε το κατάστημα στην εταιρεία με άδεια χρήσης. Μάλιστα με επιστολή του ημερομηνίας 22.4.08 προς την Εναγόμενη 3 ο Εναγόμενος 1 τερμάτισε την άδεια χρήσης με ισχύ από 1.8.
- Οι Ενάγοντες αρνήθηκαν τον ισχυρισμό αυτό και απέστειλαν επιστολή στην ιδιοκτήτρια εταιρεία καλώντας την να συνεχίσει να λαμβάνει το ενοίκιο μέσω πληρωμών από την Εναγόμενη 3 και μάλιστα της απέστειλαν και επιταγή του δικηγόρου τους για τα ενοίκια Αυγούστου και Σεπτεμβρίου
- Η ιδιοκτήτρια αρνήθηκε τους ισχυρισμούς αυτούς, επέστρεψε την επιταγή και δήλωσε πως ενοικιαστής (και μάλιστα θέσμιος) ήταν ο Εναγόμενος 1 εξαρχής. Περί το τέλος Σεπτεμβρίου 2008 η Ενάγουσα 2 αντιλήφθηκε ότι το κατάστημα τους άνοιξε ξανά υπό την ίδια ονομασία. Δεν γνώριζε όμως υπό ποίον όνομα διεξήγετο η επιχείρηση, αν και διαπίστωσε πως τους πελάτες εξυπηρετούσε η Εναγόμενη 2 οπότε υπό την ιδιότητα τους ως μέτοχοι αποφάσισαν να εγείρουν την παρούσα αγωγή προς προστασία των συμφερόντων της Εναγόμενης
- Εξ' ού και την χαρακτηρίζουν ως παράγωγη αγωγή (derivative action). Να σημειωθεί πως τον Αύγουστο του 2000 η ιδιοκτήτρια εταιρεία είχε εγείρει την αγωγή 8014/00 εναντίον του Εναγόμενου 1 η οποία αργότερα διευθετήθηκε. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται πως η διευθέτηση καταγράφηκε σε συμπληρωματική συμφωνία, αντίγραφο της οποίας παρουσιάστηκε από την Ενάγουσα
- Νομική Πτυχή Το αίτημα των Εναγόντων στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 και για να επιτύχει απαιτείται σύμφωνα με την νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων την υπόθεση Odysseos V. A. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557) να καταδειχθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ότι υπάρχει πιθανότητα οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και ότι εάν δεν εκδοθεί τώρα το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, αφού αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης δικαστηρίου (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhufbriken AdiDassler KG
(1984)1 C.L.R. 263 και
- Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. v.
- Χριστίνας Στ. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Όπως έχει λεχθεί δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων της αγωγής και η διαδικασία παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας (βλ. Μυριάνθη κ. Νικόλα v. 1. Μιχάλης Κεφάλα
(1998)1 (Γ) ΑΑΔ 1400 και Goody´ s Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 (Γ) ΑΑΔ 1572). Γίνεται όμως δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση (βλ. Odysseos, ανωτέρω). Η κατάσταση ως προς το βάρος απόδειξης εξακολουθεί να παραμένει η ίδια ακόμα και μετά την τροποποίηση της Δ.48 και το βάρος παραμένει σ' εκείνον που επιζητεί την έκδοση του διατάγματος, δηλαδή αυτός πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι αναφερθείσες προϋποθέσεις (βλ. Σεβαστού V. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980). Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση Το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα. Όπως έχει εξηγηθεί στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598, με παραπομπή στην υπόθεση Odysseos, (ανωτέρω), ο όρος "δικόγραφα" χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις εγγράφους προτάσεις. Έγινε δεκτό πως για την εξέταση τέτοιου είδους αίτησης δεν είναι απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της εκθέσεως απαιτήσεως και μάλιστα ήταν επιχείρημα που αντλήθηκε και από νομολογία (βλ. American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504), στην οποία οι εκατέρωθεν θέσεις είχαν προσδιοριστεί σε ένορκες δηλώσεις, οι οποίες είχαν αποτελέσει και το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στο νόμο αιτία αγωγής η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση προς όφελος των Εναγόντων ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Στην παρούσα περίπτωση οι Ενάγοντες στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους (παρ. 3) χαρακτηρίζουν την αγωγή τους ως "παράγωγη αγωγή" (derivative) και αναφέρουν ότι εγείρεται για λογαριασμό της Εναγόμενης 3. Οι αξιώσεις τους αφορούν:
- i)Γενικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 για την οικειοποίηση του εξοπλισμού, της εμπορικής εύνοιας και του ενεργητικού της Εναγόμενης 3 και ή για παράνομη επέμβαση στην περιουσία της εν λόγω εταιρείας.
- ii)Γενικές αποζημιώσεις εναντίον της Εναγόμενης 2 για παράβαση των καθηκόντων της ως διευθύντριας της Εναγόμενης 3. iii) Εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 διάταγμα και ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι ενοικιάστρια του καταστήματος είναι η Εναγόμενη 3.
- iv)Εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αποζημιώσεις για παράνομη κατοχή και ή για παράνομη επέμβαση και ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Είναι προφανές τόσον από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, όσον και από την ένορκη δήλωση των Εναγόντων πως εγείρουν την αγωγή και προωθούν την παρούσα αίτηση στη βάση της παράγωγης αγωγής, δηλαδή προς όφελος της Εναγόμενης 3 εταιρείας. Όλες οι αξιώσεις αφορούν κατ' ισχυρισμόν δικαιώματα της εν λόγω εταιρείας και υπ' αυτή την έννοια μπορεί να λεχθεί πως είναι εκπροσωπευτική των συμφερόντων της σε συνδυασμό με την ρητή αναφορά της Ενάγουσας 2 στην ένορκη δήλωση της (παρ. 3), καθώς και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση 1. Θεόδωρος Πιρίλλης κ.α V. Ελευθέριου Κουή
(2004)1 Α.Α.Δ.
- Δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός για καταπίεση της μειοψηφίας από την πλειοψηφία, οπότε και δεν τίθεται θέμα καταχώρισης αίτησης βάσει του άρθρου 202 του Κεφ. 113 όπως υπονοούν οι Εναγόμενοι (παρ. 7 της ένορκης δήλωσης τους). Έχω τη γνώμη λοιπόν πως τα ανωτέρω αποκαλύπτουν την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση υπό την έννοια ότι εάν επιτύχουν θα δικαιούνται σε κάποια από τις θεραπείες που διεκδικούν προς όφελος της Εναγόμενης
- Πιθανότητα δικαιώματος θεραπείας Είναι φανερό ότι για την προϋπόθεση αυτή απαιτείται κάτι διαφορετικό, αλλά και κάτι περισσότερο υπό μορφή απόδειξης, απ' ότι για την πρώτη προϋπόθεση. Θα πρέπει το δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής των Εναγόντων (βλ. υπ. Odysseos, ανωτέρω). Η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ανδρέα Σ. Κυτάλα v.
- Άννα Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1(Α) ΑΑΔ 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αυτή δε, πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Όπως έχει αποφασισθεί στην Odysseos, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. και Μ. Πουργουρίδη κ.α. v. 1. Θ. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Υπό την επιφύλαξη ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε τελική αξιολόγηση και ούτε εξάγονται οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα μπορούν να γίνουν οι ακόλουθες παρατηρήσεις εν σχέσει με την υπόθεση και το μαρτυρικό υλικό της κάθε πλευράς:
- i)Το βασικό θέμα στο οποία διαφωνούν τα μέρη είναι το κατά πόσον η εταιρεία ήταν ή όχι ενοικιάστρια του καταστήματος. Οι Ενάγοντες δεν αρνούνται την ύπαρξη ενοικιαστηρίου συμβολαίου επ' ονόματι του Εναγόμενου 1 αλλά ισχυρίζονται πως αυτό έγινε επειδή τότε (τον Δεκέμβριο του 1999) δεν είχε ακόμα συσταθεί η εταιρεία. Μάλιστα προβάλλουν πως πλήρωσαν εξ ημισείας με τον Εναγόμενο 1 το ποσό των Λ.Κ.8.500 το οποίο απαιτούσε η ιδιοκτήτρια, αρνούνται ότι έλαβαν γνώση της συμπληρωματικής συμφωνίας στα πλαίσια διευθέτησης της αγωγής 8014/00 και επικαλούνται ότι η εταιρεία τους, πλήρωνε με δικές της επιταγές τα ενοίκια.
- ii)Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται πως ο Εναγόμενος 1 ενοικίασε στο όνομα του το κατάστημα επειδή τότε θα λειτουργούσε ο ίδιος επιχείρηση σ' αυτό, ότι ο ίδιος πλήρωσε τις Λ.Κ.8.500, ότι είναι τον μόνο που αναγνωρίζει η ιδιοκτήτρια ως ενοικιαστή και ότι η τελευταία εξέδιδε τις αποδείξεις είσπραξης στο όνομα του. iii) Η συμπληρωματική συμφωνία στα πλαίσια της αγωγής 8014/00, ημερομηνίας 30.5.01 προέβλεπε τα εξής: "1. Η παρούσα αποτελεί συμπληρωματική συμφωνία σύμβασης. 2. Εντός του καταστήματος ο ενοικιαστής δύναται να λειτουργήσει επιχείρηση ιδιοκτήτης της οποίας θα είναι η Εταιρεία A.K. CONFEZIONI LIMITED νοουμένου ότι αυτός και η σύζυγος του θα κατέχει τουλάχιστον το 50% των μετοχών αυτής. 3. Συμφωνείται ότι οι μέτοχοι της A.K. CONFEZIONI LIMITED θα έχουν απλώς δικαίωμα χρήσης και ότι ενοικιαστής παραμένει κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο κ. Σωτήρης Σπίριτος μη δικαιουμένου αυτού να υπενοικιάσει το κατάστημα και ευθυνομένου έναντι του Ιδιοκτήτη κατά πάντα χρόνο. 4. Τα μέρη συμφωνούν όπως η αγωγή αρ. 8014/2000 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αποσυρθεί και η κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί τα έξοδα της".
- iv)Την συμπληρωματική αυτή συμφωνία επισύναψε η ίδια η Ενάγουσα 2 στην ένορκη της δήλωση (Τεκμήριο 15) και την επεξήγησε με τη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση. Αρνήθηκε όμως ότι την είχε δει πριν τον Δεκέμβριο του 2007, αν και παραδέχθηκε ότι γνώριζε για την διευθέτηση της αγωγής 8014/00.
- v)Η Εναγόμενη 2 επισύναψε ενδεικτικά σειρά 13 αποδείξεων πληρωμής του ενοικίου για την περίοδο μετά τον Ιανουάριο του 2004. Όλες εκδόθηκαν από την ιδιοκτήτρια εταιρεία επ' ονόματι του Εναγόμενου 1, αλλά είναι παραδεκτό ότι πληρώνοντο με επιταγές της Εναγόμενης 3. Η Εναγόμενη 2 ανέφερε προφορικά πως αυτά τα χρήματα τα έδιδε η Εναγόμενη 3 για την άδεια χρήσης που είχε παραχωρήσει ο Εναγόμενος 1. Τα ποσά αυτά αναφέροντο και στους λογαριασμούς που ετοίμασαν οι ελεγκτές της εταιρείας για το 2004.
- vi)Είναι επίσης παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων πως περί τον Δεκέμβριο του 2007 αποφάσισαν όλοι οι μέτοχοι της Εναγόμενης 3: (α) να πωλήσουν το εμπόρευμα, (β) να κλείσουν το κατάστημα και (γ) να διαλύσουν την Εναγόμενη 3. Αυτά αναφέρει κατά λέξιν η ίδια η Ενάγουσα 2 στην παρ. 14 της ένορκης της δήλωσης. Προς τούτο ετοιμάστηκε και η σχετική συμφωνία από τον δικηγόρο των Εναγομένων 1 και 2. vii) Να σημειωθεί πως η Εναγόμενη 2 κατέθεσε πως μέχρι τον Ιούλιο του 2008 προσπάθησε να πωλήσει το στοκ της Εναγόμενης 3 και ό,τι εισπράξεις είχε τις κατέθεσε στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας. Παρουσίασε 44 τέτοιες αποδείξεις κατάθεσης για συνολικό ποσό €55.000 περίπου, καθώς και αντίγραφα του τραπεζικού λογαριασμού χωρίς να αντεξεταστεί επ' αυτού. Όπως δεν αντεξετάστηκε και για τον ισχυρισμό της ότι παρέμειναν απώλητα μόνον 120 ζευγάρια παπούτσια τα οποία φύλαξε στο υπόγειο του καταστήματος. viii) Η Ενάγουσα 2 με την αναφορά της ότι τον Σεπτέμβριο του 2008 "άνοιξε" και πάλι το κατάστημα αφήνει να νοηθεί πως προηγουμένως δεν ήταν ανοικτό ή έστω δεν το θεωρούσε η ίδια ανοικτό. Δηλαδή από την εποχή που δημιουργήθηκαν τα προβλήματα μεταξύ τους και έλαβαν απόφαση εκούσιας διάλυσης της εταιρείας και κλεισίματος του καταστήματος, δεν φαίνεται οι Ενάγοντες να συμμετείχαν σε ο,τιδήποτε.
- ix)Μετά από όλα αυτά ο Εναγόμενος 1 παραχώρησε σε άλλη εταιρεία άδεια χρήσης του καταστήματος, ήτοι την I.G.P. Promo Moda Ltd (Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 2) η οποία λειτούργησε τη δική της επιχείρηση τον Σεπτέμβριο του 2008 οπότε και αντέδρασαν οι Ενάγοντες καταχωρώντας την αγωγή και την αίτηση. Μέτοχος και Διευθύντρια της εταιρείας I.G.P είναι η Εναγόμενη 2. Είναι σημαντικό να λεχθεί πως η ίδια η Ενάγουσα 2 αναφερόμενη στη συμφωνία τους με τους Εναγόμενους 1 και 2 εξήγησε στην γραπτή της δήλωση πως συμφώνησαν να πωλήσουν το στοκ, να κλείσουν το κατάστημα και να διαλύσουν την Εναγόμενη 3. Προφορικά είπε πως το κατάστημα θα μπορούσε να το πάρει είτε η ίδια είτε η Εναγόμενη 2, είτε κάποιος τρίτος. Εννοούσε το ίδιο το κατάστημα ως υποστατικό και όχι την επιχείρηση ως τέτοια αφού άλλη ήταν η απόφαση τους ως προς αυτή (πώληση του στοκ και κλείσιμο). Για αυτό και η όλη διαφορά τους εστιάζεται στο ίδιο το κατάστημα και όχι στην επιχείρηση και την τυχόν αξία της. Παρότι όμως διαφαίνεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας ως προς το ενεργητικό της Εναγόμενης 3 καθώς και τον εξοπλισμό της, δεν συμφωνώ ότι ισχύει το ίδιο όσον αφορά το κατάστημα για τους λόγους που εξηγούνται πιο κάτω. Η αίτηση των Εναγόντων κυρίως αφορά το κατάστημα και η βασική τους εισήγηση στηρίζεται στην ύπαρξη σχέσης ενοικίασης μεταξύ ιδιοκτήτριας εταιρείας και της δικής τους Εταιρείας-Εναγόμενης 3. Προβάλλουν δύο σχετικά επιχειρήματα, ήτοι πρώτον ότι ήταν η εταιρεία τους που ενοικίασε το κατάστημα και δεύτερον ότι ήταν η εταιρεία τους που πλήρωνε τα ενοίκια. Ως προς το πρώτο έχουν να αντιμετωπίσουν την ρητή γραπτή σύμβαση ενοικίασης ημερομηνίας 9.12.99 (στην υπογραφή της οποίας ήταν παρόντες και παρόλα αυτά υπέγραψαν μόνον ως εγγυητές), καθώς και την ρητή με αρκετές πράξεις και δηλώσεις της ιδιοκτήτριας αναγνώριση του Εναγόμενου 1 ως του Ενοικιαστή εξαρχής, σε συνδυασμό με την έλλειψη οποιασδήποτε πρόνοιας ή προσπάθειας μεταφοράς των συμβατικών δικαιωμάτων επ' ονόματι της Εναγόμενης 3 η οποία συστάθηκε μετά από 4 μήνες. Ως προς το δεύτερο θα έχουν να αντιμετωπίσουν την σταθερή νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου από την οποία συνάγεται πως η απλή καταβολή ενοικίου από κάποιον δεν δημιουργεί νέα συμφωνία. Τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση 1. Νίκου Κυθρεώτη κ.α. v. Άθου Μιχαηλίδη Milington - Ward
(2001)1 A.Α. 1480 είναι ενδεικτικά: "Οι λόγοι έφεσης 5, 6 και 7 σχετίζονται με τη θέση των εφεσειόντων - ότι από το 1979 ο συνεταιρισμός πατέρα και τέκνων (εφεσειόντων) αντικατέστησε τον πατέρα στη θέση του ενοικιαστή του καταστήματος. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας, το οποίο να τείνει να αποδείξει τη συνομολόγηση νέας συμφωνίας μεταξύ της ιδιοκτήτριας και των, κατ΄ισχυρισμό, νέων ενοικιαστών ούτε η καταβολή του ενοικίου από το συνεταιρισμό, που ανάγεται σε μονομερή πράξη του ενοικιαστή, τείνει στην αποκάλυψη νέας συμφωνίας. Άλλωστε, όπως υποδείχθηκε πρότερον στην απόφαση μας, αυτές τούτες οι αποδείξεις του ενοικίου αντιμάχονται τον ισχυρισμό των εφεσειόντων". Παρομοίως και στην υπόθεση Φεραίος Χριστόπουλος v. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1713: "Η διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι ενοικιαστής του καταστήματος είναι ο εφεσείων είναι ορθή. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας τείνουσας να αποδείξει την συνομολόγηση νέας συμφωνίας μεταξύ των εφεσιβλήτων, ιδιοκτητών του καταστήματος, και των κατ΄ισχυρισμό νέων ενοικιαστών Φεραίος Λτδ. Η πληρωμή του ενοικίου από την εν λόγω εταιρεία, συνιστά μονομερή πράξη του ενοικιαστή, η οποία δεν επέφερε οποιαδήποτε μεταβολή του υφιστάμενου καθεστώτος ενοικίασης. Και αναμφίβολα δεν εξυπακούεται η συνομολόγηση νέας σύμβασης μισθώσεως εκ μόνου του γεγονότος της πληρωμής ενοικίου από τη Φεραίος Λτδ". Τα πιο πάνω βεβαίως είναι ανεξάρτητα από τη θέση των Εναγομένων 1 και 2 ότι τα χρήματα τα έδιδε η Εναγόμενη 3 στον Εναγόμενο 1 βάσει της άδειας χρήσης και αυτός πλήρωνε το ενοίκιο (έστω με τις ίδιες επιταγές) λαμβάνοντας αποδείξεις στο όνομα του ως ο μόνος αναγνωρισμένος ενοικιαστής από την ιδιοκτήτρια εταιρεία. Πέραν των πιο πάνω πρέπει να αναφερθεί ακόμα μια δυσκολία που μειώνει την πιθανότητα επιτυχίας όσον αφορά το κατάστημα, και αναφέρομαι ειδικότερα στις υπάρχουσες ενδείξεις και στοιχεία για τους σημερινούς δικαιούχους της επιχείρησης στο εν λόγω κατάστημα. Οι ίδιοι οι Ενάγοντες ανέφεραν πως αρχικά δεν γνώριζαν ποιος ξαναάνοιξε το κατάστημα τον Σεπτέμβριο του 2008 αλλά όταν είδαν εκεί την Εναγόμενη 2 "συμπέραναν" πως το ξαναλειτούργησαν οι Εναγόμενοι 1 και
- Από την μαρτυρία της Εναγόμενης 2 προέκυψαν όμως εκ πρώτης όψεως στοιχεία για τη δραστηριοποίηση εκεί ενός άλλου νομικού προσώπου που ως ξεχωριστή νομική προσωπικότητα εξασφάλισε άδεια χρήσης από τον Εναγόμενο
- Πρόκειται για την εταιρεία I.G.P. Promo Moda Ltd και η Εναγόμενη 2 δεν έχει αντεξεταστεί για τον σχετικό ισχυρισμό της, ούτε και της υπεβλήθη ότι είναι πλαστό το Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της. Το στοιχείο αυτό αποδυναμώνει από μόνο του περαιτέρω την πιθανότητα επιτυχίας όσον αφορά την κατοχή του καταστήματος καθότι ακόμα και αν διαφανεί στο τέλος της υπόθεσης ότι τα γεγονότα είναι όπως τα ισχυρίζονται οι Ενάγοντες δεν θα μπορεί να εκδοθεί τελικό διάταγμα εναντίον εταιρείας που δεν είναι διάδικος, ενώ και σήμερα να εκδοθεί δεν θα δεσμεύει την εν λόγω εταιρεία. Δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγένεστερο στάδιο Όσον αφορά αυτή την προϋπόθεση απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Parico Aluminium Desigs Ltd v.
- Muskita - Aluminimum Co. Ltd
(2002)1 A.A.Δ.2015: "Η καθοδηγητική αρχή είναι ότι το δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο ενάγων πετύχει στην αξίωση του για διηνεκές απαγορευτικό διάταγμα στη δίκη θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων για την απώλεια που θα υποστεί πριν από τη δίκη ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων πράξεων του εναγομένου. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο Εναγόμενος θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει το δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του Ενάγοντα". Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί η καλή οικονομική κατάσταση των Εναγομένων 1 και
- Αντιθέτως υπήρξε επιβεβαίωση ως προς τούτο από την Ενάγουσα
- Από την άλλη πλευρά οι αξιώσεις των Εναγόντων περιορίζονται σε θέματα τα οποία είναι δυνατόν να αποτιμηθούν οικονομικά και μάλιστα κατά τη δεδομένη στιγμή της απόφασης κλεισίματος του καταστήματος. Ισοζύγιο της ευχέρειας Ακόμα όμως και αν συνέτρεχαν οι τρεις απαραίτητες προϋποθέσεις θεωρώ πως δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα δεδομένου ότι οι συνέπειες του θα ήταν πολύ πιο επαχθείς για την εταιρεία που φαίνεται να δραστηριοποιείται στο κατάστημα σε αντίθεση με την Εναγόμενη 3 η οποία είχε προ πολλού αποφασίσει να τερματίσει τη λειτουργία εκεί της δικής της επιχείρησης, πράγμα που τελικά τέθηκε σε εφαρμογή. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ' ών η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και Φ.Π.Α. (Υπ.) ........... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο