← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ιωάννης Ζερβός κ.α., Αρ. Αγωγής: 3468/05, 30 Δεκεμβρίου, 2008

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ιωάννης Ζερβός κ.α., Αρ. Αγωγής: 3468/05, 30 Δεκεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:A261 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3468/05 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. Ιωάννης Ζερβός
  2. Παναγιώτης Ζερβός Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Δεκεμβρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: Η κ. Κ. Κραμβή. Για τους εναγόμενους: Ο κ. Α. Παπαντωνίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την Έκθεση Απαίτησης, οι ενάγοντες διεκδικούν από τους εναγόμενους, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, ποσό Λ.Κ.89.259,95 (€152.509,68), ως χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού, πλέον τόκο προς 12,75%, από 3.2.05, επί ποσού Λ.Κ.88.197,90 (€150.695,06), με κεφαλαιοποίηση των τόκων στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, μέχρι εξοφλήσεως καθώς και την έκδοση διατάγματος πώλησης ενεχυριασθεισών μετοχών τού εναγόμενου 1, λόγω παράβασης γραπτής συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων προς αυτόν ημερομηνίας 3.7.96 για σκοπούς διενέργειας χρηματιστηριακών πράξεων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) («η σύμβαση»), στα πλαίσια του Επενδυτικού Σχεδίου Τράπεζας Κύπρου Λτδ/Κυπριακού Οργανισμού Επενδύσεων και Αξιών Λτδ (CISCO) («το σχέδιο»), με την εγγύηση του εναγόμενου 2, βάσει σύμβασης εγγύησης ημερομηνίας 3.2.97 («η εγγύηση»). Οι εναγόμενοι απορρίπτουν την αξίωση, με τον εναγόμενο 1 να ανταπαιτεί από τους ενάγοντες, μεταξύ άλλων, την επιδίκαση Λ.Κ.111.573 (€190.633,79), ως ποσό που είχε διαθέσει προς αυτούς και ποσό Λ.Κ.84.873 (€145.014,13), ως αποζημιώσεις για παράνομη σύμβαση και παράβαση νομίμων υποχρεώσεων καθώς και αποζημιώσεις για αμέλεια και παράβαση των νομίμων και κανονιστικών τους καθηκόντων έναντι του. Οι ενάγοντες λέγουν ότι τήρησαν πλήρως τους όρους της σύμβασης και ότι δικαιούνται σε απόφαση ως η απαίτηση, ενώ ισχυρίζονται ότι η Ανταπαίτηση είναι ολοκληρωτικώς αβάσιμη τόσον νομικώς όσον και πραγματικώς. Είναι, ανάμεσα σε άλλα, εκδοχή του εναγόμενου 1 ότι δε σύναψε τη σύμβαση με τον τρόπο και τους όρους που ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ότι εν πάση περιπτώσει η σύμβαση και τα άλλα συναφή προς αυτήν έγγραφα που υπογράφτηκαν από τους συμβαλλόμενους είναι άκυρα, ότι οι ενάγοντες τού παρουσιάστηκαν ψευδώς ως χρηματιστές και ειδικοί περί επενδύσεων παροτρύνοντας, πείθοντας και εξωθώντας τον να υποβάλει αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο, ότι υπόγραψε τη σύμβαση με την προϋπόθεση ότι οι ενάγοντες θα τηρούσαν αυστηρώς τους εκεί διαλαμβανόμενους όρους, ότι ανάλαβαν τη διαχείριση των ενεχυριασθεισών μετοχών κατ' αποκλεισμό του ιδίου κακοδιαχειριόμενοι μάλιστα το χαρτοφυλάκιο του επιδεικνύοντας αμέλεια και παραβαίνοντας τις νόμιμες και συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι του ως εμπιστευματοδόχοι και αντιπρόσωποι του, ότι του επέβαλαν τη σύμβαση με τρόπο παράνομο, αυθαίρετο και με ψευδείς παραστάσεις, ότι με δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις και ψυχικές πιέσεις τερμάτισαν το λογαριασμό αυθαίρετα έχοντας τον αφήσει για αδικαιολογήτως μακρύ χρονικό διάστημα να οδηγηθεί στο κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο χωρίς να προβούν σε ενέργειες και μέτρα για περιορισμό της ζημιάς του αλλά και της δικής τους και ότι η σύμβαση συνομολογήθηκε καθ' υπέρβαση των εξουσιών τους αλλά και κατά παράβαση σχετικών Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Ο εναγόμενος 2 υποστηρίζει, επιπλέον, ότι ουδέποτε εγγυήθηκε τον εναγόμενο 1 στα πλαίσια της σύμβασης και του σχεδίου. Η πλήρης εκδοχή των εναγομένων διατυπώνεται στην αδικαιολογήτως εκτενή Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση η οποία αποτελείται από 33 πυκνογραμμένες σελίδες, ενώ των εναγόντων στην αρκετά συνοπτική Έκθεση Απαίτησης και Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Η έκταση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και το συνονθύλευμα νομικών ισχυρισμών, επιχειρηματολογίας και μαρτυρίας που καταγράφεται εκεί δημιούργησε δυσχέρειες στην ομαλή και γρήγορη διεκπεραίωση της υπόθεσης, με εμφανή τη σύγχυση και παλινδρόμηση της υπεράσπισης στην προώθηση των εκδοχών που διατυπώνονται στο δικόγραφο κατά την ακροαματική διαδικασία. Για υποστήριξη της εκδοχής των εναγόντων έδωσαν προφορική μαρτυρία οι Κλεοπάτρα Χαραλάμπους (ΜΕ1) και Σταύρος Αγρότης (ΜΕ2). Για την προώθηση των θέσεων της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης κατέθεσαν ο εναγόμενος 1 Ιωάννης Ζερβός (ΜΥ1) και ο εναγόμενος 2 Παναγιώτης Ζερβός (ΜΥ2). Η Κλεοπάτρα Χαραλάμπους (ΜΕ1), είπε ότι από τον Οκτώβριο 2003, είναι υπάλληλος των εναγόντων και μια εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και έλεγχο της κίνησης λογαριασμών πελατών στους οποίους περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός του εναγόμενου 1, ενώ παλαιότερα και δη από το Νοέμβριο 1999 μέχρι και το Σεπτέμβριο 2003, ήταν υπάλληλος της CISCO. Αναφέρθηκε στο άνοιγμα και κίνηση του επίδικου λογαριασμού αναλύοντας μεταξύ άλλων και τα έγγραφα που αφορούσαν στη λειτουργία του σχεδίου (βλ. Τεκμήρια 1-11). Ο Σταύρος Αγρότης (ΜΕ2), κατάθεσε ως πρώην Διευθυντής του Χρηματιστηριακού Τμήματος της CISCO από την οποία αποχώρησε τον Απρίλιο
  4. Εξήγησε το ρόλο της CISCO στο σχέδιο καθώς και τη σχέση της με τον εναγόμενο 1, με αναλυτική αναφορά και στα Τεκμήρια 22 -
  5. Ο εναγόμενος 1 Ιωάννης Ζερβός (ΜΥ1) και γιος του εναγόμενου 2, αναφέρθηκε στις συνθήκες υπογραφής της σύμβασης και της συμμετοχής του στο σχέδιο καθώς και στις χρηματιστηριακές συναλλαγές που του καταλογίζουν οι ενάγοντες, υποστηρίζοντας ότι οι χειρισμοί τους και της CISCO τού προξένησαν ζημιές και απώλειες. Ο εναγόμενος 2 Παναγιώτης Ζερβός (ΜΥ2), αναφέρθηκε στις συνθήκες υπογραφής της εγγύησης λέγοντας ότι ουδέποτε εγγυήθηκε το λογαριασμό του εναγόμενου 1 που ανοίχθηκε σε σχέση με το σχέδιο, αλλά άλλον τρεχούμενο λογαριασμό και δάνειο του με τους ενάγοντες που τίποτα δεν είχε να κάνει με τη σύμβαση και το σχέδιο. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της εκτενούς παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό ανεξαρτήτως της όποιας απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων

(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Τα Τεκμήρια 68 και 69 κατατέθηκαν, απλώς, προς απόδειξη της ύπαρξης τους και όχι του περιεχομένου τους παραμένοντας στο τέλος χωρίς επεξήγηση και ουσιώδη συσχετισμό με τα επίδικα θέματα, με αποτέλεσμα να μην υπέχουν οποιασδήποτε ουσιώδους σημασίας για την επίλυση τους. Κατά τις αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επικεντρώθηκαν στην αξιοπιστία της προσκομισθείσας μαρτυρίας και στην ανάπτυξη νομικών θέσεων καλώντας το Δικαστήριο να απορρίψει για συγκεκριμένους λόγους τις αντίδικες τοποθετήσεις. Λεπτομέρειες των επιμέρους εισηγήσεων των δικηγόρων διατυπώνονται στα γραπτά περιγράμματα με τα οποία εφοδίασαν το Δικαστήριο και δε χρειάζεται να επαναληφθούν. Όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει αναφορά στο κείμενο της απόφασης. Αξιολόγησα τη δοθείσα μαρτυρία όπως και κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι συνήγοροι. Οι μάρτυρες των εναγόντων μού δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση. Ήσαν σαφείς και σταθεροί στις τοποθετήσεις τους και δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση. Κάποιες μικροαντιφάσεις που παρατηρήθηκαν κρίνονται επουσιώδεις χωρίς να αλλοιώνουν την ουσία της μαρτυρίας τους και τη συνολικώς θετική εικόνα που εξέπεμψαν. Οι εναγόμενοι μού προκάλεσαν αρνητική εντύπωση. Διακατέχονταν εμφανώς από διάθεση αποστασιοποίησης από κάθε τι που θα μπορούσε ενδεχομένως να τους εμπλέξει, κατά τη δική τους αντίληψη, στη λογική της εκδοχής των εναγόντων περιπλέκοντας συν τω χρόνω στα της σύμβασης τη CISCO ως συμβαλλόμενο μέρος θεωρώντας την, εν πολλοίς, υπεύθυνη για όλα τους τα δεινά. Για παράδειγμα, ο εναγόμενος 1, Ιωάννης Ζερβός (ΜΥ1), είχε πει στην κυρίως εξέταση ότι διάβασε και συμφώνησε με τους όρους του σχεδίου - Τεκμήριο 1, με τον όρο 1 και υπό τον τίτλο «Ερμηνείες», να αναφέρει ρητώς ότι: ««Σχέδιο» σημαίνει το «ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ της Τράπεζας»», με αναφορά ασφαλώς στο επίδικο σχέδιο των εναγόντων. Παρά ταύτα κατά την αντεξέταση αρνήθηκε ότι είχε οποιανδήποτε συμβατική σχέση με τους ενάγοντες και ότι η συμφωνία - Τεκμήριο 1, δεν έγινε με τους ενάγοντες αλλά με τη CISCO, επιρρίπτοντας μάλιστα ολοκληρωτικώς την ευθύνη για αυτά που ισχυρίζεται ότι έγιναν σε βάρος του, σε αυτήν και μόνον. Είπε επίσης κατά την κυρίως εξέταση ότι ο ίδιος δεν είχε κανένα δικαίωμα να πραγματοποιεί συναλλαγές στο λογαριασμό και ότι μόνον οι ενάγοντες μπορούσαν να πουλήσουν τις ενεχυριασμένες μετοχές, για να δηλώσει ωστόσο κατά την αντεξέταση ότι τα πράγματα δεν είχαν έτσι και ότι γνώριζε καλώς κατά τους κρίσιμους χρόνους ότι είχε και ο ίδιος δικαίωμα να πουλήσει τις μετοχές έστω και αν δε διατηρούνταν η συμφωνηθείσα αναλογία εξασφάλισης του 25%. Ανάφερε επιπλέον κατά την αντεξέταση ότι δε γνώριζε καθόλου για την ύπαρξη του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού παρόλο που είχε υπόψη τους όρους του σχεδίου λησμονώντας καθώς φαίνεται ότι κατά την κυρίως εξέταση είχε πει ότι βάσει της συμφωνίας διαχείρισης - Τεκμήριο 2, την οποία, όπως παραδέχθηκε, διάβασε και υπόγραψε, το ποσό από τις ενεχυριασθείσες κινητές αξίες θα κατατίθετο στο λογαριασμό που διατηρούσε ο ίδιος με τους ενάγοντες, που δεν ήταν άλλος ασφαλώς από τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό. Ο εναγόμενος 2, Παναγιώτης Ζερβός (ΜΥ2), είπε ότι ουδέποτε εγγυήθηκε το λογαριασμό του εναγόμενου 1 διότι η εγγύηση - Τεκμήριο 5, αφορά σε άλλες συμβατικές υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 με τους ενάγοντες και όχι τον προγενέστερο επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό και ότι δε γνώριζε ότι οι ενάγοντες χρησιμοποίησαν την εγγύηση ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του γιου του στα πλαίσια του σχεδίου. Σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας του όμως είπε ότι γνώριζε για τη χρησιμοποίηση της εγγύησης - Τεκμήριο 5 στα πλαίσια του σχεδίου και ότι, επιπροσθέτως, ήξερε για τη σημασία του όρου 2 του εν λόγω τεκμηρίου ότι η εγγύηση ήταν συνεχής και αφορούσε σε οποιεσδήποτε υφιστάμενες (κατά το χρόνο υπογραφής της), υποχρεώσεις του εναγόμενου 1, υπό την αίρεση ασφαλώς του δικαιώματος γραπτής της ανάκλησης βάσει του όρου
  1. Έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα όπως και τη φύση και έκταση τής διάστασης της εκδοχής της υπεράσπισης από αυτή των εναγόντων κρίνω ότι οι προαναφερθείσες αντιφάσεις και ανακολουθίες των εναγομένων είναι ουσιώδεις και καταλυτικές για την αξιοπιστία τους. Δέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων και απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγομένων. Βρίσκω ότι οι ενάγοντες καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήσαν και εξακολουθούν να είναι τραπεζικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος συμφώνως των νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας, διεξάγοντες τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών. Μέχρι την 11.7.04, λειτουργούσαν με την ονομασία «Τράπεζα Κύπρου Λτδ», ενώ από τις 12.7.04, μετονομάστηκαν (και λειτουργούν έκτοτε), με την ονομασία «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ». Δεόντως εγγεγραμμένη ως εταιρεία και επενδυτικός οργανισμός ήταν και η CISCO, η οποία, όπως και οι ενάγοντες, ανήκουν στο συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Την 3.7.96, ο εναγόμενος 1 υπόβαλε γραπτώς αίτηση προς τους ενάγοντες για συμμετοχή στο σχέδιο, στο πίσω μέρος του οποίου υπήρχαν διατυπωμένοι οι όροι συμμετοχής τούς οποίους διάβασε και αποδέχτηκε, υπογράφοντας τη σχετική δήλωση συμμόρφωσης (βλ. Τεκμήριο 1). Η αίτηση εγκρίθηκε από τους ενάγοντες, με την παραχώρηση προς τον εναγόμενο 1 ορίου ύψους Λ.Κ.50.000, ως πιστωτική διευκόλυνση προς χρησιμοποίηση αποκλειστικώς για αγοραπωλησίες κινητών αξιών εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ, οι οποίες θα διενεργούνταν για λογαριασμό του μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του (CISCO), με βάση τους όρους της συμφωνίας διαχείρισης που υπογράφθηκε μεταξύ τους στις 3.7.96, ως το Τεκμήριο 2 και του πληρεξουσίου εγγράφου - Τεκμήριο 3, ίδιας ημερομηνίας, δια του οποίου την εξουσιοδοτούσε να αγοράζει, πουλάει, μεταβιβάζει, αποδέχεται μεταβιβάσεις στο όνομα της οποιωνδήποτε κινητών αξιών ιδιοκτησίας του που ήσαν εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ. Το γεγονός ότι η αίτηση του εναγόμενου 1 εγκρίθηκε και από τη CISCO ουδόλως θα μπορούσε να οδηγήσει στα συμπεράσματα που εισηγήθηκε ο κ. Παπαντωνίου περί συνομολόγησης δήθεν της σύμβασης και με τον οργανισμό αυτό ή μόνον με αυτόν και όχι αποκλειστικώς με τους ενάγοντες, αφού αναδύεται με απόλυτη καθαρότητα από τη μαρτυρία ότι στην πραγματικότητα η σύμβαση έγινε μεταξύ εναγόντων και εναγόμενου
  2. Η έγκριση της CISCO δεν αφορούσε στην ουσία της συμφωνίας/σύμβασης (αφού οι συμβαλλόμενοι ήσαν μόνον οι ενάγοντες και ο εναγόμενος 1), παρά μόνον ήταν τυπικής μορφής λόγω της υποχρεωτικής εμπλοκής της ως μελλοντικής πληρεξουσίου αντιπροσώπου του εναγόμενου 1 βάσει του όρου 11 της σύμβασης και τίποτε περισσότερο. Οι ενάγοντες μετά την αποδοχή της αίτησης, στις 3.7.96 (με αποτέλεσμα όλοι οι όροι της να μετατραπούν σε όρους πια της δημιουργηθείσας μεταξύ τους σύμβασης ως το Τεκμήριο 1), άνοιξαν στο όνομα του εναγόμενου 1 τον τρεχούμενο λογαριασμό περιθωρίου ασφαλείας (margin account), με αριθμό 0173-11-00957 [βλ. Τεκμήριο 6
(1)], ο οποίος μετά άλλαξε σε 0110-11-107585 [βλ. Τεκμήριο 6
(2)] και τέλος σε 0184-22-046816 [βλ. Τεκμήριο 6
(3)], βάσει εσωτερικών κανονισμών των εναγόντων. Συγχρόνως η CISCO άνοιξε λογαριασμό πελάτη στο όνομα του εναγόμενου 1, με αριθμό 00900550, ώστε να έχει τη δυνατότητα να διενεργεί χρηματιστηριακές πράξεις με βάση το σχέδιο. Ο χειρισμός αυτός ήταν απολύτως δικαιολογημένος και αναγκαίος για την ενεργοποίηση των μηχανισμών του σχεδίου και οπωσδήποτε, εντασσόμενος στο σύνολο της προκύπτουσας εικόνας, ποσώς δε θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα που πρότεινε η υπεράσπιση ότι αποτελούσε ένδειξη περί ύπαρξης αποκλειστικής συμβατικής σχέσης μεταξύ εναγόμενου 1 και CISCO και όχι με τους ενάγοντες. Λέχθηκαν διάφορα από τον κ. Παπαντωνίου για την απόφαση, συνειδητή και μελετημένη καθώς αναδεικνύεται, να μην εναχθεί η CISCO από τον εναγόμενο 1 είτε με ξεχωριστή αγωγή είτε με την προσθήκη της ως τριτοδιαδίκου/εξ-ανταπαιτήσεως εναγόμενης. Ως μια δικαιολογία προβλήθηκε το γεγονός ότι η άρνηση εκ πλευράς εναγόμενου 1, ύπαρξης συμβατικής σχέσης με τους ενάγοντες δε δημιουργεί κοινά επίδικα θέματα ώστε να δημιουργούνταν η αναγκαιότητα πρόσθεσης της CISCO ως τριτοδιαδίκου / εξ-ανταπαιτήσεως - εναγόμενης μια και δεν είναι αυτή που ισχυρίζεται ότι της οφείλει λεφτά ο εναγόμενος 1 αλλά οι ενάγοντες. Η θέση αυτή, αν και χαρακτηρίζεται από τη δική της λογική, δε φαίνεται να συνάδει ιδιαίτερα είτε με την απόφαση του εναγόμενου 1 να ανταξιώσει αυτά που διατυπώνονται στην Ανταπαίτηση από τους ενάγοντες όπως ούτε και με τις αμφιταλαντεύσεις των εναγομένων σε ό,τι αφορά στον προσδιορισμό της ταυτότητας των αντισυμβαλλομένων τους στη σύμβαση αλλά και των αλληλοσυγκρουόμενων θέσεων της υπεράσπισης (σε σχέση με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση), που υποβάλλονταν προς τους μάρτυρες των εναγόντων, όπως για παράδειγμα τη θέση που τέθηκε στην Κλεοπάτρα Χαραλάμπους (ΜΕ1), ότι αναφορικώς με κάποιο ζήτημα που φερόμενα προέκυψε σε σχέση με προτιθέμενη πώληση 9.938 δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (warrants) τής Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ευθύνη είχε η CISCO και όχι οι ενάγοντες (εναντίον των οποίων το σχετικό παράπονο αποτελεί μέρος της ανταξίωσης), με σχετικό το περιεχόμενο επιστολής που είχε στείλει ο εναγόμενος 1 προς τη CISCO στις 12.9.03, ως το Τεκμήριο 20, με συγκεκριμενοποιημένη αναφορά στην υποτιθέμενη σχετική εντολή - Τεκμήριο 15. Όταν πραγματοποιούνταν μια συναλλαγή, η CISCO εξέδιδε και απόστελλε προς τους ενάγοντες τα αντίστοιχα πινακίδια συναλλαγής (contract notes), μαζί με τις εξουσιοδοτήσεις για την ανάλογη χρεοπίστωση του λογαριασμού. Η αγορά μετοχών γινόταν με οδηγίες των εναγομένων προς τη CISCO, η οποία και αναλάμβανε πλέον την εκτέλεση των αντίστοιχων χρηματιστηριακών πράξεων. Εάν ο εναγόμενος 1 ήθελε να πουλήσει κινητές αξίες τότε οι ενάγοντες με οδηγίες του ή της CISCO (και πάλιν κατόπιν οδηγιών του), αποδέσμευαν τις κινητές αξίες που ήθελε να πουλήσει. Με την παραλαβή ή τη διαμήνυση της εντολής, η CISCO συμπλήρωνε τα πινακίδια συναλλαγής και τα έστελνε στους ενάγοντες οι οποίοι με τη σειρά τους, αναλόγως του αν αφορούσαν σε πώληση ή αγορά μετοχών, χρεοπίστωναν το λογαριασμό με το ποσό της συναλλαγής. Οι εντολές καταχωρούνταν στο τερματικό της CISCO και ακολούθως διοχετεύονταν ηλεκτρονικώς προς εκτέλεση στο τερματικό του ΧΑΚ (βλ. Τεκμήριο 22, με αναφορά στις εντολές με αριθμό 2789, 2790, 2791 και 2792). Τα σχετικά πινακίδια συναλλαγής φαίνονται στο Τεκμήριο 8
(1), διατυπώνονται δε με ακρίβεια και στους λογαριασμούς - Τεκμήρια 6 και
  1. Όλες οι εντολές/συναλλαγές του εναγόμενου 1, παρουσιάζονται με ακρίβεια στις χρονολογικές καταστάσεις συναλλαγών (CHRONOLOGICAL TRANSACTION REPORTS) - Τεκμήρια 23 μέχρι
  2. Οι εντολές εκτελούνταν πλήρως, μερικώς ή καθόλου αναλόγως των όρων τους, τη διακύμανση των τιμών και τη διαθεσιμότητα των αφορούντων τίτλων. Η CISCO παραλάμβανε σε ηλεκτρονική μορφή από το σύστημα του ΧΑΚ κατάσταση διενεργηθεισών πράξεων συμφώνως των οποίων εκδίδονταν και τα πινακίδια συναλλαγής. Με την έκδοση των πινακιδίων αυτών η CISCO ενημέρωνε την κατάσταση Security Transaction Report στην οποία είναι καταγραμμένες όλες οι συναλλαγές το όνομα του εναγόμενου 1 για την περίοδο 1996 και μέρος του 1997, ως το Τεκμήριο
  3. Ο εναγόμενος 1 πέραν των προφορικών εντολών που είχε δώσει προς τη CISCO και οι οποίες είχαν καταχωρισθεί στο ηλεκτρονικό αρχείο εντολών ως τα Τεκμήρια 22-40, απόστειλε με φαξ στα γραφεία της CISCO στις 18.10.99, χωρίς περιορισμό διάρκειας εκτέλεσης για πώληση 3.000 μετοχών της εταιρείας Cytrustees Investment Company Ltd, ως το Τεκμήριο
  4. Η εντολή εκτελέστηκε στις 15.11.99 και ως εκ τούτου εκδόθηκαν 4 πινακίδια συναλλαγής [βλ. Τεκμήριο 8
(46)]. Στα Τεκμήρια 43 και 44 διατυπώνονται άλλες εντολές του εναγόμενου 1 και του εναγόμενου 2. Η εντολή - Τεκμήριο 44, δεν εκτελέστηκε λόγω φόρτου εργασίας στο ΧΑΚ σε συνδυασμό με την ώρα υποβολής της. Η CISCO αποδέσμευσε προς όφελος του εναγόμενου 1 στα πλαίσια του σχεδίου μετοχές και δικαιώματα αγοράς συνολικής αξίας Λ.Κ.81.684 (βλ. Τεκμήρια 46 - 52). Στην εξέλιξη των πραγμάτων, ο λογαριασμός του εναγόμενου 1 δημιούργησε υπόλοιπο το οποίο θα έπρεπε να καλυφθεί ή να αποπληρωθεί συμφώνως της σύμβασης προς τους ενάγοντες, με τους τελευταίους να προβαίνουν σε σχετικές οχλήσεις προς τον ίδιο, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα. Το ίδιο έπραξε και η CISCO, όπως για παράδειγμα με την επιστολή ημερομηνίας 11.12.01 (βλ. Τεκμήριο 53). Απόρροια τούτου ήταν, εν τέλει, ο τερματισμός της σύμβασης και του λογαριασμού από τους ενάγοντες στις 20.2.03, με το Τεκμήριο 10(α). Ο τερματισμός έλαβε χώραν δικαιολογημένως και νομίμως αφού ο εναγόμενος 1 παραβίασε ουσιώδεις όρους της σύμβασης που αφορούσαν στην υποχρέωση του για έγκαιρη και πλήρη αποπληρωμή των εκάστοτε οφειλομένων. Στις 20.2.03, οι ενάγοντες ενημέρωσαν προσηκόντως τον εναγόμενο 2, ως εγγυητή περί του τερματισμού καλώντας τον να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο και πάλιν όμως χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα [βλ. Τεκμήριο 10(β)]. Η επιστολή των εναγόντων - Τεκμήριο 10(α) αφορούσε στο λογαριασμό του εναγόμενου 1 όταν αυτός έφερε αριθμό 0173-11-009575, ως το Τεκμήριο 6
(2)και πριν την επακόλουθη αλλαγή του σε 0184-22-046816, ως το Τεκμήριο 6
(3), λόγω του χαρακτηρισμού του πια ως προβληματικού. Τούτο το γνώριζαν καλώς οι εναγόμενοι και ιδιαίτερα ο εναγόμενος 1 σε αντίθεση με το τι βολετά για την προώθηση των θέσεων τους πρόβαλαν κατά τη μαρτυρία αλλά και ο δικηγόρος τους στα πλαίσια της αγόρευσης του όταν ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω επιστολή τερματισμού, ακριβώς διότι δεν αφορούσε, όπως είπε, τον επίδικο λογαριασμό, δεν τερματίστηκε με αποτέλεσμα να μη δημιουργείται καν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των πελατών του. Η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης δεν ευσταθή. Πέραν του ότι ο τερματισμός αποδείχθηκε πλήρως, δεν αποτελούσε προϋπόθεση για νόμιμη απαίτηση του οφειλόμενου ποσού αφού η σύμβαση δεν αφορά σε συμφωνία δανείου αλλά σε συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό (βλ. κατ' αναλογίαν, Harrow Trading Ltd και Άλλου v. ADM Investor Services International Ltd
(2004)1(A) Α.Α.Δ. 161). Το περιεχόμενο του όρου 5 της συμφωνίας - Τεκμήριο 1, το οποίο προνοεί περί του δικαιώματος των εναγόντων να τερματίσουν τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καταστήσουν έτσι απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο ή άλλη πιστωτική διευκόλυνση, δεν αναγάγει τον τερματισμό ως απόλυτη προϋπόθεση ενεργοποίησης του διαβήματος παρά προσδιορίζει απλώς τη δυνατότητα τερματισμού χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τον επενδυτή και συνακολούθως την ευχέρεια απαίτησης οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού το οποίο εξακολουθεί να υφίσταται ακόμη και αν δεν τερματιστεί η σύμβαση, σε αντίθεση με το τι πρότεινε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων. Οι ενάγοντες ανάφεραν από την αρχή της ακροαματικής διαδικασίας ότι η απαίτηση τους περιορίζεται στα ποσά που αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 7 και όχι στο Τεκμήριο 6
(1)-6
(3), πλην για σκοπούς κάποιων διευκρινίσεων. Τίποτε το επιλήψιμο δεν πηγάζει από το χειρισμό αυτό, όπως αντιθέτως εισηγήθηκε ο κ. Παπαντωνίου πόσω μάλλον «εκ του πονηρού», όπως είπε ο εναγόμενος 1 κατά τη μαρτυρία του και επέκτεινε ο δικηγόρος κατά την αγόρευση του. Το αντίθετο. Οι ενάγοντες αποφάσισαν για δικούς τους θεμιτούς και δίκαιους προς τους εναγόμενους λόγους ότι κάποια από τα ποσά που αναφέρονταν στο λογαριασμό - Τεκμήριο 6
(1)-6
(3), ίσως να μη μπορούσαν να τύχουν δικαστικής επικρότησης και για αυτό αποσύρθηκαν. Αυτό δε σημαίνει - και ουδέποτε το ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες - ότι δε χρέωναν δικαιώματα διαχείρισης για το λογαριασμό. Αυτό προκύπτει ως αναντίρρητο και σε πλήρη σύμπνοια και με το σχετικό κατάλογο χρεώσεων με τον οποίο συμφώνησε ο εναγόμενος 1, ως το Τεκμήριο
  1. Απλώς επέλεξαν να μην τα αξιώσουν, χωρίς να συνάγεται ότι η χρέωση των εξόδων αυτών γινόταν για σκοπούς διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου
  2. Τα δικαιώματα διαχείρισης αφορούσαν στη διαχείριση του τραπεζικού λογαριασμού και μόνον. Η επίκληση από τον κ. Παπαντωνίου της απόφασης Marketrends Finance Ltd ν. Πέρδικου και Άλλων
(2006)1(Β) Α.Α.Δ., 1042, προς ενίσχυση της θέσης ότι η χρέωση εξόδων διαχείρισης εκ πλευράς εναγόντων, συνηγορεί με τη θέση και περί διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου 1 από τους ιδίους, καταρρίπτεται από αυτό καθαυτό το σκεπτικό του Ανώτατου Δικαστηρίου το οποίο υποδεικνύει ότι το κατά πόσον η χρέωση ενός τέτοιου δικαιώματος τεκμηριώνει ή όχι διαχείριση χαρτοφυλακίου σχετίζεται με τη μαρτυρία που θα παρουσιαστεί σχετικώς με το ζήτημα και την αξιολόγηση της από το Δικαστήριο. Εδώ, η μαρτυρία αυτή είναι σαφής στο ότι οι εν λόγω χρεώσεις αφορούσαν σε δικαιώματα διαχείρισης του τραπεζικού λογαριασμού του εναγόμενου 1 και όχι του χαρτοφυλακίου του, τη διαχείριση του οποίου διενεργούσε ο ίδιος προσωπικώς και όχι οι ενάγοντες ή η CISCO. Το περιεχόμενο των λογαριασμών - Τεκμηρίων 6 και 7, παράμεινε ουσιαστικά αναμφισβήτητο, χωρίς να έχει προσκομιστεί άλλη αξιόπιστη μαρτυρία που να ανατρέπει ή να διαφοροποιεί οποιαδήποτε καταχώρηση αναφέρεται εκεί. Το τεκμήριο 6 αποτελεί αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο και εκ πρώτης όψεως απόδειξη όλων των καταχωρήσεων που διατυπώνονται εκεί με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Εκτός τούτου, ικανοποιήθηκαν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 35 του Κεφ. 9, σε σχέση με το εν λόγω τεκμήριο, αφού καταδείχθηκε με επάρκεια ότι αποτελεί μέρος του αρχείου της τράπεζας (η οποία κάλλιστα, θεωρώ, μπορεί να χαρακτηρισθεί και ως επιχείρηση εντός της έννοιας του αντίστοιχου όρου στο εν λόγω άρθρο). Το γεγονός ότι τα Τεκμήρια 6 και 7, δε συνοδεύθηκαν από το πιστοποιητικό που προβλέπεται στο άρθρο 35
(3)(α) του Κεφ. 9, καθόλου δεν επηρεάζει τη δυνατότητα αποδοχής τους, με την πολύ καλύτερη ως μαρτυρία, τα λεχθέντα από την Κλεοπάτρα Χαραλάμπους (ΜΕ1), ως αρμόδιας λειτουργού των εναγόντων (όπως ο όρος αυτός περιγράφεται στο άρθρο 35
(5)του Κεφ. 9), να καθιστά την προσκόμιση ενός τέτοιου πιστοποιητικού αχρείαστη υπό τις περιστάσεις. Η χρησιμότητα του πιστοποιητικού έγκειται στη δυνατότητα παρουσίασης μαρτυρίας εκεί όπου δεν είναι δυνατή ή εφικτή η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας για οποιοδήποτε λόγο και δε στοχεύει στην κατάργηση της δυνατότητας προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας σε σχέση με το τι επιδιώκεται ή την υπερίσχυση του περιεχομένου του από την προφορική μαρτυρία που θα μπορούσε να δοθεί, δεδομένου ότι κατατάσσεται ως εφάμιλλης εμβέλειας και ποιότητας. Αυτά απαντούν στις σχετικές τοποθετήσεις του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγομένων περί της μαρτυρικής εμβέλειας των Τεκμηρίων 6 και 7, με τις οποίες καθόλου δε συμφωνώ όπως δεν συμφωνώ ούτε και με την αντίληψη του περί του περιεχομένου της μαρτυρίας της Κλεοπάτρας Χαραλάμπους (ΜΕ1) και την ερμηνεία που της προσέδωσε. Οι καταχωρήσεις στο Τεκμήριο 7 αλλά και στο Τεκμήριο 6, επεξηγήθηκαν και αναλύθηκαν με την αναμενόμενη λεπτομέρεια και ακρίβεια από τους ενάγοντες και είναι ορθές και αληθινές και αντιστοιχούν σε κάθε έκφανση τους με τα ανάλογα τεκμήρια και προφορική μαρτυρία που παρουσίασαν προς υποστήριξη της αξίωσης [βλ. για παράδειγμα, το Τεκμήριο 8(1-63)] (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Coral Foods και Άλλων, ΠΕ 276/05, ημερ. 17.9.08). Οι χρεώσεις που αναγράφονται στο Τεκμήριο 7 είναι νόμιμες και σε πλήρη εναρμόνιση με το περιεχόμενο της σύμβασης και τις πρόνοιες του Περί Τόκου Νόμου 2/77 και του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99 (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Άλλων ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 38). Τα λεφτά του ορίου χρησιμοποιήθηκαν πλήρως από τον εναγόμενο 1 και τούτο εξάγεται με σαφήνεια από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6, 7 και 8, αλλά και από τις παραδοχές των εναγομένων που έγιναν εναντίον των συμφερόντων τους κατά την μαρτυρία τους, ιδιαίτερα του εναγόμενου 1, με τη σχετική περί του αντιθέτου εισήγηση του κ. Παπαντωνίου να παραμένει μετέωρη μαρτυρικού υποβάθρου. Πέραν του ότι οι εναγόμενοι προέβησαν σε παραδοχή λήψης όλων σχεδόν των επιστολών και καταστάσεων λογαριασμού που τους έστελναν οι ενάγοντες και ενίοτε η CISCO (βλ. για παράδειγμα, τα Τεκμήρια 10(α), 10(β), 12(1-4), 16, 17, 18, 19(1-4), 21
(1), 64(1-3), 70(1-4) και 71), το γεγονός ότι αποδείχτηκε με επάρκεια η αποστολή όλων των επιστολών και άλλων εγγράφων που αναφέρονται στην απόφαση, στη δοθείσα διεύθυνση των εναγομένων και η μη επιστροφή τους από το ταχυδρομείο, είναι αρκετό για να οδηγήσει στο κατά τεκμήριο συμπέρασμα (και έτσι καταλήγω), ότι όλες οι επιστολές και έγγραφα παραλήφθηκαν εγκαίρως από τους αποδέκτες τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 CLR 9). Οι καταστάσεις λογαριασμού - Τεκμήριο 6, στέλνονταν από τους ενάγοντες προς τη CISCO, η οποία με τη σειρά της τους κοινοποιούσε εγκαίρως και δεόντως προς τον εναγόμενο 1, πέραν ασφαλώς της σχετικής προφορικής πληροφόρησης που παρείχαν σε αυτόν σε σχέση με το περιεχόμενο τους στην κάθε χρονική περίοδο που αφορούσαν. Η CISCO απόστελνε επίσης προς τον εναγόμενο 1 επί μηνιαίας βάσης για σκοπούς ενημέρωσης, χρονολογική κατάσταση συναλλαγών ως το Τεκμήριο 23, όπως και κατάσταση χαρτοφυλακίου, ως τα Τεκμήρια 54 - 63. Οι εναγόμενοι (και ιδιαίτερα ο εναγόμενος 1), ουδέποτε έθεσαν θέμα αμφισβήτησης του περιεχομένου των καταστάσεων λογαριασμού που λάμβαναν και ποτέ δε διαμαρτυρήθηκαν για οποιαδήποτε χρέωση παρουσιαζόταν εκεί. Από τον Ιούνιο 1999, το όριο για νέους λογαριασμούς περιθωρίου (margin), απαιτούσε ποσοστό κάλυψης 100% και όχι 25% που αφορούσε στους, τότε, υφιστάμενους πελάτες, όπως ο εναγόμενος 1 (βλ. Τεκμήριο 14). Παρόλο που διατηρήθηκε η υποχρέωση κάλυψης του 25% για τους πελάτες αυτούς, οι καταστάσεις υπολογισμού κάλυψης που γίνονταν από τη CISCO παρουσίαζαν την εικονική ανάγκη ύπαρξης κάλυψης σε ποσοστό 100%, κάτι που επεξηγήθηκε πλήρως προς τον εναγόμενο 1 από τη CISCO. Από την 1.7.00, το λογισμικό σύστημα της CISCO άλλαξε με αποτέλεσμα οι μηνιαίες συνοπτικές καταστάσεις να μην παρουσιάζουν το ύψος του ελλείμματος ή της υπερκάλυψης παρά μόνον την αξία του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου 1 (βλ. Τεκμήριο 21). Ήταν ουσιώδης όρος του σχεδίου ότι ο εναγόμενος 1 συνεισφέρει και διατηρεί εξασφαλίσεις και ενεχυριάσεις υπό μορφή μετρητών ή άλλων ισάξιων κινητών αξιών του ΧΑΚ σε ποσοστό 25% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού. Για αυτόν το λόγο ο εναγόμενος 1 υπόγραψε την 3.7.96 προς όφελος των εναγόντων στην ταυτόχρονη παρουσία δύο ικανών προς το συμβάλλεσθαι μαρτύρων Έγγραφο Ενεχυρίασης Κινητών Αξιών, ως το Τεκμήριο 4, για ενεχυρίαση προς όφελος τους όλων των κινητών αξιών που θα αγοράζονταν προς εξασφάλιση του λογαριασμού. Δυνάμει του εγγράφου αυτού ο εναγόμενος 1, ενεχυρίασε αρχικώς προς όφελος των εναγόντων 6.254 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, αξίας Λ.Κ.13.000 (και αξίας Λ.Κ.15.197,22 στις 3.7.96), ενώ σήμερα κατέχει 3.306 μετοχές της ίδιας εταιρείας και 5.500 μετοχές της εταιρείας Minerva Insurance Public Co Ltd, ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του. Οι ενάγοντες δεν κατέστησαν αντιπρόσωποι του εναγόμενου 1 με οποιονδήποτε τρόπο. Με βάση την παράγραφο 11 του εγγράφου ενεχυρίασης κινητών αξιών - Τεκμήριο 4, σε περίπτωση μη πληρωμής από τον εναγόμενο των υποχρεώσεων του που εξασφαλίζονταν με την ενεχυρίαση, οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα και όχι την υποχρέωση να πουλήσουν, κατά την κρίση τους, τις ενεχυριασμένες μετοχές χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στον εναγόμενο και να χρησιμοποιήσουν το προϊόν της πώλησης για εξόφληση των υποχρεώσεων του (βλ. κατ' αναλογίαν, Ανδρέου ν. Τράπεζα Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 740, Cuckmere Brick Co Ltd v. Mutual Finance Ltd
(1971)2 All ER 633). Το γεγονός ότι οι ενάγοντες πληροφόρησαν τον εναγόμενο 1 μόλις στις 31.12.05, ότι θα προχωρούσαν με την πώληση των 3.306 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των 5.500 μετοχών της Minerva Insurance Public Co Ltd, δεν είναι δεικτικό ολιγωρίας ή αμέλειας εκ πλευράς τους καθότι τούτο έγινε λόγω των επανειλημμένων υποσχέσεων του εναγόμενου 1, μετά την παραλαβή της επιστολής τερματισμού - Τεκμήριο 10(α), ότι θα διευθετούσε την οφειλή του σε εύθετο χρόνο, στην επιμήκυνση του οποίου συναινούσαν συνεχώς με την προοπτική της διευθέτησης αλλά και επειδή κρίθηκε από αυτούς, ορθώς, ότι κάτι τέτοιο θα απόβαινε, κατά τους κρίσιμους χρόνους, σε βάρος τόσον των δικών τους συμφερόντων όσον και αυτών του εναγόμενου 1 και κατ' επέκταση εκείνων του εναγόμενου
  1. Από τον Ιούλιο 2000, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Σταύρου Αγρότη (ΜΕ2) και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 72-74, συνεχίστηκε η πτώση των τιμών των μετοχών στο ΧΑΚ με αποτέλεσμα, σταδιακώς, από τον Οκτώβριο 2000, η αξία του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου 1 να υποχωρήσει πιο κάτω από το χρεωστικό του υπόλοιπο και να εκμηδενίσει την οποιαδήποτε κάλυψη, κάτι που γνώριζε ο εναγόμενος 1 χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί προς τους ενάγοντες (για ό,τι αυτό μπορούσε να αξίζει) ή τη CISCO. Οι ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να ζυγιάσουν κατά την απόφαση τους κατά πόσον να πουλήσουν ή να μην πουλήσουν τις ενεχυριασθείσες μετοχές, τα συμφέροντα του εναγόμενου
  2. Μπορούσαν να ασκήσουν το δικαίωμά τους όποτε αυτοί επέλεγαν με μόνον καθήκον να πουλήσουν τις αξίες στην τρέχουσα τιμή αγοράς κατά το χρόνο πώλησης (βλ. Silven Properties and Another v. Royal Bank of Scotland Plc and Others
(2004)4 All ER 484). Δικαίωμα πώλησης των αξιών του διατηρούσε και ο εναγόμενος 1 ο οποίος κάλλιστα θα μπορούσε να το ενασκήσει όποτε ήθελε για να εξοφλήσει το χρέος του ή ακόμη και για να μειώσει την όποια ζημιά του, όμως δεν το έπραξε. Οι ενάγοντες δεν όφειλαν να ενασκήσουν το δικαίωμα τους για πώληση των μετοχών προς διευκόλυνση εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1. Δεν καταδείχθηκε εν πάση περιπτώσει ότι η όποια παράληψη των εναγόντων να παράσχουν εύλογες διευκολύνσεις σε αυτόν, της φύσης που εδώ συζητούνται, αποτέλεσε αιτία για τη μη εκπλήρωση των υποσχέσεων και υποχρεώσεων που ανάλαβε, ακριβώς, ως εκ της κατ' ισχυρισμόν παράληψης (βλ. Singhal & Subrahamanyan, Indian Contract Act, 3η έκδ. 1989, Τομ. 1, σελ. 1330). Το ότι οι ενάγοντες θα μπορούσαν στη συνήθη πορεία των πραγμάτων (in the ordinary course of business), να πουλούσαν τις ενεχυριασθείσες μετοχές (και παραβλέπω χάριν συζήτησης το γεγονός ότι δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία ως προς τις διακυμάνσεις της αξίας τους στους χρόνους εκείνους που οι εναγόμενοι υποτίθεται ότι θεωρούσαν κρίσιμους), ήταν κάτι που δεν ήσαν υπόχρεοι να το πράξουν μόνον και μόνον επειδή κατά την άποψη του εναγόμενου 1, λόγω λανθασμένης εντύπωσης και πεποίθησης του για την οποία καμιά ευθύνη δεν έχουν οι ενάγοντες, αυτό ήταν ή θα μπορούσε να ήταν καλύτερο για τον ίδιο υπό τις περιστάσεις (βλ. Chitty, On Contracts, 27η εκδ., 1994, Τομ. 1, παρ. 26-051). Η αναφορά του κ. Παπαντωνίου στο άρθρο 73
(3)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, σε μια προσπάθεια να πείσει ότι οι ενάγοντες όφειλαν να λάμβαναν μέτρα για μείωση ή αποτροπή της ζημιάς τους, κρίνεται αδόκιμη. Το άρθρο αυτό αφορά στον προσδιορισμό των συνεπειών της παράβασης σύμβασης και όχι στα αίτια που την προκαλούν. Όπως και να έχουν τα πράγματα, οι ενάγοντες ενήργησαν νομίμως και επιμελώς στην κάθε περίπτωση που αφορά στη σύμβαση και ποτέ κατά παράβαση των όποιων καθηκόντων τους έναντι των εναγομένων, προβαίνοντας συν τοις άλλοις σε όλα τα εύλογα διαβήματα για περιορισμό τόσον της δικής τους ζημιάς όσον και αυτής των εναγομένων, με αυτά που τους αποδίδουν οι τελευταίοι να μη βρίσκουν πραγματικό ή νομικό έρεισμα. Εν πάση περιπτώσει, δε δόθηκε μαρτυρία εκ πλευράς εναγομένων και δεν υπήρξε τέτοιας φύσης αντεξέταση προς την Κλεοπάτρα Χαραλάμπους (ΜΕ1) ή τον Σταύρο Αγρότη (ΜΕ2), ως προς το ποιο ήταν ακριβώς το καθήκον που είχαν φερόμενα οι ενάγοντες έναντι του εναγόμενου 1 ούτε και πώς και πότε θα έπρεπε αυτό να είχε ασκηθεί αλλά ούτε και πώς θα έπρεπε να ενεργούσε υπό παρόμοιες συνθήκες ένα συνετό άτομο που ασκούσε τραπεζικές εργασίες κατά τον κρίσιμο χρόνο αλλά ούτε και ποιες ήσαν οι αμελείς πράξεις ή παραλείψεις των εναγόντων και η οποιαδήποτε ζημιά που υπέστη ο εναγόμενος 1 ως εξ αυτών. Η σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων δεν ήταν εμπιστευματική, καταπιστευματική ή θεματοφυλακής αλλά, απλώς, σχέση χρεώστη - δανειστή εν τη ευρεία εννοία του όρου (αφού η χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό δεν αποτελεί δανειοδότηση υπό τη στενή σημασία του όρου, όπως φαίνεται να υποστηρίζει η υπεράσπιση), με τους ενάγοντες να μην έχουν υποχρέωση προειδοποίησης του εναγόμενου 1 για τους όποιους κινδύνους δυνατόν να ελλόχευαν στο εγχείρημά του να λάβει τραπεζικές διευκολύνσεις για οποιοδήποτε σκοπό. Καμιά αρχή δεν επιβάλλει καθήκον στον τραπεζίτη να εξετάσει το κατά πόσον το πρόσωπο που λαμβάνει το δάνειο ή γενικώς τις τραπεζικές διευκολύνσεις, το πράττει με γνώμονα τα ορθά επενδυτικά ή άλλα οικονομικά κριτήρια και συμφέροντα του (βλ. Foley v. Hill
(1848)(1843-60) All. E R Rep. 16). Επαφίεται στον εκάστοτε χρεώστη, είτε είναι επενδυτής είτε όχι, να αποφασίσει το κατά πόσον επιθυμεί να εμπλακεί σε οποιεσδήποτε χρηματιστηριακές συναλλαγές χρησιμοποιώντας λεφτά από δανεισμό ή δικές του καταθέσεις οπόθεν και αν προέρχονται, με τις όποιες επενδυτικές του επιλογές να βαραίνουν αποκλειστικώς τον ίδιο, εκτός και αν συμβλήθηκε με οποιονδήποτε για την παροχή τέτοιων συμβουλών και τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του ή υπήρξαν τέτοιες παραστάσεις εκ πλευράς τραπεζίτη που θα μπορούσαν, ίσως, να δικαιολογήσουν το συμπέρασμα, κάτι που επ' ουδενί δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση (βλ. Suriya & Douglas (a firm) v. Midland Bank Plc
(1999)1 All ER (Comm) 612, BP Refinery (Westernport) Pty Ltd v. The Shire of Hastings
(1977)180 CLR 266). Δεν υφίσταται σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη εκτός εάν κάτι τέτοιο φαίνεται να προκύπτει από τις εξαιρετικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, κάτι που δεν ισχύει εδώ (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Εκδ., 2005 (Reissue), Τομ. 3
(1), σελ.110-113). Μήτε και η σχέση των διαδίκων ήταν τέτοια που θα μπορούσε να δημιουργήσει (και δε δημιούργησε εδώ), οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας των εναγόντων έναντι του εναγόμενου 1 [βλ. Murphy v. Brentwood District Council
(1990)2 All.ER 908(HL)]. Στην κάθε περίπτωση η CISCO, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και χρηματιστής του εναγόμενου 1, βάσει του περιεχομένου των Τεκμηρίων 2 και 3, χωρίς οι ενάγοντες να έχουν οποιαδήποτε σχέση μαζί της πάνω σε αυτή την πτυχή, με αποτέλεσμα οι οποιεσδήποτε παραλήψεις ή ενέργειες της να μην αφορούν στους ενάγοντες. Η υπεράσπιση έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην υποχρέωση, όπως τη χαρακτήρισε, των εναγόντων να τηρήσουν τις πρόνοιες Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας (βλ. Τεκμήρια 65, 66 και 67), με την παράληψη τους να το πράξουν αλλά και να πληροφορήσουν σχετικώς περί του περιεχομένου τους τούς εναγόμενους, να καθιστά τη σύμβαση άκυρη και εν πάση περιπτώσει να αποστερεί από τους ενάγοντες τη δυνατότητα απαίτησης των επιδιωκόμενων θεραπειών. Δε συγκλίνω με τις θέσεις αυτές. Οι Εγκύκλιοι υπέχουν χαρακτήρα εσωτερικών διοικητικών μέτρων (internum), χωρίς να επιφέρουν οποιαδήποτε άμεση τροποποίηση στις υποχρεώσεις και δικαιώματα των επενδυτών ή των μελών του ΧΑΚ (βλ. κατ' αναλογίαν, Μακρίδου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 581 (Ολομέλεια), S. Kyriakou Euromarket Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, υπόθεση αρ. 375/96, ημερ. 15.12.97). Αναφορικώς με το ζήτημα της υποχρέωσης πληροφόρησης των εναγομένων εκ πλευράς εναγόντων για το περιεχόμενο των Εγκυκλίων - Τεκμήρια 65-67, η σχέση των συμβαλλομένων δε δημιούργησε καμιά τέτοια υποχρέωση εκ πλευράς εναγόντων. Εν πάση περιπτώσει, ειδικότερα με αναφορά στην Εγκύκλιο - Τεκμήριο 65
(1), η οποία αναφέρεται σε κλήση των τραπεζών να υποδεικνύουν στους πελάτες τους όλους τους σχετικούς κινδύνους, η ημερομηνία της (12.7.99), είναι κατά πολύ μεταγενέστερη της ημερομηνίας συνομολόγησης της σύμβασης (3.7.96). Τα ίδια αφορούν και στο περιεχόμενο της Εγκυκλίου ημερομηνίας 12.10.99 - Τεκμήριο 65
(2), με την επιπρόσθετη επισήμανση ότι οι ενάγοντες συμμορφώθηκαν πλήρως με την αναγκαιότητα για ενημέρωση των πελατών όπως καθορίζεται στην προτελευταία παράγραφο του εγγράφου. Αναφορικώς με την Εγκύκλιο ημερομηνίας 24.11.99 - Τεκμήριο 65
(4), το περιεχόμενο της είναι και αυτό πολύ μεταγενέστερο της ημερομηνίας της σύμβασης και δεν έχει οποιαδήποτε σχετικότητα με οτιδήποτε ενδιαφέρει εδώ. Σε ό,τι αφορά τις υπόλοιπες Εγκυκλίους (Τεκμήρια 65
(5)- 65
(9), 66 και 67), πέραν του ότι ουδόλως επηρεάζουν τη νομιμότητα της συμβατικής σχέσης μεταξύ των συμβαλλομένων καμιά ταύτιση τους δεν προσδιορίστηκε με την απαραίτητη ενάργεια έτσι ώστε να εγείρει ευλόγως οποιοδήποτε θέμα προς συζήτηση. Τα ίδια ισχύουν κατ' αναλογίαν και για τα περί υποχρέωσης των εναγόντων για επεξήγηση του περιεχομένου των κατατεθέντων Εγκυκλίων προς τον εναγόμενο 1 αφού κανένα τέτοιο υπόβαθρο δε δημιουργήθηκε, με το σκεπτικό της απόφασης Premier Chemical Co. Ltd ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ και Άλλου
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 1951, να μη βοηθά την εισήγηση της υπεράσπισης λόγω, ακριβώς, της φύσης της συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων αλλά και του διαθέσιμου μαρτυρικού υποβάθρου. Ούτε και η απόφαση αυτή αποτελεί προηγούμενο για την ύπαρξη υποχρέωσης επεξήγησης (έστω και απλής) των Εγκυκλίων στον τραπεζικό πελάτη, λόγω του τρόπου με τον οποίο είναι διατυπωμένη στη βάση αυτών που απαιτούνταν για απόφανση στη συγκεκριμένη περίπτωση. Σε περίπτωση που ήθελεν θεωρηθεί ότι πράγματι υπήρξε παραβίαση προνοιών των προαναφερθεισών Εγκυκλίων εκ πλευράς εναγόντων τότε το ζήτημα θα μπορούσε να επιλυθεί μεταξύ εναγόντων και Κεντρικής Τράπεζας με βάση τις πρόνοιες της νομοθεσίας χωρίς ασφαλώς οι φερόμενες αυτές παραβιάσεις να επηρεάζουν με οποιονδήποτε τρόπο τη συμβατική σχέση των εναγόντων με τους εναγόμενους. Αν εξυπηρετείται με κάποιο τρόπο το δημόσιο συμφέρον (για να επεκτείνω κάπως τους συλλογισμούς της υπεράσπισης περί δημοσίας πολιτικής, με αναφορά στις Εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας), σίγουρα αυτός δεν είναι με την εμπέδωση κλίματος εύκολης απαλλαγής από τις συμβατικές υποχρεώσεις των συμβαλλομένων (ιδιαίτερα όταν το ένα μέρος αποκομίζει και απολαμβάνει το πλήρες όφελος του αντικειμένου της σύμβασης, όπως εδώ), αλλά κλίματος προστασίας και διατήρησης των συμβάσεων που έχουν συναφθεί ελευθέρως μεταξύ ικανών συμβαλλομένων με ενάσκηση της ελεύθερης τους βούλησης, όπως ακριβώς έγινε και στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Διαχειριστικό Συμβούλιο Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου v. Πετράκη
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 941). Το εύρημα περί ελεύθερης βούλησης απαντά και στους παντελώς αστήριχτους με αξιόπιστη μαρτυρία ισχυρισμούς των εναγομένων για ύπαρξη αθέμιτης ενθάρρυνσης, εξώθησης, διαβεβαιώσεων, δυσμενούς επηρεασμού, δόλου, απάτης, εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης και άλλων συναφών που προώθησαν, οι οποίοι και απορρίπτονται. Οι εισηγήσεις της υπεράσπισης περί σύμφυτης αλλά και νομοθετικής παρανομίας της σύμβασης και του σχεδίου παρέμειναν στερημένες αξιόπιστης μαρτυρίας αλλά και ασυσχέτιστες με τα πραγματικά γεγονότα όπως εξάγονται από τα κοινώς παραδεκτά κατατεθέντα τεκμήρια (πέραν της προφορικής μαρτυρίας), πολλά από τα οποία υπογράφθηκαν (όσα έπρεπε να υπογραφθούν), από τους εναγόμενους με την ελεύθερη συναίνεση τους και πλήρη επίγνωση του περιεχομένου τους και χωρίς την κατάδειξη έστω της παραμικρής υποψίας ύπαρξης συνομωσίας και δόλου από μέρους των εναγόντων. Ενταγμένων των πραγμάτων σε αυτό το σκεπτικό, βρίσκω επίσης ότι ο λογαριασμός ήταν καθόλα νόμιμος βάσει των προνοιών του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66
(1)/97, σε αντίθεση με το τι εισηγήθηκε η υπεράσπιση. Η προσπάθεια του εναγόμενου 1 να καταδείξει ότι η χορήγηση των πιστωτικών διευκολύνσεων που του παρείχαν οι ενάγοντες θα έπρεπε να τύγχανε διαχείρισης με βάση την ούτω καλούμενη διεθνή πρακτική με αναφορά σε νομοθετήματα και πρακτικές των Η.Π.Α. και Ηνωμένου Βασιλείου, παρέμειναν μετέωρα υποστηρικτικής μαρτυρίας και ούτως ή άλλως δε μπορεί να θεωρηθεί ότι ως θέμα κανόνος θα έπρεπε να εφαρμόζονταν κατά τους κρίσιμους χρόνους και από τους ενάγοντες. Ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 βάσει της σύμβασης και του σχεδίου με σαφές και πλήρως αποδεκτό από τον ίδιο το περιεχόμενο του όρου 2 της εγγύησης - Τεκμήριο 5, καθότι η εγγύηση αφορούσε σε υφιστάμενες (κατά το χρόνο υπογραφής της) ή μελλοντικές υποχρεώσεις του εναγόμενου 1, είτε αυτές ήσαν προσωπικές είτε κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Το αρχικό αντικείμενο της εγγύησης ουδέποτε εξέλειπεν ούτε και αυτή ποτέ ανακλήθηκε βάσει των προνοιών του όρου 3 ή των συνακόλουθων διατάξεων του άρθρου 88 του Κεφ. 149, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος 2 να είναι υπόλογος για όλο το ποσό που θα κληθεί να καταβάλει ο εναγόμενος 1. Τα περί ανυπαρξίας νόμιμης αντιπαροχής τα οποία πρότεινε ο κ. Παπαντωνίου με ειδικότερη αναφορά στο ότι αυτή ήταν παρελθούσα (past consideration) και ως εκ τούτου άκυρη, δε βρίσκει έρεισμα στη δεσμευτική, εδώ, κυπριακή νομολογία αφού είναι εμπεδωμένο ότι σε αντίθεση με την Αγγλία στη χώρα μας η παρελθούσα αντιπαροχή θεωρείται πλήρως νόμιμη και αποδεκτή βάσει των προνοιών του άρθρου 2 του Κεφ. 149 (βλ. Εταιρεία Διαθέσεως Τσιμέντων Βασιλικού Απόλλων Λτδ ν. Καθητσιώτη
(1998)1 Α.Α.Δ. 687, Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 91, Raif v. Djimal
(1971)1 CLR 158). Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δικαιούνται σε δις το χρόνο κεφαλαιοποίηση τόκων καθώς και στην επιδίκαση τόκου προς 12,75% το χρόνο από 3.2.05, μέχρι εξοφλήσεως, απέτυχαν όμως να αποδείξουν και τις δύο αυτές αξιώσεις. Ο δικηγόρος των εναγομένων δεν ασχολήθηκε με την πτυχή αυτή στην αγόρευση του. Το ζήτημα όμως απαιτεί εξέταση από το Δικαστήριο στα πλαίσια αξιολόγησης των θέσεων των εναγόντων σε σχέση με το συγκεκριμένο αφού αποτελεί μέρος της αξίωσης. Αναδύεται με καθαρότητα από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή ότι πουθενά στη σύμβαση δεν αναφέρεται η δυνατότητα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο ούτε και αναδύθηκαν άλλες περιστάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια τέτοια κατάληξη με δεδομένη και την ανυπαρξία συναίνεσης πάνω στην πτυχή αυτή από τον εναγόμενο 1, χώρια βεβαίως και από το γεγονός ότι τέτοια εξειδικευμένη δικογράφηση δεν υπάρχει στην Έκθεση Απαίτησης (βλ. National Bank of Greece SA v. Pinios Shipping Company No.1
(1990)1 All E.R. 78 (HL), Kitchen v. HSBC Bank Plc
(2000)1 All E.R (Comm.) 787). Οι όποιες επιφυλάξεις εκφράστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου και Άλλοι v. Coudounaris Food Products Ltd και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 641, αναφορικώς με το μέρος εκείνο της απόφασης στη National Bank of Greece SA v. Pinios Shipping Company No.1 (ανωτέρω), που άπτεται της ανάλυσης του ζητήματος των τόκων, θα πρέπει σήμερα να ιδωθούν μέσα από το πρίσμα της νέας κατάστασης πραγμάτων που δημιούργησε η θέσπιση του Ν160 (Ι)/99, χωρίς να χρειάζεται να λεχθεί κάτι περισσότερο για τους παρόντες σκοπούς. Το γεγονός ότι ο Ν160(Ι)/99 διά των προνοιών του άρθρου 3
(1)(δ), προνοεί υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων (όπως είναι οι ενάγοντες), να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δυο φορές το χρόνο, ποσώς δε μπορεί να ερμηνευθεί ως παρέχων δικαίωμα στα ιδρύματα αυτά να ανατοκίζουν ανυπερθέτως τους επηρεαζόμενους λογαριασμούς δύο φορές το χρόνο, όπως φαίνεται να υποστηρίζουν οι ενάγοντες με την αναφορά στην αγόρευση τους περί κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο «.ως προνοείται από το Νόμο 160
(1)/99». Βάσει του περιεχομένου του όρου 4 της σύμβασης οι ενάγοντες δε δικαιούνται σε οποιασδήποτε μορφής ανατοκισμό πόσω μάλλον δύο φορές το χρόνο. Σε σχέση με την απαίτηση τόκου προς 12,75%, καμιά μαρτυρία δε δόθηκε που θα μπορούσε να δικαιολογήσει ικανοποίηση της. Ουδέποτε οι ενάγοντες ειδοποίησαν (καθώς ορίζει το άρθρο 3
(1)(γ) του Ν160(Ι)/99) και στην απουσία άλλης σχετικής συμβατικής πρόνοιας, τον εναγόμενο 1, είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση, για αλλαγή στο επιτόκιο ή στον τρόπο υπολογισμού του αναφορικώς με το ζητούμενο ύψος, σε αντίθεση φερ' ειπείν με το τι έπραξαν με την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 20.2.03 - Τεκμήριο 10(α) και την επιστολή κοινοποίησης του τερματισμού προς τον εναγόμενο 2, ως εγγυητή την ίδια ημερομηνία [βλ. Τεκμήριο 10(β)], όπου αναφερόταν ότι από την ημερομηνία τερματισμού ο λογαριασμός θα επιβαρυνόταν με επιτόκιο προς 10,5%, ετησίως. Καμιά αναφορά στο ύψος του επιτοκίου στις καταστάσεις λογαριασμού - Τεκμήριο 6, δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως δέουσα γραπτή ειδοποίηση προς τον εναγόμενο 1 βάσει του άρθρου 3
(1)(γ) του Ν160(Ι)/99, λόγω και της ανεπάρκειας των στοιχείων που θα μπορούσαν να την καταστήσουν σαφή και συγκεκριμένη. Παρομοίως, ανεπαρκείς θεωρούνται και οι σχετικές καταχωρήσεις στην αναπροσαρμοσμένη κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 7, στην οποία, μετά την ημερομηνία τερματισμού και δη στην καταχώρηση 08/04/2003, αναφέρεται ως αλλαγή επιτοκίου το ποσοστό 10% αντί 10,5%, που αναφερόταν στα Τεκμήρια 10(α) και 10(β) και τούτο μέχρι την επόμενη αλλαγή επιτοκίου που αναφέρεται στην εν λόγω κατάσταση στις 02/05/2004, οπόταν και το ποσοστό επιτοκίου φαίνεται να αυξάνεται στο 11%, χωρίς να το δικαιούνται οι ενάγοντες. Η προκύπτουσα διαφορά ως εκ της μη κεφαλαιοποίησης και των αυξομειώσεων της τοκοφορίας όπως αναλύθηκαν πιο πάνω, θα αφαιρεθεί (υπέρ των εναγομένων), από το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού κατά την 31.12.07, ύψους Λ.Κ. 109.169,85 (€186.527,76), όπως αυτό φαίνεται στην ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο
  1. Οι ενάγοντες επέδειξαν υποδειγματική υπομονή προς τους εναγόμενους δίδοντας τους κάθε δυνατή ευκαιρία για να ξεπληρώσουν το χρέος τους. Ούτε ολιγώρησαν εσκεμμένως ή άλλως πως αλλά ούτε και με οποιονδήποτε τρόπο απεμπόλησαν ή παραιτήθηκαν από οποιοδήποτε νόμιμο δικαίωμα είχαν εναντίον των εναγομένων. Σκοπός του εναγόμενου 1 ήταν και εξακολουθεί να είναι η εύσχημη αποφυγή τήρησης των συμβατικών του υποχρεώσεων μετά που οι επενδυτικές του επιλογές δεν είχαν προφανώς τα αναμενόμενα για αυτόν αποτελέσματα. Παρόμοιος ήταν και εξακολουθεί να είναι ο σκοπός του εναγόμενου 2, με στόχο την αποφυγή των δικών του υποχρεώσεων ως εγγυητή του εναγόμενου
  2. Η υπεράσπιση προσπάθησε να περιπλέξει αχρείαστα και να συγχύσει τα πράγματα ελπίζοντας ίσως στην αποκόμιση κάποιου οφέλους φθάνοντας μάλιστα σε σημείο να χαρακτηρίσει την υπόθεση περίπλοκη και πολύπλοκη παραγνωρίζοντας κατά το μάλλον ή ήττον το γεγονός ότι όλα τα σχετικά έγγραφα από τα οποία αναδύεται το αγώγιμο δικαίωμα υπογράφθηκαν αδιαμφισβητήτως από τους εναγόμενους με κρυστάλλινο και αναντίρρητο το περιεχόμενο τους. Οι ενάγοντες, στην έκταση που προαναφέρθηκε, απέδειξαν την υπόθεση τους εναντίον και των δύο εναγομένων στον απαιτούμενο βαθμό. Αναφορικώς με την Ανταπαίτηση, αυτή δε μπορεί παρά να απορριφθεί και απορρίπτεται αφού δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να τη στηρίζει. Ούτε όμως και από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη θα μπορούσε με οποιοδήποτε τρόπο να πετύχει σε οποιαδήποτε έκφανση της. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για ποσό €165.381,38, πλέον τόκο προς 10,5%, ετησίως από 1.1.08, μέχρι εξοφλήσεως. Εκδίδονται επίσης προς όφελος των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 1 διατάγματα ως οι παράγραφοι 13 (β) και (γ) της Έκθεσης Απαίτησης. Το οποιοδήποτε καθαρό υπόλοιπο παραμείνει προς όφελος του εναγόμενου 1 να του πιστωθεί ή επιστραφεί αναλόγως μέσα σε 15 μέρες μετά την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, νοουμένου ασφαλώς ότι η ρηθείσα ενεχυρίαση δεν αποτελεί εγγύηση για άλλες συμβατικές του υποχρεώσεις. Τα έξοδα και ο Φ.Π.Α. επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε σχέση με την απόρριψη της Ανταπαίτησης και λόγω της φύσης και συνάφειας των εκεί επίδικων θεμάτων με αυτά που εκδικάστηκαν στα πλαίσια της απαίτησης, δεν εκδίδεται διαταγή ως προς τα έξοδα. Προηγούμενες διαταγές για έξοδα ακυρώνονται. (Υπ.)........... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.