← Κύπρος

Δώρος Γεωργιάδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αγωγή αρ. 6737/03, 3/7/2008

Δώρος Γεωργιάδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αγωγή αρ. 6737/03, 3/7/2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2008:A4 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλα, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 6737/03 Μεταξύ: Δώρος Γεωργιάδης, εκ Λευκωσίας Ενάγοντος - και - Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, εκ Λευκωσίας 2. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Ημερομηνία: 3/7/2008 Για τον Ενάγοντα: κ Ευάγγελος Χρ. Πουργουρίδης Για τον Εναγόμενο 1:κα Μαρία Αναστασίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων διεκδικεί γενικές, παραδειγματικές και/ή τιμωριτικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις για παραβίαση των συνταγματικών και/ή ανθρωπίνων και/ή νομικών του δικαιωμάτων και για δυσφήμιση. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ: Σύμφωνα με τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα της Έκθεσης Απαίτησης ο Εναγόμενος ενάγεται σύμφωνα με το νόμο αντί της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή των αξιωματούχων της και/ή του Αλέκου Μαρκίδη ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. Ο Ενάγων, κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2003 προσήχθη από τη Δημοκρατία σε δίκη ενώπιον Κακουργιοδικείου αντιμετωπίζοντας 8 κατηγορίες εκ των οποίων οι 7 αφορούσαν σε αδικήματα άσεμνης επίθεσης κατά θήλεος και/ή σε σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκου. Κατά τη δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου είχε αποσυρθεί η κατηγορία για σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκου καθώς και μια από τις κατηγορίες για άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας. Με την απόφαση του το κακουργιοδικείο είχε απαλλάξει και αθωώσει τον Ενάγοντα για μια από τις υπόλοιπες κατηγορίες. Κατά ή περί την 9.1.2002, ο Ενάγων βρέθηκε ένοχος από το Κακουργιοδικείο σε 5 από τις πιο πάνω κατηγορίες για άσεμνη επίθεση και εναντίον της καταδίκης του ασκήθηκε έφεση σύμφωνα με το νόμο. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατά ή περί την 14.1.2003 με ομόφωνη απόφαση του αθώωσε τον Ενάγοντα και στις 5 κατηγορίες στις οποίες είχε καταδικαστεί πρωτόδικα. Η αγωγή εναντίον των Εναγομένων

(2)κατά ή περί την 25.11.2003, διακόπηκε σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Κατά ή περί την 21.4.2003 και μετά την αθώωση του Εφεσείοντος ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ Αλέκος Μαρκίδης ήταν φιλοξενούμενος του δημοσιογράφου του Ρ.Ι.Κ. Λουκά Φουρλά στην καθημερινή μεσημβρινή τηλεοπτική εκπομπή του Ρ.Ι.Κ. γνωστή ως «από μέρα σε μέρα». Η ως άνω αναφερόμενη εκπομπή μεταδίδεται και/ή μεταδόθηκε ανά το παγκύπριο συμπεριλαμβανομένης και της Λεμεσού, γεγονός το οποίο εγνώρισε και/ή όφειλε να γνωρίζει ο Γενικός Εισαγγελέας. Κατά την ως άνω ημερομηνία και/ή κατά τη διάρκεια της ως άνω εκπομπής διαμείφθηκε μεταξύ του ως άνω αναφερομένου δημοσιογράφου και του Γενικού Εισαγγελέα η κάτωθι στιχομυθία σχετικά με τον Ενάγοντα η οποία δημοσιεύθηκε ανά το παγκύπριο μέσω της τηλεοράσεως του Ρ.Ι.Κ. « Δημοσιογράφος: Κύριε Μαρκίδη επειδή σας έχω εδώ ενδεχομένως για τελευταία φορά ως Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας θέλω να ρωτήσω κάτι: Η τελευταία, μια από τις τελευταίες αποφάσεις σας ως Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας είναι η εισήγηση για αποφυλάκιση του Γιώργου Σερδάρη. Τόσο ο Δώρος Γεωργιάδης όσο και ο Γιώργος Σερδάρης είναι ελεύθεροι αυτή τη στιγμή. Γενικός Εισαγγελέας: Μάλιστα. Δημοσιογράφος: Αυτό αποδεικνύει τι στα μάτια ενός πολίτη, ότι κάποτε καταδικάστηκαν 2 αθώοι πολίτες ... Γενικός Εισαγγελέας: Όχι. Δημοσιογράφος: .... άδικα...... Γενικός Εισαγγελέας: Όχι. Δημοσιογράφος: .... η ότι η Γενική Εισαγγελία, η νομική υπηρεσία, το δικαστήριο δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους. . Γενικός Εισαγγελέας: Όχι. Κοιτάξετε ........ Δημοσιογράφος: Τι αποδεικνύει; Γενικός Εισαγγελέας: Κοιτάξετε να δείτε. Εμάς η θέση μας, και εμένα και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, είναι ότι δίκαια κατεδικάσθησαν και οι δυο. Το Ανώτατο Δικαστήριο όμως, ήβρε ότι η δίκη Γεωργιάδη είχε μολυνθεί από την υπέρμετρη δημοσιότητα που είχε δοθεί από τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, και χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία, αν είχε μαρτυρία ή όχι, έκρινε ότι το Κακουργιοδικείο δεν εφάρμοσε αντικειμενικό κριτήριο για να διαπιστώσει εάν το ίδιο το Κακουργιοδικείο επηρεάστηκε ή όχι από τα δημοσιεύματα και άρα λέει έπρεπε να αθωωθεί ο Γεωργιάδης. Τώρα, κατά τη γνώμη μας, και να έχουμε υπόψη μας πάντα ότι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπόκεινται και εκείνες σε κριτική, δεν είναι το ευαγγέλιο, είναι το τέλος μιας υπόθεσης διότι έτσι λέει το Σύνταγμα, αλλά μπορεί να είναι λανθασμένη η αιτιολογία, μπορεί να είναι λανθασμένη η κρίση η δικαστική. Εγώ διαφωνώ με την συγκεκριμένη απόφαση στον Γεωργιάδη, μα αφού διαφωνώ τότε γιατί έκανα το άλλο με τον Σερδάρη. Διότι είναι θέμα ισότητας, ήταν η ίδια υπόθεση, ήταν τα ίδια δημοσιεύματα. Λοιπόν, ο ένας αθωώθηκε στο Εφετείο ο άλλος είναι μέσα, ήταν μέσα, διότι στην έφεση του δεν ηγέρθη το θέμα της δημοσιότητας της δίκης, δηλαδή ο δικηγόρος του δεν ήγειρε θέμα ότι ξέρετε η δίκη εμολύνθη λόγω της δημοσιότητας. Κατά τη γνώμη μου, σωστά δεν το ήγειρε, διότι με τη νομολογία που ήδη είχαμε, αυτό το επιχείρημα έπρεπε να είχε απορριφθεί. Δεν απερρίφθη. Εμείς ως νομική υπηρεσία, δεν ξέρω ο νέος Γενικός Εισαγγελέας τι θα κάμει, αλλά ως νομική υπηρεσία γυρεύομεν τρόπο, αυτό το ζήτημα να πάει στην ολομέλεια του Δικαστηρίου σε μια άλλη υπόθεση αλλά όχι στην υπόθεση Σερδάρη που ούτε καν μπορεί να εγερθεί πλέον, διο... ακριβώς έτσι... και κρίναμε συνεπώς ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η αρχή της ισότητας επέβαλε να ζητήσουμε από τον Πρόεδρο να δώσει χάρη διότι ήταν και μόνος τρόπος αποκατάστασης αυτής της ισότητας. Δημοσιογράφος: Δικαίως όμως ένας τέτοιος ... που καταδικάστηκε, ένας άνθρωπος που καταδικάστηκε με αυτό τον τρόπο και αθωώθηκε, δικαίως βγαίνει και δηλώνει «είμαι αθώως» και αποδείχτηκε αυτό το πράγμα μέσω δικαστηρίου άρα με καταδίκασαν άδικα και όλοι όσο με κατηγόρησαν έχουν άδικο;» Γενικός Εισαγγελέας: Δικαίως μπορεί να το λεει διότι τεκμαίρεται αθώος, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι η απόφαση με την οποία αθωώνεται σόνι και καλά είναι αντικειμενικά κρινόμενη νομικώς ορθή. Τότε, με αυτή τη λογική, βγάζουμε ένα δόγμα, «δεν κρίνουμε αποφάσεις των δικαστηρίων». «Οι αποφάσεις των δικαστηρίων δεν υπόκεινται σε κριτική». Όχι, υπόκεινται σε κριτική, απλούστατα στην Κύπρο, δεν είμαστε ακόμα συνηθισμένοι να βλέπουμε κριτική δικαστικών αποφάσεων, αλλά έχουμε αλλαγή νομολογίας. Έχουμε σε πολλές περιπτώσεις τα τελευταία 3 - 4 χρόνια, σε πολλές περιπτώσεις έχουμε ..... Εφετείο .... που απαλλάσει τη νομολογία .... και μάλιστα πρόσφατη νομολογία. Δημοσιογράφος: Μάλιστα, ξεκάθαρο κ Μαρκίδη. ΕΚΘΕΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ: Ο Ενάγων, διατείνεται ότι με τις ως άνω δηλώσεις του και/ή αναφορές του ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και/ή η Δημοκρατία και/ή ο Εναγόμενος παραβίασε και/ή υπονόμευσε το Τεκμήριο της αθωότητας του Ενάγοντος και/ή το δικαίωμα του να απολαμβάνει το ως άνω Τεκμήριο και/ή το δικαίωμα του να θεωρείται αθώος και/ή απέδωσε σε αυτόν τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων ως ανωτέρω αναφέρεται, μετά την αθώωση του από την αρμόδια κατά νόμο αρχή. Διαζευκτικά, ισχυρίζεται πως με τις ως άνω δηλώσεις του και/ή αναφορές του ο Γενικός Εισαγγελέας και/ή η Δημοκρατία και/ή ο εναγόμενος δημοσίευσε δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα δημοσίευμα αποδίδοντας του την διάπραξη ποινικού αδικήματος και/ή το οποίο εκ της φύσεως του έτεινε στο να εκθέσει τον Ενάγοντα σε γενικό μίσος, περιφρόνηση και/ή χλεύη και/ή ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσει και/ή προκάλεσε την αποστροφή ή αποφυγή του Ενάγοντος από άλλους. Ισχυρίζεται, ο Ενάγων, πως με το επίδικο δημοσίευμα, ο Γενικός Εισαγγελέας εννοούσε και/ή υπονοούσε ότι ο Ενάγων: α) Δίκαια είχε καταδικαστεί πρωτόδικα διότι ήταν ένοχος στις σχετικές κατηγορίες και/ή είχε διαπράξει τα σχετικά αδικήματα, και/ή β) Ότι ο Ενάγων δεν έπρεπε να είχε αθωωθεί από το Εφετείο και/ή γ) Ότι η αθώωση του Ενάγοντα από το εφετείο, δεν σήμαινε πως ο Ενάγων ήταν αθώος και/ή δ) Ότι το εφετείο δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης αλλά αθώωσε τον Ενάγοντα για εσφαλμένους και/ή τυπικούς λόγους και/ή ε) Ότι ο Ενάγων δικαιούται μεν να λεει ότι είναι αθώος διότι έτσι λέει το Σύνταγμα αλλά στην ουσία και/ή στην πραγματικότητα δεν είναι αθώος αλλά ένοχος στις ως άνω αναφερόμενες κατηγορίες, και/ή στ) Γενικά ότι ο Ενάγων ήταν ένας άνδρας αισχρός και/ή ανήθικος ο οποίος επετείθετο άσεμνα και/ή κατά συρροή σε γυναίκες. Περαιτέρω, ισχυρίζεται πως ο Γενικός Εισαγγελέας ως αξιωματούχος του Κράτους δημοσίευσε το ως άνω δημοσίευμα σχετικά με τον Ενάγοντα εκ προθέσεως και/ή ενώ εγνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει τους νόμους και/ή την νομολογία της Δημοκρατίας και/ή χωρίς κανένα σεβασμό προς τα Συνταγματικά και/ή ανθρώπινα και/ή νομικά δικαιώματα του Ενάγοντος και/ή την τιμή και/ή υπόληψή του. Ο Ενάγων, συνεπώς της ως άνω παραβίασης των δικαιωμάτων του και/ή δυσφήμισης εξευτελίστηκε και/ή διασύρθηκε και/ή ταπεινώθηκε και/ή η φήμη του και/ή η υπόληψή του υπέστηκαν περαιτέρω ζημιά και/ή υπέστηκε δυσχέρεια και/ή ανησυχία και/ή θλίψη και/ή αισθάνθηκε αδικία και/ή καταδίωξη από τις αρχές της Δημοκρατίας και/ή τη Νομική Υπηρεσία και/ή ποιότητα της ζωής του και/ή η υγείας του υπέστηκαν ζημιά και/ή περιέπεσε σε περαιτέρω χλεύη και/ή κοινωνική αποστροφή. ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ: Ο Εναγόμενος αρνείται όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Ενάγοντος και ισχυρίζεται ότι σε καμιά περίπτωση και σε κανένα σημείο των επίδικων δηλώσεων και/ή αναφορών υπήρξε οποιαδήποτε παραβίαση και/ή υπονόμευση, είτε του τεκμηρίου αθωότητας είτε του δικαιώματος του ενάγοντος να απολαμβάνει το εν λόγω τεκμήριο, είτε του δικαιώματος να θεωρείται αθώος και ούτε του αποδόθηκε η διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Απεναντίας, ο τότε Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας έκανε ρητή αναφορά στο γεγονός ότι ο ενάγων είχε αθωωθεί από το Εφετείο και σε απάντηση σχετικής ερώτησης του δημοσιογράφου απάντησε και/ή επαναβεβαίωσε κατά τρόπο ρητό και σαφή ότι ο ενάγων δίκαια μπορεί να λέει ότι είναι αθώος διότι τεκμαίρεται αθώος. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι επίδικες αναφορές και/ή δηλώσεις δεν συνιστούσαν δυσφημιστικό δημοσίευμα και ότι ούτε με αυτές αποδίδονταν στον ενάγοντα η διάπραξη ποινικών αδικημάτων και/ή ότι έτειναν να τον εκθέσουν σε γενικό μίσος, περιφρόνηση και/ή χλεύη και/ή ότι ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσουν και/ή προκάλεσαν την αποστροφή ή αποφυγή του από άλλους, ως οι ισχυρισμοί του, τους οποίους εν πάση περιπτώσει αρνείται και καλεί τον ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι επίδικες δηλώσεις και/ή αναφορές συνιστούν έντιμο σχόλιο σε θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος και/ή καλόπιστη νομική κριτική των επίδικων αποφάσεων και ειδικότερα της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στη βάση των αληθινών γεγονότων, και σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος όπως είναι και το κατά πόσο το εύρημα του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η δίκη του ενάγοντα είχε επηρεασθεί από υπέρμετρη δημοσιότητα που είχε δοθεί από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και ότι το κακουργιοδικείο δεν εφάρμοσε αντικειμενικό κριτήριο για να διαπιστώσει εάν το ίδιο το Κακουργιοδικείο είχε επηρεασθεί ή όχι ήταν νομικά ορθό/ή όχι. Περαιτέρω είναι ισχυρισμός του εναγομένου ότι οι επίδικες αναφορές και/ή δηλώσεις έγιναν στα πλαίσια τηλεοπτικού προγράμματος εις απάντηση ερωτήσεων που έχουν τεθεί στο φιλοξενούμενο εκείνη τη στιγμή, αυθόρμητα και με πρωτοβουλία του παρουσιαστή του προγράμματος σε μέρα και ώρα που η ακροαματικότητα του σταθμού ήταν πολύ περιορισμένη και η διάρκεια των επίδικων αναφορών και/ή δηλώσεων ήταν θεματικά αλλά και χρονικά πολύ περιορισμένη στην όλη διάρκεια της συνομιλίας. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω αναφορές και/ή δηλώσεις στην έκταση που αφορούν τον ενάγοντα, έγιναν χωρίς καμιά πρόθεση καταπίεσης των συνταγματικών ή άλλων δικαιωμάτων του ενάγοντα και χωρίς επιδίωξη οιουδήποτε κέρδους και/ή οφέλους από πλευράς του τότε Γενικού Εισαγγελέα. ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ο Ενάγων, με την απάντηση του ισχυρίζεται ότι η υπεράσπιση του Ενάγοντος είναι άσχετη με τα θέματα που παραπονείται ο Ενάγων και ιδίως με τη δήλωση του Γενικού Εισαγγελέα ότι ο Ενάγων «δίκαια καταδικάστηκε». Περαιτέρω ισχυρίζεται εις απάντηση των θέσεων του Εναγομένου πως η συγκεκριμένη εκπομπή του Ρ.Ι.Κ. είχε ψηλή τηλεθέαση και ιδίως κατά τον ουσιώδη χρόνο. ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Κατά τη δίκη κατέθεσαν ο Ενάγων και ο τότε Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ Αλέκος Μαρκίδης . Κατατέθηκαν και 8 Τεκμήρια. Η μαρτυρία και των δυο ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε, την αποδέχομαι και την συνοψίζω: Στην μαρτυρία του ο Ενάγων κατέθεσε ότι είναι 58 ετών, παντρεμένος με δυο ενήλικα παιδιά. Ασκούσε το επάγγελμα του μουσικοσυνθέτη για 35 χρόνια με επιτυχία. Σήμερα έπαυσε να ασκεί το πιο πάνω επάγγελμα και ο λόγος είναι τα γεγονότα του καλοκαιριού του 2001 και η αντιμετώπισή τους από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και τις μετέπειτα εξελίξεις αφού χάθηκε το κυριότερο πράγμα που είχε για να μπορεί να δουλέψει αυτό που λέμε «το όνομα του». Ενώ προηγουμένως ο καθένας επεδίωκε να συνδεθεί μαζί του για την οποιαδήποτε καλλιτεχνική φιλοδοξία του σήμερα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο αφού έχει «σταμπαριστεί» με τη χειρότερη ιδιότητα που μπορεί να υπάρξει αυτήν του παιδεραστή. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 δέσμη δημοσιευμάτων 4ων εφημερίδων, της Σημερινής ημερομηνίας 3.8.01 και ημερομηνίας 9.8.01, της Χαραυγής ημερομηνίας 9.8.01 και της εφημερίδα Πολίτης ημερομηνίας 7.8.01. Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 την αθωωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Καθώς δήλωσε τα πιο πάνω δημοσιεύματα αποτελούν ένα μικρό μέρος των όσων δημοσιεύτηκαν και ειπώθηκαν στα Μ.Μ.Ε. Μετά την αθωωτική απόφαση ήλπιζε ότι κάποιοι αρμόδιοι θα έκαμναν δηλώσεις ότι «ο καλλιτέχνης μας αποδείχθηκε αθώος». Και ενώ βρίσκετο στην Αθήνα του τηλεφώνησαν τέσσερις, πέντε φίλοι του από την Κύπρο και του είπαν ότι ο κ Μαρκίδης εξήγησε στον κόσμο ότι η αθώωσή του οφειλόταν σε νομικιστικό λόγο, ότι δηλαδή δόθηκε υπερβολική δημοσιότητα. Επιστρέφοντας στην Κύπρο είδε το βίντεο των δηλώσεων Μαρκίδη και με μεγάλη του έκπληξη ενώ μιλούσαν για ένα σημαντικό θέμα ξαφνικά στο τέλος ο κ. Φουρλάς ο οποίος ήταν μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του στο Κακουργιοδικείο θυμήθηκε να τον ρωτήσει αν συμφωνεί με την απόφαση Γεωργιάδη προφασιζόμενος ότι ρωτούσε για τον συγκατηγορούμενό του. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 3 δυο δημοσιεύματα ημερομηνίας 14.3.03 και 16.3.03, ενδεικτικά του πως ο τύπος αντιμετώπισε την αθώωσή του. Μετά τη δήλωση Μαρκίδη ανέφερε ότι κατάντησε στα Μ.Μ.Ε. το παράδειγμα του ανθρώπου που αθωώθηκε γιατί φώναζαν τα Μ.Μ.Ε. και δεν αθωώθηκε στην ουσία. Κατά το μάρτυρα μετά τη δήλωση Μαρκίδη όπου παρουσιάζετο, όπως στο Field Club οι μισοί του έλεγαν ότι άκουσαν τη δήλωση Μαρκίδη προκαλώντας του μια δυσάρεστη αίσθηση. Του προκαλούσε ιδιαίτερη δυσκολία να εξηγήσει κάτι που δεν είχε καμία υποχρέωση, την αθωότητά του. Μετά τη δήλωση Μαρκίδη ακόμη και στους γύρω του δημιουργήθηκαν αμφιβολίες. Η δήλωση Μαρκίδη του προκάλεσε απελπισία και το μόνο που μπορούσε να κάμει ήταν να τον ενάξη. Οι δηλώσεις Μαρκίδη του έριξαν εντελώς το ηθικό. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι έχει καταχωρήσει αγωγή εναντίον της Δημοκρατίας για κακόβουλη δίωξη και επειδή δεν προστάτευσαν τα συνταγματικά του δικαιώματα. Εξήγησε ότι τα δημοσιεύματα ήταν χιλιάδες και η ζημιά που του προκάλεσαν μεγάλη. Η δήλωση Μαρκίδη έγινε σε μεσημβρινή εκπομπή του Ρ.Ι.Κ. και διήρκησε ένα δεκάλεπτο την άκουσε δε όλος ο κόσμος. Σε υποβολή ότι δεν είχε μεγάλη ακροαματικότητα διαφώνησε λέγοντας ότι την είδε πολύς κόσμος και είχε μεγάλο αντίκτυπο. Σε υποβολή ότι η δήλωση Μαρκίδη έγινε καλόπιστα απάντησε ότι ο τρόπος που τα είπε ήταν ότι δεν είδε την απόφαση. Σε υποβολή ότι εξέφραζε τη γνώμη του απάντησε ότι δεν δικαιούται να εκφράζει άποψη ενοχής του. Σε υποβολή ότι η δήλωση Μαρκίδη δεν του έκαμε καμιά ζημιά απάντησε ότι του στέρησε την ελπίδα. Ο τότε Γενικός Εισαγγελέας κ Α. Μαρκίδης στη δική του μαρτυρία αναγνώρισε την επίδικη δήλωση ως τα λεχθέντα στην προφορική συνέντευξη στο Ρ.Ι.Κ. Διαφώνησε όμως ως προς το νόημα που αποδίδει σ' αυτή ο Ενάγων. Εξήγησε δε ότι δεν ήταν πρόθεσή του να πει οτιδήποτε εναντίον του. Ο ίδιος πίστευε ότι η απόφαση του Κακουργιοδικείου ήταν ορθή και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου λανθασμένη. Επίσης πιστεύει στα πλαίσια της ελευθερίας του λόγου ο καθένας έχει το δικαίωμα να ασκεί κριτική και σε σχέση με δικαστικές αποφάσεις. Τον Ενάγοντα δεν τον γνωρίζει προσωπικά και ούτε είχε οποιαδήποτε διαφορά μαζί του. Κρίνοντας από το επίδικο κείμενο η στιχομυθία που φαίνεται στο επίδικο δημοσίευμα, διήρκησε λίγα λεπτά. Πιστεύει ήταν η τελευταία του συνέντευξη πριν τη λήξη της θητείας του στις 23.4.2003. Δεν θυμόταν αν είχε προειδοποιηθεί ότι θα εγειρόταν το επίδικο θέμα. Με τα λεχθέντα στη συνέντευξη εξέφραζε τη διαφωνία του με την απόφαση του Εφετείου. Εξήγησε ότι πίστευε ότι ο λόγος ανατροπής της απόφασης του Κακουργιοδικείου ήταν η υπερβολική δημοσιότητα που είχε δοθεί στην υπόθεση και το γεγονός αυτό είχε βλάψει την αντικειμενικότητα της δίκης. Ο ίδιος όπως και οι υπόλοιποι συνάδελφοί του στη Νομική Υπηρεσία πίστευαν ότι τα θέματα δημοσιότητας δεν μπορούν να ανατρέψουν το αποτέλεσμα της δίκης που διεξάγεται από επαγγελματίες Δικαστές. Στη συνέχεια εξήγησε τους λόγους που τον οδήγησαν να κρίνει δικαιολογημένο το αίτημα του Σερδάρη να του δοθεί χάρη και εισηγήθηκε γραπτώς στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να του αναστείλει την ποινή. Ο Πρόεδρος απεδέχθη αυθημερόν την εισήγηση. Επιστολή του δικηγόρου του Σερδάρη ημερομηνίας 7.3.03 με σημείωμα του τότε Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα Πέτρου Κληρίδη κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 5. Αντίγραφο της επιστολής του ιδίου ημερομηνίας 18.4.03 με επισυνημμένους τους λόγους που εισηγήθηκε αναστολή της ποινής του Σερδάρη κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6. Επιστολή ημερομηνίας 18.4.03 απευθυνόμενη προς το Διευθυντή Φυλακών με επισυνημμένο το ένταλμα του Προέδρου της Δημοκρατίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7. Όπως εξήγησε με τη δήλωση του δεν είχε πρόθεση να δυσφημίσει τον Ενάγοντα και ούτε να τον βλάψει. Αντεξεταζόμενος δε θυμόταν αν είχε διαβάσει την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση του Ενάγοντος όμως την είχε συζητήσει εκτεταμένα με το Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα. Συμφωνούσε με την ανακοίνωση που εξέδωσε ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας γιατί πίστευε ότι σ΄ αυτή την υπόθεση τα Μ.Μ.Ε. είχαν υπερβεί το επιτρεπτό όριο σε εκείνη τη δίκη. Εξήγησε ότι δεν πήγε στο Ρ.Ι.Κ. για να κάνει δηλώσεις για την υπόθεση Γεωργιάδη. Το θέμα προέκυψε συνεπεία μιας ερώτησης αυτού που έπαιρνε τη συνέντευξη. Εκείνη τη στιγμή δεν είχε στο μυαλό του την υπόθεση Κυριακίδη με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σ΄ αυτή διαφωνεί εκατόν τοις εκατόν. Κατά το μάρτυρα η ορθή νομική θέση είναι ότι όταν γίνει ένας φόνος και κάποιος δικάζεται και αθωώνεται δε σημαίνει ότι άλλος έκανε το φόνο. Εξακολουθεί όπως εξήγησε να έχει την άποψη την οποία εξέφρασε στη γνωμάτευση του στο Υπουργικό Συμβούλιο που φαίνεται στην απόφαση Κυριακίδη. Επιστολή που στάλθηκε από το συνήγορο του Ενάγοντος προς το μάρτυρα ημερομηνίας 2.4.03 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8. Ταύτισε και τους δυο, Γεωργιάδη και Σερδάρη, στην επίδικη συνέντευξη λέγοντας ότι δίκαια καταδικάστηκαν και οι δυο υπό την έννοια ότι είναι ορθή η απόφαση του Δικαστηρίου. Στην ουσία όπως εξήγησε μετέδιδε το νόημα ότι η απόφαση του Κακουργιοδικείου ήταν σωστή. Στην απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου - Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.α. ν. Αλωνεύτη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1864 αποφασίστηκε ότι: « Οι περί δυσφημήσεως διατάξεις του Κεφ. 148, Άρθρο 17 του Νόμου και επόμενα έχουν ως αντικείμενο την προστασία της υπόληψης του ατόμου, καθώς και των δικαιωμάτων του. Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνεται ως θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου από το Άρθρο 12.4 του Συντάγματος, αποκλείει την απόδοση εγκληματικής πράξης σε άτομο από οποιοδήποτε άλλο εκτός από το Δικαστήριο της Πολιτείας, το οποίο, ως ορίζει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, είναι και ο μόνος κριτής της ποινικής του ευθύνης. Όπου διαφαίνεται σύγκρουση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων δικαιωμάτων, αυτή εξισορροπείται, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου είναι ίσης σημασίας, όπως διακηρύσσεται και στην απόφαση του Συμβουλίου της Ευρώπης 1165 του 1998 (Άρθρο 11). Το δικαίωμα, το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 12.4 του Συντάγματος, είναι εξίσου θεμελιώδες με το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου. Κατά συνέπεια, η προστασία του, μέσω του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης, είναι όχι μόνο παραδεκτή αλλά και επιβεβλημένη. Οι περί δυσφημήσεως διατάξεις τους Κεφ. 148 ισορροπούν την παράλληλη περιφρούρηση των δύο δικαιωμάτων, με αναφορά στην αλήθεια των γραφομένων. Οι περί δυσφημήσεως διατάξεις του ΚΕΦ. 148 συνάδουν με τις διατάξεις του Άρθρου 19.3 του Συντάγματος, συνιστώσες περιορισμούς, αναγόμενους στην προστασία της υπόληψης ατόμου και των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το ίδιο το Σύνταγμα, όπως τα δικαιώματα που εξασφαλίζονται από τα Άρθρα 12.4 και 30.2 του Συντάγματος.» Συναφώς, η θέσπιση των διατάξεων περί δυσφημίσεως του Κεφ. 148 σχετίζεται με τη Συνταγματική επιταγή του άρθρου 12.4 την τήρηση και τις συνέπειες της. Υπό το φως των πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο με τις επίδικες δηλώσεις του στην κρατική τηλεόραση, ο τότε Γενικός Εισαγγελέας άφησε να νοηθεί πως ο Ενάγων ήταν ένοχος ποινικών αδικημάτων ηθικής αισχρότητας. Υπενθυμίζω, ότι είναι παραδεκτό πως ο Ενάγων περί την 9.1.2002 βρέθηκε ένοχος από το Κακουργιοδικείο σε 5 κατηγορίες για άσεμνη επίθεση κατά θήλεος και το Ανώτατο Δικαστήριο περί την 14.1.2003 με ομόφωνη απόφασή του τον αθώωσε και στις 5 κατηγορίες στις οποίες είχε καταδικαστεί πρωτόδικα. Οι επίδικες δηλώσεις έγιναν στις 21.4.2003 μετά την αθώωση του Ενάγοντος. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ Η ΕΠΙΔΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΗΤΑΝ ΔΥΣΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΝΑΓΟΝΤΑ Σύμφωνα με το άρθρο 17
(1)(α) του Νόμου, Κεφ. 148: « Η δυσφήμιση συνίσταται στη δημοσίευση ....... δημοσιεύματος το οποίο αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα. Σύμφωνα με το άρθρο 17
(3)στις περιπτώσεις προφορικής δυσφήμησης, για να επιτύχει ο Ενάγων πρέπει να αποδείξει ότι υπέστη ειδική ζημιά, εκτός όπου το δημοσίευμα, μεταξύ άλλων, αποδίδει σ' αυτόν έγκλημα που μπορεί να επισύρει ποινή φυλάκισης. Κατά την κρατούσα άποψη, εξηγείται στην Gray v. Jones
(1939)55 T.L.R. 437 αυτό δικαιολογείται από τον διασυρμό και εξοστρακισμό που εκθέτει τον Ενάγοντα η κατηγορία [βλ. Gatley 10η έκδοση σελ 120 παραγ. 4.4]. Προκειμένου να δυσφημίσεις κάποιον «αποδίδοντας του έγκλημα» είναι αρκετό να υποστηρίξεις ότι ο Ενάγων είχε καταδικαστεί, γνωρίζοντας ότι η καταδίκη του είχε παραμερισθεί. (βλ. Alexander v. N.E. Ry.
(1865)6B & S. 340 at 344 και Gatley 10η έκδοση, σελ 909 υποσ. 21). Η προφορική απόδοση εγκλήματος που επισύρει ποινή φυλάκισης συνιστά δυσφήμιση (βλ. Gatley (πιο πάνω) σελ. 51 παρ. 2-19 υποπ. 98). Σε αγωγή για δυσφήμιση το επίδικα θέματα συνοψίζοντας ουσιαστικά σε δυο:
  1. Το κατά πόσο το δημοσίευμα αναφέρετο στον Ενάγοντα και
  2. Το κατά πόσο ήταν δυσφημιστικό για αυτόν. Η αγγλική νομολογία που έγινε αποδεκτή από το Ανώτατο Δικαστήριο έχει καθιερώσει Κανόνες Ερμηνείας. Στην Ν. Κουτσού ν. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1198 υιοθετήθηκαν τα εξής: «Η νομολογία επίσης έχει καθιερώσει τον κανόνα ότι οι λέξεις έχουν το νόημα που τους αποδίδει η φυσική και συνήθης σημασία τους. Δεν τίθεται θέμα νομικής αντίληψης και της γενικής εικόνας που αποκομίζει ο μέσος συνηθισμένος αναγνώστης. Αν οι λέξεις επιδέχονται παράλληλα προς την κακή σημασία και άλλες ερμηνείες δεν θα τους αποδοθεί η πρώτη ώστε να χαρακτηριστούν και δυσφημιστικές. (Βλέπε: Rubber Improvement Ltd v. Associated Newspapers Ltd [1964] A.C. 234 και Capital and Counties Bank v. Henty & Sons [1880] 5 C.P.D. 514). Η νομολογία επίσης επισημαίνει ότι θα πρέπει το κείμενο να κρίνεται στο σύνολο του και όχι αποσπασματικά, αφού ο μέσος συνηθισμένος αναγνώστης εκλαμβάνει τις αναφορές στο σύνολο τους. Είναι η εντύπωση που θα αποκομίσει ο συνηθισμένος άνθρωπος από μια πρώτη ανάγνωση του κειμένου (Βλέπε: Slim v. Daily Telegraph Ltd [1968] 1 All E.R. 497 και Hayward v. Thompson [1981] 3 All E.R. 450). Είναι επίσης η θέση της νομολογίας ότι το κριτήριο για να καθοριστεί αν το κείμενο ή οι λέξεις του κειμένου αναφέρονται στον Ενάγοντα, είναι και πάλιν η αντίληψη του μέσου, συνηθισμένου λογικού ανθρώπου. Ο Ενάγοντας, μπορεί προς τούτο, να καλέσει μάρτυρες. Αλλά, στο τέλος, το δικαστήριο είναι που θα κρίνει, με κριτήριο την αντίληψη του συνηθισμένου, λογικού ανθρώπου αν οι λέξεις αναφέρονται στον Ενάγοντα. (Βλέπει Knuffer v. London Express Newspaper Ltd [1994] 1 All E.R. 495 και Morgan v. Odhams Press Ltd [1971] 2 All E. R. 1156). " " Tο ζητούμενο είναι η εντύπωση που προκάλεσε το επίδικο άρθρο στο μέσο πολίτη και όχι σε ένα δικηγόρο ή σε ένα διανοούμενο, ούτε σε κάποιο που θα το διαβάσει και θα το ξαναδιαβάσει και θα προβεί σε μια εκ βάθους ανάλυση του με προοπτική ανακάλυψης του πραγματικού ή ενός πιθανού νοήματος του. Στην Turner v. Metro-Goldwyn-Mayer Pictures Ltd [1950] 1 All E.R. 449 (HL) στη σελίδα 454 αναφέρεται συναφώς: «This, I think, is what LORD BLACKBURN means in his observations in Capital and Counties Bank v. Henry
(2), when he says, quoting BRETT, L.J. (7 App. Cas. 786): "........ it is unreasonable that when there are a number of good interpretations, the only bad one should be seized upon to give a defamatory sense to the document." It is in accordance with the test put by LORD SELBORNE, L.C., when he says (ibid.,)745): "The test, according to the authorities, is, whether under the circumstances in which the writing was published, reasonable men, to whom the publication was made, would be likely to understand it in a libellous sense.» ( βλ. Ατταλίδης ν. Ροδούλη
(2004)Α.Α.Δ. 1690" Η διακρίβωση του νοήματος ενός δημοσιεύματος δεν εξαρτάται από το τι ήθελε να αποδώσει με το δημοσίευμα αυτός που το δημοσίευσε ούτε κατ' ανάγκη αποφασίζεται από την έννοια την οποία του προσδίδει εκείνος που τον αφορά. Το δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό έστω και αν αυτός προς τον οποίο στρέφεται, θεωρεί τούτο δυσφημιστικό, αν δεν είναι τέτοιο για ένα λογικό άνθρωπο. Το κριτήριο επομένως είναι καθαρά αντικειμενικό, η δε έννοια και σημασία ενός δημοσιεύματος κρίνονται ανάλογα με τον τόπο, το χρόνο και τις περιστάσεις που έγινε. Βλ. Tassos Papadopoulos v. Kyrix Publishing Co Ltd
(1963)2 C.L.R. 290." Αναφορά στον ενάγοντα: Στην προκειμένη υπόθεση το επίδικο δημοσίευμα αναφέρεται ονομαστικά στον Ενάγοντα, συνεπώς δεν απαιτείται περαιτέρω απόδειξη ότι το επίδικο δημοσίευμα αναφερόταν στον Ενάγοντα. Κατά πόσο το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό: Ο Ενάγων στην Έκθεση Απαίτησης του συνδύασε τον ισχυρισμό ότι η δήλωση είναι δυσφημιστική με βάση τη συνηθισμένη έννοια των λέξεων και στην εντύπωση που θα δημιουργούσαν στον κοινό λογικό αναγνώστη (πλασματικό Innuendo) (βλ. Εταιρεία «Θεμέλιο» -ν- Καζολίδη
(1991)1 Α.Α.Δ. 607). Με γνώμονα τα πιο πάνω και αφού εξέτασα με μεγάλη προσοχή το επίδικο δημοσίευμα πιστεύω ότι η απάντηση του τότε Γενικού Εισαγγελέα κ Μαρκίδη, σε ερώτηση του δημοσιογράφου κατά πόσο ο Ενάγων και κάποιος Σερδάρης κάποτε καταδικάστηκαν ενώ ήταν αθώοι ή κατά πόσο η Γενική Εισαγγελία, νομική υπηρεσία, το Δικαστήριο δεν έκαμαν καλά τη δουλειά τους, ότι «δίκαια καταδικάστηκαν και οι δυο» και ότι ο ίδιος διαφωνεί με την απόφαση του Εφετείου που αθώωσε τον Ενάγοντα· κρινόμενη στη φυσική και συνηθισμένη ερμηνεία των πιο πάνω λέξεων και μεταφερόμενη στον συνηθισμένο ακροατή θα του δημιουργούσε την εντύπωση για την οποία ο Ενάγων παραπονείται ότι δηλαδή οι πιο πάνω λέξεις του αποδίδουν την διάπραξη ποινικού αδικήματος, ότι δίκαια είχε καταδικαστεί πρωτόδικα διότι ήταν ένοχος στις σχετικές κατηγορίες ή είχε διαπράξει τα σχετικά αδικήματα επίσης ότι η αθώωση του από εφετείο δε σημαίνει ότι ήταν αθώος. Περαιτέρω και σύμφωνα με τη συνέχεια της επίδικης δήλωσης, ο Ενάγων μπορεί να λεει ότι είναι αθώος γιατί «Τεκμαίρεται αθώος», «αλλά αυτό δε σημαίνει ότι η απόφαση με την οποία αθωώνεται σόνι και καλά είναι αντικειμενικά κρινόμενη ορθή», πιστεύω, μεταφερόμενη στο συνηθισμένο ακροατή η πιο πάνω δήλωση θα του δημιουργούσε την εντύπωση που παραπονείται ο Ενάγων ότι δηλαδή με την επίδικη δήλωση ο τότε Γενικός Εισαγγελέας εννοούσε ότι ο Ενάγων δικαιούται μεν να λεει ότι είναι αθώος αλλά στην ουσία και/ή στην πραγματικότητα δεν είναι αθώος αλλά ένοχος στις ως άνω αναφερόμενες κατηγορίες. Έχοντας διακριβώσει τι αποδίδει το περιεχόμενο της δήλωσης, βρίσκω ότι είναι δυσφημιστικού χαρακτήρα και συνιστά δυσφήμιση για τον Ενάγοντα. ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΕΝΤΙΜΟΥ ΣΧΟΛΙΟΥ Η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου εξετάστηκε στην υπόθεση Μαύρου ν. Στυλιανού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1743 και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Ονουφρίου κ.ά. ν. Εταιρείας «Κ.Κ. Σύγχρονες Κούρσες Λτδ» κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 742. Στην υπόθεση Μαύρου αναφέρεται στις σελίδες 1751-1753: «Δικαίωμα σχολίου έχει κάθε πολίτης και όπως πολύ σωστά επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, στον τύπο ή στους δημοσιογράφους δεν αναγνωρίζεται ιδιαίτερο ή επιπρόσθετο τέτοιο δικαίωμα (Silkin v. Beaverbrook Newspaper
(1958)2 All E.R. 516). Αποτελεί υπεράσπιση σε αγωγή για δυσφήμιση αν οι επίδικες λέξεις συνιστούν εύλογο σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. Το δικαίωμα του εύλογου σχολίου χαρακτηρίζεται σαν ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα της ελευθερίας το λόγου και της έκφρασης. Υπάρχουν θέματα για τα οποία το κοινό έχει νόμιμο συμφέρον ή για τα οποία δίκαια επιδεικνύει ενδιαφέρον. Επί τέτοιων θεμάτων είναι επιθυμητό όλοι να μπορούν να σχολιάζουν ελεύθερα, ακόμα και σκληρά, εφ΄ όσον βεβαίως αυτό γίνεται έντιμα και όχι κακόπιστα. Προστατεύοντας, όμως, ο νόμος, το δικαίωμα για δημόσια συζήτηση θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος, δεν νομιμοποιεί τη δυσφημιστική παραποίηση των γεγονότων, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται έντιμα και ανεξάρτητα του κατά πόσο ο συντάκτης εύλογα κατέληξε να πιστεύει στην αλήθειά τους. Για να επιτύχει υπεράσπιση εύλογου σχολίου ο εναγόμενος θα πρέπει να αποδείξει ότι οι λέξεις συνιστούσαν σχόλιο και όχι έκθεση γεγονότος. Θα πρέπει επίσης να δείξει ότι στο σχόλιο υπάρχει υπόβαθρο γεγονότων που αναφέρεται στο υπό συζήτηση θέμα. Τελικά, θα πρέπει να αποδείξει ότι το σχόλιο γίνεται επί θέματος δημόσιου ενδιαφέροντος, επί θέματος το οποίο ρητά ή εξυπακουόμενα έχει τεθεί ενώπιον του κοινού για κρίση ή άλλως ότι είναι θέμα για το οποίο το κοινό έχει έννομο ενδιαφέρον. Ο εναγόμενος που επικαλείται την υπεράσπιση του εύλογου σχολίου δεν αναλαμβάνει το βάρος να αποδείξει ότι το σχόλιο είναι αληθές. Αν τα γεγονότα αναφέρονται αληθώς, η υπεράσπιση του εύλογου σχολίου επιτυγχάνει, εφ΄ όσον βέβαια το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι τα σχόλια έχουν γίνει εύλογα και έντιμα (Sutherland v. Stopes
(1924)All E.Rep. 19, H.L.). Το σχόλιο είναι έκφραση γνώμης (Christie v. Robertson
(1889)10 N.S.W.L.R. 157, 161). Αν λεχθεί ότι συγκεκριμένη πράξη κάποιου είναι ανέντιμη, έχουμε σχόλιο, αλλά αποτελεί ισχυρισμό γεγονότος αν λεχθεί ότι το πρόσωπο αυτό διέπραξε την πράξη για την οποία ασκείται η κριτική. Αν ο εναγόμενος αποφασίσει να προβάλει την υπεράσπιση του εύλογου σχολίου, ο δυσφημιστικός ισχυρισμός θα πρέπει να αναγνωρίζεται από το μέσο λογικό άνθρωπο ως σχόλιο και όχι ως δήλωση γεγονότος (Crawford v. Albu
(1917)A.D. (S. Africa) 102). Αν ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κάποιο δημόσιο πρόσωπο είναι ένοχο απρεπούς συμπεριφοράς ή έχει οδηγηθεί από ανέντιμα κίνητρα, χωρίς να δηλώνει ποιες είναι αυτές οι ανέντιμες πράξεις ή δεν αναφέρει οποιουσδήποτε λόγους από τους οποίους τα κίνητρα αυτά μπορούν ευλόγως να εξαχθούν, οι ισχυρισμοί του είναι αναφορά γεγονότος και όχι έκφραση γνώμης. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν είναι δυνατόν να γίνει επίκληση της υπεράσπισης του εύλογου σχολίου (βλέπε Catley on Libel and Slander, ανωτέρω, παράγρ. 701).» Για να επιτύχει η επίκληση της υπεράσπισης του έντιμου σχολίου θα πρέπει ο δημοσιοποιήσας να αποδείξει ότι τα αποδιδόμενα γεγονότα πάνω στα οποία εδράζη το σχόλιο του είναι αληθή. Η ορθή απονομή της δικαιοσύνης συνιστά θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος και ασφαλώς υπόκειται σε δημόσιο σχολιασμό. Όχι μόνο η διαδικασία κατά την ακρόαση, αλλά ακόμα και η συμπεριφορά ή απόφαση του δικαστή συνιστούν θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος και μπορούν, μετά την περάτωση της δίκης, να γίνουν αντικείμενο δημόσιου σχολίου. [Βλ. Μαύρου (πιο πάνω)]. Η δικηγόρος του Εναγόμενου υποστηρίζει στη γραπτή αγόρευση της στη σελίδα 7 ότι: «Με τις επίδικες δηλώσεις του ο τότε Γενικός Εισαγγελέας στην προσπάθεια του να εξηγήσει γιατί εισηγήθηκε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την αποφυλάκιση Σερδάρη κάνει αναφορά στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γεωργιάδη, Τεκμήριο 2, και σχολιάζοντας αυτή εκφράζει την έντιμη και ειλικρινή του γνώμη, πίστη και αντίληψη για το περιεχόμενο και την αιτιολογία αυτής και ακολούθως την κρίνει εκφράζοντας τη διαφωνία του με αυτή και συνεπώς την σύμφωνη γνώμη του με την πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση του Κακουργιοδικείου και ως εκ τούτου εκφράζει τη θέση και έντιμο σχόλιο του με βάση τα ανωτέρω ότι ο Ενάγοντας δίκαια καταδικάστηκε.» Όπως επισημαίνεται και στην υπόθεση Μαύρου (τα γεγονότα ήταν σχεδόν όμοια με την παρούσα). Με την πιο πάνω δήλωση φαίνεται ότι οι ισχυρισμοί δεν βασίζονται σε γεγονότα και στερούνται πραγματικού υπόβαθρου. Το μόνο γεγονός είναι η αθώωση του Ενάγοντος στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Στην παρούσα υπόθεση και αν υποτεθεί ότι ο Εναγόμενος βάσισε την κρίση του σε γεγονότα, αυτός δεν νομιμοποιείται στην παραποίηση των γεγονότων, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται έντιμα και ανεξάρτητα του κατά πόσο ο συντάκτης εύλογα κατέληξε να πιστεύει στην αλήθεια τους. Η επίδικη δήλωση δεν αποδίδει ορθά τα όποια γεγονότα που οδήγησαν στην ανατροπή της απόφασης του Κακουργιοδικείου και την αθώωση του Ενάγοντος. Με βάση τα πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά εύλογο σχόλιο και κατά συνέπεια είναι άνευ σημασίας η κακοπιστία ή μη του Εναγομένου και δεν θα εξεταστεί. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ: Το ποσό των αποζημιώσεων είναι άμεσα συνυφασμένο με τη φύση και την έκταση της προσβολής της υπόληψης του ανθρώπου (βλ. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 285, Cassell and Co. Ltd. v. Broome
(1972)1 All E. R. 801 (HL). Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση ΔΙΑΣ Λτδ κ.α. ν. Ναθαναήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 893. «Η υπόληψη του πολίτη, ως ανεξάρτητη και αυτοτελής ανθρώπινη ύπαρξη, απέκτησε σήμερα, και πολύ ορθά, αυξημένη εκτίμηση, που διασφαλίζεται και στο γραπτό δίκαιο. Τραυματισμός αυτής της υπόληψης επιφέρει την ανάλογη αποκατάσταση της» (βλ. Εκδόσεις Αρκτικός Λτδ κ.α. ν. Στέλικου
(2004)1 Α.Α.Δ. 949) Αναφέρεται στην υπόθεση ΛουκαΪδης ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 22, σελ. 48 πως: «Υποθέσεις λίβελου παρουσιάζουν ιδιομορφίες, που δεν αφήνουν πεδίο για την καθ' όλα ταύτισή τους με τις επιπτώσεις του τραυματισμού σε υποθέσεις προσωπικών κακώσεων. Οι γενικές αρχές για τον καθορισμό αποζημιώσεων, που υιοθετούνται στην Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofis
(1982)1 C.L.R. 789, έχουν καθολική εφαρμογή και διαγράφουν το μέτρο των αποζημιώσεων σ' όλες τις υποθέσεις αστικών αδικημάτων. Η αποζημίωση πρέπει να είναι δίκαιη και εύλογη. Στην περίπτωση του λίβελου, δίκαια είναι η αποζημίωση η οποία αποκαθιστά, ουσιαστικά, το θύμα της δυσφήμισης, στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό, με μέσο το χρήμα. Ταυτόχρονα, η αποζημίωση πρέπει να είναι εύλογη, δηλαδή να ευρίσκει αντικειμενικό έρεισμα στον κοινωνικό χώρο» Στην Ναθαναήλ (πιο πάνω) επισημάνθηκαν τα εξής: «Στον υπολογισμό όμως των αποζημιώσεων δεν μπορεί να παραγνωρίζονται οι διαφορετικές οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στον τόπο μας από αυτές άλλων χωρών. Η Κύπρος είναι μικρή γεωγραφικά και με ελάχιστο πληθυσμό. Η οικονομία μας, μονολότι ανθηρά, δεν παίζει οποιοδήποτε ρόλο στα διεθνή οικονομικά ζητήματα. Ο τρόπος της ζωής και το οικονομικό κόστος της διαφοροποιείται από άλλες χώρες.» Στην Εταιρεία Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λτδ κ.α. ν. Φιλίππου (Φαλκονέττι)
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 958 σελ. 966 αναφέρεται ότι: «Σχετικοί παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος των αποζημιώσεων είναι μεταξύ άλλων, το ότι η δυσφημιστική δήλωση έγινε υπό μορφή επανάληψης, έγινε αναφορά στην πηγή της και ο δηλώσας πίστευε στην αλήθεια της. Όπως αναφέρεται στον Getley on Libel and Slander, 6η έκδοση, επιβαρυντικοί παράγοντες που μπορεί να επαυξήσουν τις αποζημιώσεις είναι ο τρόπος και η μεγάλη έκταση της δημοσίευσης, η επαναδημοσίευση, η διαγωγή του εναγομένου, ο τρόπος διεξαγωγής της υπεράσπισης, η αποτυχία υπεράσπισης αλήθειας (justification) και η πρόκληση ειδικής ζημιάς (ίδε ICP (Cyprus) Ltd v. Times Newspapers Ltd and Others
(1972)4 J.S.C. 455 και Cacoyiannis v. Kyrou and Others, ανωτέρω) [
(1976)12 JSC 1883]" Σχετικά με το θέμα των παραδειγματικών αποζημιώσεων υπάρχει αρκετή νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλ. μεταξύ άλλων Papakokkinou & others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, Kennedy Hotels Ltd. v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400, Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1836, Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 Α.Α.Δ. 558 και Γεώργιος Ερωτοκρίτου ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Δημήτρη Κουμπαρή κ.α. ν. Δήμου Χρίστου Φουτρή
(2001)1 Α.Α.Δ. 921). Στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd, σελ. 1846, o Αρτέμης Δ. διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Στο δίκαιο που διέπει το θέμα παραδειγματικών αποζημιώσεων, εξέχουσα θέση κατέχει η αγγλική απόφαση στην υπόθεση Rookes v. Barnard [1964] 1 All E.R. 367, όπου τέθηκαν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων. Στην Papakokkinou and others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, το Εφετείο, χωρίς να αποφανθεί τελικά αν οι αρχές της Rookes v. Barnard τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο, προτίμησε την ευρύτερη αρχή που επιτρέπει επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων όπου η διεξαγωγή του εναγομένου είναι τόσο αξιόμεπτη ώστε αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο. Αξιόμεπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος.» Στρεφόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και αρχίζοντας από το ζήτημα των παραδειγματικών αποζημιώσεων πιστεύω δεν θα μπορούσε ποτέ να αποδοθεί ή να χαρακτηριστεί η διαγωγή του Εναγομένου ως αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο. Εξ΄ άλλου πιστεύω όλα τα στοιχεία που προσμετρούν για την επιδίκαση αποζημιώσεων στις περιπτώσεις δυσφήμισης λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων. Όταν έγινε η επίδικη δήλωση η φήμη του Ενάγοντος είχε ήδη τρωθεί γι΄ αυτό ήγειρε αγωγές εναντίον των Μ.Μ.Ε. και της Δημοκρατίας, όπως ο ίδιος ανέφερε και αναμένει να αποζημιωθεί. Ο Ενάγων δεν απέδειξε να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επίδικης δήλωσης και της υφισταμένης κατάστασης του. Ουδεμία αιτιώδης συνάφεια υπάρχει μεταξύ της επίδικης δυσφημιστικής δήλωσης και των συνεπειών των γεγονότων του καλοκαιριού του 2001 που επηρέασαν το «καλό όνομα» του Ενάγοντος και τον «στάμπαραν» σαν παιδεραστή. Η βλάβη στην υπόληψη του από την επίδικη δήλωση ήταν περιορισμένη. Ένα είναι το δικονομικό πλαίσιο για την αξίωση, το επίδικο δημοσίευμα. Το εν λόγω δημοσίευμα έλαβε χώρα μια φορά στις 21.4.2003 κατά την μεσημβρινή τηλεοπτική εκπομπή του Ρ.Ι.Κ. γνωστή ως «από μέρα σε μέρα». Λαμβάνοντας υπόψη την έκταση του, αυτό διήρκησε ελάχιστα λεπτά. Η ακροαματικότητα της εκπομπής κατά τον επίδικο χρόνο είναι άγνωστη. Αυτή μεταδίδεται παγκύπρια. Τα λεχθέντα στο επίδικο δημοσίευμα από τον κ. Μαρκίδη ειπώθηκαν κατόπιν υποβολής ερωτήσεως εκ μέρους του δημοσιογράφου με αφορμή την αποφυλάκιση Σερδάρη, χωρίς προσχεδιασμό. Ο Ενάγων δεν παραπονείται ότι υπέστη οποιαδήποτε ειδική ζημιά, δεν παραπονείται επίσης ότι η επίδικη δήλωση είχε σκοπό να τον βλάψει στο επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση του (βλ. άρθρο 17
(3)(β) του Κεφ. 148). Εφαρμόζοντας τις αρχές που καθόρισε η πιο πάνω νομολογία και έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω θεωρώ ότι η επιδίκαση του ποσού των €15.000 υπέρ του Ενάγοντος υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων αποτελεί δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για ό,τι υπέστη συνεπεία της επίδικης δυσφημιστικής δήλωσης. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται εναντίον του Εναγομένου. (Υπ.) ........................ Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΘΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.