← Κύπρος

ΣΑΒΒΑΣ Μ. ΠΠΙΡΙΛΛΟΣ ΛΤΔ ν. ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1057/04, 9 Ιανουαρίου, 2008

ΣΑΒΒΑΣ Μ. ΠΠΙΡΙΛΛΟΣ ΛΤΔ ν. ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1057/04, 9 Ιανουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1057/04 Μεταξύ: ΣΑΒΒΑΣ Μ. ΠΠΙΡΙΛΛΟΣ ΛΤΔ Ενάγοντων -και- ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόμενων Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου, 2008 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Σ. Γεωργίου για ν' ακούσει απόφαση για κ. Α. Δημητρίου Για τους Εναγόμενους: κ. Λαμπριανίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Σ' αυτή την υπόθεση έδωσαν μαρτυρία μόνο οι ενάγοντες δια του διευθυντή τους Μιχάλη Ππίρριλλου, χωρίς μάλιστα αντεξέταση, εφόσον την ημέρα που ορίστηκε η αγωγή για συνέχιση της ακρόασης, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να εμφανιστούν εγκαίρως, από παράβλεψη του δικηγόρου τους. Οπότε η διαδικασία συνέχισε και επιφυλάχθηκε απόφαση στην απουσία τους. ΄Ο,τι είναι ενώπιον του δικαστηρίου είναι η εκδοχή και η μαρτυρία των εναγόντων στην οποία περιλαμβάνεται επιστολή των εναγομένων ημερ. 21/1/2004 προς τους δικηγόρους των εναγόντων περιέχουσα τις θέσεις τους. Θα γίνει σχετική αναφορά όχι για σκοπούς αξιολόγησης ισχυρισμών που δεν έχουν προωθηθεί, αλλά για σκοπούς καταγραφής του ιστορικού της επίδικης αντιπαράθεσης, όπως οι ενάγοντες το παρουσίασαν, επί του οποίου θα αξιολογηθεί η εκδοχή τους. Οι ενάγοντες, που λειτουργούν μεγάλη επιχείρηση φούρνων, προμηθεύονταν ηλεκτρική ενέργεια από τους εναγόμενους που διατηρούν το σχετικό μονοπώλιο. Οι εναγόμενοι ισχυριζόμενοι ότι υπήρξε παράνομη επέμβαση στους μετρητές των εναγόντων και κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας υπολόγισαν και χρέωσαν την ποσότητα ρεύματος που κατ' ισχυρισμό δεν κατέγραψαν οι μετρητές. Επρόκειτο για ΛΚ64.276,07. Οι ενάγοντες υπέγραψαν γραμμάτια συνήθους τύπου (τεκμήρια 2 και 3) ότι όφειλαν το ποσό αυτό «το οποίο αντιπροσωπεύει κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος» και τελικά το κατέβαλαν. Τώρα ζητούν επιστροφή των καταβληθέντων επικαλούμενοι τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Αρνούνται ότι υπήρξε επέμβαση στο μετρητή και ότι κατανάλωσαν τη χρεωθείσα ηλεκτρική ενέργεια. Ισχυρίζονται δε, ότι «υποχρεώθηκαν» να υπογράψουν τα γραμμάτια (βλ. παρ. 8 και 9 της έκθεσης απαίτησης). Ο μάρτυρας τους μίλησε για απειλές ότι θα διεκόπτετο η παροχή ηλεκτρισμού. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους αναφέρθηκε σε οικονομικό εξαναγκασμό. Συστατικό στοιχείο κάθε σύμβασης είναι η ελεύθερη συναίνεση των συμβαλλομένων. Ο εξαναγκασμός (coercion) εξουδετερώνει την ελεύθερη βούληση και εκθεμελιώνει τη συμφωνία. Γι' αυτό χρήματα που πληρώθηκαν συνεπεία εξαναγκασμού μπορεί να ανακτηθούν δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως καταβληθέντα αχρεωστήτως, ως «money had and received» (Minerva v. Γεωργιάδη

(1998)1 Α.Α.Δ. 2173). Η παραδοσιακή έννοια του εξαναγκασμού κατά το κοινό δίκαιο, όπως έχει κωδικοποιηθεί στην Κύπρο δια του άρθρου 15
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 αναφέρεται σε παράνομη διάπραξη ή απειλή φυσικής βίας ή κατακράτηση. Η αρχή όμως έχει επεκταθεί έτσι ώστε να περιλαμβάνει και τον οικονομικό εξαναγκασμό (economic duress), δηλαδή την εξασφάλιση της συναίνεσης του αντισυμβαλλομένου με μή νόμιμη οικονομική πίεση τέτοιας μορφής ώστε να μην του αφήνονται περιθώρια παρά να συμβληθεί χωρίς πραγματική βούληση προς τούτο (North Ocean Shipping Co v. Hyundai Construction Co (The Atlantic Baron) [1978] 3 All ER 1170, Γεώργιος Κούτας v. Δήμου Λευκωσίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 516, Sidiropoulos v. "Myrtidiotissa"
(1987)1 CLR 564, «Μυρτιδιώτισσα» v. Σιδηρόπουλος
(1998)1 Α.Α.Δ. 1000). Τα επί μέρους κριτήρια αναλύονται μεταξύ άλλων στις αποφάσεις αυτές και στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 26η έκδοση, παρ. 506 επ. Συγκεκριμένη αναφορά θα γίνει παρακάτω όπου χρειάζεται. Εν προκειμένω ο μάρτυρας των εναγόντων κατέθεσε γραπτή δήλωση, ως μέρος της κύριας εξέτασης του, όπου απλώς επαναλαμβάνονται κατά τρόπο ταυτόσημο τα όσα αναφέρονται, ως άνω, στην έκθεση απαίτησης περί του ότι «υποχρεώθηκαν» να υπογράψουν τα γραμμάτια. Επιπροσθέτως, ανέφερε προφορικά ότι υπέγραψε τα γραμμάτια διότι απειλείτο «και γραπτώς και τηλεφωνικά και σε κατ' ιδίαν συναντήσεις» ότι αν δεν εξοφλούσαν θα τους διέκοπταν το ρεύμα. Αυτό κατέληξε, θα οδηγούσε σε οικονομική καταστροφή της επιχείρησης των εναγόντων. Είναι όντως λογικό ότι η επιχείρηση των εναγόντων, όπως την περιέγραψε, θα οδηγούνταν σε αδιέξοδο χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Θα πρέπει όμως να αξιολογηθεί ο ισχυρισμός περί υπογραφής λόγω απειλής. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων κάλεσε το δικαστήριο να δεχθεί τη μαρτυρία που έμεινε αναντίλεκτη. Το καθήκον όμως του δικαστηρίου να αξιολογεί τη μαρτυρία δεν ατονεί υπό την έννοια ότι οφείλει να αποδεχθεί οπωσδήποτε οποιουσδήποτε ισχυρισμούς επειδή έμειναν χωρίς αντεξέταση και επειδή δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία. ΄Οταν μάλιστα από το σύνολο των περιστάσεων προκύπτει ότι η παράλειψη της άλλης πλευράς δεν μπορεί να εκληφθεί ως παραδοχή. Ο μάρτυρας αναφερόμενος σε απειλή, ισχυρίστηκε, ως άνω, ότι αυτό έγινε και γραπτώς. Δεν παρουσίασε όμως, ως όφειλε, την κατ' ισχυρισμό επιστολή ή επιστολές. Η μόνη επιστολή που κατέθεσε ήταν επιστολή των εναγόντων σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο, ημερομηνίας 21/1/2004 (τεκμήριο 5) που εστάλη στους δικηγόρους των εναγόντων σε απάντηση επιστολής των τελευταίων (τεκμήριο 6) με την οποία ζητούσαν επιστροφή των μέχρι τότε καταβληθέντων μετά την αθώωση των εναγόντων και του διευθυντή τους στην ποινική υπόθεση υπ' αρ. 10837/02 Ε. Δ. Λάρνακας όπου κατηγορούνταν για κλοπή ηλεκτρισμού (κατηγορητήριο, τεκμήριο 9). ΄Ηταν η θέση των εναγομένων στην επιστολή ημερ. 21/1/2004 ότι η ποινική διαδικασία ήταν ανεξάρτητη και επιμένοντας σε εξόφληση ανέφεραν ότι σε αντίθετη περίπτωση «η Αρχή Ηλεκτρισμού δεν θα έχει άλλη επιλογή παρά να πάρει εναντίον τους όλα τα μέτρα που της επιτρέπει, αλλά και της επιβάλλει η νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία της, μη αποκλειομένης και της διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος». Επρόκειτο, συνεπώς, για αναφορά στα διαθέσιμα νόμιμα μέτρα και όχι για ειδοποίηση ή απειλή περί άμεσης διακοπής. Οι ενάγοντες όμως ισχυρίζονται με την έκθεση απαίτησης και την μαρτυρία τους ότι οι εναγόμενοι με την επιστολή ημερ. 21/1/2004 τους προειδοποιούσαν ότι αν δεν πλήρωναν «θα προχωρούσαν άμεσα (sic) στη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος». Συνεπώς η διαπίστωση είναι ότι ενώ ο μάρτυρας επικαλέστηκε γραπτή απειλή κατά το χρόνο υπογραφής των γραμματίων, το μόνο γραπτό κείμενο που παρουσίασε ήταν μεταγενέστερο και, περιπλέον, το κείμενο αυτό τον διαψεύδει. ΄Ετσι εύλογα τίθεται το ερώτημα: Εφόσον δεν είπε την αλήθεια για το περιεχόμενο μιας επιστολής που ο ίδιος παρουσίασε στο δικαστήριο, ποια η αξία του λόγου του για προφορικές απειλές ή γραπτές, τις οποίες όμως δεν παρουσίασε. Πέραν τούτου: Είναι γεγονός ότι οι ενάγοντες υπέγραψαν τα γραμμάτια «με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους για επαναδιεκδίκηση των ποσών» (τεκμήριο 4). Αλλά καθόλου δεν αναφέρθηκαν τότε σε εξαναγκασμό, παρά για επαναδιεκδίκηση «όταν καταδειχθεί ότι προς τούτο συνεργούν τυχόν αποφάσεις της αρχής και ή των νομικών υπηρεσιών του κράτους». ΄Ο,τι και να σημαίνει αυτή τους η αναφορά είναι βέβαιο ότι δεν αναφέρεται σε εξαναγκασμό. Αλλά και όταν διεκδίκησαν επιστροφή των χρημάτων (τεκμήριο 6) δεν ζήτησαν να αποδεσμευθούν λόγω εξαναγκασμού, αλλά «εν όψει του γεγονότος της αθώωσης τους» και του ότι «δεν κατανάλωσαν το ρεύμα». Στην πραγματικότητα η πρώτη φορά που οι ενάγοντες ήγειραν θέμα εξαναγκασμού είναι με την παρούσα αγωγή και με την γενικόλογη αναφορά, για τον ουσιώδη χρόνο, ότι «υποχρεώθηκαν». ΄Ετσι είναι από την ίδια τη μαρτυρία των εναγόντων που φαίνεται όψιμος ο ισχυρισμός περί απειλών κατά τον ουσιώδη χρόνο. Υπό το σύνολο δε των περιστάσεων, δεν γίνεται αποδεκτός ως ανταποκρινόμενος στην πραγματικότητα. Αλλ' έστω ότι δεν πρόκειται για ψευδολογία. Σε τέτοια περίπτωση δεν θα ήταν παρά μια γενικόλογη αναφορά που συνίσταται στην αντίληψη του μάρτυρα για γεγονότα τα οποία όμως δεν προσδιορίζει. Δεν έχει αναφερθεί στο τι συγκεκριμένα του ελέχθη, πότε και από ποιον. Αυτά θα είχαν σημασία για ένα μάρτυρα που αντελήφθη το λεκτικό του τεκμηρίου 5 ως απειλή για άμεση διακοπή του ρεύματος. ΄Αλλωστε η σαφήνεια ως προς τα λεχθέντα σε σχέση με ένα τέτοιο ζήτημα επιβάλλεται εξ αντικειμένου. Δεν είναι κάθε απειλή ή πίεση που συνιστά εξαναγκασμό ο οποίος, ακριβώς, αντιδιαστέλλεται από μια θεμιτή πίεση στα συνήθη συναλλακτικά πλαίσια (commercial pressure). Εκείνος που επικαλείται εξαναγκασμό θα πρέπει να αποδείξει κατά τρόπο θετικό και συγκεκριμένο συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του τέτοια, ώστε να είναι σαφές ότι η συγκατάθεση του δεν ήταν ελεύθερη, αλλά προϊόν άνομης πίεσης υπό περιστάσεις που δεν είχε άλλη επιλογή παρά να συμβληθεί χωρίς τη βούληση του. Η σαφήνεια είναι αναγκαία και για να διαφανεί η αμεσότητα της απειλής. Εφόσον η πίεση που συνιστά εξαναγκασμό πρέπει να είναι άμεση, να μην αφήνει πρακτικά και αποτελεσματικά περιθώρια για άλλη επιλογή, περιλαμβανομένης της αποτελεσματικής λήψης δικαστικών μέτρων προς αποτροπή της απειλής και της ευχέρειας, έστω, να ζητηθεί νομική συμβουλή. Η γενικόλογη αναφορά του μάρτυρα δεν διευκρινίζει κανένα από τα παραπάνω θέματα. ΄Ετσι, κι αν δεν ήταν ψευδολογία, θα ήταν ανεπαρκής μαρτυρία. Σε μία περίπτωση που θα ήταν αναγκαία η σαφής παράθεση του συνόλου των περιστάσεων. Εφόσον η επίκληση νόμιμων μέτρων, έστω και υπό τη μορφή άμεσης απειλής, σε αντιδιαστολή προς μία άνομη απειλή, δεν συνιστά κατ' αρχήν εξαναγκασμό, αλλά, κατ' εξαίρεση, όταν από το σύνολο των περιστάσεων κρίνεται παράλογη (R. v. Attorney General for England and Wales [2003] UKPC 22). Επανέρχομαι όμως στη βασική διαπίστωση περί του ότι ο ισχυρισμός περί απειλών δεν έχει καμμιά σχέση με την αλήθεια αλλά είναι μεταγενέστερο εφεύρημα. Η εικόνα είναι σαφής: Στις 25/2/2003 οι ενάγοντες υποσχέθηκαν να πληρώσουν για το ρεύμα που αναγνώρισαν ότι κατανάλωσαν, αποδεχόμενοι, έτσι, τον υπολογισμό που έκανε η ΑΗΚ, αλλά και τα δεδομένα λόγω των οποίων έγινε ο υπολογισμός. Μήνες αργότερα και αφού η σύμβαση στο μεταξύ λειτουργούσε, στις 22/12/2003 οι ενάγοντες με αφορμή την αθώωση τους, οι λόγοι της οποίας δεν τέθηκαν εδώ, όψιμα ισχυρίστηκαν όχι ότι εξαναγκάστηκαν, αλλά ότι «δεν κατανάλωσαν το ρεύμα». Του οποίου όμως την κατανάλωση αναγνώρισαν με τα γραμμάτια. Τα οποία, μετά την αποτυχία τους να αποδείξουν ότι ήταν προϊόν εξαναγκασμού, παραμένουν έγκυρα και ως τέτοια αποτελούν αμάχητη απόδειξη του αναφερόμενου ανταλλάγματος. Κατά συνέπεια η αναγνωρισθείσα και εκπληρωθείσα οφειλή δεν επηρεάζεται από την παράλειψη των εναγομένων να προωθήσουν στην παρούσα αγωγή την εκδοχή τους περί επέμβασης και κλοπής. Αλλά η συμπεριφορά των εναγόντων δεν θέτει μόνο ζήτημα αξιοπιστίας. Έστω ότι υπέγραψαν συνεπεία εξαναγκασμού. ΄Οχι μόνο παρέλειψαν να εγείρουν το θέμα, αλλά συνέχισαν να πληρώνουν τις καθορισθείσες με τα γραμμάτια δόσεις, όπως προκύπτει, μέχρι τέλους. Τέτοια παράλειψη σε συνδυασμό με την εκτέλεση της σύμβασης για μακρύ χρόνο θα συνιστούσαν επιβεβαίωση της σύμβασης και παραίτηση από το δικαίωμα να ζητηθεί η ακύρωση της. Επιπρόσθετα προς τον εξαναγκασμό, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να ελέγχουν τους μετρητές ώστε να εντοπίσουν παρέμβαση και έτσι «εμποδίζονται» από του να απαιτούν τη μη καταγραφείσα κατανάλωση. Αυτή η θέση μπορούσε να προβληθεί στα δικόγραφα ως διαζευκτική των ισχυρισμών ότι δεν υπήρξε επέμβαση και μη καταγραφείσα κατανάλωση. Δεν μπορούσε όμως να προβληθεί, όπως έγινε, και με τη μαρτυρία. Εν πάση περιπτώσει είναι αβάσιμη, εφόσον η χρέωση έγινε αποδεκτή με τα έγκυρα γραμμάτια. Ως εκ των άνω η αγωγή απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα εφόσον τελικά οι εναγόμενοι δεν προώθησαν την υπεράσπιση τους. (Υπ.) .............................. Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.