← Κύπρος

Πολυκλινική « ΥΓΕΙΑ » Λτδ ν. Παφιτανή Μιχάλη κ.α., Αρ. Αγωγής 6651/05, 6  Μαρτίου 2008

Πολυκλινική « ΥΓΕΙΑ » Λτδ ν. Παφιτανή Μιχάλη κ.α., Αρ. Αγωγής 6651/05, 6 Μαρτίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2008:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον : Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6651/05 Μεταξύ : Πολυκλινική « ΥΓΕΙΑ » Λτδ Εναγόντων Και

  1. Παφιτανή Μιχάλη
  2. Παφιτανή Μαρία Εναγομένων ---------------- Ημερομηνία: 6 Μαρτίου 2008 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κ. Χ. Πέτρου και για να ακούσει απόφαση ο κ. Α. Πέτρου Για εναγομένους: κ. Κλεοβούλου με κα Ηλία και για να ακούσει απόφαση η κα Σωκράτους ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα το οποίο καταχωρήθηκε στις 16.12.2005, οι ενάγοντες, οι οποίοι αποτελούν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και έχουν σαν κύριο σκοπό την παροχή ιατρικών υπηρεσιών, ζητούν από τους εναγομένους 1 και 2 την πληρωμή του ποσού των ΛΚ 514,76 με 9% τόκο από 30.11.2004 μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, ο εναγόμενος 1 συμφώνησε με τους ενάγοντες και με την γραπτή εγγύηση της εναγομένης 2, ημερομηνίας 29.11.2004, εισήχθη στην κλινική των εναγόντων στη Λεμεσό κατά ή περί τις 29.11.2004 όπου και παρέμεινε μέχρι τις 30.11.2004 και υποβλήθηκε σε εξετάσεις, θεραπεία, παρακολούθηση, νοσηλεία και παροχή όλων των αναγκαίων ιατρικών υπηρεσιών και έτυχε θεραπείας από τον Δρ Προκόπη Σπύρου. Οι εναγομένοι 1 και 2 δεν πλήρωσαν μέχρι σήμερα κανένα ποσό για τις προσφερθείσες υπηρεσίες των εναγόντων, οι οποίες όπως περιγράφονται στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης περιλαμβάνουν: (α) ΛΚ 110 για διαμονή σε μονάδα εντατικής θεραπείας από τις 29.11.2004 μέχρι τις 30.11.2004 υπό οξεία μορφή, (β) ΛΚ 4.84 για φαρμακευτικό υλικό, (γ) ΛΚ 190 για αξονικό τομογράφο, (δ) ΛΚ 149 χημείο, (ε) ΛΚ 2.92 για φάρμακα, (στ) ΛΚ 40 για υπερήχους και (ζ) ΛΚ 18 για ακτινογραφίες. Συνεπώς, παραμένει οφειλόμενο το συνολικό ποσό των ΛΚ 514,76 πλέον τόκος. Οι εναγόμενοι 1 και 2 με την υπεράσπιση τους η οποία καταχωρήθηκε στις 19.6.2006, αρνούνται γενικά όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων, πλην της ιδιότητας των εναγόντων, και ισχυρίζονται τα πιο κάτω:

(1)Ο εναγόμενος 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο υπέστη πνευμονική εμβολή και εισήχθη στην κλινική των εναγόντων. Οι ενάγοντες όμως δεν διέγνωσαν ορθά την ασθένεια του και την επόμενη ημέρα του έδωσαν εξιτήριο από την κλινική. Ο εναγόμενος 1 όμως συνέχισε να υποφέρει από πόνους και υπέστη εκ νέου λιποθυμία. Ως αποτέλεσμα εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου έγινε ορθή διάγνωση και θεραπεία και νοσηλέυτηκε για 19 ημέρες.
(2)Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι οι ενάγοντες υπέβαλαν τον εναγόμενο 1 σε υπερήχους. Αρνούνται επιπλέον ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες αφού δεν προσέφεραν στον εναγόμενο 1, ως όφειλαν, θεραπεία.
(3)Οι εναγομένοι ισχυρίζονται επίσης ότι οι ενάγοντες με την συμπεριφορά τους υπέβαλαν τον εναγόμενο 1 σε περαιτέρω πόνο και ταλαιπωρεία και έθεσαν τη ζωή του σε κίνδυνο και ή ενήργησαν αμελώς, κατά παράβαση των καθηκόντων τους και της μεταξύ τους συμφωνίας, καθότι: (α) δεν υπέβαλαν τον εναγόμενο 1 στις δέουσες εξετάσεις, με αποτέλεσμα να μην προβούν στην ορθή διάγνωση για την ασθένεια του, (β) δεν προέβησαν στην ορθή διάγνωση και στην ενδεδειγμένη θεραπεία, (γ) παρείχαν στον εναγόμενο 1 αντιβίωση και ή παυσίπονο και ή λάθος φάρμακο, με αποτέλεσμα να του δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση ότι θεραπεύτηκε, (δ) παρέλειψαν να υποβάλουν τον εναγόμενο 1 σε αντιθρομβωτική αγωγή υπαρίνης ως όφειλαν, (ε) παρέλειψαν να εξετάσουν τον εναγόμενο 1 με γιατρό αγγειολόγο ως όφειλαν. Για τους πιο πάνω λόγους ο εναγόμενος 1 ανταπαιτεί από τους ενάγοντες γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τον πόνο και την ταλαιπωρία που του προκάλεσαν . Με την απάντηση τους οι ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του εναγομένου 1 και ισχυρίζονται ότι υπέβαλαν τον εναγόμενο σε όλες τις απαιτούμενες διαγνωστικές εξετάσεις, ότι έγινε η ορθή διάγνωση και ότι του χορηγήθηκε η ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή. Όσον αφορά το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκμείο Λεμεσού, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αυτό δεν έχει καμία σχέση με την ασθένεια για την οποία εισήχθη στην κλινική των εναγόντων και θεωρούν ότι ενήργησαν με κάθε επαγγελματική επιμέλεια. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων κατέθεσε ένας μάρτυρας, η κα Ανθή Ματσεντίδου (ΜΕ1). Για τους εναγομένους 1 και 2, κατέθεσε ο εναγόμενος 1, ενώ κατατέθηκαν τρία τεκμήρια. Η ΜΕ1, η οποία εργάζεται ως βοηθός λογιστηρίου της κλινικής των εναγόντων, κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 το τιμολόγιο το οποίο εκδόθηκε από τους ενάγοντες στο οποίο περιγράφονται οι υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στον εναγόμενο 1 κατά το χρόνο που νοσηλεύτηκε στην κλινική. Η ΜΕ1 κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 2 τη δήλωση εγγυητή η οποία υπογράφηκε από την εναγομένη 2, σύζυγο του εναγομένου
  1. Η ΜΕ1 ανέφερε ότι στις 29.11.2004 ο εναγόμενος 1 επισκέφτηκε το Τμήμα Πρώτων Βοηθειών των εναγόντων με πόνο και αφού ρωτήθηκε ποιος ήταν ο γιατρός του αυτός τους πληροφόρησε ότι ήταν ο Δρ. Προκόπης Σπύρου, παθολόγος - καρδιολόγος. Από ότι η ίδια γνωρίζει ο γιατρός του εναγομένου 1 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς και έδωσε οδηγίες να εισαχθεί ο εναγόμενος 1 στη μονάδα εντατικής θεραπεία χαμηλής μορφής, «Low Intensive Unit». Ο Δρ Σπύρου τον επισκέφτηκε την επόμενη ημέρα περί η ώρα 09:00 και αφού είδε και τις αναλύσεις που είχαν γίνει, έδωσε εξιτήριο στον εναγόμενο 1 ο οποίος αποχώρησε από την κλινική γύρω στο μεσημέρι. Όσον αφορά το τιμολόγιο, Τεκμήριο 1, η ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν έχει πληρωθεί μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΕ1, ουδέποτε ο εναγόμενος 1 αμφισβήτησε το τιμολόγιο στην ίδια. Δεν ήταν όμως σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο έγινε οποιαδήποτε άλλη συζήτηση με το γιατρό του ή με άλλο πρόσωπο. Κατά την αντεξέταση της ΜΕ1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 μια βεβαίωση των εναγόντων ημερομηνίας 2.4.2008 στην οποία, όπως επεξήγησε η ΜΕ1, περιγράφονται αναλυτικά οι αναλύσεις στις οποίες υποβλήθηκε ο εναγόμενος
  2. Η ΜΕ1 διευκρίνισε ότι στο Τεκμήριο 1 δεν γίνεται λεπτομερής περιγραφή των αναλύσεων αλλά απλά αναφέρεται η χρέωση δίπλα από τη λέξη «χημείο» και ο αριθμός των αναλύσεων που ήταν οκτώ. Η ΜΕ1 ανέφερε επιπλέον ότι στο τιμολόγιο, Τεκμήριο 1 δεν περιλαμβάνονται ιατρικά έξοδα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΕ1, η συνήθης πρακτική που ακολουθείται με την έξοδο του ασθενή από την κλινική, είναι ο γιατρός ο οποίος παρακολουθεί τον ασθενή με την έξοδο του ασθενή να καταγράφει τη δική του αμοιβή σε ξεχωριστό έντυπο το οποίο τους παραδίδει. Στη συγκεριμένη περίπτωση δεν είχε αμοιβή ο γιατρός. Σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου των εναγομένων κατά πόσο ο συγκεκριμένος γιατρός δεν χρέωσε τον εναγόμενο 1, η ΜΕ1 απάντησε ότι δεν γνώριζε και ότι υπάρχει το ενδεχόμενο «να το κανόνισαν μεταξύ τους». Ακολούθως σε υποβολή του κ. Κλεοβούλου ότι ο γιατρός δεν ζήτησε αμοιβή από τον εναγόμενο 1 γιατί η υγεία του τελευταίου επιδεινώθηκε αντί να βελτιωθεί, η ΜΕ1 απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Το μόνο που γνωρίζει είναι ότι δεν συμπεριλαμβάνεται αμοιβή του γιατρού στο τιμολόγιο των εναγόντων. Επιπλέον, η ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει σε ποιά κατάσταση ήταν ο εναγόμενος 1 όταν εισήχθη στην κλινική αφού δεν είναι γιατρός, το μόνο που η ίδια γνώριζε, μετά που συμβουλεύτηκε το βιβλίο που τηρούν με κάθε λεπτομέρεια στις Πρώτες Βοήθειες, ήταν ότι ο εναγόμενος 1 εισήχθει στην κλινική με πόνο και ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς ο γιατρός του. Ο εναγόμενος 1 κατά τη μαρτυρία του υποστήριξε τη θέση του όπως αυτή αναφέρεται στην υπεράσπιση και στην ανταξίωση του. Ο εναγόμενος 1 διευκρίνησε ότι όταν μεταφέρθηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών των εναγόντων περί η ώρα 00:15, επειδή ο ίδιος ήταν εκτός εαυτού από τον πόνο, η σύζυγος του τους ενημέρωσε για το ιατρικό ιστορικό του και παρακάλεσε την αλλοδαπή γιατρό που ήταν καθήκον να του χορηγήσει υπαρίνη η οποία είναι, όπως είπε, και η μοναδική λύση στην περίπτωση του. Αντί αυτού, όμως, οι ενάγοντες του χορήγησαν πολύ δυνατή παυσίπονη ένεση και επειδή ο πόνος δεν απαβλυνόταν του χορήγησαν υπόθετο των 500 mg. Εν τούτοις ο πόνος δεν υποχωρούσε και του χορήγησαν και άλλη παυσίπονη ένεση, παρά τις αντιδράσεις της συζύγου του. Ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι οι ενάγοντες δεν προχώρησαν στην ορθή θεραπευτική αγωγή και δεν κάλεσαν αγγειολόγο ή παθολόγο, ειδικό στην πνευμονική εμβολή. Μετά τη χορήγηση των παυσίπονων και αφού τον είχαν «ντοπάρει», όπως ο ίδιος είπε, τον μετέφεραν μισοκοιμισμένο σε ένα δωμάτιο μαζί με μία ηλικωμένη γυναίκα. Όταν ο εναγόμενος 1 ξύπνησε την επόμενη μέρα τον επισκέφτηκε ο Δρ Σπύρου, ο οποίος γνώριζε το ιστορικό του, και τον ενημέρωσε ότι μελέτησε τον αξονικό και τις εξετάσεις που του είχαν κάνει και του έδωσε εξιτήριο. Ο εναγόμενος 1 τότε εξήγησε στο γιατρό του ότι εξακολουθούσε να αισθάνεται πόνο και ο γιατρός τον διαβεβαίωσε ότι δεν ήταν τίποτα το σοβαρό. Ως εκ τούτου, γύρω στις 09:00 έφυγε μόνος από την κλινική. Ακολούθως, ο εναγόμενος 1 σταμάτησε σε κάποιο χώρο στάθμευσης για να μιλήσει με κάποιον και λιποθύμησε. Εκεί τον βρήκε ένας γνωστός του ο οποίος τον μετέφερε στο Νοσοκομείο, όπου τον ανέμεναν. Εκεί του χορήγησαν υπαρίνη και τον κράτησαν για νοσηλεία για περίοδο 19 ημερών. Έκτοτε κάθε 20 ημέρες επισκέπτεται το Νοσοκομείο. Ο εναγόμενος 1 κατέθεσε επίσης ότι επισκέφηκε τον Δρ Σπύρου, στον οποίο ανέφερε τα πιο πάνω, και ο τελευταίος του είπε ότι θα προβεί σε ρυθμίσεις ώστε να μην επιβαρυνθεί ο εναγόμενος 1 οτιδήποτε, αλλά και ο εναγόμενος 1 να μην προχωρήσει σε οποιαδήποτε μέτρα γιατί θα τον εξέθετε. Ο εναγόμενος 1, λόγω της σχέσης του με το Δρ Σπύρου αποφάσισε, ενόψει του ότι οι ενάγοντες θα παρέκαμπταν το οικονομικό θέμα, να μην λάβει οποιαδήποτε μέτρα ενατίον τους. Παρόλα αυτά, ο εναγόμενος 1 έλαβε την παρούσα αγωγή. Ο εναγόμενος 1 καταληκτικά κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι οι ενάγοντες δεν προέβηκαν σε καμία διαπίστωση και σε κανένα συμπέρασμα σε σχέση με την πραγματική κατάσταση της υγείας του, και ως εκ τούτου δεν τους οφείλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Κατά την αντεξέταση του ο εναγόμενος 1, με αναφορά στο Τεκμήριο 1, παραδέχτηκε ότι τα όσα καταγράφονται σε αυτό διενεργήθηκαν. Διαφωνεί όμως με το αποτέλεσμα των ενεργειών αυτών και επέμεινε στη θέση του περί κακής διάγνωσης και λανθασμένης θεραπευτικής αγωγής. Αγορεύσεις O κ. Κλεοβούλου με την αγόρευση του υποστήριξε τη θέση των εναγομένων 1 και 2, καλώντας το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή των εναγόντων λόγω του ότι στην ουσία δεν απέδειξαν την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ τους και του εναγομένου
  3. Η ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με την εισαγωγή του εναγομένου 1 στην κλινική ή οτιδήποτε σχετικό με τη διάγνωση και τη θεραπεία που του παρασχέθηκε, πέραν της έκδοσης του Τεκμηρίου
  4. Οι ενάγοντες, σύμφωνα με τη θέση του κ. Κλεοβούλου, απέδειξαν με την κατάθεση του Τεκμηρίου 2 μια δευτερογενή συμφωνία δέσμευσης της εναγομένης 2 να πληρώσει για οικονομικές υποχρεώσεις του εναγομένου 1, χωρίς όμως αυτές να αποδειχθούν. Ο κ. Κλεοβούλου ανέφερε ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του εναγομένου 1, οι διαπραγματεύσεις με την κλινική έγιναν από την εναγομένη
  5. Ο κ. Κλεοβούλου εισηγήθηκε περαιτέρω ότι ακόμη και εάν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου 1, οι ενάγοντες παρέλειψαν να εκπληρώσουν το συμφωνηθέν αντάλλαγμα, το οποίο συνίστατο στην παροχή ιατρικών υπηρεσιών όπως περιγράφεται στις παραγράφους 1 και 2 της έκθεσης απαίτησης τους. Είναι η θέση του κ. Κλεοβούλου ότι οι ενάγοντες όφειλαν να καλέσουν τον θεράποντα ιατρό του εναγομένου 1 να προβεί σε διάγνωση και θεραπεία και δεν το έπραξαν. Διάγνωση και θεραπεία παρασχέθηκε από τους μισθωτούς γιατρούς των εναγόντων, συνεπώς είναι η εισήγηση του ότι οι ενάγοντες είναι εκ προστήσεως υπεύθυνοι για τα λάθη των μισθωτών τους γιατρών. Η εκδοχή του εναγομένου 1 σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε από τους ενάγοντες και κατ' επέκταση δεν δικαιούνται να ζητούν οτιδήποτε από αυτόν καθότι το αντάλλαγμα απέτυχε. Είναι η θέση του κ. Κλεοβούλου ότι ο ίδιος ο Δρ Σπύρου παραδέκτηκε το γεγονός αυτό εφόσον συμφώνησε με τον εναγόμενο 1 να μην καταβληθεί αμοιβή για τις ιατρικές υπηρεσίες του και για αυτό δεν παρουσιάζεται σχετική χρέωση στο τιμολόγιο (Τεκμήριο 1). Από την άλλη πλευρά, η εισήγηση του κ. Πέτρου ήταν ότι οι ενάγοντες απέδειξαν την υπόθεση τους με τη μαρτυρία της ΜΕ1, η οποία στην ουσία παρέμεινε αδιαμφισβήτητη, και με την κατάθεση των Τεκμηρίων 1 και
  6. Είναι η θέση του κ. Πέτρου ότι η τιμολόγηση των εναγόντων δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των εναγομένων, όπως επίσης δεν αμφισβητήθηκε η υπογραφή της δήλωσης εγγύησης από την εναγομένη
  7. Όσον αφορά την ανταπαίτηση, ο κ. Πέτρου εισηγήθηκε ότι αυτή εγκαταλείφθηκε από τον εναγόμενο 1 αφού καμία σχετική ερώτηση και ή μαρτυρία δεν προσφέρθηκε. Αξιολόγηση μαρτυρίας Η ΜΕ1 μου δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ως βοηθός λογιστηρίου κατέθεσε το τιμολόγιο το οποίο είχε στην κατοχή της όπως επίσης και τη βεβαίωση και την υπεύθυνη δήλωση της εναγομένης
  8. Κρίνω ότι η ΜΕ1 κατέθεσε με ειλικρίνεια και περιορίστηκε σε γεγονότα τα οποία ενέπιπταν στην δική της γνώση και δεν περιέπεσε σε καμία αντίφαση η οποία δυνατό να επηρέαζε την αξιοπιστία της. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως ειλικρινή και αξιόπιστη. Ο εναγόμενος 1 επίσης δεν παρατήρησα να περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση η οποία να επηρεάζει την αξιοπιστία του. Ο εναγόμενος θεωρώ ότι περιέγραψε τα γεγονότα όπως τα γνώριζε, τα έζησε και τα αντιλήφθηκε. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, σημειώνω όμως ότι παρακολουθώντας τον στο εδώλιο του μάρτυρα, μου δημιουργήθηκε η εντύπωση από τον τρόπο που κατέθετε ότι όσον αφορά την κατάσταση της υγείας του γενικά διακατέχετο από μία δόση υπερβολής. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Η ουσία τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης, με τα δεδομένα που έχω ενώπιον μου, θα κριθεί κατά κύριο λόγο από την αξιολόγηση της ποιότητας της δοθείσας μαρτυρίας και των σχετικών τεκμηρίων. Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους, και στον εναγόμενο 1 για την ανταπαίτηση του. Η απόσειση του βάρους αυτού συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858, λέχθηκε ότι: « Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι ¨η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη¨ , εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι ¨πιο πιθανή παρά η αντίθετη¨, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του.(Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614). ». Η απαίτηση των εναγόντων στηρίζεται σε οφειλόμενο υπόλοιπο για προσφερθείσες στον εναγόμενο 1 υπηρεσίες με τη γραπτή εγγύηση της εναγομένης 2, κατόπιν συμφωνίας που έγινε μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου 1 για την εισαγωγή του τελευταίου στην κλινική τους. Μετά από λεπτομερή μελέτη των δικογράφων και της δοθείσας μαρτυρίας, παρατηρώ τα ακόλουθα. Η παράγραφος 1 της υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 2 είναι μια γενική άρνηση της απαίτησης των εναγόντων. Με την παράγραφο 2 της υπεράσπισης τους, γίνεται παραδεκτό ότι ο εναγόμενος 1 εισήχθη στην κλινική των εναγόντων. Σύμφωνα και με τη μαρτυρία του εναγομένου 1 οικιοθελώς μετέβεη στην κλινική αφού όπως ο ίδιος κατέθεσε οι επιλογές του ήταν δύο, να διακινδυνεύσει και να πάει στο Νοσοκομείο ή να πήγαινε στην Πολυκλινική των εναγόντων, όπως και έπραξε. Σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης της ΜΕ1 δεν αμφισβητήθηκε η εισαγωγή του εναγομένου 1 στην κλινική των εναγόντων, όπως επίσης δεν αμφισβητήθηκε η παροχή των υπηρεσιών που περιέχονται στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης τους. Κρίση μου είναι ότι η συμφωνία στην οποία στηρίζονται οι ενάγοντες περιορίζεται στην εισαγωγή του εναγομένου 1 στην κλινική τους με σκοπό την παροχή των αναγκαίων ιατρικών υπηρεσιών. Μελετώντας το δικόγραφο των εναγόντων, το οποίο σημειώνω ότι είναι πολύ γενικό, ο ισχυρισμός της συμφωνίας, κατά την κρίση μου δεν αφορά τις συγκεκριμένες υπηρεσίες ή και τη χρέωση για αυτές. Αφορά μόνο την εισαγωγή του εναγομένου 1 στην κλινική για το σκοπό της παροχής των αναγκαίων ιατρικών υπηρεσιών. Οι ενάγοντες, προς απόδειξη των προσφερθείσων υπηρεσιών μέσω της υπεύθυνης του λογιστηρίου τους, κατέθεσαν το τιμολόγιο Τεκμήριο 1 στο οποίο περιγράφονται οι υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στον εναγόμενο 1 κατά την εισαγωγή και παραμονή του στην κλινική των εναγόντων. Η ΜΕ1 κατέθεσε ότι η διαμονή του εναγομένου στην κλινική, οι εξετάσεις, οι αναλύσεις και τα φάρμακα που του χορηγήθηκαν ήταν κατόπιν οδηγιών τόσο των γιατρών των Πρώτων Βοηθειών, οι οποίοι είναι μισθωτοί των εναγόντων, όσο και του θεράποντα γιατρού του, Δρ Σπύρου. Το οφειλόμενο ποσό του τιμολογίου το οποίο παραμένει απλήρωτο ανέρχεται σε ΛΚ 514,76. Στην υπόθεση Θεόδωρος Θεοδώρου ν Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1492 λέχθηκε ότι: « Το τιμολόγιο δεν συνιστά μαρτυρία για την εργασία η οποία έγινε αλλά σημείωση γι' αυτή, η οποία συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος για αυτά που κατέγραψε.». Στην προκειμένη περίπτωση η ΜΕ1 διαφάνηκε ότι δεν ήταν η συντάκτρια του τιμολογίου αλλά λόγω της θέσης της στο λογιστήριο το είχε στην κατοχή της και γνώριζε ότι δεν έχει εξοφληθεί. Παρά του ότι με την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, εξ ακοής μαρτυρία είναι αποδεκτή, το θέμα εξακολουθεί να κρίνεται στα πλαίσια της βαρύτητας που θα αποδοθεί στη μαρτυρία. Με αυτό τον τρόπο, η βαρύτητα και η αποδεικτική ισχύς τέτοιας μαρτυρίας συσχετίζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης και τις θέσεις της άλλης πλευράς που προβάλλει με τα δικόγραφα της και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Η ΜΕ1, όπως ήδη ανέφερα πιο πάνω, κατέθεσε ότι όλα όσα καταγράφονται στο σχετικό τιμολόγιο διενεργήθηκαν κατόπιν οδηγιών του θεράποντα γιατρού του εναγομένου 1 και των γιατρών των Πρώτων Βοηθειών. Το περιεχόμενο του τιμολογίου αυτού δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της ΜΕ1 όπως επίσης δεν αμφισβητήθηκαν οι χρεώσεις που περιέχονται σ' αυτό. Το Τεκμήριο 3, το οποίο σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΕ1 περιγράφει τις αναλύσεις που έγιναν στον εναγόμενο 1, και η σχετική χρέωση στο κάτω μέρος του για το ποσό των €254,59, είναι η ίδια με αυτή που παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 1 μετά τη λέξη «χημείο» για ΛΚ
  1. Ο εναγόμενος 1 κατά τη δική του μαρτυρία παραδέχτηκε ότι έγιναν όλα όσα περιγράφονται στο τιμολόγιο,Τεκμήριο
  2. Η διαφωνία του εστιάζεται στο αποτέλεσμα αυτών και στην κατ΄ισχυρισμό λανθασμένη θεραπεία και διάγνωση του θεράποντα γιατρού του και γενικά των γιατρών που ήταν καθήκον κατά την εισαγωγή του στην κλινική. Εάν και εφόσον οι εναγόμενοι αμφισβητούσαν το περιεχόμενο του τεκμηρίου αυτού, και κατ' επέκταση των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν, και ή των σχετικών χρεώσεων τότε οι ενάγοντες θα όφειλαν να προσκομίσουν μαρτυρία προς απόδειξη του περιεχομένου του. Στην παρούσα περίπτωση, όμως, κάτι τέτοιο δεν κρίνεται απαραίτητο ενόψει της υπεράσπισης των εναγομένων και της τροπής που πήρε η υπόθεση κατά την αντεξέταση της ΜΕ1 και με τη μαρτυρία του εναγόμενου
  3. Ευρήματα Η εισαγωγή του εναγόμενου 1 στην κλινική των εναγόντων στις 29.11.2004, η οποία έγινε οικιοθελώς, είναι παραδεκτό γεγονός. Παρομοίως, η διαμονή του για ένα βράδυ και οι υπηρεσίες που του προσφέρθηκαν οι οποίες περιγράφονται στο Τεκμήριο 1 είναι παραδεκτές. Οι χρεώσεις που περιέχονται στο τιμολόγιο των εναγόντων δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση της ΜΕ
  4. Ο εναγόμενος 1 σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησε τις χρεώσεις που περιλαμβάνονται στο τιμολόγιο, Τεκμήριο
  5. Η υπογραφή της εγγύησης από την εναγόμενη 2 όσον αφορά τις οικονομικές υποχρεώσεις του εναγομένου 1 προς την κλινική κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί, η οποία δέχομαι ότι διήρκησε μέχρι και τις 30.11.2004, πάλιν δεν αμφισβητήθηκε. Η θέση για την ύπαρξη κάποιας συμφωνίας με το θεράποντα γιατρό του Δρ Σπύρου όσον αφορά τις οικονομικές εκκρεμότητες με την κλινική, που ο εναγόμενος 1 προσπάθησε για πρώτη φορά να προωθήσει με τη μαρτυρία του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον τέτοιος ισχυρισμός δεν περιέχεται στην υπεράσπιση του. Η υπεράσπιση και η ανταπαίτηση του περιορίζονται σε κατ' ισχυρισμό λανθασμένη διάγνωση και θεραπεία (βλ. Πούρρικος ν Σάββα
(1991)1 Α.Α.Δ. 507). Με τα πιο πάνω δεδομένα, τα οποία αποτελούν και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η θέση που προωθεί ο κ. Κλεοβούλου για μη απόδειξη συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και εναγομένου, όπως επίσης και απουσία αντιπαροχής, απορρίπτονται. Τα γεγονότα της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην Αγωγή 2817/2005 στην οποία ο κ.Κλεοβούλου παρέπεμψε το παρόν Δικαστήριο, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν είναι δεσμευτική, διαφέρουν από τα γεγονότα της παρούσας. Στην παρούσα υπόθεση η απαίτηση των εναγόντων είναι για οφειλόμενο υπόλοιπο για προσφερθείσες υπηρεσίες κατόπιν συμφωνίας με τον εναγόμενο 1 για την εισαγωγή του στην κλινική των εναγόντων. Σε κανένα σημείο της έκθεσης απαίτησης δεν γίνεται αναφορά σε συμφωνημένες ιατρικές υπηρεσίες ή και συμφωνημένη αμοιβή για συγκεκριμένες ιατρικές υπηρεσίες. Με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητήθηκαν οι παρασχεθείσες υπηρεσίες, ούτε και η χρέωση για αυτές. Εάν και εφόσον η απαίτηση των εναγόντων στηριζόταν σε συμφωνημένη και ή εύλογη αμοιβή ή ακόμη στην παροχή συμφωνημένων ιατρικών υπηρεσιών, ενδεχομένως η κατάληξη μου να ήταν διαφορετική. Ο ίδιος ο εναγόμενος 1, η μαρτυρία του οποίου κρίνεται αξιόπιστη, παραδέχτηκε ότι εισήχθη στην κλινική των εναγόντων και με αναφορά στο Τεκμήριο 1 παραδέχτηκε ότι έγιναν όλα όσα καταγράφονται σε αυτό. Με τα πιο πάνω δεδομένα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η απαίτηση των εναγόντων για το ποσό των €879,51 (ΛΚ514,76) ως υπόλοιπο για προσφερθείσες προς τον εναγόμενο 1 υπηρεσίες κατόπιν συμφωνίας εισαγωγής του στην κλινική των εναγόντων, με την εγγύηση της εναγόμενης 2, έχει αποδειχθεί στο βαθμό που απαιτείται. Με έχει προβληματίσει το θέμα του τόκου καθότι με το Τεκμήριο 2 η εναγομένη 2 αναλαμβάνει να καταβάλει στους ενάγοντες 9% τόκο ετησίως από την ημερομηνία εξόδου του εναγομένου 1 από την κλινική. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία για την ύπαρξη τέτοιου είδους συμφωνίας με τον εναγόμενο 1, όπως επίσης δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία για την ύπαρξη συμφωνίας με τον εναγόμενο 1 για το χρόνο καταβολής του κόστους για τις προσφερθείσες υπηρεσίες. Αφ' ης στιγμής η εναγομένη 2 εγγυάται τις οικονομικές υποχρεώσεις του εναγομένου 1 οι οποίες απορρέουν από τη διαμονή του στην κλινική των εναγόντων, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως περιορίσω τον τόκο σε νόμιμο, όσον αφορά και την εναγομένη 2. Η θέση του εναγομένου 1 για λανθασμένη θεραπεία ή ακόμη και λανθασμένη διάγνωση δεν αναιρεί το δικαίωμα της κλινικής να απαιτήσει τα έξοδα της, στα οποία σημειώνω ότι δεν περιλαμβάνεται η αμοιβή γιατρού. Ανταπαίτηση Ερχόμενη τώρα να εξετάσώ την ανταπαίτηση του εναγομένου 1, η οποία εστιάζεται στην αμέλεια των γιατρών των εναγόντων, θα πρέπει πρώτα να αποφασίστει κατά πόσο αποδείχθηκε τέτοια αμέλεια και ακολούθως ότι οι ενάγοντες είναι εκ προστήσεως υπεύθυνοι για την αμέλεια των γιατρών αυτών, στα πλαίσια του άρθρου 13 του Κεφ.148. Στην υπόθεση Χρίστος Αγγελή ν Ανδρέας Βορκάς (Πολ Έφ. 12133, ημερ. 26.6.2007), λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: « Στην Κύπρο η ιατρική ευθύνη μπορεί να πάρει τη μορφή της,
(1)Ποινικής ευθύνης (criminal liability).
(2)Ευθύνης που πηγάζει από συμβατική υποχρέωση (contractual liability),
(3)Αστικής ευθύνης (tortuous liability) η οποία μπορεί να συνιστά:
(1)Επίθεση (Battery) ή
(2)Αμέλεια (Negligence). Στην παρούσα περίπτωση η απαίτηση του εφεσείοντα βασίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, το οποίο προνοεί ότι, «Αμέλεια συνίσταται - (α) εις την τέλεσιν πράξεως ή υπό τας περιστάσεις δεν τα ετέλει λογικός συνετός άνθρωπος ή εις την παράλειψιν τελέσεως πράξεως ην υπό τας περιστάσεις ο λογικός συνετός άνθρωπος θα ετέλει, ή (β) εις την παράλειψιν καταβολής τοιαύτης δεξιότητος ή επιμελείας περί την άσκησιν του επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας ως λογικός συνετός άνθρωπος, έχων τα προς άσκησιν του τοιούτου επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας προσόντα, θα κατέβαλλεν υπό τας περιστάσεις, Και εις την ένεκεν ταύτης πρόκλησιν ζημιάς.» Ο ασθενής ο οποίος επιζητά αποζημιώσεις λόγω ιατρικής αμέλειας θα πρέπει να αποδείξει: (
  1. i)Την ύπαρξη υποχρέωσης επιμέλειας προς τον ασθενή. Προς τούτο ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη της σχέσης γιατρού - ασθενή. Ο γιατρός έχει τη νομική υποχρέωση να περιθάλψει ένα ασθενή στο νοσοκομείο ή στην κλινική όπου εργάζεται, αλλά δεν έχει καμιά νομική υποχρέωση να ενεργήσει ως σωτήρας για ένα ξένο που χάνει τις αισθήσεις του σε μια δεξίωση ή τραυματίζεται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Εδώ σημειώνεται η νομική υποχρέωση σε αντίθεση με την ηθική. (
  2. ii)Αμελή πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του γιατρού. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο γιατρός έχει παραβιάσει το καθήκον του να είναι επιμελής, παρουσιάζοντας μαρτυρία ότι οι ενέργειες του γιατρού ήταν κατώτερες από ό,τι θεωρούνται ως ικανοποιητικές από τα δικαστήρια. (iii) Την πρόκληση ζημιάς. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι λόγω των ενεργειών του γιατρού η υγεία του έχει χειροτερεύσει ή ότι έχει υποστεί κάποια άλλη συγκεκριμένη ζημιά. Σήμερα ένας γιατρός δεν αναμένεται ότι θα είναι πάντα επιτυχής στο ιατρικό έργο που αναλαμβάνει. Το καθήκον του, όπως όλων των άλλων επαγγελματιών, είναι η άσκηση λογικής φροντίδας και προσοχής. Όπως έχει λεχθεί το 1838 από το Δικαστή Tindal στην υπόθεση Lanphier v Phipos (1835-42) All E.R. Ree 421, που αφορούσε ιατρική αμέλεια, «Every person who enters into a learned profession undertakes to bring to the exercise of it a reasonable degree of care and skill. He does not undertake, if he is an attorney, that at all events you shall gain your case, nor does a surgeon undertake that he will perform a cure, nor does he undertake to use the highest possible degree of skill. There may be persons who have higher education and greater advantages than he has, but he undertakes to bring a fair, reasonable and competent degree of skill". Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κάθε πρόσωπο που καθίσταται μέλος ενός πολυμαθούς επαγγέλματος αναλαμβάνει ότι θα το εξασκεί με ένα λογικό βαθμό προσοχής και επιδεξιότητας. Δεν αναλαμβάνει, αν είναι δικηγόρος, ότι θα κερδίσει οπωσδήποτε την υπόθεση σου, ούτε αν είναι γιατρός ότι θα επιτύχει μια θεραπεία, ούτε αναλαμβάνει ότι θα εφαρμόσει τον πιο ψηλό βαθμό επιδεξιότητας. Μπορεί να υπάρχουν πρόσωπα που έχουν καλύτερη εκπαίδευση και μεγαλύτερα πλεονεκτήματα από αυτόν, αλλά όμως αναλαμβάνει να επιδείξει ένα καλό, εύλογο και ικανό επίπεδο επιδεξιότητας». Στην υπόθεση Χρίστος Αγγελή ν Ανδρέας Βορκάς (πιο πάνω), όσον αφορά την ευθύνη των νοσοκομειακών αρχών και κατ' επέκταση των κλινικών, γίνεται αναφορά στις υποθέσεις Roe v Minister of Health και Wooley v Minister of Health
(1954)2 All E.R. 131 όπου ο Lord Denning επεξήγησε την έκταση της ιατρικής ευθύνης όπως είχε καθοριστεί στην υπόθεση Cassidy v Ministry of Health
(1951)1 All E.R. 574, σε ελεύθερη μετάφραση, ως ακολούθως: «Μια τελευταία λέξη. Αυτοί οι δύο άνθρωποι έχουν υποστεί τόσο τρομερά επακόλουθα που υπάρχει ένα φυσικό αίσθημα ότι θα πρέπει να αποζημιωθούν. Όμως θα προσφέραμε μια κακή υπηρεσία στην κοινωνία αν θα επιρρίπταμε ευθύνη σε νοσοκομεία και γιατρούς για οτιδήποτε δεν πάει καλά. Οι γιατροί θα οδηγούνται να σκέφτονται περισσότερο τη δική τους ασφάλεια παρά την υγεία των ασθενών τους. Η πρωτοβουλία θα καταπνίγεται και η πίστη θα κλονίζεται. Μια ορθή αίσθηση των αναλογιών απαιτεί από εμάς να λαμβάνουμε υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τα νοσοκομεία και οι γιατροί εργάζονται. Πρέπει να επιμένουμε στην εξάσκηση της αναγκαίας φροντίδας για τον ασθενή σε κάθε στάδιο, αλλά δεν πρέπει να καταδικάζουμε ως αμέλεια εκείνο το οποίο είναι μια κακοτυχία ή αναποδιά (that which is only a misadventure). » Στην ίδια υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στην υπόθεση Bolitho and Others v City and Hackney Health Authority
(1993)4 Med. L.R. 381, η οποία διαφοροποίησε την αρχή που διατυπώθηκε στην υπόθεση Bolam v Frien Hospital Committee
(1957)2 All E.R. 118, όπου τέθηκε εκ νέου ο κανόνας ο οποίος αποτελεί σήμερα τη νομική θέση που εφαρμόζεται, κατέληξε ότι το ερώτημα κατά πόσο ένας γιατρός είναι ένοχος αμέλειας πρέπει να απαντάται από το Δικαστήριο μέσα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Bolitho (πιο πάνω), σε ελεύθερη μετάφραση, λέχθηκε: « Δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να καλέσει ένα αριθμό γιατρών για να πουν ότι αυτό που έκανε ή αυτό που δεν έκανε συνάδει με αποδεκτή ιατρική πρακτική. Είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να αξιολογήσει αυτή τη μαρτυρία και να αποφασίσει αν αυτή η ιατρική πρακτική θέτει τον ασθενή σε περιττό κίνδυνο.» Στην υπόθεση Χρίστος Αγγελή ν Ανδρέας Βορκάς (πιο πάνω) λέχθηκε επίσης ότι: «Το πλαίσιο μέσα στο οποίο κρίνεται δικαστικά η ιατρική αμέλεια έχει καθοριστεί στην υπόθεση Ascroft v Mersey Regional Health Authority
(1983)2 All E.R. 245,247, ως ακολούθως: «The question for consideration is whether on a balance of probabilities it has been established that a professional man has failed to exercise the care required of a man possessing and professing special skill in circumstances which require the exercise of such special skill." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το ερώτημα που εγείρεται είναι αν με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων έχει αποδειχθεί ότι ένας επαγγελματίας έχει αποτύχει να ασκήσει την επιμέλεια που απαιτείται από ένα άνθρωπο που κατέχει και ασκεί ειδική επιδεξιότητα σε περιπτώσεις που απαιτείται η άσκηση τέτοιας ειδικής επιδεξιότητας.» Ερχόμενη τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σημειώνω ότι δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι οι γιατροί των Πρώτων Βοηθειών της κλινικής είναι μισθωτοί και ή υπάλληλοι των εναγόντων. Δεν αμφισβητείται επίσης το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 οικειοθελώς πήγε στην κλινική των εναγόντων, οι τελευταίοι των δέχθηκαν και εισήχθη για νοσηλεία. Το ερώτημα όμως που εγείρεται είναι κατά πόσο η προσκομισθείσα μαρτυρία είναι επαρκής για να αποδειχθεί ιατρική αμέλεια των γιατρών των Πρώτων Βοηθειών και να αποδοθούν τέτοιες ευθύνες στους ενάγοντες. Ο εναγόμενος 1, ο οποίος παραμένει άγνωστο στο Δικαστήριο κατά πόσο είναι γιατρός, καμία άλλη μαρτυρία δεν προσέφερε πέραν της δικής του μαρτυρίας η οποία να καταδυκνύει ότι η θεραπεία που του παρασχέθηκε και ή η διάγνωση που έγινε από τους γιατρούς που τον περιέθαλψαν ήταν λανθασμένη και ή η μη ενδεδειγμένη και ότι αυτά είχαν ως συνέπεια να επιδυνωθεί η κατάσταση της υγείας του έτσι ώστε και οι ενάγοντες να καθίστανται εκ προστήσεως υπεύθυνοι για τις πράξεις των γιατρών τους. Στην απουσία ιατρικής μαρτυρίας προς υποστήριξη της θέσης του εναγομένου 1, και με δεδομένη την άρνηση των εναγόντων στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, έστω και εάν η δική του μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια σε οποιοδήποτε σχετικό εύρημα. Η μαρτυρία που παρουσίασε ο εναγόμενος 1 στο Δικαστήριο δεν είναι ικανή να αποδείξει τους ισχυρισμούς του για ιατρική αμέλεια, με αποτέλεσμα η ανταπαίτηση να μην μπορεί να έχει άλλη κατάληξη πλην την απόρριψη της. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα για το ποσό των €879,51 (ΛΚ514,76) με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα της απαίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγομένων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τα έξοδα της ανταπαίτησης κρίνω ορθό να μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή λόγω του ότι δεν προσκομίστηκε επιπλέον μαρτυρία από τους ενάγοντες σε σχέση με την ανταπαίτηση του εναγομένου 1 πέραν αυτής που δόθηκε για την απόδειξη της δικής τους απαίτησης. Με το τρόπο αυτό θεωρώ ότι δεν δημιουργείται οποιαδήποτε αδικία στην πλευρά των εναγόντων ενόψει και της κατάληξης μου όσον αφορά την απαίτηση τους. Ως εκ τούτου, η ανταπαίτηση του εναγομένου 1 απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) .............. Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject:Civil/Other Action/Final Αναφορά: Χρέος/Συμφωνία περίθαλψης//Ιατρική Αμέλεια cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.