← Κύπρος

ALPHA BANK LIMITED ν. Κώστας Αργυρού κ.α., Αρ. Αγωγής: 10597/01, 30 Δεκεμβρίου, 2008

ALPHA BANK LIMITED ν. Κώστας Αργυρού κ.α., Αρ. Αγωγής: 10597/01, 30 Δεκεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A259 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 10597/01 Μεταξύ: ALPHA BANK LIMITED, από τη Λευκωσία. Ενάγουσας -και-

  1. Κώστας Αργυρού, Βασιλείου Βουλγαροκτόνου 13, 2038 Στρόβολος, Λευκωσία.
  2. Χρύσω Αργυρού, Βασιλείου Βουλγαροκτόνου 13, 2038 Στρόβολος, Λευκωσία.
  3. Ανδρέας Παπαδόπουλος, Ειρήνης 24, Πάνω Δευτερά, Λευκωσία. Εναγομένων 30 Δεκεμβρίου,
  4. Για την Ενάγουσα: Κίκης Μακρίδης. Για τον Εναγόμενο 1: κος Χριστοφή. Για τους Εναγομένους 2 και 3: κος Σωτήρης Δράκος. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα τράπεζα με την παρούσα αγωγή αξιώνει, ποσό Λ.Κ.24.308,95 με τόκο 12% από 1.7.2001 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα. Περαιτέρω ζητά διάταγμα διατάσσον την πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών της Εναγομένης
  5. Η πιο πάνω αξίωση της Ενάγουσας σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης στηρίζεται μεταξύ άλλων σε συμφωνία που καταρτίστηκε στις 16.6.1992 με τους όρους που περιγράφονται, η οποία συνάφθηκε μεταξύ του Εναγόμενου 1 και της Ενάγουσας και βάσει της οποίας ανοίχθηκε τρεχούμενος λογαριασμός του οποίου το υπόλοιπο 4.7.2001 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.5.892,
  6. Επίσης δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 11.5.2000 μεταξύ Ενάγουσας και του Εναγομένου 1, η Ενάγουσα συμφώνησε να παραχωρήσει στον Εναγόμενο 1 και παραχώρησε σε αυτόν δάνειο για το ποσό των Λ.Κ.16.800 με 8% τόκο ετησίως το οποίο συμφώνησε να αποπληρώσει μέχρι 15.12.
  7. Ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να τηρήσει το πρόγραμμα αποπληρωμής του πιο πάνω δανείου με αποτέλεσμα το υπόλοιπο του την 4.7.2001 να είναι Λ.Κ.18.436,
  8. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 την 6.8.1999 εγγυήθηκαν εγγράφως τον Εναγόμενο 1 για την αποπληρωμή οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού. Επίσης με βάση έγγραφο ενεχυριάσεως μετοχών ημερομηνίας 15.12.1999 η Εναγόμενη 2 ενεχυρίασε μετοχές προς την Ενάγουσα με σκοπό επιπρόσθετη εξασφάλιση και εγγύηση για τις υποχρεώσεις του Εναγομένου
  9. Οι Εναγόμενοι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και παρά την αποστολή σχετικών επιστολών τερματισμού εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό που διεκδικεί. Ο Εναγόμενος 1 με την υπεράσπιση του ισχυρίζεται παράβαση από την Ενάγουσα του Περί Τόκου Νόμου και ότι χρέωσε εκ λάθους και/ή άδικα και/ή παράνομα τόκο πέραν του 9% ετησίως και οφείλει να πιστώσει και/ή να επιστρέψει ποσό των ΛΚ2.123,90 με τόκο 9% στο Εναγόμενο 1 ποσό το οποίο ανταπαιτεί. Επίσης ισχυρίζεται ότι κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου και/ή Οκτωβρίου 1997 λόγω οικονομικών δυσκολιών του Εναγομένου 1 έγινε προφορική συμφωνία μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένου 1 σε σχέση με το τρεχούμενο λογαριασμό ότι ο Εναγόμενος 1 δεν θα χρέωνε το λογαριασμό του με επιταγές ή άλλως πως και ότι θα το χρησιμοποιούσε ως δάνειο κάνοντας μόνο καταθέσεις με σκοπό την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του ότι προς υλοποίηση της προφορικής συμφωνίας υπέγραψε αριθμό μεταχρονολογημένων επιταγών της περιόδου 1997-1999 και παραδόθηκαν στη Ενάγουσα για να πιστώσει το λογαριασμό του. Κατά ή περί Αύγουστο 1999 το χρεωστικό υπόλοιπο μειώθηκε στις Λ.Κ.591,11 και συμφωνήθηκε μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου 1 όπως ο τρεχούμενος λογαριασμός εγκριθεί εκ νέου με όριο Λ.Κ.5.000 με σκοπό την επαναλειτουργία του λογαριασμού για σκοπούς της επιχείρησης έτσι υπογράφηκε νέα συμφωνία ημερομηνίας 6.8.1999 μεταξύ Εναγομένου 1 και Ενάγουσας και την ίδια μέρα υπεγράφη εγγυητήριο από τους Εναγόμενους 2 και
  10. Είναι περαιτέρω η θέση του Εναγομένου 1 ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν έγγραφον εγγύησης μετά από παραστάσεις και πληροφορίες της Ενάγουσας ότι η εγγύηση αφορούσε ποσό των Λ.Κ.5.
  11. Η Ενάγουσα παραχώρησε στον Εναγόμενο 1 το Νοέμβριο του 1999 δάνειο ύψους Λ.Κ.10.
  12. Το πιο πάνω δάνειο δόθηκε για να κατατεθεί στο τρεχούμενο λογαριασμό του με σκοπό την αγορά μετοχών και/ή χρησιμοποίηση του εν λόγω λογαριασμού για σκοπούς αγοραπωλησίας μετοχών του ΧΑΚ όπως είχε διευκρινισθεί σε συνάντηση του Εναγόμενου 1 με εκπρόσωπο της Ενάγουσας κατά ή περί τον Οκτώβριο του 1999 και ο εν λόγω τρεχούμενος λογαριασμός του Εναγομένου 1 πιστώθηκε με το ποσό του δανείου την 15.11.
  13. Επίσης ισχυρίζεται ότι 10.1.2000 η Ενάγουσα εξαργύρωσε επιταγή του Εναγομένου 1 για εξαγορά μετοχών αξίας Λ.Κ.8.000 με αποτέλεσμα να υπερβεί το εγκριθέν όριο κατά Λ.Κ.6.
  14. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στις 29.5.2000 η Ενάγουσα εξόφλησε και έκλεισε το λογαριασμό αρ. 304-00133-42013 ήτοι του δανείου των Λ.Κ.10.000 και την ίδια μέρα χρέωσαν τον τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγομένου 1 με το ποσό των Λ.Κ.10.450,51 και εξόφλησαν το δάνειο των Λ.Κ.10.
  15. Για να γίνουν οι πιο πάνω δοσοληψίες η Ενάγουσα παραχώρησε στο Εναγόμενο 1 δάνειο αξίας Λ.Κ.16.800 και την ίδια μέρα πίστωσαν τον τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγομένου 1 και είναι η θέση του Εναγομένου 1 ότι τα εν λόγω δάνεια ύψους Λ.Κ.10.000 και ύψους Λ.Κ.16.800 έγιναν με τη συγκατάθεση της Ενάγουσας και πλήρη γνώση της Ενάγουσας ότι τα εν λόγω ποσά θα χρησιμοποιούντο για σκοπούς αγοράς μετοχών και δέχθηκαν ως μόνη εγγύηση ή εξασφάλιση τους την ενεχυρίαση μετοχών για τις οποίες γνώριζε η Ενάγουσα εκ των προτέρων ότι ο Εναγόμενος 1 θα αγόραζε. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι και η Ενάγουσα παρέλειψε να εξηγήσει τα δικαιώματα του Εναγομένου 1 και ούτε νομική συμβουλή έλαβε πριν την υπογραφή των επίδικων εγγράφων και ως εκ τούτου η απαίτηση των Εναγόντων θα πρέπει να ακυρωθεί. Επιπρόσθετα είναι η θέση του ότι η απαίτηση της Ενάγουσας πρέπει να ακυρωθεί λόγω του ότι υπήρξε δόλος και/ή σκοπιμότητα και/ή κακοβουλία στις συμβατικές σχέσεις του από την Ενάγουσα. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι το δάνειο που παραχωρήθηκε στο Εναγόμενο 1 ήταν παράνομο βάσει εγκυκλίων και/ή οδηγιών και/ή διαταγών της Κεντρικής Τράπεζας και ότι η Ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα παραχώρησης τέτοιων διευκολύνσεων. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα επέδειξε αμέλεια για τις ενεχυριασμένες μετοχές που παρέδωσε ο Εναγόμενος 1 ούτε συμμορφώθηκε με τους όρους της επίδικης συμφωνίας αφού δεν διατήρησε σε συνεχή βάση την κάλυψη του εγκεκριμένου ορίου που είχε παραχωρηθεί στο Εναγόμενο 1 ούτε τον ενημέρωσε ότι η αξία των μετοχών υποχωρούσε συνεχώς ούτε ελήφθησαν μέτρα προς προστασία του Εναγομένου 1 με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά ύψους ΛΚ12.325 και ανταπαιτεί ποσό ΛΚ10.
  16. Επίσης ανταπαιτεί γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις για αμέλεια της Ενάγουσας και δήλωση του Δικαστηρίου ότι ουδέν ποσό οφείλει στη Ενάγουσα. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 με τη δική τους Υπεράσπιση υποστηρίζουν επιπρόσθετα με τα όσα ήγειρε ο Εναγόμενος 1 ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να εξηγήσει στους Εναγόμενους 2 και 3 τα δικαιώματα τους και καμιά συμβουλή δεν πήραν πριν την υπογραφή των επιδίκων εγγράφων και ως εκ τούτου η απαίτηση της Ενάγουσας πρέπει να ακυρωθεί και επί πλέον θα πρέπει να ακυρωθεί και για το λόγο ότι υπήρχε δόλος και η σκοπιμότητα και/ή πλάνη και/ή απάτη κατά την υπογραφή του εγγράφου εγγυήσεως γιατί οι Εναγόμενοι 2 και 3 είχαν την εντύπωση ότι το έγγραφο που υπέγραψαν ήταν μόνο για όριο των ΛΚ5.000 που θα βοηθούσε τον Εναγόμενο 1 στην επιχείρηση του. Επίσης δεν τους δόθηκε ο χρόνος να μελετήσουν τους όρους εγγυήσεως προτού υπογράψουν ούτε τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις τους. Τέλος ισχυρίζονται ότι οι όροι των συμβάσεων εγγυήσεως και ενεχυριάσεως ήταν διαμορφωμένοι με σκοπιμότητα και/ή δόλο ώστε η Ενάγουσα να καρπωθεί μετοχές και/ή ωφελήματα και/ή δικαιώματα μετοχών της Εναγομένης 2 εμπλουτίζοντας έτσι το χαρτοφυλάκιο και ενδυναμώνοντας τη θέση ελέγχου της αγοράς στο Χρηματιστήριο Αξιών της Κύπρου σε βάρος της Εναγομένης
  17. Ανταπαιτούν (α) γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις για αμέλεια που επέδειξε η Ενάγουσα (β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ουδέν ποσό οφείλουν στη Ενάγουσα (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου για επιστροφή των μετοχών στη Εναγόμενη 2 και αποζημίωση για την υποτίμηση τους λόγω αμέλειας της Ενάγουσας (δ) ΛΚ12.795 ποσό που αποτελεί την αρχική αξία ενεχυρίασης των μετοχών της Εναγομένης 2 και (ε) ποσό ΛΚ2.123,90 ποσό που χρεώθηκε παρανόμως στον λογαριασμό του Εναγομένου 1 και/ή εκ λάθους από την Ενάγουσα. Η Ενάγουσα με την Απάντηση στις υπερασπίσεις και τις υπερασπίσεις στην ανταπαίτηση των Εναγόμενων 1, 2 και 3 εκτός από τη γενική άρνηση στους ισχυρισμούς των Εναγομένων παραδέχεται μόνο ότι ενέκρινε το 1999 ανανέωση του τρεχούμενου λογαριασμού με όριο ύψους Λ.Κ.5.000 αλλά ισχυρίζεται ότι το εγγυητήριο που υπεγράφη από τους Εναγόμενους 2 και 3 ήταν έγγραφο συνεχούς και απεριόριστης εγγυήσεως για όλα τα οφειλόμενα ποσά και αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των Εναγομένων. Επίσης παραδέχεται ότι ο Εναγόμενος 1 έδωσε στη Ενάγουσα αριθμό μεταχρονολογημένων επιταγών για κατάθεση στο τρεχούμενο λογαριασμό του αλλά ισχυρίζεται ότι αυτές σχεδόν στη ολότητα τους επεστράφησαν ανεξαργύρωτες και δεν τιμήθηκαν. Επίσης ισχυρίζεται ότι οι παραχωρηθείσες διευκολύνσεις αποτελούσαν εγκεκριμένο όριο τρεχούμενου λογαριασμού και δάνειο και δεν ήταν σε θέση η Ενάγουσα ούτε είχε συμβατική υποχρέωση να γνωρίζει τον τρόπο που συναλλάττετο ο Εναγόμενος
  18. Κατά την ακροαματική διαδικασία η Ενάγουσα κάλεσε ένα μάρτυρα, τον κ. Χάρη Γεωργίου (ΜΕ1). Για την Υπεράσπιση του Εναγομένου 1 πρόσφερε μαρτυρία ο Εναγόμενος 1 Κώστας Αργυρού, (ΜΥ1.1) ενώ για τους Εναγόμενους 2 και 3 η Εναγόμενη 2 Χρύσω Αργυρού, (ΜΥ2.1) ο Μαρκέλλος Χ΄΄Μάρκου (ΜΥ2.2) και ο Εναγόμενος 3 Ανδρέας Παπαδόπουλος (ΜΥ2.3). Δεν θα επιχειρήσω να καταγράψω σε έκταση την μαρτυρία των προαναφερθέντων προσώπων καθότι κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Η δοθείσα όμως προφορική και έγγραφη μαρτυρία σε όλη της την έκταση εξετάσθηκαν ενδελεχώς και αξιολογήθηκαν πλήρως από το Δικαστήριο παρά την απουσία ρητής αναφοράς. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των όσων θα ακολουθήσουν θα γίνει μια περιληπτική αναφορά στα όσα λέχθησαν από τους μάρτυρες. ΄Ηταν η εκδοχή της Ενάγουσας Τράπεζας ότι ο Εναγόμενος 1 διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό στο υποκατάστημα της που ήταν Διευθυντής ο ΜΕ1 Χάρης Γεωργίου. Ο αρχικός τρεχούμενος λογαριασμός είχε όριο ΛΚ5.
  19. ΄Εγινε ανανέωση του εν λόγω τρεχούμενου λογαριασμού με βάση ανακοίνωση ανανέωσης τρεχούμενου με τους ίδιους όρους στις 6.8.
  20. Την ίδια μέρα που ανανεώθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός υπέγραψαν εγγύηση και οι Εναγόμενοι 2 και 3 που αφορούσαν όλους τους λογαριασμούς του Εναγομένου 1 και όχι μόνο ποσό ΛΚ5.000 που αφορούσε το τρεχούμενο λογαριασμό γιατί αναφέρεται και σε μελλοντικές υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη. Επίσης ο Εναγόμενος 1 συνήψε με την Ενάγουσα συνηθισμένο δάνειο ύψους ΛΚ16.
  21. Προηγούμενο δάνειο ύψους ΛΚ10.000 με αρ. 304/00133/401/3, από τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 11, 12Α και 12Β προκύπτει ότι αυτό πιστώθηκε στο τρεχούμενο λογαριασμό και στις 29.5.2000 αυτό το δάνειο έκλεισε και άρχισε το επίδικο δάνειο της ίδιας ημερομηνίας ύψους ΛΚ16.
  22. Είναι τακτική της Τράπεζας όταν καταρτίζεται νέο δάνειο από κάποιο πελάτη τους και υπάρχει προηγούμενο χρεωστικό υπόλοιπο σε προηγούμενο λογαριασμό δανείου αυτό εξοφλείται με το νέο δάνειο. Σε σχέση με το επίδικο δάνειο αυτό ήταν απλό δάνειο και όχι για αγορά μετοχών. Για τις επίδικες συμφωνίες δόθηκαν για περαιτέρω εξασφάλιση ενεχυριασθείσες μετοχές της Εναγομένης 2 οι οποίες δεν συνδέοντο με την συμφωνία δανείου ως μέρος αυτής. Αρνήθηκε ότι δεν εξηγήθηκε η εγγύηση στους Εναγομένους 2 και 3 αφού πάντοτε δίνεται το έγγραφο για μελέτη πριν την υπογραφή του. Επίσης αρνήθηκε ότι η εγγύηση αφορούσε ποσό ΛΚ5.000 μόνο. Το εγγυητήριο κάλυπτε και μελλοντικά δάνεια. Ο λογαριασμός του Εναγομένου 1 δεν ήταν επενδυτικός αφού στο υποκατάστημα που έγινε το δάνειο δεν δίνοντο επενδυτικά σχέδια δανείων και ούτε οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας Τεκμήρια 16 και 17 είχαν σχέση με αυτό αφού δεν ήταν επενδυτικός λογαριασμός ούτε υπήρχε υποχρέωση με βάση εγκυκλίους να εξοφληθεί ο λογαριασμός με πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών. Επίσης δεν υπήρχε υποχρέωση της Τράπεζας να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή σε συγκεκριμένο χρόνο την αξία των ενεχυριασμένων μετοχών ή αν θα είχαν κέρδος οι Εναγόμενοι από την πώληση τους. Επίσης ως προς την έκδοση επιταγής από τον Εναγόμενο 1 προς εταιρεία CLR (Τεκμήριο 18) εξήγησε ότι δεν ήταν στα καθήκοντα της Τράπεζας να ελέγξει που εκδόθηκε ούτε για ποιο σκοπό, ούτε ήταν υποχρέωση της να ενημερώνει τους Εναγόμενους 2 και
  23. Το υπόλοιπο των λογαριασμών του Εναγομένου 1 ήταν ΛΚ24.308,95 κατά τον ουσιώδη χρόνο πλέον τόκους. Εν όψει του ότι ο Εναγόμενος 1 δεν πλήρωνε δόσεις τερματίστηκε ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός και το επίδικο δάνειο με επιστολές της τράπεζας. Κατατέθηκαν επίσης τα Τεκμήρια 1 - 10 κατά την κυρίως εξέταση του ΜΕ1 ενώ τα Τεκμήρια 11 - 18 κατά την αντεξέταση του. ΄Ηταν η εκδοχή του Εναγόμενου 1 Κώστα Αργυρού ότι διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό στην Ενάγουσα Τράπεζα από το 1992 με όριο ΛΚ5.000 με δύο εγγυητές. Μετά από λίγα χρόνια είχε οικονομικά προβλήματα και η Τράπεζα τον πίεζε να παγοποιήσει το λογαριασμό και του ζήτησε να εξασφαλίσει τον τρεχούμενο λογαριασμό και ο ίδιος έδωσε μεταχρονολογημένες επιταγές. Το 1999 πήγε στην Τράπεζα και είδε το κ. Παπαδάκη. Συμφωνήθηκε στη εν λόγω συνάντηση να επαναλειτουργήσει ο τρεχούμενος του λογαριασμός για αγορά μετοχών και ο κ. Παπαδάκης τον παρέπεμψε στο υποκατάστημα Αρμενίας της Τράπεζας για να το βοηθήσουν. Ο τρεχούμενος λογαριασμός του ήταν σχεδόν εξοφλημένος. Το 1999 ανανεώθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός και τον εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 για ποσό ΛΚ5.000 δεν ήταν όμως παρών στην υπογραφή του εγγυητηρίου. Όταν επαναλειτούργησε ο τρεχούμενος λογαριασμός αγόρασε μετοχές. Το έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών Τεκμήριο 4 δεν το διάβασε ούτε το υπέγραψε ούτε τον ενημέρωσαν για αυτό. Το Οκτώβριο 1999 είχε μια συνάντηση με την Τράπεζα και εξασφάλισε δάνειο ΛΚ10.000 το οποίο πήρε το Νοέμβριο 1999 για αγορά μετοχών. Δεν έκανε άλλο δάνειο. Το δάνειο των ΛΚ16.800 το έκανε η Τράπεζα μόνη της για δικούς της σκοπούς. Ούτε το πληρεξούσιο Τεκμήριο 15 δεν το υπέγραψε αλλά εγνώριζε ότι ενεχυρίασε μετοχές Salamis η σύζυγος του και ήταν για σκοπούς εγγύησης του δανείου των ΛΚ10.
  24. Η αξία των μετοχών που ενεχυριάσθηκαν ήταν ΛΚ23.
  25. Δεν γνωρίζει τι έγιναν οι εν λόγω μετοχές, έπαιρνε τηλέφωνο για την αξία τους την Τράπεζα μεταξύ Δεκεμβρίου 1999 και Γεννάρη 2000 για να τις πωλήσουν αλλά τον αγνοούσαν και του έλεγαν ότι πρέπει να πέσει το χρέος και να εξοφλήσει. Στον τρεχούμενο του λογαριασμό είχαν γίνει υπερχρεώσεις ύψους ΛΚ2.
  26. Δεν ειδοποιήθηκε ποτέ για τις ενεχυριασμένες μετοχές. ΄Ηταν η εκδοχή των Εναγομένων 2 και 3 ότι υπέγραψαν εγγυητήριο Τεκμήριο 3 για ποσό ΛΚ5.000 αφού έτσι τους ανέφεραν εκεί. Δεν διάβασα το έγγραφο γιατί έγινε βιαστικά αφού πήγαν η ώρα 2.10 μ.μ. και τους άνοιξαν από την πίσω πόρτα. Δεν τους εξήγησαν ότι ήταν για όλες τις υποχρεώσεις του Εναγομένου
  27. Στη συνάντηση που έγινε με τον κ. Παπαδάκη και το Εναγόμενο 1 παρούσα ήταν και η Εναγομένη
  28. Εκεί ο κ. Παπαδάκης ενθάρρυνε το σύζυγο της ότι μπορεί να επαναδραστηριοποιήσει το τρεχούμενο λογαριασμό του και μπορεί να κάνει και χρηματιστηριακές συναλλαγές. ΄Εδειξαν εμπιστοσύνη για να ξεπληρωθεί ο τρεχούμενος λογαριασμός με μεταχρονολογημένες επιταγές. Ο τρεχούμενος λογαριασμός μετά χρησιμοποιείτο για αγορά και πώληση μετοχών. Διευκρινίστηκε από την Τράπεζα ότι μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ο λογαριασμός και για αγορά μετοχών και για άλλο σκοπό. Επίσης η Εναγόμενη 2 υπέγραψε τα τεκμήρια για ενεχυρίαση μετοχών τεκμήρια 4, 5 και
  29. Δεν ειδοποιήθηκαν για το δάνειο τεκμήριο 2 αν και η Εναγόμενη 2 εγνώριζε για αυτό από το σύζυγο της. Αν και ζητήθηκε η πώληση των μετοχών από την ίδια επικοινώνησε τηλεφωνικά και προσωπικά με το υποκατάστημα Αρμενίας περί τον Μάρτιο 2000 και από τον σύζυγο της μετά την κατρακύλα του ΧΑΚ αυτές δεν πωλήθηκαν. Οι συνήγοροι μετά την ακροαματική διαδικασία με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Στις επιμέρους εισηγήσεις τους θα γίνει αναφορά όπου κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της απόφασης. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας μπορεί να αρχίσει με την καταγραφή ορισμένων αδιαμφισβήτητων γεγονότων που προκύπτουν από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων.
  30. Η Ενάγουσα είναι Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης νόμιμα συστημένη στην Κύπρο, σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, η οποία κατόπιν αδείας και/ή νόμιμα διεξάγει τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο.
  31. Δυνάμει εγγράφου συμφωνίας που έγινε στη Λευκωσία, ημερομηνίας 19.6.1992 μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου 1, η Ενάγουσα συμφώνησε όπως παρέχει ή συνεχίσει παρέχουσες διευκολύνσεις εις τρεχούμενο λογαριασμό και/ή παρέχει πίστωση και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις και/ή πληρώνει επιταγές και/ή εντολές πληρωμής του Εναγομένου 1 προς αυτήν.
  32. ΄Ηταν ρητός όρος της πιο πάνω συμφωνίας ότι η Ενάγουσα θα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και χωρίς προειδοποίηση προς τον Εναγόμενο 1, να τερματίζει την λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να απαιτεί την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού το οποίο ο Εναγόμενος 1 θα όφειλε.
  33. ΄Ηταν επίσης ρητός όρος της πιο πάνω συμφωνίας ότι ο πιο πάνω λογαριασμός και/ή οιονδήποτε ποσό και/ή χρεωστικό υπόλοιπο θα έφερε τόκο προς 9% ετησίως.
  34. Κατά ή περί την περίοδο Σεπτεμβρίου και/ή Οκτωβρίου 1997, λόγω του ότι ο εναγόμενος 1 είχε οικονομικές δυσκολίες και υπερβάσεις στον λογαριασμό του που αναφέρεται στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης, έγινε προφορική συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 1 ότι ο τελευταίος δεν θα χρέωνε τον λογαριασμό του με επιταγές ή άλλως πως και ότι θα τον χρησιμοποιούσε ως δάνειο κάνοντας μόνο καταθέσεις με σκοπό την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου. Προς υλοποίηση της προφορικής αυτής συμφωνίας ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε αριθμό μεταχρονολογημένων επιταγών μεταξύ της περιόδου 1997 - 1999 και παραδόθηκαν στην Ενάγουσα για να πιστώνουν τον εν λόγω λογαριασμό όπως και γινόταν.
  35. Κατά ή περί την περίοδο Αυγούστου του 1999 και όταν ο εν λόγω λογαριασμός του Εναγόμενου 1 μειώθηκε σε Λ.Κ.591,11 χρεωστικό υπόλοιπο, συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας και Εναγόμενου 1 όπως στον λογαριασμό που αναφέρεται στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης εγκριθεί εκ νέου με όριο Λ.Κ.5.000,- με σκοπό την επαναλειτουργία και/ή κίνηση του λογαριασμού αυτού για σκοπούς της επιχείρησης του. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα ζήτησε επιπρόσθετους εγγυητές. Κατά ή περί την 6/8/99 υπογράφηκε συμφωνία από την Ενάγουσα και τον Εναγόμενον
  36. Την ίδια ημέρα υπογράφηκε και εγγυητήριο από τους Εναγόμενους 2 και
  37. Στις 29/5/00 η Ενάγουσα εξόφλησε και έκλεισε τον λογαριασμό αρ. 304- 00133-42013, ήτοι το δάνειο των Λ.Κ.10.000,-, και επιπλέον κατά η περί την ίδια ημέρα η Ενάγουσα χρέωσε τον τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγόμενου 1 με το ποσό των Λ.Κ.10.450,51 και εξόφλησαν το εν λόγω δάνειο των Λ.Κ.10.000.- Η Ενάγουσα προς εξόφληση του πιο πάνω δανείου παραχώρησε στον Εναγόμενο 1 νέο δάνειο ύψους Λ.Κ.16.800.- με αρ. λογαριασμού 304/00133/4202/6 και πιστώθηκε ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός του Εναγόμενου 1 που αναφέρεται στην παράγραφο 5 της ΄Εκθεσης Απαίτησης με το ποσό των Λ.Κ.16.800.- Δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 11.5.2000 (Τεκμήριο 2) ο Εναγόμενος 1 συμφώνησε να αποπληρώσει το δανεισθέν ποσό την 15.12.2000 και θα έφερε τόκο 8% ετησίως. Με βάση έγγραφη συμφωνία ενεχυριάσεως μετοχών ημερομηνίας 13.12.1999 η Εναγόμενη 2 παρέδωσε και ενεχυρίασε προς την Ενάγουσα μετοχές για το σκοπό επιπρόσθετης εξασφάλισης και εγγύησης για τις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1 προς την Τράπεζα. Ειδικότερα ενεχυρίασε προς όφελος της Ενάγουσας τις πιο κάτω μετοχές: α) 625 μετοχές της Εταιρείας Euroinvestments & Finance Ltd με αρ. Μητρώου
  38. β) 625 μετοχές της Εταιρείας Salamis Tours (Holding) Ltd. Η υπόλοιπη μαρτυρία από τα γεγονότα που έχουν σκιαγραφηθεί ανωτέρω είναι αμφισβητούμενη. Προτού ασχοληθώ με οποιαδήποτε άλλα θέματα προέχει η αξιολόγηση της μαρτυρίας να αποφασισθεί το πλαίσιο γεγονότων που περιβάλλουν την διαφορά. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αξιολόγησα την μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγουμένη από σειρά παραγόντων όπως η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, η ύπαρξη σ' αυτές ουσιαστικών αντιφάσεων η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση σε συνδυασμό με τα κατατεθέντα εκ συμφώνου ή άλλως πως τεκμήρια, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα αληθή γεγονότα έθεσε ο μάρτυρας της Ενάγουσας. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Ενάγουσα ήταν από το ΜΕ1 Χάρη Γεωργίου ως Διευθυντή του υποκαταστήματος της Ενάγουσας στην οδό Αρμενίας όπου διατηρείτο ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός του Εναγομένου 1 καθώς και του επίδικου δανείου. Η μαρτυρία του βασίστηκε στις γνώσεις του και την πιο πάνω ιδιότητα του και στα έγγραφα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με τους Εναγόμενους. Η μαρτυρία του τόσο στο στάδιο της κύριας εξέτασης όσο και στο στάδιο αντεξέτασης ήταν επεξηγηματική σε σχέση με τις επίδικες συμφωνίες και το είδος των διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στον Εναγόμενο
  39. Τόσο στο στάδιο της κυρίως εξέτασης όσο και της αντεξέτασης ο κ. Γεωργίου ήταν ξεκάθαρος αναφορικά με το είδος των διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στο Εναγόμενο 1 αποκλείοντας ότι ήταν υπό κάλυψη επενδυτικός λογαριασμός ούτε μπορούσε να ασκηθεί έλεγχος για το πώς χρησιμοποιήθηκε το ποσό που παραχωρήθηκε από το Εναγόμενο
  40. Οι πιο πάνω θέσεις του μάρτυρα ενισχύονται και συνάδουν με το περιεχόμενο των συμφωνιών που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμήρια 1, 2 και Τεκμήριο
  41. Επίσης η θέση του ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν έγγραφο συνεχούς και απεριόριστης εγγυήσεως για όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις συνάδει με το λεκτικό του Τεκμηρίου
  42. Η θέση του ότι η συμφωνία ενεχυρίασης μετοχών ήταν επιπρόσθετη εξασφάλιση για τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στο Εναγόμενο 1 και δεν συνδέονται ως μέρος αυτών είτε με την συμφωνία Τεκμήρια 1, 2 ή με την ανανέωση του τρεχούμενου λογαριασμού 6.8.1999 Τεκμήριο 14 κρίνεται ορθή, αφού αυτή έγινε μεταγενέστερα της ανανέωσης του εν λόγω τρεχούμενου λογαριασμού και δη 13.12.1999 και προγενέστερα του επίδικου δανείου ημερομηνίας 11.5.2000 (Τεκμήρια 4 - 8). Εν όψει των πιο πάνω η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή. Από την μαρτυρία του Εναγομένου 1 τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν εμφανής η προσπάθεια του να υποστηρίξει τη θεωρία που κατασκεύασε για την σύναψη επενδυτικού δανείου για αγορά μετοχών που δεν δίστασε παρά την σαφή δικογραφημένη του θέση να αρνηθεί ότι υπέγραψε το επίδικο δάνειο Τεκμήριο 2 για ποσό ΛΚ16.800 και να ισχυρισθεί ότι αυτό το έκανε η Τράπεζα χωρίς τη συμμετοχή του θέση την οποία αναίρεσε κατά την αντεξέταση του τελικά. Επίσης η θέση του ότι ο ίδιος ζήτησε πώληση των ενεχυριασθεισών μετοχών κατά Δεκέμβριο 1999 - Γενάρη 2000 δεν συνάδει με τις ενεχυριασθείσες μετοχές της Euroinvestment Τεκμήριο 6 αφού αυτές ενεχυριάσθηκαν στις 20.1.
  43. Η αναφορά του ως προς την υπερχρέωση του τρεχουμένου λογαριασμού δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αφού ως ο ίδιος ανέφερε αυτά του τα ανέφερε λογιστής χωρίς να εξειδικεύσει ποια μέθοδο ο συγκεκριμένος λογιστής ακολούθησε ποια στοιχεία λήφθηκαν υπόψη και πως κατέληξε στο ποσό των ΛΚ2.123,90 που ανέφερε. Επίσης η θέση του για συνάντηση με τον κ. Παπαδάκη Οκτώβριο 1999 και συζήτηση για να επαναδραστηριοποιηθεί ο τρεχούμενος λογαριασμός δεν επιβεβαιώθηκε ούτε από την σύζυγο του η οποία τοποθέτησε την εν λόγω συνάντηση σε προγενέστερο χρόνο και πριν να δοθούν οι μεταχρονολογημένες επιταγές για εξόφληση του τρεχούμενου. Εν πάσει περιπτώσει εν όψει των πιο πάνω και ιδιαίτερα τις αναφορές του ως προς το επίδικο δάνειο και τις ενεχυριασθείσες μετοχές δεν είμαι διατεθειμένη να στηριχθώ στη μαρτυρία του ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα και την απορρίπτω. Εξετάζοντας την μαρτυρία της Εναγομένης 2 (ΜΥ2.1) ένα από τα ουσιώδη σημεία αντιπαράθεσης ήταν αν κατά την υπογραφή του εγγυητηρίου εγγράφου Τεκμήριο 3 η Ενάγουσα της δημιούργησε την εντύπωση ότι ήταν για το ποσό των ΛΚ5.
  44. Η θέση της ήταν ότι ζήτησε και πήρε το Τεκμήριο 14 και επιβεβαίωσε ότι είναι για το ποσό των ΛΚ5.000 ως το όριο του τρεχούμενου που εγκρίθηκε και όχι για οποιεσδήποτε άλλες μελλοντικές υποχρεώσεις του συζύγου της. Η θέση αυτή δεν επιβεβαιώθηκε ούτε από τον Εναγόμενο 3 ο οποίος ανέφερε ότι μόνο ένα έγγραφο τους δόθηκε για την υπογραφή του και κανένα άλλο έγγραφο. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει πιστευτή η εν λόγω θέση της η οποία απορρίπτεται. Επίσης η αόριστη αναφορά της για επικοινωνία με την Ενάγουσα για πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών της χωρίς να μπορεί να καθορίσει με ποιο πρόσωπο ή πρόσωπα είχε επικοινωνήσει δεν μπορεί να γίνει πιστευτή και απορρίπτεται. Εν όψει των πιο πάνω βρίσκω ότι η Εναγόμενη 2 για δικούς της λόγους δεν είπε αλήθεια στο Δικαστήριο και δεν μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία της ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα και την απορρίπτω. Επίσης δεν μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία του ΜΥ2.3 Εναγόμενου 3 ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα και ιδιαίτερα ότι υπέγραψε έγγραφο εγγύησης για ποσό ΛΚ5.
  45. ΄Εχοντας υπόψη την επαγγελματική του υπόσταση δεν βρίσκω ότι παραπλανήθηκε με τον τρόπο που ανάφερε για το έγγραφο που υπέγραφε και ότι δεν διάβασε το έγγραφο που υπέγραψε. Η μαρτυρία του ΜΥ3 κ. Μάρκελου Χ΄΄Μάρκου αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί και γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Τα Τεκμήρια 20 και 20Α απεικονίζουν την διακύμανση των τιμών των μετοχών Euroinvestment & Finance Ltd και Salamis Tours (Holdings) Ltd για την περίοδο μεταξύ Αυγούστου 1999 μέχρι την 4.1.
  46. Επίσης αποδέχομαι το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και με βάση την αποδεκτή μαρτυρία διατυπώνω ανάλογα ευρήματα. Με βάση τη πιο πάνω αξιολόγηση και ευρήματα προχωρώ να εξετάσω νομικά ζητήματα που εγείρονται τόσο στη Υπεράσπιση του Εναγομένου 1 όσο και των Εναγομένων 2 και
  47. (α) Η Ενάγουσα δεν επεξήγησε στο Εναγόμενο 1 τα δικαιώματα του και καμιά νομική συμβουλή δεν έλαβε πριν την υπογραφή των επιδίκων εγγράφων και ως εκ τούτου η απαίτηση των Εναγόντων πρέπει να ακυρωθεί. Ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν υποστηρίχθηκε με την μαρτυρία του Εναγόμενου 1 ούτε προωθήθηκε στη τελική αγόρευση του συνηγόρου του. Εν πάσει περιπτώσει τόσο από το Τεκμήριο 1 και 4 όσο και από το Τεκμήριο 2 οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις δόθησαν κατόπιν αιτήσεως του Εναγομένου 1 και επίσης οι εν λόγω διευκολύνσεις παραχωρήθηκαν οπότε δεν τίθεται θέμα επεξήγησης οποιωνδήποτε δικαιωμάτων του Εναγομένου
  48. Επίσης η παράλειψη του Εναγομένου 1 να ζητήσει νομική συμβουλή πριν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών δεν μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση των επίδικων συμφωνιών και οι πιο πάνω ισχυρισμοί απορρίπτονται ως εντελώς αβάσιμοι. Ως προς τους ισχυρισμούς των Εναγομένων 2 και 3 ότι δεν τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους ως εγγυητών αυτοί δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα ως έχουν γίνει αποδεκτά αφού η εκδοχή τους δεν έγινε δεκτή. Ούτε η θέση τους ότι πλανήθηκαν ως προς το ποσό εγγύησης δεν έγινε δεκτή και ως εκ τούτου δεν υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο ως προς τους πιο πάνω ισχυρισμούς και απορρίπτονται. (β) ΄Υπαρξη δόλου - σκοπιμότητας - κακοβουλίας στη σύναψη των συμβατικών σχέσεων και ο Εναγόμενος 1 χρησιμοποιήθηκε για να μπορέσει η Ενάγουσα να εξυπηρετήσει τα οικονομικά της συμφέροντα. Από την αξιόπιστη μαρτυρία κανένα στοιχείο δεν δικαιολογεί τους πιο πάνω ισχυρισμούς της υπεράσπισης και οι εν λόγω ισχυρισμοί παρέμειναν μετέωροι. Ως διαφάνηκε από την μαρτυρία του ΜΕ1 κ. Χάρη Γεωργίου πριν την ανανέωση του τρεχούμενου λογαριασμού ο τρεχούμενος λογαριασμός είχε σχεδόν τακτοποιηθεί οπότε έγινε ανανέωση του τρεχούμενου λογαριασμού με δύο εγγυητές. Επίσης από την μαρτυρία του ΜΕ1 Χάρη Γεωργίου αλλά και από το λεκτικό των επιδίκων συμφωνιών δεν διαφάνηκε ότι η Ενάγουσα παραχώρησε επενδυτικό δάνειο για αγορά μετοχών αφού οι επίδικοι λογαριασμοί μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κατά το δοκούν από το Εναγόμενο
  49. Επίσης από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και 2 καθώς και το Τεκμήριο 14 δεν υποστηρίζεται η θέση της υπεράσπισης του Εναγομένου 1 ότι οι όροι των επίδικων συμβάσεων "ήταν διαμορφωμένοι με σκοπιμότητα ώστε η Ενάγουσα να καρπωθεί μετοχές" αφού η ενεχυρίαση μετοχών έγινε σε άλλο χρονικό σημείο από την σύναψη των επίδικων συμφωνιών και η ενεχυρίαση των επίδικων μετοχών έγινε για περαιτέρω εξασφάλιση των εν λόγω συμφωνιών. (γ) Το επίδικο δάνειο για αγορά μετοχών ήταν παράνομο βάσει των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας καθότι η Ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα παραχώρησης τέτοιων διευκολύνσεων. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω το Τεκμήριο 2 με βάση τους όρους του δεν αποτελούσε επενδυτικό λογαριασμό ή δάνειο αλλά απλό δάνειο με το οποίο η Ενάγουσα παραχώρησε στο Εναγόμενο 1 ποσό ΛΚ16.800 χωρίς περιορισμό στο τρόπο διάθεσης του, οπότε οι εγκύκλιοι Τεκμήρια 16 και 17 δεν είχαν σχέση με τις επίδικες διευκολύνσεις. Επομένως η σύναψη της συμφωνίας μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενου 1 δεν προσκρούει σ' αυτές τις εγκυκλίους. Εν πάσει περιπτώσει ακόμα και αν δεχόμουν τη θέση του Εναγομένου 1 ότι ήταν υπό κάλυψη επενδυτικό δάνειο (γεγονός που απορρίπτω) και πάλι δε μπορεί να θεωρηθεί ότι με τις εγκυκλίους αυτές χαράχτηκε μια γενικότερη δημόσια πολιτική, παράβαση των οποίων επιφέρει τις συνέπειες του άρθρου 23(ε) του Κεφ. 149 αλλά απλώς οι εγκύκλιοι περιείχαν υποδείξεις προς τις τράπεζες αναφορικά με επενδυτικούς λογαριασμούς των πελατών τους. Το κατά πόσο η Τράπεζα που υποχρεώνεται να ακολουθεί τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας τις είχε ακολουθήσει ή όχι δεν είναί θέμα των Εναγομένων να το αποφασίσουν αλλά της Κεντρικής Τράπεζας και σίγουρα δεν υπάρχει μαρτυρία που να δεικνύει ότι η Ενάγουσα έχει παραβιάσει κάποια εγκύκλιο. Είμαι της άποψης ότι η παράβαση των εγκυκλίων είναι θέμα που αφορά την Ενάγουσα και την Κεντρική Τράπεζα και δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την εγκυρότητα συμφωνιών που συνάφθηκαν μεταξύ της Ενάγουσας και των πελατών της. Επομένως η επίδικη συμφωνία δεν είναι ούτε παράνομη ούτε άκυρη. Ούτε υπήρχε υποχρέωση της Ενάγουσας να επεξηγήσει τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας στους Εναγόμενους αφού οι Εναγόμενοι δεν ζήτησαν από την Τράπεζα είτε πληροφορίες είτε συμβουλές και ούτε υπάρχουν στην παρούσα υπόθεση περιστάσεις που να δείχνουν ότι ο Εναγόμενος 1 έδωσε εμπιστοσύνη στη Τράπεζα και βασίσθηκε στην εξειδικευμένη κατάρτιση και κρίση της Ενάγουσας και η Τράπεζα έδωσε τέτοιες πληροφορίες για να έχει καθήκον επιμέλειας προς αυτόν. Επομένως δεν μπορεί να έχει τέτοια ευθύνη η Ενάγουσα απέναντι στους Εναγόμενους. Ούτε μπορεί να ευσταθήσει ισχυρισμός ότι θα έπρεπε να κλείσει ο λογαριασμός του Εναγομένου 1 μετά από αυτές τις εγκυκλίους. (δ) Αμέλεια της Ενάγουσας ως προς τις ενεχυριασμένες μετοχές της Εναγομένης
  50. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται στις παραγράφους 9(α)(β)(γ) και (δ) της Υπεράσπισης τους ότι η Ενάγουσα ενήργησε αμελώς ως προς τις ενεχυριασμένες μετοχές αφού δεν εκποίησαν αυτές για να καλύψουν τις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1 την στιγμή που η αγορά υποχωρούσε συνεχώς. Απαγόρευσαν στους Εναγόμενους 1 και 2 να πωλήσουν τις εν λόγω μετοχές και δεν ενήργησαν με βάση τα συμφέροντα των Εναγομένων. Ο όρος 8 του εγγράφου ενεχυρίασης μετοχών Τεκμήριο 4 προβλέπει μεταξύ άλλων ότι η Ενάγουσα "θα έχει το απόλυτο δικαίωμα και εξουσιοδότηση να πωλεί αμέσως" . "τις ενεχυριασμένες μετοχές και/ή μέρος αυτών χωρίς καμιά αναφορά σε μεν και σε τέτοια τιμή, σε τέτοια πρόσωπα και με τέτοιους όρους όπως ήθελε θεωρήσει πρέπον κατά την απόλυτη κρίση της, χωρίς να έχει καμιά ευθύνη απέναντι μου". Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 134

(1)του Περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ. 149 σε περίπτωση υπερημερίας του Ενεχυριάσαντος οφειλέτη ο ενεχυροδανειστής δύναται να πωλήσει τα ενεχυριασθέντα αγαθά μετά από εύλογη ειδοποίηση. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η Ενάγουσα με βάση το πιο πάνω νόμο αλλά και τους όρους της συμφωνίας δεν είχε υποχρέωση αλλά δικαίωμα να εκποιήσει το ενέχυρο. Η εισήγηση των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα είχε υποχρέωση πώλησης των ενεχυριασμένων μετοχών για εξόφληση του χρέους έρχεται σε αντίθεση με σαφή νομοθετική πρόνοια. Αποδοχή τέτοιας ερμηνείας θα ισοδυναμούσε με μη επιτρεπτή προσθήκη στο Νόμο ενός περιορισμού το οποίο ο νομοθέτης ρυθμίζοντας το θέμα δεν προέβλεψε. Το ίδιο ισχύει και για την ορθή ερμηνεία των πιο πάνω όρων της συμφωνίας. Το περιεχόμενο των πιο πάνω όρων δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την θέση των Εναγομένων. Αναγνωρίζεται στους εν λόγω όρους το απόλυτο δικαίωμα της Ενάγουσας να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές σε περίπτωση μη πληρωμής του χρέους που μπορεί να ασκηθεί κατά την απόλυτη κρίση της και χωρίς καμία ευθύνη έναντι των Εναγομένων. Ούτε από την νομολογία προκύπτει τέτοια υποχρέωση. Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1(Α) ΑΑΔ740 σχολιάζοντας την υπόθεση China and Sound Sea Bank v. Tan
(1989)3 All ER839 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Στην υπόθεση αυτή, όταν ο οφειλέτης απέτυχε να εξοφλήσει το χρέος του, οι πιστωτές δεν προχώρησαν στην εκποίηση μετοχών, που είχαν υποθηκευτεί προς όφελος τους από εταιρεία, αλλά αργότερα και σε κάποιο στάδιο που οι μετοχές αυτές δεν είχαν πια αξία, απαίτησε το οφειλόμενο ποσό από τον εγγυητή. Η Δικαστική Επιτροπή του Ανακτοσυμβουλίου, επιτρέποντας την έφεση, αποφάσισε ότι οι πιστωτές δεν είχαν καθήκον να ασκήσουν το δικαίωμα εκποίησης των υποθηκευμένων μετοχών, αλλά μπορούσαν να αποφασίσουν αν θα πωλούσαν ή όχι και πότε. Η απόφαση αυτή υποστηρίζει τη θέση ότι οι εφεσίβλητοι δεν είχαν υποχρέωση να ασκήσουν το δικαίωμα συμψηφισμού, έστω και αν ήταν έγκυρη η δέσμευση. Παρατηρούμε επίσης πως το βασικό θέμα που αποφασίστηκε ήταν ότι οι πιστωτές δεν είχαν υποχρέωση επιμέλειας προς τον εγγυητή να ασκήσουν το δικαίωμα εκποίησης των υποθηκευμένων από τρίτους μετοχών, ούτως ώστε να μην προκληθεί στον εγγυητή ζημιά". Με βάση τα πιο πάνω η Ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση να ασκήσει το δικαίωμα της για πώληση ή ακόμη να το ασκήσει σε κάποιο συγκεκριμένο χρονικό σημείο. Ούτε είχε υποχρέωση να ασκήσει το δικαίωμα της με γνώμονα τα συμφέροντα του Εναγόμενου. Η Ενάγουσα μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμα της για πώληση αν και οποτεδήποτε η ίδια το επέλεγε. Η μόνη υποχρέωση της αναφορικά με την πώληση, αν επέλεγε να πωλήσει, ήταν να πωληθούν οι αξίες στην τρέχουσα τιμή της αγοράς κατά το χρόνο πώλησης τους. Περαιτέρω, στην China and South Sea Bank v. Tan (ανωτέρω) αναφέρθηκε, αναφορικά με την περίπτωση που υπάρχει εγγυητής των υποχρεώσεων του οφειλέτη, ότι ο πιστωτής δεν καθίσταται εμπιστευματοδόχος των δεσμευμένων μετοχών και αξιών προς όφελος του εγγυητή και τονίζεται ότι ο πιστωτής δεν έχει καμία ευθύνη είτε προς τον οφειλέτη είτε προς τον εγγυητή σε περίπτωση που ο πιστωτής επιλέξει να μην πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές και η αξία τους μειωθεί ή μηδενιστεί:- Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα νομολογία η Ενάγουσα δεν είχε καμία υποχρέωση να ασκήσει το δικαίωμα της αυτό, ούτε να το ασκήσει με βάση το συμφέρον ή την προστασία της περιουσίας του Εναγομένου. Επομένως η μη πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών από την Ενάγουσα σε δεδομένη στιγμή δεν αποτελεί παράλειψη ή αμέλεια η οποία να καθιστά την Ενάγουσα υπαίτια για την όποια ζημιά των Εναγομένων. Ως εκ τούτου ούτε η πιο πάνω υπεράσπιση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. (ε) Η Ενάγουσα κατά παράβαση του Περί Τόκου Νόμου χρέωσαν εκ λάθους και/ή αδίκως και/ή παρανόμως τόκο πέραν του 9% ετησίως. Η εν ισχύ νομοθεσία κατά το χρόνο συνομολόγησης της αρχικής συμφωνίας (Τεκμήριο 1) καθώς και του δανείου ημερομηνίας 11.5.2000 (Τεκμήριο 2) ήταν ο Περί Τόκου Νόμος του 1997 (αρ. 2/77) Προνοείτο (βλ. άρθρο 3) πως το επιτόκιο σε οποιοδήποτε χρέος δεν μπορούσε να υπερβαίνει το 9% ετησίως. Οι πρόνοιες συμφωνίας που επέτρεπαν χρεώσεις πέραν του εν λόγω επιτοκίου δεν τη καθιστούν παράνομη απλά ο τόκος καθ' υπέρβαση του νόμιμου ορίου δεν είναι εισπρακτέος. (Βλ. Τράπεζα Κύπρου και άλλοι ν. Coudounaris Food Products και άλλων
(1995)1ΑΑΔ 641 Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (αρ. 3)
(1999)1ΑΑΔ 299 και C.T.A. Techno Market Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1(Β)ΑΑΔ
  1. Στην παρούσα υπόθεση η αρχική συμφωνία παραχώρησης Τεκμήριο 1 προνοούσε επιτόκιο 9% ετησίως. Όμως κατά την ανανέωση του εν λόγω τρεχουμένου λογαριασμού το επιτόκιο μειώθηκε σε 8% ετησίως. Επίσης το δάνειο ημερομηνίας 11.5.2000 (Τεκμήριο 2) προέβλεπε επιτόκιο 8%. Με αυτά τα δεδομένα για την περίοδο μέχρι 31.12.2000 οποιαδήποτε χρέωση η οποία έγινε πέραν 9% δεν θα μπορούσε να είναι εισπρακτέος. Όμως από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν διαφάνηκε ότι υπήρξε υπερχρέωση των επίδικων λογαριασμών του Εναγομένου 1 αφού η μαρτυρία του Εναγομένου 1 δεν συγκεκριμενοποίησε με οποιοδήποτε τρόπο ή με παράθεση στοιχείων ώστε να δικαιολογείται τέτοιο εύρημα. Ως εκ τούτου η πιο πάνω υπεράσπιση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Παραμένει να εξετασθεί αν η Ενάγουσα απέδειξε την αξίωση της για το ποσό που διεκδικεί. Αυτό θα κριθεί με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και τα ευρήματα. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω η μαρτυρία του Χάρη Γεωργίου ΜΕ1 έγινε αποδεκτή. Η μαρτυρία του επιβεβαιώνεται και από την έγγραφη μαρτυρία Τεκμήρια 1 -
  2. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης η Υπεράσπιση τόσο του Εναγομένου 1 όσο και των Εναγομένων 2 και 3 δεν έχει θέσει ευθέως ζήτημα ως προς το οφειλόμενο ποσό. Όπως έχει αναφερθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου η γενική άρνηση δεν αφήνει ανοικτό πεδίο για ευκαιριακή απόδειξη οποιουδήποτε ζητήματος τυχόν προκύψει κατά την δίκη. Επίσης η θέση ότι έγινε υπερχρέωση του λογαριασμού έχει ήδη απορριφθεί. Ως εκ τούτου δέχομαι ότι το χρεωστικό υπόλοιπο κατά το χρόνο τερματισμού των επίδικων συμφωνιών ήταν ΛΚ24.308,
  3. Ως προς τους διεκδικούμενους από την Ενάγουσα τόκους 12% επί του ποσού των ΛΚ18.436,55 (χρεωστικόν υπόλοιπον επίδικου δανείου ημερομηνίας 11.5.2000) και τόκο 9% επί ποσού ΛΚ5.872,40 από 1.7.2001 (χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού), αυτοί δεν μπορεί να αποδοθούν, παρά το ότι την 1.1.2001 τέθηκε σε ισχύ ο Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και συναφών θεμάτων Νόμος Ν160
(1)/99 και το επιτόκιο ελευθεροποιήθηκε. Ως φαίνεται από τα γεγονότα η Ενάγουσα με επιστολές της ημερομηνίας 1.7.2001 τερμάτισε τις επίδικες συμφωνίες και στην ίδια επιστολή αυξάνει τα επιτόκια από 8% ετησίως σε 12% και από 8% σε 9% ετησίως αντίστοιχα με βάση τους όρους της συμφωνίας. Αυτό δεν είναι επιτρεπτόν. Από το τερματισμό της συμφωνίας η Ενάγουσα δεν θα μπορούσε να αυξήσει το επιτόκιο επικαλούμενη όρους της συμφωνίας που είχε ήδη τερματίσει. Επίσης η Ενάγουσα απέδειξε με τα Τεκμήρια 4 - 8 και 15 την συμφωνία ενεχυριάσεως των επίδικων μετοχών της Εναγομένης 2 για το σκοπό επιπρόσθετης εξασφάλισης και εγγύησης για τις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1 προς την Ενάγουσα και δικαιούται θεραπεία ως η παράγραφος 15 Γ΄ της ΄Εκθεσης Απαίτησης. Στρεφόμενη τέλος στις Ανταπαιτήσεις τόσο του Εναγομένου 1 όσο και των Εναγομένων 2 και 3 αυτές δεν μπορούν να πετύχουν αφού δεν υπάρχει υπόβαθρο γεγονότων που να δικαιολογούν ευρήματα που να τεκμηριώνουν τέτοια κατάληξη. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω η μαρτυρία τόσο του Εναγομένου 1 όσο και των Εναγομένων 2 και 3 για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί δεν έχει γίνει αποδεκτή αλλά και οι ισχυρισμοί τους που αφορούν την ανταπαίτηση τους έχουν απορριφθεί. Ως εκ τούτου οι Ανταπαιτήσεις τόσο του Εναγομένου 1 όσο και των Εναγομένων 2 και 3 κρίνονται αβάσιμες. Κ α τ ά λ η ξ η Με βάση τα πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και ξεχωριστά για το ποσό των €41.534,31 (ΛΚ24.308,95) με τόκο 8% από 1.7.2001 και διάταγμα εναντίον Εναγομένης 2 ως η παράγραφος 15Γ της ΄Εκθεσης Απαίτησης, πλέον έξοδα όπως θα υπολογισθούν και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Ανταπαιτήσεις τόσο του Εναγομένου 1 όσο και των Εναγομένων 2 και 3 απορρίπτονται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα λαμβάνοντας υπόψη ότι συνεκδικάσθηκαν μαζί με την απαίτηση της Ενάγουσας. (Υπ.) ....................................................... Γ. Κυριακίδου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /μ.σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.