Ευθύμιος Σωκράτους Λτδ ν. Άδωνη Αβρααμίδη, Γενική Αίτηση 116/08, 20 Φεβρουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2008:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Δρουσιώτη, Ε. Δ. Γενική Αίτηση 116/08 Επί τοις αφορώσι τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 Επί τοις αφορώσι τη Διαιτησία μεταξύ: Ευθύμιος Σωκράτους Λτδ., εκ Λεμεσού ΚΑΙ Άδωνη Αβρααμίδη, εκ Νότιας Αφρικής Αιτητής Ημερομηνία: 20 Φεβρουαρίου, 2008 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Δ. Μιχαηλίδης, κα Κάρμιου για ν' ακούσει απόφαση Για Καθ' ού η Αίτηση: Α. Παπαδόπουλος ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Εφεσείων / Αιτητής επιδιώκει τον παραμερισμό απόφασης του Διαιτητή κ. Πέτρου Ζωγράφου ημ. 7.4.08. Η αίτηση βασίζεται στο Κεφάλαιο 4 Άρθρα 17, 18, 19, 20 και 21 επί των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, Δ.16, Δ.26 θ.14, Δ.49, θ. θ.1, 3, 4, 5, 8 και 16, Δ.48 θθ2, 3, 4, 6, 7, 8 και 9, Δ.57, Δ.64 Κανονισμών με βάση του Κεφαλαίου 4, επί του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, επί του άρθρου 30 του Συντάγματος, επί της πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των γενικών αρχών του Νόμου και της Νομολογίας. Τα γεγονότα εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της δικηγόρου Νικόλ Γρηγορίου. Η ενόρκως δηλούσα βασιζόμενη στα τεκμήρια 1 και 7 που επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση ισχυρίζεται ότι ο διαιτητής λανθασμένα θεώρησε ότι άρχισε η διαδικασία διαιτησίας καθότι δεν υπάρχει απόφαση του αρχιτέκτονα του έργου, δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία με βάση τη σύμβαση και τους κανονισμούς, δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία παραπομπής των διαφορών σε διαιτησία, και ως εκ τούτου η απόφαση του διαιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί καθότι είναι αντικανονική λανθασμένη και παράτυπη. Το Τεκμήριο 1 που κάμνει αναφορά είναι η απόφαση του Διαιτητή ημ. 7.4.08 και το Τεκμήριο 7 είναι η επιστολή των δικηγόρων του Αιτητή προς του δικηγόρους των Καθ' ών η Αίτηση. Οι Καθ' ών η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση η οποία βασίζεται στο κεφάλαιο 4 Άρθρα 17, 18, 19, 20, 21 και 26 επί των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, Δ.16, Δ.25 θ. 1-5, Δ.19, Δ.26 θ.14, Δ.39, Δ.48 θ.1-8, Δ.49, θ θ.1, 3, 4, 5, 8 και 16, Δ.48 θθ 3, 4, 6, 7, 8 και 9, Δ.57, Δ.64 Κανονισμών με βάση του Κεφαλαίου 4, επί του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επί του άρθρου 30 του Συντάγματος και επί της πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των γενικών αρχών του Νόμου και της Νομολογίας. Με την ένσταση προβάλλονται δεκαοχτώ λόγοι. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Ευθύμιου Σωκράτους, διευθυντή των Καθ' ών η αίτηση. Σε αυτή ο Ευθύμιος Σωκράτους μεταξύ άλλων κάνει αναφορά στο Άρθρο 20
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου σε σχέση με το πότε μπορεί το Δικαστήριο να ακυρώσει διαιτητική απόφαση. Διερωτάται πώς ο Αιτητής αφού θεωρεί ότι ο Διαιτητής δεν είχε δικαιοδοσία, τότε γιατί μέχρι σήμερα συμμετείχε πλήρως στη διαδικασία που διεξάγετο εδώ και τρία χρόνια ενώπιόν του. Κάνει αναφορά σ' όλα τα γεγονότα τα οποία διεμείφθησαν κατά την παρουσία αμφοτέρων ενώπιον του διαιτητή. Και καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση καθότι η απόφαση του διαιτητή είναι καθόλα ορθή και δικαιολογημένη σε αντίθεση με την αίτηση η οποία είναι νομικά αστήρικτη, λανθασμένη και καταχρηστική. Αμφότεροι οι συνήγοροι αφού υιοθέτησαν το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων προχώρησαν σε αγορεύσεις. Οι θέσεις αμφοτέρων έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο. Η απόφαση του Διαιτητή Πέτρου Ζωγράφου στο συντεταγμένο κείμενό της αποτελεί την ενδιάμεση απόφαση μετά που άκουσε αμφότερα τα μέρη και εξετάζει εάν έχει δικαιοδοσία να προχωρήσει με τη διαιτησία. Αφού καταλήγει στο συμπέρασμα ότι με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του από αμφότερες τις πλευρές έχει δικαιοδοσία να προχωρήσει στην εκδίκαση της μεταξύ τους διαφοράς. Ως εκ τούτου αποφασίζει ότι η διαδικασία πρέπει να συνεχιστεί ενώπιόν του και έδωσε οδηγίες όπως ο καθ' ου η αίτηση (εφεσείων - αιτητής) υποβάλει την Έκθεση Υπεράσπισης του εντός 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του. Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο περιορισμός του επιδίκων θεμάτων. Έτσι, ο περί Διαιτησίας νόμος, Κεφ.4, επιτρέπει την ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το άρθρο 20
(2). Όταν το Διαιτητικό Δικαστήριο έχει εκτελέσει την αποστολή του στην υπόθεση που του ανατέθηκε με την έκδοση της τελικής του ετυμηγορίας και έχει καταστεί, κατά το ρωμαϊκό δίκαιο, functus officio είναι μόνον το άρθ. 20
(2)που μπορεί να δώσει στο Δικαστήριο την εξουσία παραμερισμού. (Βλ. Αναφορικά με την διαιτησία μεταξύ της Τσιμεντοποιϊας Βασιλικού Λτδ. - ν - Αρχής Λιμένων
(2001)Α.Α.Δ
(1)σελ. 24, όπου διευκρινίζεται ότι ο νόμος μας έχει ως πρότυπο τον ομώνυμο αγγλικό νόμο του 1934, βλ. και Russel on the "Law of Arbitrations 19η έκδ. στη σελ. 426 και Mustill and Boyd "Commercial Arbitration in Englad
(1982)σελ. 526). Το άρθρο 20
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 καθορίζει τους λόγους για τους οποίους μπορεί να ακυρωθεί ή αμφισβητηθεί μια διαιτητική απόφαση που είναι οι εξής:- "20
(1).........................
(2)Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση". Boηθητικό στη διερεύνηση των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού είναι το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd Edn., σελ. 55 ως αντανακλόν το παλαιό αγγλικό δίκαιο. Είναι σαφές ότι στην κρινόμενη περίπτωση παρά το ότι ο αιτητής χρησιμοποιεί ως βάση αρκετά άρθρα του Κεφ.4, με βάση τις αγορεύσεις των δικηγόρων του το μόνο άρθρο που μπορεί να τύχει εφαρμογής είναι το άρθ. 20
(2)αφού καλεί το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση του Διαιτητή ημ. 7.4.
- Αναφέρονται συναφώς στο Halsbury's ως άνω σελ. 57: 125 "
- Grounds for setting aside award. The grounds on which an award may be set a side are:
(1)that the arbitration or ward has been improperly procured, as, for example, where the arbitrator has been deceived (a), or material evdiece has been fraudulently concealed (b); and
(2)tha the arbitrator or umpire has fraudulently concealed (b); tha the arbitrator or umpire has misconducted himself or the proceedings". Tονίζεται πόσο δύσκολο είναι να καθορισθεί εννοιολογικά η έννοια της κακής συμπεριφοράς αφού μπορεί να έχει την έννοια της διαφθοράς αλλά ακόμη και απλού λάθους επί του πλαισίου της εξουσίας του διαιτητή ή λάθους που να εμφανίζεται στο ίδιο το κείμενο της ετυμηγορίας. Ακόμα μπορεί να περιλαμβάνει την παράλειψη του διαιτητή να αποφασίσει για όλα τα επίδικα θέματα (βλ. South Sea Co - v - Bumstead
(1734)2 Eg. Cos Abr. 80, αν η ετυμηγορία του είναι αντιφατική (βλ. Armes v. Miltward
(1818), 8 Taunt, 637; and ef. North Metropolitan Tranways Co. v. Leyton U.D.C
(1908), 98 L.T. 792, C.A) ή ακόμη όταν είναι το πόρισμα ασαφές ή αβέβαιο. "An award is uncertain if it is not reasonably possible to say whether the matter in dispute is determined or not (Re Tribe and Upperton
(1835), 3 Ad. & El. 295; Mortin v. Burge
(1836). 4 Ad. & El 973)". Μπορεί να κριθεί ως συμπεριφορά που οδηγεί σε παραμερισμό η λάθος αντίληψη του διαιτητή επί πραγματικού θέματος (mistake of fact) αλλά σ'αυτή την περίπτωση το λάθος πρέπει να είναι παραδεκτό ή ολοφάνερο. Η παράθεση τέτοιας συμπεριφοράς συνεχίζεται στο Halsbury's ω εξής: «............................ the award is inconsistent (f), or is uncertain or ambiguous (g), or is on the face erroneous in matter of law, (h); or even if there is some mistake of fact, but, in such case, the mistake must be either admitted or at least clear beyond any reasonable doubt (i); if there has been irregularity in the proceedings, as, for example, where the arbitrator failed to give notice to the parties of the time and place of meeting (k), or where the agreement of reference required the evidence to be taken viva voce, and the arbitrator received affidavits (l), or where the arbitrator refused to hear the evidence of a material witness (m), or where, the reference being to two or more arbitrators, they did not act together (o), or where the umpire, after hearing evidence from both arbitrators, received further evidence from one without informing or hearing the other (p); if the arbitrator or umpire has failed to act fairly towards both parties (q)». Και ομοίως και άλλα. Χρήσιμη αναφορά για τους πιο πάνω όρους γίνεται και στην υπόθεση Galatis v. S. Savvides
(1965)2 A.A.Δ σελ.
- Εκείνο δε που ιδιαίτερα πρέπει να προσεχθεί είναι ότι το Δικαστήριο σε έφεση κατά απόφασης διαιτητή δεν έχει εξουσία να επανεξετάσει τη διακριτική ευχέρεια του διαιτητή εφόσον ο διαιτητής ενεργεί μέσα στα πλαίσια των εξουσιών του και των αρχών δικαιοσύνης συμπεριφερόμενος δίκαια και στα δύο μέρη χωρίς τούτο να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εξουσία του διαιτητή είναι απεριόριστη. Έχω μελετήσει ιδιαίτερα την ενδιάμεση απόφαση του διαιτητή και τις διαδικασίες που έχουν λάβει χώρα ενώπιον του μέχρι και την έκδοση αυτής της απόφασης. Από το διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 12.10.05 φαίνεται ότι εκδόθηκε διάταγμα μόνο με το οποίο αναστέλλεται οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία στην αγωγή 3501/
- Το διάταγμα αυτό έχει εκδοθεί με βάση την αίτηση του αιτητή ημ. 25.8.05 στην οποία ζητείτο πέραν του διατάγματος αναστολής οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία στην αγωγή 3501/05 και διάταγμα με το οποίο θα παραπέμπετο η αγωγή 3501/05 σε διαιτησία. Είναι δε κοινά αποδεχτό ότι παρά το γεγονός ότι στο διάταγμα του Δικαστήριο. ημ. 12.10.05 δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά για παραπομπή σε διαιτησία, η παρούσα υπόθεση παραπέμφθηκε σε διαιτησία αφού μετά από την έκδοση της αναστολής της διαδικασίας έχει συμφωνηθεί ο διαιτητής και έχει ξεκινήσει η διαδικασία ενώπιον του σύμφωνα με το κεφάλαιο
- Στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση ημ. 25.8.05 η οποία υπογράφεται από κάποιο Μιχάλη Παντελή ο οποίος αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του εναγόμενου /αιτητή. Στην παρ. 3 της Ενόρκου Δηλώσεως αναφέρει «ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της αγωγής καθότι η απαίτηση του Ενάγοντα και η σχέση μεταξύ Ενάγοντος και Εναγομένου (αιτητή και καθ' ου η αίτηση) βασίζεται επί συμφωνητικού εγγράφου ημ. 9.4.03 το οποίο στην παρ.36 προνοεί συγκεκριμένο τρόπο επίλυσης των διαφορών μεταξύ του Ενάγοντος και Εναγομένου και ο τρόπος αυτός είναι η παραπομπή των διαφορών των διαδίκων σε διαιτησία και είναι δεσμευτικός για τα συμβαλλόμενα μέρη». Η αίτηση αυτή αποτελεί τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση. Είναι κοινά αποδεχτό ότι μεταξύ των διαδίκων δεν έχει συμφωνηθεί και υπογραφεί συνυποσχετικό με το οποίο να συμφωνούνται τα θέματα τα οποία θα εξετάσει ο διαιτητής. Επίσης στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση επισυνάπτεται ένορκη δήλωση του δικηγόρου Δημήτρη Μιχαηλίδη στην οποία παραδέχεται την παραπομπή των διαφορών μεταξύ Ενάγοντος και Εναγομένου σε διαιτησία και ότι έχει διοριστεί από κοινού αποδεχτός ο διαιτητής Πέτρος Ζωγράφος και αναφέρει όμως ότι δεν έγινε κατορθωτή η υπογραφή συνυποσχετικού. Το θέμα της μη υπογραφής συνυποσχετικού καθώς και συνεπώς ο μη καθορισμός των θεμάτων που θα εκδικαστούν από το διαιτητή έχουν εγερθεί ενώπιον του διαιτητή και αποτέλεσμα τούτου ήταν η έκδοση της υπό αναφορά απόφασης του διαιτητή. Ο αιτητής ζητά να παραμεριστεί η απόφαση του διαιτητή γιατί δεν τηρήθηκαν οι σχετικές διατάξεις του Νόμου. Μελετώντας την απόφαση του Διαιτητή δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε παράβαση του σχετικού Νόμου και των κανονισμών. Κατ' επέκταση δεν διαπιστώνω να υπήρξε εκ μέρους του διαιτητή παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. Ο διαιτητής προχώρησε στην έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης αφού προηγουμένως άκουσε και τους δύο διαδίκους. Οι υπόλοιποι τρεις λόγοι που αναφέρονται στην αίτηση είναι ότι ο διαιτητής λανθασμένα εξέλαβε και ή αντιλήφθηκε την ενώπιον του διαδικασία και/ή διαφορά, ότι λανθασμένα εξέλαβε ότι είχε δικαιοδοσία να προχωρήσει με τη διαδικασία της διαιτησίας αναφορικά με όλα τα ζητήματα που έθεσε ο υπεργολάβος δεδομένου ότι δεν υπάρχει υπογραφή εκ μέρους των μερών σχετικό συνυποσχετικό και/ή δεν δημιουργήθηκε διά της νενομισμένης διαδικασίας διαφορά μεταξύ εργοδότη αφενός και εργολάβου αφετέρου και ότι η απόφαση του διαιτητή είναι λανθασμένη ενόψει του γεγονότος ότι δεν έχουν παραπεμφθεί ενώπιον του οι διαφορές μεταξύ των μερών με τον νενομισμένο τρόπο. Τα πιο πάνω δεν με βρίσκουν σύμφωνο καθότι από τα γεγονότα που έχουν λάβει χώραν ενώπιον του διαιτητή και οι διαδικασίες που τηρήθηκαν από τον ίδιο και διαπιστώνονται στην απόφαση του ημερομηνίας 7.4.08 Τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση της Νικόλ Γρηγορίου που συνοδεύει την αίτηση του δίδουν το δικαίωμα να προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης. Η μη υπογραφή συνυποσχετικού εκ μέρους των μερών δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον του διαιτητή και ορθά ο διαιτητής αντελήφθηκε ότι υπάρχει ενώπιον του η διαδικασία και η μη ύπαρξη συνυποσχετικού εκ μέρους των μερών του έδωσε το δικαίωμα να προχωρήσει με τη διαδικασία βασιζόμενος στο άρθρο 36 του συμφωνητικού δηλαδή του συμβολαίου τεκμήριο 2 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Νικόλ Γρηγορίου που συνοδεύει την αίτηση. Για όλους τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω θεωρώ ότι η έφεση είναι αβάσιμη και πρέπει να αποτύχει. Ως εκ τούτου η αίτηση έφεση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ών η αίτηση εφεσιβλήτων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Μ. Δρουσιώτης, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον: Πρωτοκολλητής /ΛΗ Subject: Civil/General Applications/Final (Αναφορά: Περί Διαιτησίας Νόμος Κεφ. 4 Άρθρο 20 - παραμερισμός απόφασης διαιτητή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο