← Κύπρος

Γιώργος Χ' Στυλλή ν. Κυπριακές Αερογραμμές ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 11269/02, 30 Δεκεμβρίου, 2008

Γιώργος Χ' Στυλλή ν. Κυπριακές Αερογραμμές ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 11269/02, 30 Δεκεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A260 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11269/02 Μεταξύ: Γιώργος Χ' Στυλλή Ενάγοντος -και- Κυπριακές Αερογραμμές ΛΤΔ Εναγομένης ------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Δεκεμβρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κα Αμερικάνου Για Εναγόμενη: κα Κλ. Κραμβή ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εργοδοτείτο από την Εναγόμενη ως Ανώτερος Μηχανικός. Στις 6.10.2002 είδε το φως της δημοσιότητας δημοσίευμα στην εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» (Τεκμήριο 3) στο οποίο ο Ενάγων φερόταν ότι προέβαινε σε σοβαρές καταγγελίες για παρατυπίες στην πώληση και αγορά αεροσκαφών Airbus 310 από μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης εταιρείας και υποψίες για ενέργειες που κρύβονται συμφέροντα και μίζες. Η Εναγόμενη, μετά από αυτό, δημοσίευσαν στην ίδια εφημερίδα απάντηση με δημοσίευμα ημερομηνίας 7.10.2002 (Τεκμήριο 5). Ο Ενάγων με έναυσμα αυτό το δημοσίευμα καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία διεκδικεί ποικίλες αποζημιώσεις το περιεχόμενο της οποίας, κατά τους ισχυρισμούς του, είναι δυσφημιστικό. . Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των όσων θα ακολουθήσουν θα παραθέσω αυτούσιο το κείμενο. ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΤΟΥ «ΠΟΛΙΤΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ»² Δεν υπήρξαν μίζες, λένε οι Κυπριακές Αερογραμμές Αναφορικά με δημοσίευμα της εφημερίδας «Πολίτης» για την πώληση των αεροσκαφών του τύπου Αίαρμπας 4-310, οι Κυπριακές Αερογραμμές επιθυμούν να δηλώσουν τα εξής: Το δημοσίευμα περιέχει αβάσιμους και παραπλανητικούς ισχυρισμούς που προέρχονται από κατώτερο υπάλληλο της εταιρείας στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει ιδιοτελή οφέλη και να εξυπηρετήσει αλλότροπους σκοπούς. Ο ίδιος υπάλληλος δεν δίστασε στο παρελθόν να καταφύγει και στη μέθοδο του εκβιασμού για να πετύχει τους στόχους του. Να σημειωθεί ότι παρόμοιοι ισχυρισμοί είδαν το φως της δημοσιότητας μέσω άλλη εφημερίδας και είχαν διαψευσθεί. Όσον αφορά την ουσία δηλώνουμε ότι στη βάση σχεδίου που ετοιμάστηκε από ομάδα τεχνοκρατών της δημοσίευσης ακολουθήθηκε η νενομισμένη διαδικασία και μάλιστα με πλήρη διαφάνεια και χρησιμοποιήθηκε η συνήθης πρακτική στον τομέα των διεθνών αερομεταφορών. Συγκεκριμένα υπήρξε διαδικασία προσφορών και εξασφαλίστηκε εξαιρετικά ψηλή τιμή πώλησης των αεροσκαφών, ειδικά σε σχέση με τα δεδομένα που δημιουργήθηκαν μετά τις 11 Σεπτεμβρίου
  2. Ενδεικτικά η τιμή που εξασφαλίστηκε χαρακτηρίστηκε από ξένους ειδικούς των αερομεταφορών ως «απίστευτα ψηλά». Σχετικά με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και την τιμή που εξασφαλίστηκε ενημερώθηκε λεπτομερώς σε πολύωρη συνεδρία η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και ο Πρόεδρος της με εμπιστευτική έκθεση. » Το περιεχόμενο του πιο πάνω δημοσιεύματος σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης είναι προσβλητικό. Προς απόδειξη του δυσφημιστικού αποτελέσματος αναδεικνύεται η φυσική έννοια του κειμένου και των λέξεων. Η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση της δεν αρνείται τη σύνταξη του επίδικου δημοσιεύματος αλλά ισχυρίζεται ότι σε καμία περίπτωση αυτό ήταν δυσφημιστικό ή ότι αυτό αποτελεί με οποιοδήποτε τρόπο δυσφήμιση αυτού. Περαιτέρω προβάλλουν διαζευκτικά την υπεράσπιση του έντιμου σχολίου που έγινε καλόπιστα και ότι ήταν υπό επιφύλαξη προνομιούχο. Ο Ενάγων με την Απάντηση στην Υπεράσπιση αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγομένης που αφορά τις πιο πάνω υπερασπίσεις. Η Εναγόμενη με καταχώρηση περαιτέρω Υπεράσπισης ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων κωλύεται και/ή εμποδίζεται να συνεχίσει την παρούσα αγωγή αφού έχει ήδη υπογράψει έγγραφα απαλλαγής δημιουργείται κώλυμα στη συνέχιση της παρούσας αγωγής. Σημειώνεται ότι ο Ενάγων δεν καταχώρησε οποιαδήποτε απάντηση στη περαιτέρω Υπεράσπιση της Εναγομένης. Με βάση τις πιο πάνω θέσεις η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Κατά την ακρόαση κατέθεσαν τρεις μάρτυρες για τον Ενάγοντα, ο Ενάγων Γιώργος Χ''Στυλλής (ΜΕ1), ο Δημήτρης Πολυκάρπου (ΜΕ2) και ο Στέλιος Στυλιανού (ΜΕ3) ενώ η Εναγομένη δεν προσέφερε μαρτυρία. Ο Ενάγων ΜΕ1 στη μαρτυρία του ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέχρι 20.2.2005 εργαζόταν στη Εναγόμενη εταιρεία ως Ανώτερος Μηχανικός οπότε απολύθηκε ως πλεονάζων προσωπικό. Το Μάρτιο του 2002 το Διοικητικό Συμβούλιο των Εναγομένων αποφάσισε την πώληση αεροσκαφών και εξοπλισμού της εταιρείας. Ως μέτοχος της Εναγομένης και εκπρόσωπος άλλων μικρομετόχων απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 1) στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγομένης με την οποία ζητούσε να του κοινοποιηθεί γραπτώς η διαδικασία πώλησης, τους αγοραστές και γενικά τις λεπτομέρειες της απόφασης τους χωρίς να απαντηθεί ποτέ. Τον Οκτώβριο του 2002 απασχολούσαν την κοινή γνώμη οι διαδικασίες πώλησης από τους Εναγόμενους των αεροσκαφών τύπου Α310 και Α320 (Τεκμήριο 2). Στις 6.10.2002 στην εφημερίδα ''Πολίτης της Κυριακής'' δημοσιεύθηκαν στη σελ. 12 δηλώσεις του σχετικά με τον τρόπο πώλησης των αεροσκαφών (Τεκμήριο 3). Στις 7.10.2002 ο Γενικός Διευθυντής της Εναγομένης του απέστειλε επιστολή με την οποία τον καλούσε στο γραφείο του αναφορικά με τις δηλώσεις του στο πιο πάνω δημοσίευμα. Την ίδια μέρα το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγομένης δημοσίευσε το επίδικο δημοσίευμα (Τεκμήριο 5) στην εφημερίδα ''Πολίτης'' στη σελ.
  3. Ο Πολίτης είναι καθημερινή εφημερίδα η οποία δημοσιεύεται στο διαδίκτυο και διανέμεται τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό (τεκμήριο 16). Μεταξύ των αναγνωστών συγκαταλέγονται συνάδελφοι του, φίλοι, γνωστοί και συγγενείς του και μετά τη δημοσίευση συνέδεσαν τα δύο δημοσιεύματα και το ρωτούσα τι έγινε και τον αποκαλούσαν εκβιαστή. ΄Ηταν η θέση του ότι το επίδικο δημοσίευμα ήταν κακόβουλο και ψευδές, προσέβαλε την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια του την τιμή του το ήθος και την επαγγελματική του υπόληψη. Ιδιαίτερα προβλήματα προκλήθηκαν στον εργασιακό του χώρο όπου οι συνάδελφοι του τον αντιμετώπιζαν με καχυποψία και προέβαιναν σε επικριτικά σχόλια. Ειδικά οι μέτοχοι της Εναγομένης οι οποίοι τον εμπιστεύτηκαν ως αντιπρόσωπο τους στις γενικές συνελεύσεις της Εναγομένης, εν όψει του δημοσιεύματος απέσυραν την εμπιστοσύνη τους προς τον ίδιο και δεν τον επέλεξαν ξανά ως αντιπρόσωπο τους. Στις 8.10.2002 μέσω του συνηγόρου του απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 6) προς τους Εναγόμενους για να απολογηθούν αλλά δεν ανταποκρίθηκαν. Αντί αυτού του απέστειλα επιστολή Τεκμήριο 7 με την οποία τον καλούσα να προβεί σε παραστάσεις για κατ' ισχυρισμό διάπραξη πειθαρχικών παραπτωμάτων τις οποίες απέρριψε ο ίδιος με επιστολή του Τεκμήριο 8 και τελικά του επεβλήθη από την Εναγόμενη ποινή επίπληξης (Τεκμήριο 9). Στις 17.5.2005 απέστειλαν επιστολή με την οποία τον πληροφορούσα ότι τερματίζονταν οι υπηρεσίες από 21.2.2005 λόγω πλεονασμού (Τεκμήριο 10) και έδιναν ποσό ΛΚ19.811 ως αποζημίωση. Του ζητήθηκε να υπογράψει διάφορα έγγραφα (Τεκμήριο 11) τα οποία υπογράφηκαν από όλους τους απολυθέντες τα οποία όμως δεν συνέδεσε με οποιοδήποτε τρόπο με την παρούσα αγωγή. Επίσης κατά την αντεξέταση του κατέθεσε επίσης ακόμη 4 έγγραφα τεκμήρια 12-
  4. Ο ΜΕ2 Δημήτρης Πολυκάρπου ανέφερε ότι είναι οικογενειακός φίλος του Ενάγοντα και ότι ο Ενάγοντας είναι φιλήσυχος και αγαπητός στο κόσμο. Διάβασε τόσο το δημοσίευμα 6.10.002 όσο και το δημοσίευμα ημερομηνίας 7.10.2002 μετά από υπόδειξη άλλων ατόμων, από το οποίο κατάλαβε ότι ο Ενάγων παρουσιαζόταν ως απατεώνας, ψεύτης και εκβιαστής. Πολλοί από το καφενείο του είπαν ότι ο φίλος του ήταν απατεώνας, έλεγε ότι ήταν μηχανικός αλλά ήταν χαμάλης. Ο ΜΕ3 κ. Στέλιος Στυλιανού αδελφός του Ενάγοντα ανέφερε ότι διάβασε το δημοσίευμα και ανησύχησε. Αντιλήφθηκε ότι ο αδελφός του κατηγορείτο ότι έλεγε ψέματα και προσπαθούσε να εξυπηρετήσει δικά του συμφέροντα και ότι ήταν εκβιαστής. Η ίδια ανησυχία προκλήθηκε στα άτομα του οικογενειακού του περιβάλλοντος. Προτού ασχοληθώ με οποιαδήποτε άλλα θέματα προέχει η αξιολόγηση της μαρτυρίας να αποφασισθεί το πλαίσιο γεγονότων που περιβάλλουν την διαφορά. Έχοντας παρακολουθήσει όλους όσους κατέθεσαν ενώπιον μου είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους. Με προσοχή εξέτασα τη μαρτυρία έχοντας κατά νου τα δικόγραφα, τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και τις εισηγήσεις των δικηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων. Το συντριπτικό μέρος της μαρτυρίας είτε είναι παραδεκτό είτε δεν αμφισβητείται. Επίσης από πλευράς αξιοπιστίας των μαρτύρων η υπόθεση δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία. Η δημοσίευση και το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος είναι παραδεκτή όπως και τα γεγονότα που προηγήθηκαν και επακολούθησαν αυτή, δεν αμφισβητούνται. Οι αναφορές του Ενάγοντος κατά την αντεξέταση ότι ο ίδιος δεν ανέφερε όλα όσα δημοσιεύθηκαν στο δημοσίευμα ημερομηνίας 6.10.2002 δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά αφού έρχονται σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση του αλλά έρχονται και σε αντίθεση με την δικογραφημένη θέση του και δεν γίνονται αποδεκτά. Παραδεκτά παρέμειναν και τα όσα αφορούν στο επάγγελμα και τις ενασχολήσεις του Ενάγοντα και ότι υπεγράφησαν τα διάφορα έγγραφα για απαλλαγή της Εναγομένης στα πλαίσια της πρόωρης αφυπηρέτησης του. Για τα υπόλοιπα γεγονότα στα οποία έχω αναφερθεί ανωτέρω προβαίνω σ' ανάλογα ευρήματα. Τέλος η γνώμη των μαρτύρων αναφορικά με την ερμηνεία του επιδίκου δημοσιεύματος δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα για το Δικαστήριο. Προτού υπεισέλθω σε οποιαδήποτε άλλα θέματα θα πρέπει να εξετασθεί η δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης ότι ο Ενάγων εμποδίζεται και ή κωλύεται (estopped) από το να προωθεί την παρούσα αγωγή καθότι με το ρητό και ξεκάθαρο λεκτικό των εγγράφων ημερομηνίας 19.5.2005, Τεκμήριο 11Α και έχει απεμπολίσει (waived) οποιαδήποτε δικαιώματα εναντίον της Εναγομένης εταιρείας οποιασδήποτε φύσης και/ή μορφής. Ειδικότερα είναι η θέση της ότι ο Ενάγων κωλύεται λόγω καταχωρήσεως σε έγγραφο (estopped by deed). Ο Ενάγων με τα εν λόγω έγγραφα απαλλαγής Τεκμήριο 11(Α) και 14 μεταξύ άλλων στην παράγραφο (γ) και στα δύο εν λόγω έγγραφα δέχεται τα εξής: ''(γ) Επιπρόσθετα ο Υπάλληλος δηλώνει ότι μετά από την πιο πάνω αναφερόμενη πληρωμή του ποσού των (ΛΚ19.811) (στο Τεκμήριο 11Α) και ποσού ΛΚ5.540 (στο Τεκμήριο 14) η Εταιρεία αποδεσμεύεται και απαλλάσσεται τελεσίδικα από οποιαδήποτε χρηματικά ποσά, και/ή αγωγές, και/ή δικαστικής και/ή άλλες διαδικασίες και/ή διεκδικήσεις οποιασδήποτε φύσης και/ή μορφής που ο Υπάλληλος είχε, τώρα έχει ή δυνατό να είχε κατά οποιοδήποτε χρόνο προηγουμένως, εναντίον της Εταιρείας για και/ή λόγω και/ή σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία, υπόθεση ή οτιδήποτε πράγμα, μέχρι και συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας του παρόντος.'' Το ερώτημα συνεπώς που θα πρέπει τώρα να απαντηθεί είναι κατά πόσο ο Ενάγοντας δεσμεύεται από το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων (τεκμήριο 11(Α) και
  5. Στην υπόθεση Νίκη Ορφανίδη ν Ανδρέα Ορφανίδη

(2001)1 Α.Α.Δ. 1889, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την Αγγλική υπόθεση Gallie v Lee
(1971)A.C. 1004, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: '' ... a person who signs a document, and parts with it so that it may come into other hands, has a responsibility, that of the normal man of prudence, to take care whtat he signs, which, if neglected, prevents him from denying his liability under the document according to its tenor. I would add that the onus of proof in this matter rests upon him, i.e. to prove that he acted carefully, and not upon the third party to prove the contrary.'' Σε μετάφραση: ''Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε, αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο''. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το βάρος απόδειξης ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν δεσμεύουν τον Ενάγοντα και δεν αφορούσαν την παρούσα αγωγή είναι στους ώμους του Ενάγοντα αφού δημιουργείται τεκμήριο δέσμευσης το οποίο θα πρέπει ο Ενάγων να ανατρέψει. Οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα ότι τα έγγραφα απαλλαγής που υπεγράφησαν αφορούσαν μόνο την πρόωρη αφυπηρέτηση του και το Ταμείο Προνοίας δεν βρίσκει έρεισμα στο λεκτικό των πιο πάνω εγγράφων αφού σ' αυτά εκτός από τις παραγράφους (α) και (β) που αφορούσαν την πρόωρη αφυπηρέτηση και το Ταμείο Προνοίας με την παράγραφο (γ) ως έχει εκτεθεί πιο πάνω απαλλάσσει την Εναγόμενη και από οποιαδήποτε φύση ή μορφή διαφορών που υπήρχε μεταξύ αυτού και της Εναγομένης είτε σε δικαστικές ή άλλες διαδικασίες χωρίς να εξαιρείται η παρούσα αγωγή και χωρίς να επιφυλάσσεται οποιοδήποτε δικαίωμα του από αυτήν. Από το περιεχόμενο των υπό αναφορά εγγράφων ο Ενάγων εμποδίζεται αφού δημιουργείται Κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφο (Estoppel by deed). To κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφο είναι κανόνας απόδειξης ο οποίος θεμελιώνεται με βάση την αρχή ότι μια σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως ως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούει. Στην υπόθεση Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ,
(1999)1 Α.Α.Δ. 1522 αναφέρεται ότι το Κώλυμα (Estoppel) είναι κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. Υπάρχουν τρία είδη Κωλύματος, μεταξύ των οποίων και το κώλυμα λογω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed). Στο σύγγραμμα Ηalsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 16
(2), παράγραφος 1011, κάτω από την υπότιτλο "Estoppel by deed may arise from statement of fact or creation of legal estate" αναφέρονται τα εξής: (Σε ελεύθερη μετάφραση) Κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Εstoppel by deed) Περιλαμβάνει δύο ξεχωριστές αλλά συναρτημένες έννοιες:
  1. κώλυμα με δήλωση γεγονότων σε έγγραφο και
  2. κώλυμα που ανακύπτει από τη δημιουργία νομικής σχέσης σε έγγραφο. ............................................................................................................................ κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα αποτελεί επίσημο κώλυμα που προκύπτει από την ίδια την ανακολουθία, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί επιζήμια απόδοση πίστης, η δε κατάσταση αντίληψης των μερών γενικά δεν έχει σημασία." Στην παρούσα υπόθεση με τα εν λόγω έγγραφα απαλλαγής ημερομηνίας 19.5.2005 Τεκμήριο 11Α και Τεκμήριο 14 τα οποία υπέγραψε ο Ενάγων απεμπόλησε τα οποιαδήποτε δικαιώματα του εναντίον της Εναγομένης οποιασδήποτε φύσης και μορφής σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία. Με την αποπληρωμή του ποσού των ΛΚ19.811 και ποσού ΛΚ5.540 απάλλαξε την Εναγομένη για οποιαδήποτε διαφορά που υπήρξε μεταξύ αυτού και της Εναγομένης. Ως εκ τούτου κωλύεται να συνεχίσει την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγομένης λόγω κωλύματος λόγω καταχωρήσεως σε έγγραφο (estoppel by deed) και η αγωγή δε μπορεί να επιτύχει. Παρά την πιο πάνω κατάληξη σε περίπτωση που αυτή κριθεί εσφαλμένη θα προχωρήσω να εξετάσω τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ως προς το αν το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημητικό. Όπως έχει επισημανθεί πιο πάνω η Εναγόμενη δεν αμφισβητεί την ετοιμασία και δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος, δεν αμφισβητείται επίσης ότι συντάκτης είναι η Εναγομένη και ότι έγινε δημοσίευση σε καθημερινή εφημερίδα με συγκεκριμένη κυκλοφορία ούτε αφορούσε τον Ενάγοντα. Κατά συνέπεια το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η επίδικη επιστολή είναι δυσφημιστική για τον Ενάγοντα. Η έννοια της δυσφήμισης δίδεται από τις πρόνοιες του άρθρου 17
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 που έχει ως ακολούθως: «17
(1). Η δυσφήμιση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης περιλαμβανόμενης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία δημοσιεύματος το οποίο- (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση ή τη θέση του ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους.» Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα έχει ή όχι δυσφημιστικό χαρακτήρα, όπως και το κατά πόσο αυτό είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα, είναι ζητήματα πραγματικά και σαν τέτοια αποφασίζονται από το Δικαστήριο. Αποκλειστικό οδηγό και για τα δύο ζητήματα, αποτελεί το περιεχόμενο του δημοσιεύματος και δεν έχει σημασία αν ένας ή ακόμα και ο ίδιος ο Ενάγοντας αποδίδουν στο δημοσίευμα έννοια δυσφημιστική. Στις λέξεις ή τις φράσεις θα αποδοθεί η συνήθης και φυσική έννοια η οποία θα τους δοθεί από λογικούς ανθρώπους συνήθους νοημοσύνης και δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο ποια συμπεράσματα θα συναχθούν από τα δημοσιεύματα, από πρόσωπα που ξεκίνησαν να συναγάγουν κάποια ασύνηθη έννοια. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Capital and Counties Bank v. Hendy [1882] 7 App. Cases 745, το κριτήριο είναι «κατά πόσο κάτω από τις περιστάσεις στις οποίες έχουν δημοσιευθεί οι επίδικες λέξεις, οι λογικοί άνθρωποι στους οποίους έγινε το δημοσίευμα θα ήταν πιθανό να αντιληφθούν δυσφημιστική έννοια.» (Βλ. Τάσσος Παπαδόπουλος ν. Kyrix Publishing Co Ltd
(1963)2 AAΔ 290, Εταιρεία «Ο Φιλελεύθερος Λτδ» ν. Σοφοκλέους [2003] 1 ΑΑΔ σελ. 549, Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Βασιλείου Πολ. Έφ. 11600 ημερ. 24.5.2005, Jones v. Skelton [1963] 1 WLR 1370, Louis v. Daily Telegraph [1964] A.C. 259). Το κείμενο του δημοσιεύματος εξετάζεται από το Δικαστήριο στην ολότητα του με παράλληλη αναφορά στο χρόνο και τόπο που το δημοσίευμα είδε το φως της δημοσιότητας όπως και με αναφορά στην κατά τον ουσιώδη χρόνο ισχύουσα κοινή γνώμη για το θέμα. (Βλ. Τidmore v. Mills [1947] 32 Ala. App. 243), οσάκις δεν υπάρχει αριθμός καλών ερμηνειών είναι παράλογο αυτές να αγνοούνται και με σκοπό να δοθεί δυσφημιστική έννοια στο δημοσίευμα, να επιλέγεται η μόνη κακή ερμηνεία που υπάρχει, [Capital and Counties Bank (πιο πάνω)]. Γενικά θεωρείται δυσφημιστικό να καταλογίζεται διεφθαρμένη ή ανέντιμη ή δόλια ή άλλη ανάρμοστη συμπεριφορά. Εκεί όπου οι επίδικες λέξεις είναι δυσφημιστικές στη φυσική συνήθη τους έννοια, το μόνο που απαιτείται να αποδείξει ο Ενάγοντας, είναι τη δημοσίευση τους. Σε τέτοια περίπτωση, το βάρος απόδειξης ότι υπό το φως των περιστάσεων κάτω από τις οποίες έγινε η δημοσίευση ή του τρόπου με τον οποίο η δημοσίευση έχει γίνει, ή άλλων γεγονότων γνωστών σε όλους όσους έχει γίνει δημοσίευση, οι επίδικες λέξεις δεν θα γίνονταν αντιληπτές από λογικά άτομα να είναι δυσφημιστικές, το έχει ο Εναγόμενος. Στην Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγων σχολιάζει το επίδικο δημοσίευμα στην παράγραφο 8 ως ακολούθως: 8. α) Το επίδικο δημοσίευμα αναφέρεται στον Ενάγοντα ή/και εν πάση περιπτώσει εγίνετο αντιληπτό ότι αναφέρεται στον Ενάγοντα και του αποδίδει ανεντιμότητα, πρόθεση παραπλάνησης και διάπραξη του αδικήματος του εκβιασμού. β) Στο σύνολο του το δημοσίευμα περιγράφει τον Ενάγοντα ως πρόσωπο αδίστακτο, ανέντιμο και έτοιμο να διαπράξει ποινικά αδικήματα. Με βάση τον τρόπο με τον οποίο σχολιάζεται το επίδικο δημοσίευμα αναδεικνύεται ότι ο Ενάγων επαφίεται στην φυσική και συνήθη έννοια αντιληπτές από άλλα πρόσωπα στη γνώση των οποίων και περίηλθαν. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Gatley on Lebel and Slander παρ. 1316 εκεί όπου ο Ενάγων βασίζεται στη συνήθη έννοια των λέξεων κριτές είναι ένορκοι (εδώ το Δικαστήριο) ως προς το κατά πόσο οι λέξεις θα μπορούσαν εύλογα να γίνουν αντιληπτές σαν έχουσες δυσφημιστική έννοια. Μαρτυρία δε ως προς το τι ο Ενάγων αντιλήφθηκε να σημαίνουν οι λέξεις δεν είναι αποδεκτή (παρ. 1318) ανωτέρω και Wood v. Mackey
(1881)21 N.B.R. 109). Ήδη έχουμε εξηγήσει πότε ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό και δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε τις σχετικές νομικές αρχές που εκτέθησαν ανωτέρω. Με οδηγό τις πιο πάνω νομικές αρχές, στρέφομαι στο επίδικο δημοσίευμα. Εξέτασα το επίδικο δημοσίευμα στο σύνολο του σε συνάρτηση με τα ευρήματα μου. Ιδιαίτερα εξέτασα τις φράσεις ''στη προσπάθεια του να εξασφαλίσει ιδιοτελή οφέλη και να εξυπηρετήσει αλλότροπους σκοπούς", "o ίδιος υπάλληλος δεν δίστασε στο παρελθόν να καταφύγει και στη μέθοδο του εκβιασμού για να πετύχει τους στόχους του" σε συνάρτηση με την συνήθη έννοια των λέξεων ''ιδιοτελή οφέλη'' ''εκβιασμός''. Στο ''λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας'' του Γ. Μπαμπινιώτη σχετικά με την έννοια των πιο πάνω λέξεων αναφέρεται "Ιδιοτελής" "αυτός που αποσκοπεί αποκλειστικά στη εξυπηρέτηση στενά ατομικών συμφερόντων ή καθετί που βασίζεται στο ατομικό όφελος''. ''Εκβιασμος'' η χρήση απειλής προκειμένου να εξαναγκαστεί κάποιος σε πράξεις ή παραλείψεις οι οποίες ωφελούν αυτό που ασκεί την απειλή ή τρίτον, τρόπος συγκεκαλυμμένος απαράδεκτος σε εξαναγκασμό, προσπαθώ να επιτύχω κάτι με ανάρμοστο και πιεστικό τρόπο". Είναι η κατάληξη μου ότι ο κοινός αναγνώστης θα απεκόμιζε την εντύπωση από τις πιο πάνω φράσεις ότι εκείνος στο οποίο το δημοσίευμα αναφέρεται προβάλει παραπλανητικούς ισχυρισμούς με στόχο αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση στενά ατομικών συμφερόντων ή καθετί που βασίζεται στο ατομικό όφελος, πρόσωπο αδίστακτο που χρησιμοποίησε ανέντιμες και/ή παράνομες μεθόδους, με χρήση απειλών προς εξαναγκασμό κάποιων να ενεργήσουν για εξυπηρέτηση των δικών του στόχων. Σαν αποτέλεσμα θεωρώ ότι το εν λόγω δημοσίευμα δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα, ως "εκ φύσεως τείνει να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη του Ενάγοντα στη θέση που κατείχε'' (΄Αρθρο 17
(1)(γ) του Κεφ. 148) ή "ενδέχεται να εκθέσει τον Ενάγοντα σε περιφρόνηση ή χλευή" (άρθρο 17
(1)(δ) του Κεφ. 148.) Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης προχωρώ να εξετάσω τις Υπερασπίσεις της Εναγόμενης. (α) Η υπεράσπιση του ευλόγου σχολίου έχει θέση μόνο στην περίπτωση που το δημοσίευμα περιέχει σχόλια επί γεγονότων, ότι αποτελεί έντιμο ή εύλογο σχόλιο επί ορθώς διατυπωμένων γεγονότων, χωρίς απόκλιση από την πραγματικότητα και σχολιασμό θέματος δημοσίου συμφέροντος Λάζαρος Μαύρου ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1743, Gately (ανωτέρω στη σελ. 289). Για να επιτύχει υπεράσπιση εύλογου σχολίου η Εναγόμενη θα πρέπει να αποδείξει ότι οι λέξεις συνιστούσαν σχόλιο και ότι στο σχόλιο υπάρχει υπόβαθρο γεγονότων που αναφέρεται στο υπό συζήτηση θέμα. Ο Εναγόμενος που επικαλείται την υπεράσπιση του εύλογου σχολίου δεν αναλαμβάνει το βάρος να αποδείξει ό΄τι το σχόλιο είναι αληθές. Αν τα γεγονότα αναφέρονται αληθώς, η υπεράσπιση του εύλογου σχολίου επιτυγχάνει, εφ' όσον βέβαια το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι τα σχόλια έχουν γίνει εύλογα και έντιμα (Sutherland v. Stopes
(1924)Αll E.R. Rep. 19, H.L.). Στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρου (ανωτέρω) στη σελ. 1743 αναφέρονται τα εξής: "Αν ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κάποιο δημόσιο πρόσωπο είναι ένοχο απρεπούς συμπεριφοράς ή έχει οδηγηθεί από ανέντιμα κίνητρα, χωρίς να δηλώνει, ποιες είναι αυτές οι ανέντιμες πράξεις ή δεν αναφέρει οποιουσδήποτε λόγους από τους οποίους τα κίνητρα αυτά μπορούν ευλόγως να εξαχθούν, οι ισχυρισμοί του είναι αναφορά γεγονότος και όχι έκφρασης γνώμης. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν είναι δυνατόν να γίνει επίκληση της υπεράσπισης του εύλογου σχολίου (Βλ. Gatley on Libel and Stander ανωτέρω παρα. 701). Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχω την άποψη ότι η πώληση των αεροπλάνων από την Εναγομένη και γενικότερα τα όσα αναφέρθηκαν στο δημοσίευμα ημερομηνίας 6.10.03 από το Ενάγοντα έχρηζαν απάντησης από την Εναγόμενη ήταν ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος και υπόκειτο σε δημόσιο σχολιασμό. Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο στα πλαίσια αυτά η Εναγόμενη προβαίνουν σε εύλογο σχολιασμό. Στο επίδικο δημοσίευμα καταλογίζονται στον Ενάγοντα κίνητρα ανέντιμα, εκβιαστικές μέθοδοι χωρίς να παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα που να δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι ο Ενάγοντας είναι πράγματι ένοχος των όσων του καταλογίζονται. Ειδικότερα κατηγορείται ο Ενάγων για όλα τα πιο πάνω και γενικά για ανέντιμη και/ή απρεπή και ανάρμοστη συμπεριφορά, χωρίς να συγκεκριμενοποιούνται οι ανέντιμες πράξεις ή τους λόγους από τους οποίους τα καταλογιζόμενα σε αυτόν κίνητρα μπορούν ευλόγως να εξαχθούν. Είναι προφανές πως η προβαλλόμενη σαν έκφραση γνώμης της Εναγομένης καταλήγει στο να είναι έκθεση γεγονότων. Υπό τις περιστάσεις βρίσκω ότι η υπεράσπιση του εύλογου σχολίου δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Στρεφόμενη στην υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη σχετικό είναι το άρθρο 21 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148. Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο: «
(1)Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος είναι προνομιούχα, υπό την επιφύλαξη ότι έγινε καλή τη πίστει, στις ακόλουθες περιπτώσεις, δηλαδή (α) αν η σχέση μεταξύ του προσώπου από το οποίο και του προσώπου προς το οποίο έγινε η δημοσίευση είναι τέτοια ώστε το πρόσωπο που δημοσίευε να τελεί υπό νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να δημοσιεύσει αυτό προς το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση και ο τελευταίος έχει αντίστοιχο συμφέρον στη λήψη του δημοσιεύματος ή το πρόσωπο που δημοσίευσε έχει έννομο προσωπικό συμφέρον που χρειάζεται προστασία, και το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση τελεί υπό αντίστοιχο νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να προστατεύσει το εν λόγω συμφέρον: Νοείται ότι η δημοσίευση δεν υπερβαίνει είτε κατ' έκταση είτε κατ' ουσία το εύλογα επαρκές υπό τις περιστάσεις. (β) Αν το δημοσίευμα είναι μομφή η οποία προσάπτεται από κάποιο κατά της συμπεριφοράς άλλου, ως προς οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με το οποίο ο πρώτος έχει εξουσία, συμβατικά ή άλλως πως, επί του άλλου, ή ως προς το χαρακτήρα του άλλου στο μέτρο που εκδηλώνεται στη συμπεριφορά αυτή. (γ) Αν το δημοσίευμα είναι καταγγελία ή κατηγορία από πρόσωπο εναντίον άλλου προσώπου σε σχέση με την συμπεριφορά αυτού σε οποιοδήποτε θέμα, ή σε σχέση με τον χαρακτήρα αυτού στο μέτρο που εκδηλώνεται στη συμπεριφορά αυτή, η οποία έγινε σε πρόσωπο που έχει εξουσία, συμβατικά ή άλλως πως, επί του άλλου αυτού προσώπου σε σχέση με την συμπεριφορά αυτή ή θεά, ή η οποία έγινε σε πρόσωπο που έχει με νόμο εξουσία να διερευνά τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα ή να δέχεται καταγγελίες σε σχέση με την συμπεριφορά αυτή ή θέμα (δ) αν το δημοσίευμα δημοσιεύεται για την προστασία των δικαιωμάτων ή των συμφερόντων του προσώπου που το δημοσιεύει, ή του προσώπου προς το οποίο γινόταν η δημοσίευση, ή κάποιου τρίτου για τον οποίο ενδιαφέρεται το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση (ε) αν το δημοσίευμα είναι ακριβοδίκαιη και ακριβής αναφορά αυτών που έχουν λεχθεί, προαχθεί ή δημοσιευτεί σε οποιοδήποτε νομοθετικό σώμα το οποίο δυνατό να ιδρυθεί στο μέλλον.
(2)Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος δεν θεωρείται ότι έγινε καλή τη πίστει από πρόσωπο εντός της έννοιας του εδαφίου
(1), του άρθρου αυτού, αν καταδειχθεί ότι (α) Το δημοσίευμα ήταν αναληθές, και αυτός δεν πίστευε αυτό ως αληθές ή (β) το δημοσίευμα ήταν αναληθές, και αυτός προέβηκε στη δημοσίευση χωρίς να καταβάλει εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση του αληθούς ή του αναληθούς αυτού ή (γ) προβαίνοντας στη δημοσίευση, ενήργησε με σκοπό βλάβης του προσώπου που δυσφημείται σε βαθμό σημαντικά μεγαλύτερο ή κατά τρόπο σημαντικά διαφορετικό του εύλογα αναγκαίου για το κοινό συμφέρον ή για την προστασία του ιδιωτικού δικαιώματος ή συμφέροντος σε σχέση με το οποίο αξιώνει προνόμιο.
(3)Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος, αν η δημοσίευση αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί προνομιούχα βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(1), και εγερθεί η υπεράσπιση του προνομίου, το βάρος της απόδειξης ότι η δημοσίευση αυτή δεν έγινε καλή τη πίστει φέρει ο Ενάγοντας.» Από τα ενώπιον μου στοιχεία προκύπτει ότι ο Ενάγοντας υπάλληλος κατά τον ουσιώδη χρόνο με δημοσίευμα ημερομηνίας 6.10.2003 της ίδιας εφημερίδας προέβηκε σε δηλώσεις με τις οποίες άφηνε να νοηθούν και να αιωρούνται υπαινιγμοί για προσωπικά συμφέροντα των μελών της διοίκησης της Εναγομένης και μίζες. Η Εναγομένη είχε το δικαίωμα να απαντήσει σε αυτούς τους ισχυρισμούς αφού έγινε για την προστασία των συμφερόντων και δικαιωμάτων και η δημοσίευση έγινε στην ίδια εφημερίδα που είχε προβεί σε δηλώσεις ο Ενάγων και σκοπός της ήταν η αποτελεσματική προάσπιση των δικαιωμάτων αυτών (Κυριακίδης ν. Αριστείδου
(2000)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 349). Βρίσκω ότι ικανοποιείται η προϋπόθεση ύπαρξης συμφέροντος από την Εναγομένη προς απάντηση ισχυρισμών του Ενάγοντα. Όμως για να πετύχει αυτή η υπεράσπιση θα πρέπει η δημοσίευση να έγινε καλή τη πίστη. Το δημοσίευμα δεν μπορεί να θεωρείται ότι έγινε καλή τη πίστει αν είναι αναληθές και ο συντάκτης δεν πίστευε στο αληθές του περιεχομένου και και από την ενώπιον μου μαρτυρία και έχοντας υπόψη ότι τίποτε δεν ετέθηκε που να δικαιολογεί την αποδίδουσα προς τον Ενάγοντα ανάρμοστη συμπεριφορά βρίσκω ότι το δημοσίευμα δεν έγινε καλή τη πίστη και ως εκ τούτου ούτε η πιο πάνω υπεράσπιση θα μπορούσε να επιτύχει. Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι το ποσό των αποζημιώσεων που θα έπρεπε να επιδικασθεί στον Ενάγοντα. Αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία, είναι πως η αποτίμηση των αποζημιώσεων διέπεται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι η συμπεριφορά του ενάγοντα, η θέση και η υπόσταση του στην κοινωνία, η φύση και η σοβαρότητα του λιβέλλου, ο τρόπος και η έκταση της δημοσίευσης, η απουσία ή άρνηση οποιασδήποτε αναίρεσης ή απολογίας και η συμπεριφορά του Εναγομένου από τον χρόνο δημοσίευσης μέχρι τον χρόνο έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Αλήθεια Εκδ. Ετ. Λτδ -ν- Νικολάου [1993] 1 ΑΑΔ, σελ. 285, λέχθηκε ότι ''η υπόσταση του ανθρώπου είναι συνυφασμένη με την υπόληψη του στην κοινωνία. Προσβολή της υπόληψης συντελεί στον κοινό εξοστρακισμό και συγχρόνως αποτελεί δοκιμασία για τα αισθήματα του ανθρώπου. Η αποζημίωση είναι μέσο που παρέχει ο νόμος για την αποκατάσταση του δυσφημισθέντα.'' Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Αλήθεια Εκδ. Ετ. Λτδ -ν- Αλωνεύτη [2002] 1(Γ) ΑΑΔ, 1863 και Κωνσταντινίδης -ν- Παπασάββα [2004] 1(Β) ΑΑΔ.
  1. Τέλος επισημαίνω το γεγονός ότι τα δικαστήρια μας σήμερα, με στόχο την αποτελεσματικότερη προστασία της προσωπικότητας και της αξίας του ανθρώπου, ακολουθούν ολοένα και περισσότερο, αυξητική τάση στην επιδίκαση αποζημιώσεων για δυσφήμιση. (Βλ. Δίας Λτδ -ν- Ναθαναήλ 1ΑΑΔ 893, Αλήθεια Εκδ. Ετ. Λτδ -ν- Λεωνίδα [1997] 1(Α) ΑΑΔ, 550 και Κωνσταντινίδης -ν- Παπασάββα (πιο πάνω). Λαμβάνω υπόψη τις πιο πάνω αρχές σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη από την μια (α) την θέση και υπόσταση του Ενάγοντα. Τα όσα ο Ενάγοντας ανέφερε για την επαγγελματική του σταδιοδρομία και την κοινωνική του θέση, είναι πλήρως αποδεκτά, εξ άλλου δεν έχουν αμφισβητηθεί από την άλλη πλευρά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο ενάγοντας έχαιρε καλής φήμης τόσο στη θέση που υπηρετούσε όσο και στην κοινωνία γενικότερα (β) η φύση και η σοβαρότητα του λιβέλλου ως έχει επεξηγηθεί πιο πάνω (γ) τον τρόπο δημοσίευσης του λιβέλλου και έκταση της δημοσίευσης (Τεκμήριο 16) (δ) Την απουσία απολογίας από τους Εναγόμενους και τη συμπεριφορά γενικά της Εναγομένης. Στην προκειμένη περίπτωση επισημαίνω την απουσία οποιασδήποτε απολογίας από πλευράς της Εναγομένης. Και από την άλλη την συμπεριφορά του ενάγοντα. Η συμπεριφορά του Ενάγοντα είναι σχετική σε σχέση με το ζήτημα των αποζημιώσεων. Η κακή συμπεριφορά του Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των αποζημιώσεων. (Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 28, παρα. 235-
  2. Στη παρούσα περίπτωση δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι ο Ενάγων με το δημοσίευμα ημερομηνίας 6.10.2003 προέβηκε σε δηλώσεις με τις οποίες άφηνε να νοηθούν και να αιωρούνται υπαινιγμοί για προσωπικά συμφέροντα των μελών της διοίκησης της Εναγομένης και μίζες και στην ουσία προκάλεσε την αντίδραση της Εναγομένης και την δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος. ΄Ετσι οι αποζημιώσεις θα πρέπει να είναι αισθητά μειωμένες. Αφού έλαβα υπόψη όλα τα πιο πάνω και αφού στάθμισα κάθε σχετικό παράγοντα, θεωρώ το ποσό των €3.500.- ως δίκαιη αποζημίωση την οποία θα επιδίκαζα στον Ενάγοντα σε περίπτωση που η αγωγή μπορούσε να προχωρήσει. Κ α τ α λ ή ξ η Με βάση το εύρημα ότι ο Ενάγων κωλύετο να προχωρήσει την παρούσα αγωγή λόγω του ότι απεμπόλισε τα δικαιώματα του στην παρούσα αγωγή λόγω κωλύματος από καταχωρήσεις σε έγγραφα (estoppel by deed) η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης και εναντίον του Ενάγοντα όπως θα υπολογισθούν και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................................... Γ. Κυριακίδου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /μ.σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.