← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ άλλως ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΝΙΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. αγωγής: 950/2006, 17 Ιανουαρίου 2008

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ άλλως ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΝΙΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. αγωγής: 950/2006, 17 Ιανουαρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΘΩΜΑ ΘΩΜΑ, Ε. Δ. Αρ. αγωγής: 950/2006 ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ άλλως ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΝΙΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Εναγομένου Αίτηση Ημερομηνίας: 2 Αυγούστου 2007 Ημερομηνία: 17 Ιανουαρίου 2008 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κος Λ. Ιωαννίδης Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση : κος Μ. Πελεκάνος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες καταχώρισαν εναντίον του εναγομένου την υπο τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, με την οποία αξιώνουν ποσό £12.461,10 πλέον τόκους. Ενόψει του ότι δεν κατέστη δυνατή η προσωπική επίδοση της αγωγής προς τον εναγόμενο κατεχωρήθη εκ μέρους των Εναγόντων αίτηση με ημερομηνία 25/5/2006 με την οποία ζητούσαν την άδεια του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, δια της επιδόσεως αυτού προς τον γιό του εναγομένου Γεώργιο Ανδρέα Κυριάκου. Στις ένορκες δηλώσεις οι οποίες υποστηρίζουν την υπό αναφορά αίτηση και, ειδικά στην συμπληρωματική Ένορκη δήλωση του Νεκτάριου Καπελάκη με ημερομηνία 21/6/06 υπάρχει ισχυρισμός από τον Ενόρκως Δηλούντα ότι, σύμφωνα με πληροφορίες του ιδιώτη επιδότη, ο οποίος προσπάθησε να επιδώσει την αγωγή προς τον εναγόμενο, ο τελευταίος μετά την καταχώριση της ως άνω αγωγής μετέβηκε στην Αγγλία για μόνιμη εγκατάσταση. Υπάρχει όμως τακτική επικοινωνία του εναγόμενου με τον ως άνω αναφερόμενο γιό του, εις τρόπο ώστε εάν επιδοθεί προς αυτόν η αγωγή θα περιέλθει σε γνώση του εναγομένου. Η αίτηση εγκρίθηκε από το Δικαστήριο και στις 4/8/2006 η παρούσα αγωγή επιδόθηκε στον ως άνω αναφερόμενο γιό του Εναγόμενου, με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση ημερομηνίας 29/6/

  1. Ο Εναγόμενος παρέλειψε να καταχωρίσει εμφάνιση εντός του καθοριζομένου στο ως άνω διάταγμα χρόνου και οι Ενάγοντες προχώρησαν στην καταχώριση αίτησης για απόφαση λόγω παραλείψεως καταχωρίσεως εμφανίσεως. Στις 4/12/2006 το Δικαστήριο, αφού άκουσε την πλευρά των Εναγόντων εξέδωσε απόφαση εναντίον του Εναγομένου για το αξιούμενο στην αγωγή τους ποσό. Στις 2/8/2007 ο Εναγόμενος καταχώρισε την υπο εξέταση αίτηση με την οποία αξιώνει από το Δικαστήριο τις πιο κάτω θεραπείες: α) Ακύρωση και/ή παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στον Εναγόμενο και/ή του διατάγματος με το οποίο επιτράπηκε η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος δια της επιδόσεως αυτού προς τον γιό του Εναγομένου. β) Ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης, η οποία εκδόθηκε εναντίον του στις 4/12/
  2. Η αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του ίδιου του Εναγομένου, στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων ότι από τον Ιανουάριο του 2001 είναι μόνιμα εγκατεστημένος στην Ρουμανία, όπου ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες με την εταιρεία, την οποία έχει συστήσει στη Ρουμανία. Οι Ενάγοντες γνώριζαν ή και όφειλαν να γνωρίζουν το γεγονός της εγκατάστασης του στο εξωτερικό. Η απόφαση η οποία εξεδόθη εναντίον του είναι εξ' υπαρχής άκυρη (ex debito justitiae) για τον λόγο ότι κατά τον χρόνο της καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος της ως άνω αγωγής διέμενε μόνιμα στο εξωτερικό, γι' αυτό και οι Ενάγοντες θα έπρεπε είτε να είχαν εξασφαλίσει την άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, πριν επιδώσουν την αγωγή στον γιό του, είτε έπρεπε να τον περιμένουν να επιστρέψει στην Κύπρο για να του επιδώσουν προσωπικά την αγωγή. Το γεγονός ότι κατά τον χρόνο καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος βρισκόταν στο εξωτερικό εκθεμελιώνει την κανονικότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε και καθιστά άκυρη την υποκατάστατη επίδοση η οποία επιτεύχθηκε με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/6/2006 με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση της αγωγής προς τον γιό του. Ενόψει του ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε και οδήγησε στην έκδοση της απόφασης είναι αντικανονική το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση και δεν τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η ενέργεια των Εναγόντων να θέσουν στο κλητήριο ένταλμα ως διεύθυνση επίδοσης διεύθυνση του στην Λάρνακα ήταν εσκεμμένη και κακόβουλη, με αποκλειστικό σκοπό να διευκολύνουν την έναρξη και προώθηση της δικαστικής διαδικασίας, με την καταχώριση της αγωγής εντός της δικαιοδοσίας, κατά παράβαση της διαδικασίας και των θεσμών. Επιπλέον οι Ενάγοντες εσκεμμένα απέκρυψαν το γεγονός ότι κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής διέμενε μόνιμα στο εξωτερικό. Οι Ενάγοντες εναντιώθηκαν στην υπό εξέταση αίτηση. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους την οποία καταχώρισαν προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: α) Δεν έχει καμία σημασία κατά πόσο ο Εναγόμενος ήταν μόνιμος κάτοικος εξωτερικού. β) Ο Εναγόμενος δεν έχει δικαιολογήσει τον χρόνο που παρήλθε από την ημέρα που έλαβε γνώση της απόφασης η οποία είχε εκδοθεί εναντίον του μέχρι την ημέρα που καταχώρισε την παρούσα αίτηση. γ) Δεν προβάλλει καμιά ουσιώδη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. δ) Δεν υπάρχει καμιά ακυρότητα στην διαδικασία που ακολουθήθηκε. ε) Η Ρουμανία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μέλος ή συμβαλλόμενο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν θεωρείται ως χώρος εκτός δικαιοδοσίας, ούτε χρειάζεται οποιαδήποτε άδεια για επίδοση είτε στην Ρουμανία είτε σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ένσταση των εναγόντων υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του υπαλλήλου τους Μιχάλη Στυλιανού. Σ' αυτήν ο ενόρκως δηλών αρνείται τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής απουσίαζε στο εξωτερικό, ούτε ο ίδιος γνώριζε τέτοιο γεγονός. H υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 3-5,7,9,23,26-28,33,34,81 στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, Δ.5, Θ1,2,9, Δ.5Α, Δ.6, Θ1,4,5,6, Δ.16 Θ9, Δ.17 Θ3, 10,11, Δ.26 Θ14, Δ.27 Θ3, Δ.31, Δ.33 Θ1 και 5, Δ.40 Θ1, 7,11 και 19, Δ.41 Θ 1-3, Δ.42Α, Θ3, 9, Δ.44 Θ 11,12, Δ.48, Θ1 - 3,8

(1),
(2),
(3),
(4), 9(h) (η), 13, Δ.57 Θ2, Δ.64 Θ1 και 2, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 2,21,31,32 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην υπό εξέταση υπόθεση, όπως έχω ήδη αναφέρει η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς τον Εναγόμενο επιτεύχθηκε με υποκατάστατη επίδοση, με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς τον γιό του Εναγόμενου, ενόψει του ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος είχε φύγει στο εξωτερικό, δηλαδή εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Σύμφωνα με πάγια νομολογία η επίδοση εντός δικαιοδοσίας ρυθμίζεται από την Δ.5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ενώ η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ρυθμίζεται από την Δ.6 των ιδίων Κανονισμών (βλέπε Philippou v. Philippou
(1986)1AAΔ 689). Η Δ.6 καθορίζει τις περιπτώσεις όπου μπορεί να επιτραπεί επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ειδικά, η υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας διέπεται από την Δ.6 Θ9. Η Δ.2 Θ2 προνοεί ότι κανένα κλητήριο ένταλμα για επίδοση εκτός Κύπρου θα σφραγίζεται χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Η βασική αρχή, η οποία εξάγεται από την νομολογία, Κυπριακή και Αγγλική είναι ότι η υποκατάστατη επίδοση εντός δικαιοδοσίας δεν μπορεί να επιτραπεί εάν κατά τον χρόνο καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος δεν μπορούσε να γίνει η κατά νόμου προσωπική επίδοση προς τον Εναγόμενο (βλέπε Σταύρος Φραγκέσκου και άλλης v. Χριστίνας Γεωργίου Γρηγορίου
(2000)1ΑΑΔ
(1765), Myerson v. Martin and Others
(1979)3 All E R 667 και Porter v Freudenberg
(1915)1 K. B 857 σελίδες 887- 888). Στην υπόθεση Myerson v. Martin (ανωτέρω) λέχθηκε από τον Λόρδο Denning (σε ελεύθερη μετάφραση) ότι το κρίσιμο χρονικό σημείο είναι η ημερομηνία καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος. Εάν κατά την ημερομηνία αυτή ο Εναγόμενος βρισκόταν στο εξωτερικό και ο Ενάγοντας, αγνοώντας το γεγονός αυτό καταχώρησε κλητήριο ένταλμα για επίδοση εντός δικαιοδοσίας, τότε ο Ενάγοντας θα πρέπει να περιμένει τον Εναγόμενο μέχρι να επιστρέψει από το εξωτερικό για να του επιδώσει προσωπικά το κλητήριο ένταλμα. Στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει υποκατάστατη επίδοση προς τον Εναγόμενο. Εάν όμως ο Εναγόμενος, κατά τον χρόνο καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος βρισκόταν εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, τότε μπορεί να επιτραπεί η υποκατάστατη επίδοση προς αυτόν, ακόμα και αν μετά την καταχώριση του κλητηρίου εντάλματος φύγει στο εξωτερικό. Εάν κατά τον χρόνο καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος ο Εναγόμενος απουσιάζει στο εξωτερικό και ο Ενάγοντας, παρά το ότι γνωρίζει το γεγονός αυτό επιλέγει να καταχωρήσει την αγωγή του για να επιδοθεί εντός της δικαιοδοσίας, τότε και πάλι θα πρέπει να περιμένει τον Εναγόμενο μέχρι να επιστρέψει για να του επιδώσει προσωπικά την αγωγή. Ούτε σε αυτήν την περίπτωση είναι επιτρεπτή η υποκατάστατη επίδοση προς τον Εναγόμενο. Με άλλα λόγια εάν ο Εναγόμενος κατά τον χρόνο καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος βρίσκεται στο εξωτερικό και πρόκειται να παραμείνει στο εξωτερικό η ορθή διαδικασία για τον Ενάγοντα είναι η εξασφάλιση αδείας του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Στο Αnnual Practice, 1960, σελ. 1977, με αναφορά στις υποθέσεις Fry v. Moore
(1889)23 Q.B.D.395, Wilding v. Bean
(1891)1 Q.B.100, De Bernales v. New York Herald
(1893)2 Q.B.97 και Worcester City Banking Co. v. Firbank
(1894). 1 Q.B. 784 υποδεικνύεται ότι αν ο εναγόμενος ήταν εκτός δικαιοδοσίας κατά το χρόνο καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος και δεν είχε δοθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση. Στην υπόθεση Φραγκέσκου v. Γρηγορίου (ανωτέρω) οι εφεσείοντες κατά τον χρόνο καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ήταν μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού. Η εφεσίβλητη είχε εξασφαλίσει άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας. ΟΙ επανειλημμένες προσπάθειες της εφεσίβλητης να επιδώσει την αγωγή της στους εφεσείοντες στον τόπο διαμονής τους στο εξωτερικό δεν καρποφόρησαν. Το Δικαστήριο ενέκρινε αίτημα της εφεσίβλητης για υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής εντός δικαιοδοσίας, συγκεκριμένα στην μητέρα της εφεσείουσας αρ.2, η οποία κατοικούσε στο χωρίο Μαζωτός. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε αίτημα των εφεσειόντων για ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος και της επιδόσεως του κατά τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω. Στην έφεση που ασκήθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο διαχώρισε την υπόθεση αυτή από τις περιπτώσεις των υποθέσεων Philippou και Myerson (ανωτέρω) ως προς το ότι στις δύο τελευταίες υποθέσεις δεν είχε προηγηθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αντίθετα στην υπόθεση Φραγκέσκου είχε εξασφαλιστεί άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Είχαν, επομένως, θεμελιωθεί οι προϋποθέσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Σε τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να επιτευχθεί επίδοση με υποκατάστατη επίδοση τόσο εντός όσο και εκτός της δικαιοδοσίας (βλέπε και τις υποθέσεις Western etc Building Society v. Rucklidge
(1905)2 Ch. D. 472, και Karim v. Κονιδάρη
(1994)1 Α.Α.Δ. 36). Στην ίδια υπόθεση τονίστηκε ότι ένας διάδικος που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας μπορεί να υποβληθεί στην δικαιοδοσία των Δικαστηρίων μας μόνο μετά την εξασφάλιση αδείας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Μετά από την εξασφάλιση τέτοιας αδείας είναι δυνατή και η υποκατάστατη επίδοση εντός δικαιοδοσίας, στις περιπτώσεις όπου πληρούνται οι προϋποθέσεις που διέπουν την χορήγηση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση. Έχω μελετήσει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό το οποίο έχει παρουσιαστεί ενώπιον μου. Όπως έχω ήδη αναφέρει ο εναγόμενος, στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση ισχυρίζεται ότι κατά τον χρόνο καταχώρισης της υπό εξέτασης αγωγής βρισκόταν στην Ρουμανία, όπου είναι μόνιμα εγκατεστημένος από τον Ιανουάριο του 2001 και ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες. Εάν λοιπόν διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία ότι ο ως άνω ισχυρισμός του εναγόμενου ευσταθεί, τότε η επίδοση τής αγωγής προς τον γιό του εναγόμενου δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί έγκυρη επίδοση, καθότι δεν είχε εξασφαλιστεί η άδεια του δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Οι ενάγοντες από πλευράς τους, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένστασή τους αρνούνται ότι ο εναγόμενος κατά τον χρόνο της καταχώρισης της αγωγή τους κατοικούσε στο εξωτερικό. Δυστυχώς όμως, τα στοιχεία τα οποία παρουσίασε ο εναγόμενος κάθε άλλο παρά ικανοποιητικά θα μπορούσαν να κριθούν για να αποδείξουν τον ως άνω ισχυρισμό του. Ακόμα και στην περίπτωση που αποδεχόμουν ότι έχει συστήσει εταιρεία στην Ρουμανία (βλέπε το επισυνημμένο Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του) μέσω της οποίας ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες στην χώρα αυτή, όπως άλλωστε παραδέχονται οι Ενάγοντες στην Ένορκή Δήλωση, η οποία υποστηρίζει την ένσταση τους, εντούτοις δεν είναι αναγκαίο κατά την άποψη μου να διαμένει μόνιμα στην Ρουμανία για να ασκεί τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, ούτε και αποδεικνύει τον ισχυρισμό του ότι κατά τον χρόνο καταχώρισης της υπό εξέταση αγωγής βρισκόταν στην Ρουμανία. Όμως, ούτε και η επισυνημμένη στην ένορκη δήλωση του αλληλογραφία, η οποία κατά τον ισχυρισμό του ανταλλάγηκε μεταξύ του και του υπαλλήλου των εναγόντων Μιχάλη Σταυρίδη (βλέπε τα Τεκμήρια Β, Γ και Δ της ενόρκου δηλώσεως του) μπορεί κατά την άποψη μου να θεωρηθεί ικανοποιητική μαρτυρία για να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι είναι μόνιμος κάτοικος της Ρουμανίας. Στις επιστολές αυτές αναφέρεται ο αριθμός κάποιου τηλεομοιότυπου (Φαξ) για τον οποίο δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι είναι αριθμός τηλεομοιότυπου της Ρουμανίας. Καμία διεύθυνση του Εναγόμενου δεν αναφέρεται στις επιστολές αυτές από την οποία θα μπορούσε να διαφανεί ότι, τουλάχιστον κατά τον χρόνο που είχαν ανταλλαγεί οι επιστολές αυτές κατοικούσε στην Ρουμανία. Τονίζω ότι από τις ημερομηνίες τις οποίες φέρουν οι εν λόγω επιστολές προκύπτει ότι αυτές ανταλλάγηκαν κατά τον Νοέμβρη του 2004. Όμως, ακόμα και στην περίπτωση που αποδεχόμουν ότι κατά τον χρόνο που αναλλάγηκαν οι επιστολές αυτές ο εναγόμενος βρισκόταν πράγματι στην Ρουμανία και πάλι το γεγονός αυτό δεν θα ήταν αρκετό για να αποδείξει τον ισχυρισμό ότι κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας αγωγής εξακολουθούσε να βρίσκεται στην Ρουμανία. Αντίθετα, οι ενάγοντες στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους παρουσιάζουν αδιάσειστα στοιχεία από τα οποία διαφαίνεται ότι ο εναγόμενος μετά τον Ιανουάριο του 2001 υπέγραψε δύο συμφωνίες με τους ενάγοντες στις οποίες δήλωσε ως διεύθυνση του συγκεκριμένες διευθύνσεις στην Λάρνακα. Στην πρώτη συμφωνία, η οποία φέρει ημερομηνία 16/3/2001 (βλέπε το Τεκμήριο Α της ένορκης δήλωσης του Μιχάλη Στυλιανού) αναγράφεται ως διεύθυνση του εναγόμενου η οδός Αγρινίου 42 στην Λάρνακα. Η δεύτερη συμφωνία (βλέπε το Τεκμήριο Β της ενόρκου δηλώσεως) φέρει ημερομηνία 8/10/2001 και αναγράφεται σε αυτήν ως διεύθυνση του Εναγόμενου η Πλατεία Μητροπόλεως στην Λάρνακα. Καμία επεξήγηση δεν έχει δοθεί από τον Εναγόμενο σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους τα έγγραφα, τα οποία περιγράφω πιο πάνω φέρουν διευθύνσεις του Εναγόμενου στην Λάρνακα, παρά το ότι, όπως ο ίδιος διατείνεται από τον Ιανουάριο του 2001 διαμένει μόνιμα στην Ρουμανία. Το λιγότερο το οποίο θα ανέμενα από τον Εναγόμενο ήταν η εξασφάλιση άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, με βάση την Δ.48 Θ4
(2)στην οποία θα έδινε κάποιες εξηγήσεις για την υπογραφή των συμφωνιών που αναφέρω πιο πάνω, ενόψει του ισχυρισμού του ότι από τον Ιανουάριο του 2001 είναι εγκατεστημένος μόνιμα στην Ρουμανία, ειδικότερα δε για την αναγραφή στις συμφωνίες αυτές διευθύνσεων του στην Λάρνακα. Θα πρέπει ακόμα να υποδείξω ότι ούτε στην επιστολή του δικηγόρου του προς τους ενάγοντες με ημερομηνία 17/6/2005 (βλέπε το Τεκμήριο Ε της ενόρκου δηλώσεως του εναγόμενου) αναφέρεται οτιδήποτε για μόνιμη εγκατάσταση του στην Ρουμανία. Ούτε από το περιεχόμενο της επιστολής αυτής θα μπορούσε να συναχθεί ότι ο Εναγόμενος τουλάχιστον κατά την ημερομηνία της υπό αναφορά επιστολής διέμενε μόνιμα στο εξωτερικό. Θα ανέμενα από τον Εναγόμενο ότι θα παρουσίαζε συγκεκριμένα στοιχεία, όπως κάποια επίσημα έγγραφα προερχόμενα από τις Ρουμάνικες Αρχές, τα οποία θα μπορούσαν να αποδείξουν τον ισχυρισμό του ότι τα τελευταία χρόνια είναι μόνιμος κάτοικος Ρουμανίας, ειδικώτερον δε ότι κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας αγωγής βρισκόταν στην Ρουμανία. Δυστυχώς όμως τα στοιχεία τα οποία έχει παρουσιάσει είναι τόσο γενικά και αόριστα κατά τρόπο ώστε δεν θα μπορούσαν να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό του ότι κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας αγωγής απουσίαζε από την Κύπρο. Στην υπόθεση Κarim v. Κονιδάρη (ανωτέρω) αναφέρεται ότι το κριτήριο που διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε περιπτώσεις αιτήσεων για υποκατάστατο επίδοση είναι το κατά πόσο υπάρχει σοβαρή πιθανότητα ότι με τον προτεινόμενο τρόπο επίδοσης το κλητήριο ένταλμα θα περιέλθει στην γνώση του εναγόμενου. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση του ο εναγόμενος παραδέχεται ότι (α) ο γιός του Γεώργιος Κυριάκου παρέλαβε όλα τα σχετικά δικόγραφα τα οποία σχετίζονται με την παρούσα αγωγή και (β) έχει τακτική επικοινωνία με τον γιό του. Αποδίδει δε την μη έγκαιρη καταχώριση εμφάνισης του στην αγωγή στο γεγονός ότι δεν θυμόταν κατά πόσο ο γιός του τον είχε ενημερώσει για την παραλαβή των σχετικών εγγράφων, παρά το ότι ο γιός του, όπως παραδέχεται στην ένορκη του δήλωση, σε μεταγενέστερη συνομιλία τους του ανέφερε ότι τον είχε ενημερώσει για την παραλαβή των σχετικών δικογράφων. Με βάση τα όσα προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι ο εναγόμενος απέτυχε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι κατά τον χρόνο καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής βρισκόταν εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία την οποία παρουσίασε ο εναγόμενος δεν κατάφερε να ρίξει οποιαδήποτε σκιά στον ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως του Νεκτάριου Καπελάκη, η οποία υποστηρίζει την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση ότι ο εναγόμενος έφυγε στο εξωτερικό μετά την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής. Δεν απαιτείτο λοιπόν η εξασφάλισης αδείας από τους ενάγοντες για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη Αριστείδη Ιακώβου ημερομηνίας 11.8.06 η οποία βρίσκεται στο φάκελλο του δικαστηρίου το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στο πρόσωπο, το οποίο κατονομάζεται στο διάταγμα του δικαστηρίου ημερομηνίας 29.6.06. Είναι λοιπόν φανερό ότι η επίδοση της αγωγής προς τον γιό του εναγόμενου με βάση το διάταγμα ημερομηνίας 29.6.06 αποτελεί έγκυρη επίδοση. Κατ' επέκταση η όλη διαδικασία η οποία οδήγησε στην έκδοση της απόφασης εναντίον του Εναγόμενου δεν ήτο εξ υπαρχής άκυρη και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση ex debito justitiae. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι το πρώτο αίτημα του Εναγόμενου για ακύρωση και/ή παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, η οποία έγινε με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/6/2006 δεν μπορεί να πετύχει. Το δεύτερο αίτημα του εναγόμενου είναι η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός της απόφασης του Δικαστηρίου, η οποία εξεδόθη εναντίον του στην παρούσα αγωγή. Στην νομική βάση της υπό εξέταση αίτησης περιλαμβάνονται, εκτός από την Δ.17 Θ10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, οι Δ.33 Θ5 και Δ.26 Θ14. Αναμφίβολα όμως στην υπό εξέταση περίπτωση εφαρμογής τυγχάνει η Δ.17 Θ10 η οποία αναφέρεται σε παραμερισμό απόφασης, η οποία εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Η Δ.26 Θ14 αναφέρεται σε παραμερισμό απόφασης η οποία εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρισης δικογράφων (υπεράσπισης) ενώ η Δ.33 Θ5 σε παραμερισμό απόφασης η οποία εκδίδεται λόγω παράλειψης εμφάνισης κατά την ακρόαση (βλέπε Χρυσάνθου και άλλη v. Mariala Construction Ltd
(1996)1 Α ΑΔ 1129). Στην υπόθεση Steven Bush κ.α. v. Γιαννάκη Γιαννή
(2001)1 ΑΑΔ (Β) 1342, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Kατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.17 θ. 10, εξουσία η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest repulicae ut sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση». Στην υπό εξέταση υπόθεση η μοναδική υπεράσπιση την οποία προβάλλει ο Εναγόμενος στην ένορκη δήλωση του η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση συνίσταται στον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες διεκδικούν ποσό υπερβολικό που δεν δικαιούνται, είτε λόγω υπερχρέωσης τόκου, είτε για άλλους λόγους. Δυστυχώς όμως δεν δίνονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες από τον εναγόμενο, οι οποίες θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τον ως άνω ισχυρισμό του. Ο εναγόμενος είχε την υποχρέωση κατά την άποψη μου να παρουσιάσει συγκεκριμένα στοιχεία, όπως αναλυτική κατάσταση λογαριασμού από τα οποία θα μπορούσαν να διαφανούν οι τυχόν υπερχρεώσεις στις οποίες κατά τον ισχυρισμό του προέβησαν οι ενάγοντες. Η γενική και αόριστη αναφορά του σε υπερβολικό ποσό, είτε λόγω υπερχρέωσης τόκου, είτε για άλλους λόγους, τους οποίους τονίζω ότι παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρηθεί σε καμία περίπτωση ότι αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Όσον αφορά τον χρόνο ο οποίος διέρρευσε μέχρι την καταχώριση της υπό εξέταση αιτήσεως, αφότου ο Εναγόμενος πληροφορήθηκε την έκδοση της εναντίον του απόφασης έχω να αναφέρω τα ακόλουθα: Στην παράγραφο 12 της Ενόρκου Δηλώσεως του ισχυρίζεται ότι η έκδοση της απόφασης στην παρούσα αγωγή περιήλθε εις γνώση του δικηγόρου του περί το τέλος του έτους 2006 ή τις αρχές του έτους 2007, κατόπι τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε ο δικηγόρος του με το αρμόδιο Τμήμα των Εναγόντων. Κι όμως η υπό εξέταση αίτηση κατεχωρήθη μόλις στις 2.8.2007. Καμιά επεξήγηση δεν δίνεται από τον Εναγόμενο για τους λόγους που καθυστέρησε επτά σχεδόν μήνες να καταχωρήσει την υπό εξέταση αίτηση από τον χρόνο που πληροφορήθηκε την έκδοση της εναντίον του απόφασης. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Mine Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ 26 : «Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του». Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι ο Εναγόμενος απέτυχε να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις οι οποίες τάσσονται από την νομολογία μας για παραμερισμό νομότυπα εκδοθείσας απόφασης. Για όλους τους λόγους που έχω επεξηγήσει πιο πάνω, η αίτηση του Εναγόμενου δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο απόκλισης από τον γενικό Κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................ Θ. Θωμά, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.