← Κύπρος

Πίτσας Γεωργίου Είκοσι κ.α. ν. Βύρωνα Αργυρού Αργυρίδη, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 6/03, 23 Ιανουαρίου, 2008

Πίτσας Γεωργίου Είκοσι κ.α. ν. Βύρωνα Αργυρού Αργυρίδη, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 6/03, 23 Ιανουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 6/03 Μεταξύ: Πίτσας Γεωργίου Είκοσι κ.ά, Εφεσειουσών-Αιτητριών, και Βύρωνα Αργυρού Αργυρίδη, Εφεσίβλητου-Καθ΄ ου η Αίτηση ------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23 Ιανουαρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τις Εφεσείουσες-Αιτήτριες: κ. Χρ. Ιωάννου και κ. Π. Νικολάου. Για τον Εφεσίβλητο-Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Πλουτάρχου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Εφεσείουσες-Αιτήτριες με την υπό κρίση αίτηση αιτούνται την έκδοση αριθμού διαταγμάτων του Δικαστηρίου με τα οποία να ακυρώνονται πρώτο, η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ημερ. 17.6.2003, με την οποία καθόρισε τα σύνορα του τεμαχίου 72, Φ/Σχ. 49/20.5.ΙΙΙ, αρ. εγγραφής 41344 και 41345 προς το τεμάχιο 71, Φ/Σχ. 49/20.5.ΙΙΙ VII, αρ. εγγραφής 37068 στο χωριό Πάνω Λεύκαρα της Επαρχίας Λάρνακας. Δεύτερο, η απόφαση του Διευθυντή με την οποία αποφάσισε ότι η έκταση γης, η οποία σημειώθηκε με κίτρινο χρώμα στο σχέδιο που επεσύναψε στην απόφασή του, αποτελεί μέρος του κτήματος που ανήκει στο τεμάχιο 71 με αριθμό εγγραφής
  2. Επίσης, ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να καθορίζει ότι η έκταση γης που φαίνεται με κίτρινο χρώμα, στην απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, αποτελεί μέρος του τεμαχίου 72 με αριθμούς εγγραφής 41344 και 41345 καθώς επίσης και οποιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Η συγκεκριμένη Αίτηση/Έφεση βασίστηκε στα άρθρα 58

(3)και 80 του Κεφ. 224, όπως αυτά τροποποιήθηκαν από μεταγενέστερη νομοθεσία καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στηρίχθηκε σε οκτώ λόγους οι οποίοι είναι σε συντομία οι ακόλουθοι: Ότι ο Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας έκαμε λάθος στην εκτίμηση των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση και δεν ερεύνησε επαρκώς τα υπάρχοντα στοιχεία, ότι η ισχυριζόμενη επέμβαση στο τεμάχιο 71, από το τεμάχιο 72, είναι ανύπαρκτη, ότι ο Διευθυντής δεν έλαβε υπόψη του την πραγματική κατάσταση και δεν χρησιμοποίησε τις ενδεδειγμένες μεθόδους για διερεύνηση της διαφοράς, ότι δεν έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι το υπό αμφισβήτηση τμήμα του περιτοιχίσματος δεν έχει μετακινηθεί τα τελευταία 100 χρόνια, ότι δεν έλαβε υπόψη τα συμφέροντα ή και τα δικαιώματα των Εφεσειουσών και ιδιαίτερα το γεγονός ότι εντός της συγκεκριμένης έκτασης γης υπήρχε μέρος οικοδομής το οποίο ανεγέρθηκε και χρησιμοποιείτο από τους προγόνους των Εφεσειουσών από αμνημονεύτων χρόνων. Επίσης, ότι τοποθέτησε ορόσημα εντός του δικού τους τεμαχίου τα οποία δεν συμφωνούν με την απόφασή του, που επισυνάφθηκε στην ειδοποίηση που τους δόθηκε, δεν έλαβε υπόψη του προηγούμενες υποδείξεις των αρμόδιων λειτουργών και δεν αιτιολόγησε την απόφασή του. Υποστηρίχθηκε από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας-Εφεσείουσας 1, κας Πίτσας Είκοσι η οποία παρέθεσε και αυτή με την σειρά της τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε την απόφαση του Διευθυντή εσφαλμένη. Ο Εφεσίβλητος-Καθ΄ ου η Αίτηση 1 καταχώρησε Ένσταση στην έφεση την οποία βάσισε στα άρθρα 58
(3)και 80 του Κεφ. 224, όπως αυτά τροποποιήθηκαν, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς 5, 6 και 7 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 θ.1-4 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Κατέγραψε, ως λόγους Ένστασης, ότι η απόφαση του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας λήφθηκε ορθά και νόμιμα και σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Νόμου αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα της υπόθεσης καθώς και οι πρόνοιες του άρθρου 58 του Κεφ.
  1. Υποστηρίχθηκε η Ένσταση με Ένορκη Δήλωση του ίδιου του Εφεσίβλητου-Καθ΄ ου η Αίτηση 1 ο οποίος αρνήθηκε τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Έφεση και προώθησε την άποψη ότι η απόφαση του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας διευθέτησε κατά τον καταλληλότερο και δικαιότερο τρόπο την συνοριακή διαφορά που υπήρχε μεταξύ του ίδιου και των Εφεσειουσών. Περαιτέρω υιοθέτησε την Έκθεση του Διευθυντή Κτηματολογίου, ημερ. 17.6.03 καθώς και το περιεχόμενο των Ενόρκων Δηλώσεων του κ. Προδρομή και της κας Σωτηρίου που συνόδευαν την Ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και
  2. Στις 8.6.05 η Αίτηση-Έφεση στην έκταση που αφορούσε τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3 απορρίφθηκε από το Δικαστήριο και παρέμεινε για εκδίκαση μόνο αναφορικά με τον Εφεσίβλητο-Καθ΄ ου η Αίτηση
  3. Προς υποστήριξη της υπόθεσης οι Εφεσείουσες-Αιτήτριες κάλεσαν δύο μάρτυρες. Πρώτη, κατέθεσε η κα Πίτσα Είκοσι (Μ.Ε.1) η οποία είναι η Εφεσείουσα-Αιτήτρια
  4. Ισχυρίστηκε ότι είναι πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εφεσειουσών-Αιτητριών 2, 3 και 4 και όλες μαζί έχουν από ¼ μερίδιο στο τεμάχιο 72, Φ/Σχ. 49/20.5 ΙΙΙ, αριθμός εγγραφής 41344 και 41345 στο χωριό Πάνω Λεύκαρα. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1 και 2, τα πληρεξούσια έγγραφα που είχε στην κατοχή της και ως Τεκμήρια 3 και 4 τους τίτλους ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου. Ήταν η θέση της ότι λόγω των γνώσεών της καθώς και της εμπειρίας της, ως υπεύθυνη για τις γεωγραφικές συντεταγμένες στην εταιρεία Shell και Exon στην Αμερική, μπορούσε να αντιληφθεί τις δυσκολίες που υπάρχουν αναφορικά με την διεξαγωγή τέτοιου είδους μετρήσεων. Ισχυρίστηκε, ότι η ίδια για πρώτη φορά έλαβε γνώση του προβλήματος, που αφορούσε το σύνορο του ακινήτου τους με το ακίνητο του Εφεσίβλητου, αρχές Οκτωβρίου
  5. Λόγω του ότι μεταξύ των ετών 1991 με 2001, και μετά την επίταξη του κτήματος, καταστράφηκε μέρος του περιτοιχίσματος καθώς και τ΄ εσωτερικά κτίσματα, το 1993, αναστυλώθηκε ο πέτρινος τοίχος από τις ίδιες σύμφωνα και με τις οδηγίες του Δήμου Λευκάρων. Είχαν αιτηθεί, το 1989, για οριοθέτηση του ακινήτου τους η οποία οριοθέτηση έγινε το 1991 και αφορούσε το ίδιο σύνορο μ΄ αυτό που αφορά η υπό κρίση απόφαση του Κτηματολογίου. Τότε, είχαν τοποθετηθεί δύο ορόσημα, ένα στην άκρη του δρόμου και ένα εκεί που τελειώνει η ιδιοκτησία του Εφεσίβλητου
  6. Ο Εφεσίβλητος, σύμφωνα με την μαρτυρία της, της είχε τηλεφωνήσει και της ανακοίνωσε την απόφασή του για να ανεγείρει οικοδομή, για την οποία είχε ήδη πάρει άδεια οικοδομής και ότι θα έκτιζε μέχρι το σύνορο, αφού είχε πάρει χαλάρωση καθώς και ότι θα το χαλούσε. Τότε, η ίδια με επιστολές απεύθυνε παράπονο τόσο στον Διευθυντή Κτηματολογίου καθώς και στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως. Κατέθεσε τις επιστολές αυτές ως Τεκμήρια 4, 5, 6 και
  7. Επίσης απευθύνθηκε και στον Δήμαρχο Λευκάρων γραπτώς. Κατέθεσε την επιστολή προς τον Δήμαρχο ως Τεκμήριο
  8. Σε μια από τις επισκέψεις της στο χωριό βρήκε την μπουλτόζα να κατεδαφίζει τον τοίχο και τότε επισκέφθηκε το Δημαρχείο για να διαπιστώσει κατά πόσο ο Εφεσίβλητος-Καθ΄ ου η Αίτηση είχε άδεια για την κατεδάφιση του τοίχου. Μετά το Δημαρχείο επισκέφθηκε την Αστυνομία και έκαμε παράπονο. Κατέθεσε το Τεκμήριο 9 προς υποστήριξη του ισχυρισμού της. Στη συνέχεια προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο για ακύρωση της άδειας οικοδομής, αντίγραφο της οποίας της είχε δοθεί κατά την διαδικασία εκδίκασης της προσφυγής που είχε καταχωρίσει και το κατέθεσε ως Τεκμήριο
  9. Ακολούθησε, στις 28.1.03, ειδοποίηση από το Κτηματολόγιο για να παρεβρεθούν τα ενδιαφερόμενα μέρη στις 13.2.03 στα Λεύκαρα για να επιλυθεί η διαφορά τους. Κατέθεσε την ειδοποίηση ως Τεκμήριο
  10. Η συνάντηση στις 12.2.03 ακυρώθηκε λόγω ασθένειας του χωρομέτρη και της στάληκε σχετική ειδοποίηση, το Τεκμήριο
  11. Στη συνέχεια ακολούθησαν νέες ειδοποιήσεις προς τις δύο πλευρές για την ημερομηνία διευθέτησης συνοριακής διαφοράς, σύμφωνα με το άρθρο 58 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 13 και
  12. Ήταν η θέση της ότι η ίδια μαζί με τον κ. Μακρυγιάννη, ο οποίος είναι χωρογράφος στον ιδιωτικό τομέα και είχε χωρομετρήσει το κτήμα της, συναντήθηκε με την κα Γεωργία Σωτηρίου, την χωρομέτρη του Κτηματολογίου, η οποία τους ανέφερε ότι ο πέτρινος τοίχος ήταν δικός τους. Όμως, στις 5.3.03 κατά την 1ην επιτόπια εξέταση έγιναν μετρήσεις από τους χωρομέτρες του Κτηματολογίου και τοποθετήθηκαν τρία ορόσημα. Το ένα τοποθετήθηκε στο σύνορο του κτήματος της μάρτυρος και του Εφεσίβλητου- Καθ΄ ου η Αίτηση 1, στην άκρη του δρόμου όπου υπήρχε ένα κομμάτι του τοίχου. Το άλλο ορόσημο τοποθετήθηκε στην πόρτα του κτήματός της και το τρίτο τοποθετήθηκε ένα πόδι μέσα στο κτήμα των Εφεσειουσών-Αιτητριών, από την εσωτερική πλευρά του τοίχου. Παρόλο που η ίδια είχε διαφωνήσει με την τοποθέτηση αυτή, της είχε αναφερθεί από το Κτηματολόγιο ότι τα ορόσημα θα ελεγχθούν και ότι θα έπρεπε να περιμένει την απόφαση του Διευθυντή. Στο μεταξύ η οικοδομή του Καθ΄ ου η Αίτηση-Εφεσίβλητου συνεχίστηκε και ο ίδιος είχε χαλάσει όλο τον τοίχο, πέρασε την πόρτα του κτήματος των Εφεσειουσών-Αιτητριών και εισήλθε με τον εκσκαφέα στο κτήμα τους. Ήταν η θέση της ότι μετά απ΄ αυτήν την εξέλιξη ζήτησε να συναντήσει τον Διευθυντή Κτηματολογίου και στις 14.4.03 επισκέφθηκε το Κτηματολόγιο Λάρνακας όπου και συνάντησε τον κ. Φιλή. Παρόντες ήταν και άλλοι υπάλληλοι του Κτηματολογίου, ο κ. Δράκος, ο κ. Κυπριανού , ο κ. Κυριάκου και ο κ. Ματσουκάρης. Λόγω της καταγγελίας, στην οποία είχε προβεί η μάρτυρας, ακολούθησε νέα επιτόπια εξέταση για την οποία ειδοποιήθηκαν και οι δύο πλευρές. Κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 15 και
  13. Η νέα εξέταση διεξήχθηκε στις 14.5.03 και τα ορόσημα τοποθετήθηκαν στην ίδια ακριβώς θέση που είχαν τοποθετηθεί και στην προηγούμενη εξέταση. Ήταν το παράπονο της μάρτυρος (Μ.Ε.1) ότι το Κτηματολόγιο αρνείτο να της δώσει τα τοπογραφικά στοιχεία για να προβεί ο δικός της τοπογράφος σε μετρήσεις. Παρά την κοινοποίηση της απόφασης του Κτηματολογίου προς την ίδια, η οποία έδειχνε την έκταση του τοίχου να ανήκει στον Καθ΄ ου η Αίτηση, συνεχίστηκαν οι συναντήσεις της μάρτυρος (Μ.Ε.1) με το Κτηματολόγιο χωρίς όμως αποτέλεσμα. Όμως, από τα έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή της υπήρχε και ένα σημείωμα του κ. Μαντά, τότε Διευθυντή του Κτηματολογίου, για την χωρομετρία που είχε διεξαχθεί, ημερομηνίας 27.8.04, το οποίο και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  14. Αντεξετασθείσα ανέφερε ότι οι γνώσεις της για το συγκεκριμένο θέμα απορρέουν από τα καθήκοντα που είχε ως Υπεύθυνη Χαρτογράφησης όλων των σεισμικών δεδομένων της εταιρείας Exon. Ερωτηθείσα απάντησε ότι το 2001 μέρος του κτήματός της είχε απαλλοτριωθεί για δεύτερη φορά και τότε ο ιδιώτης χωρομέτρης, που είχε κληθεί από την ίδια, μετρώντας επί τόπου τις συντεταγμένες έκανε χαρτογράφηση του περιτοιχίσματος του κτήματος. Όμως, ο χωρομέτρης αυτός δεν είχε ασχοληθεί με το θέμα της συνοριακής διαφοράς. Ήταν η θέση της ότι είχε προηγηθεί άλλη αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς το
  15. Τότε το Κτηματολόγιο, μετά την επίσκεψη στο χώρο, ανέφερε ότι δεν υπάρχει συνοριακή διαφορά και καθοδήγησε και τα δύο εμπλεκόμενα μέρη να κάνουν αίτηση για οριοθέτηση. Όμως, το Κτηματολόγιο είχε τότε προτείνει τρία
(3)σημεία τ΄ οποία, σύμφωνα πάντοτε με την Μ.Ε.1, ήταν τα ίδια μ΄ αυτά που τοποθετήθηκαν κατά την υπό εξέταση διαδικασία. Ακολούθησε η αίτηση το 2002 για επίλυση της συνοριακής διαφοράς. Όμως το 2002 ο πέτρινος τοίχος, σύμφωνα με την μαρτυρία, δεν υπήρχε. Το μόνο που υπήρχε ήταν ένα τμήμα του τοίχου αυτού, έκτασης ένα με δύο μέτρα, στο οποίο στηριζόταν η καγκελόπορτα που χρησιμοποιείτο ως είσοδος στο κτήμα των Εφεσειουσών-Αιτητριών. Απαντώντας σε ερωτήσεις του δικηγόρου του Καθ΄ ου η Αίτηση επέμενε στη θέση της ότι ο συγκεκριμένος πέτρινος τοίχος είχε ανακαινιστεί το 1993, μετά την οριοθέτηση που είχε γίνει το 1991, στην απουσία της και αυτός ο τοίχος συνιστούσε το σύνορο με τα κτήματα του Καθ΄ ου η Αίτηση εδώ και πάρα πολλά χρόνια, μέχρι τον Μάρτιο του 2003 που ο κ. Δράκος, του Τμήματος Χωρομετρίας, υπέδειξε την τοποθέτηση των ορόσημων σε τρεις θέσεις οι οποίες βρίσκονταν ένα μέτρο εντός του συγκεκριμένου τοίχου και εντός του κτήματος των Αιτητριών. Αυτό άφηνε τον παλιό τοίχο στο κτήμα του Καθ΄ ου η Αίτηση. Η χωρομέτρηση της περιοχής, σύμφωνα με την μάρτυρα, έγινε ξεκινώντας από τον Αστυνομικό Σταθμό Λευκάρων γιατί τα σταθερά σημεία χωρομετρίας των Λευκάρων δεν είχαν διασωθεί. Λόγω της εξαφάνισης των χωρομετρικών σημείων, ήταν η θέση της, ότι το Κτηματολόγιο όφειλε να εξετάσει την επί τόπου κατάσταση, δηλαδή τη θέση του τοίχου, ο οποίος αναστυλώθηκε με έξοδα των Αιτητριών λόγω του ότι τα αυτοκίνητα που στάθμευαν στο ακίνητο του Καθ΄ ου η Αίτηση τον κατέστρεψαν. Δεύτερος κατάθεσε ο τοπογράφος-μηχανικός κος Δημήτριος Μακρυγιάννης Μ.Ε.2 ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του τοπογράφου μηχανικού από το
  1. Σύμφωνα με τον μάρτυρα το 2001 με εντολή της κας Πίτσας Είκοσι (Μ.Ε.1) προέβη σε χωρομετρία του τεμαχίου με αριθμό 72, Φ/Σχ.
  2. Σκοπός της χωρομετρίας αυτής ήταν να αποτυπώσει τους εξωτερικούς τοίχους, την υψομέτρηση και να προβεί σε εμβαδομέτρηση. Εξηγώντας τι πραγματικά έπραξε ανέφερε ότι υπήρχε τότε σε όλη την περίμετρο υφιστάμενη περίφραξη με πλυθοδομή. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 18, το σχέδιο στο οποίο αποτύπωσε τη συγκεκριμένη εργασία. Εξηγώντας το Τεκμήριο 18 ανέφερε ότι η συγκεκριμένη αποτύπωση παρουσιάζει τα δύο κτίσματα που υπήρχαν μέσα στο τμήμα, την περίφραξη η οποία εμφανίζεται με μπλέ διπλή γραμμή καθώς και το πάχος του τοίχου. Υπάρχουν αποτυπώσεις οι οποίες παρουσιάζουν και τις δύο χωρομετρίες, του 1917 και του
  3. Η χωρομετρία του 1917 παρουσιάζεται με κόκκινο μελάνη ενώ η χωρομετρία του 1932 με πράσινο. Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης ως Τεκμήρια 19 και 20 αντίγραφα του χωρομετρικού βιβλίου, feed-books που αφορούν την χωρομετρική εργασία που έγινε το 1917 και το 1932, αναφορικά με το τεμάχιο
  4. Πάνω σ΄ αυτά βασίστηκε η όλη εργασία για τις χωρομετρίες. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι υπάρχει μείωση του εμβαδού του τεμαχίου 72 μεταξύ της χωρομετρίας του 1917 και της χωρομετρίας του
  5. Ήταν η θέση του ότι ο τοίχος, όπως αποτυπώθηκε το 2001, πλησιάζει περισσότερο προς την χωρομετρία του
  6. Ο ίδιος είχε ετοιμάσει δικό του σχέδιο, σε σχέση και με τις δύο χωρομετρίες και με βάση το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 19 και 20, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
  7. Στο Τεκμήριο 21 σημείωσε με κόκκινο μελάνη την χωρομετρία του 1917 και με πράσινο μελάνη την χωρομετρία του
  8. Ανέφερε ότι όταν πήγε επί τόπου υπήρχαν και τρία ορόσημα τα οποία του υπέδειξε η κα Είκοσι (Μ.Ε.1) που βρίσκονταν έξω από τον τοίχο, μέσα στο τεμάχιο 72 και σημειώθηκαν στο συγκεκριμένο τεκμήριο ως σημεία Α, Δ και Ζ. Τα ορόσημα αυτά βρίσκονταν στην εξωτερική πλευρά του τοίχου σε σχέση με το τεμάχιο
  9. Ξαναεπισκέφθηκε το τεμάχιο 72 ο μάρτυρας το 2003 μετά την οριοθέτηση που αφορούσε την διαφορά των συνόρων. Το Κτηματολόγιο είχε υποδείξει τρία σύνορα που αφορούσαν το τεμάχιο 72 με το τεμάχιο
  10. Το πρώτο σημειώθηκε στο σχέδιο χαμηλά ως Ζ. Η λιθοδομή τοποθετήθηκε μέσα στο τεμάχιο 72, ενώ το σημείο Δ τοποθετήθηκε να βρίσκεται στο τέλος του τεμαχίου 71 και εντός του τεμαχίου
  11. Μετά την έκδοση της απόφασης του Κτηματολογίου, τον Μάϊο του 2003, ο ίδιος προχώρησε σε αποτύπωση του κτιρίου, το οποίο κτίστηκε από τον ιδιοκτήτη του τεμαχίου
  12. Αποτύπωσε τις περιφράξεις, όπως κτίστηκαν μετά την πρώτη αποτύπωση που έκανε και προέβη σε μια επαλήθευση αναφορικά με τις χωρομετρίες του 1917 και του
  13. Κατέθεσε το σχέδιο που ετοίμασε ως Τεκμήριο
  14. Κατέληξε ότι όπως αποτύπωσε την κατάσταση πραγμάτων ο τοίχος του τεμαχίου 71 επεμβαίνει περίπου 20 πόντους στο τεμάχιο
  15. Ενώ, η διαφορά μεταξύ των δύο τεμαχίων ήταν μόνο 95 πόντους και παραδέχθηκε ότι με βάση αυτήν την μικρή διαφορά το Κτηματολόγιο δεν θα μπορούσε να υποδείξει με ακρίβεια τα σύνορα μεταξύ των δύο κτημάτων και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι στην περιοχή δεν υπήρχαν σταθερά σημεία. Στη συνέχεια εξήγησε την μέθοδο που χρησιμοποιείτο, πριν το 2005 για τον καθορισμό συνόρων και για σκοπούς χωρομέτρησης και κατέθεσε, ως Τεκμήριο 23, οδηγία του Υπουργείου Εσωτερικών για την διεξαγωγή κτηματολογικών χωρομετρικών εργασιών, η οποία όμως είχε ημερομηνία 11.4.
  16. Για τις χωρομετρίες του 1917 και του 1932 είχε χρησιμοποιηθεί μετράλισος και ορθογωνικά όργανα. Επιπρόσθετα ανέφερε ότι στην επιτόπια εξέταση που έγινε τον Ιούνιο του 2003, στην οποία ήταν παρών ο Διευθυντής της Χωρομετρίας κ. Αντρέας Σωκράτους, ενώ αρχικά είχε αναφερθεί στον ίδιον ότι δεν θα υποδεικνύονταν σύνορα, τελικά μετά που ο ίδιος είχε απομακρυνθεί υποδείχθηκαν τα σύνορα. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι ο ίδιος μπορεί να προβεί σε οριοθέτηση στην κλίμακα 1:5000 και 1:2000 στην νέα χωρομετρία. Στην υπό εξέταση περίπτωση η κλίμακα ήταν 1:500 και δεν μπορούσε να προβεί σε οριοθέτηση. Γι΄ αυτό και στην υπό εξέταση περίπτωση έκανε αποτύπωση του τεμαχίου και όχι χωρομετρική εργασία. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν δικαιούται να ασχολείται με την επίλυση συνοριακών διαφορών. Μπορεί μόνον να ασχοληθεί με την μέτρηση του εμβαδού του τεμαχίου, σε περίπτωση που ο ιδιοκτήτης υποψιάζεται ότι υπάρχει μείωσή του ή ότι υπάρχει επέμβαση. Ήταν η θέση του ότι δεν έχει επιλύσει ο ίδιος οποιαδήποτε συνοριακή διαφορά. Ερωτηθείς απάντησε ότι οι οδηγίες που είχε πάρει από την Αιτήτρια-Εφεσείουσα 1 ήταν να αποτυπώσει τους εξωτερικούς τοίχους και να προβεί σε υψομέτρηση και εμβαδομέτρηση του τεμαχίου. Αυτό έγινε αρχές του
  17. Με βάση τις οδηγίες που είχε λάβει ετοίμασε το Τεκμήριο
  18. Στο Τεκμήριο 18 αποτύπωσε θεωρητικά τις χωρομετρίες του 1917 και του 1932 και εξήγησε ότι εκεί που είναι η κόκκινη γραμμή ο ίδιος αποτύπωσε την έκταση του ακινήτου δηλαδή εκεί που θα έπρεπε να φτάνει το ακίνητο δυνάμει της χωρομετρίας του 1917, το οποίο σήμερα είναι δρόμος. Ενώ, η πράσινη γραμμή που συνιστά την χωρομετρία του 1932, εφάπτεται πάνω στον τοίχο. Κατέληξε, ότι όπως είναι το Τεκμήριο 18, στην πλευρά που συνορεύει το ακίνητο 72 με το ακίνητο 71, η κόκκινη γραμμή δείχνει τον τοίχο να επεμβαίνει μερικώς στο μήκος του τεμαχίου
  19. Η επέμβαση στο σημείο Δ είναι λιγότερη από το πάχος του τοίχου, δηλαδή 40 εκατοστά. Η ίδια επέμβαση παρατηρείται και αναφορικά με την χωρομετρία του
  20. Όμως, σε αυτήν την περίπτωση η επέμβαση του τοίχου εντός του ακινήτου του Εφεσίβλητου-Καθ΄ ου η Αίτηση είναι 1.02 εκ. συν το πάχος του τοίχου, οπόταν τελικά ανέρχεται σε 1.52 εκατοστά. Η περίφραξη του τεμαχίου, όπως αποτυπώθηκε το 2001, αποδεικνύεται με μπλε γραμμή. Στη συνέχεια ανέφερε ότι ο ίδιος δεν διαφωνεί με το Κτηματολόγιο όσον αφορά την οριοθέτηση με βάση την χωρομετρία του
  21. Ενώ, παραδέχθηκε ότι την δεύτερη φορά που το Κτηματολόγιο έλεγξε τα σύνορα χρησιμοποίησε το δορυφορικό σύστημα GPS, το οποίο παρέχει ποσοστά ακριβείας, και υπέδειξε τα ορόσημα ακριβώς στην ίδια θέση. Ήταν η θέση του ότι με βάση την ακρίβεια που σχεδιάστηκαν τα σχέδια δεν μπορούσε ν΄ αλλάξει η χωρομετρία του 1917 και να μετακινηθεί προς το τεμάχιο 72 με διαφορετικό σχήμα. Για να καταλήξει τελικά ότι υπάρχουν σταθερά σημεία αποτυπωμένα στο Τεκμήριο 19, με βάση τ΄ οποία το Κτηματολόγιο έκανε τις μετρήσεις του και ότι οι δύο χωρομετρίες, οι οποίες υπάρχουν, δεν αναιρούν η μια την άλλη και ότι η αποτύπωση, στην οποία ο ίδιος προέβη, δεν είχε οποιανδήποτε σχέση με τις συνοριακές διαφορές. Τελειώνοντας, ανέφερε ότι το εν χρήσει σχέδιο αυτή τη στιγμή είναι η χωρομετρία του
  22. Για τον Εφεσίβλητο-Καθ΄ ου η Αίτηση κατέθεσαν τρεις μάρτυρες. Πρώτος κατέθεσε ο κ. Προδρομής Μ.Υ.1, ο οποίος εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας για 15 χρόνια και είναι επιφορτισμένος με την διεξαγωγή επιτόπιων ερευνών εδώ και 14 χρόνια. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του μετά την αίτηση με αριθμό ΑΧ1331/02, η οποία υποβλήθηκε στις 16.10.02, στάληκαν συστημένες επιστολές για την διεξαγωγή της επιτόπιας έρευνας στις 6.3.03, τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήριο
  23. Εκείνη την μέρα παρεβρέθηκε η Αιτήτρια, η οποία ήταν πληρεξούσιος αντιπρόσωπος και των αδελφών της, ο Καθ΄ ου η Αίτηση και η κυρία Γεωργία Σωτηρίου, η οποία ήταν η χωρομέτρης. Η Αιτήτρια υπέδειξε στον ίδιον το μέρος που διεκδικούσε ως δικό της. Στη συνέχεια η κα Σωτηρίου προέβη στην απαραίτητη χωρομετρική εργασία για να διαπιστώσει σε ποιον ανήκε το αμφισβητούμενο κομμάτι της γης. Τοποθετήθηκαν προσωρινά τα ορόσημα, επί τόπου, και ενημερώθηκαν οι ενδιαφερόμενοι ότι αυτά ήταν προσωρινά μέχρι να ελεγχθεί η εργασία από τους υπεύθυνους στο σχεδιαστήριο. Ο ίδιος ετοίμασε το έντυπο που αφορά την έκθεση της επιτόπιας έρευνας, το οποίο και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  24. Το υπέβαλε στον υπεύθυνο του κλάδου για να ελεγχθεί. Στο μεταξύ όμως είχε υποβληθεί παράπονο από την κα Είκοσι (Μ.Ε.1) στον Αστυνομικό Σταθμό Λευκάρων που αφορούσε την κατεδάφιση περιτοιχίσματος από τον Εφεσίβλητο-Καθ΄ ου η Αίτηση και μετά από οδηγίες του κ. Κυπριανού, υπεύθυνου του κλάδου, ορίστηκε εκ νέου επιτόπια εξέταση και επανεξετάστηκαν τα τοποθετηθέντα ορόσημα. Η επανεξέταση έγινε στις 14.5.03 παρουσία της κας Σωτηρίου, της Αιτήτριας, του Καθ΄ ου η Αίτηση και του υπεύθυνου του Αστυνομικού Σταθμού Λευκάρων κ. Πάρπα καθώς και του εξεταστή του παραπόνου της κας Είκοσι του κ. Σολωμού. Ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία, όπως και στην πρώτη επιτόπια εξέταση και τοποθετήθηκαν ορόσημα εκ νέου τα οποία συνέπιπταν με αυτά που είχαν τοποθετηθεί την πρώτη φορά. Κατέθεσε τα αποτελέσματα της διαδικασίας όπως καταγράφηκαν στο ειδικό έντυπο ως Τεκμήριο
  25. Μετά από έλεγχο εκδόθηκε η απόφαση, σύμφωνα και με το άρθρο 58
(3)του Κεφ. 224, στις 17.6.03 η οποία και κοινοποιήθηκε σ΄ όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Τελειώνοντας ο μάρτυρας ανέφερε ότι χρησιμοποιείται η γενική χωρομετρία του 1932 για όλες τις εργασίες αφού αυτό είναι το εν χρήσει σχέδιο, το οποίο έγινε στην κλίμακα 1:500, και λόγω του ότι αντικατέστηκε το σχέδιο του
  1. Όσον αφορά το Τεκμήριο 17 ο μάρτυρας εξήγησε ότι αυτό αφορά άλλη αίτηση της Αιτήτριας-Εφεσείουσας 1, με αριθμό ΑΧ112/01, η οποία σχετίζεται με τον εκσυγχρονισμό του τίτλου λόγω του ότι η υφιστάμενη εγγραφή των κτημάτων της δεν βασίζεται σε επίσημα κτηματικά σχέδια. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ανέφερε ότι καθήκον του, κατά την επιτόπια εξέταση, ήταν να καταγράψει την επιτόπου κατάσταση των ακινήτων ενώ, η χωρομέτρης ασχολείτο με την τεχνική πλευρά της έρευνας. Ερωτηθείς ξανά για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17 επέμενε στη θέση του ότι δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την επίδικη διαφορά γιατί αφορά την αίτηση για εκσυγχρονισμό τίτλου, η οποία θα εξεταστεί μετά την ολοκλήρωση της υπό εξέλιξη διαδικασίας για επίλυση της συνοριακής διαφοράς. Ο κ. Μαρδάς, ο οποίος υπογράφει το συγκεκριμένο έγγραφο, Τεκμήριο 17, ήταν η θέση του ότι δεν διευκρινίζει σε ποιο κτηματολογικό σχέδιο αναφέρεται. Αυτό που ο ίδιος γνώριζε ήταν ότι οι οδηγίες του ήταν να λαμβάνεται υπόψη η επιτόπου κατοχή σε συνδυασμό πάντοτε με το κτηματολογικό σχέδιο. Εξήγησε ότι για το τεμάχιο των Αιτητριών-Εφεσειουσών, το τεμάχιο 72, είχε δύο εγγραφές οι οποίες δεν βασίζονταν σε οποιαδήποτε χωρομετρία. Αν η έκταση που κάλυπτε δεν συσχετιζόταν με τον τίτλο τότε καταγράφεται αυτή που κατέχεται επί τόπου. Επειδή όμως στην παρούσα περίπτωση το τεμάχιο του Καθ΄ ου η Αίτηση -Εφεσίβλητου βασιζόταν στην χωρομετρία του 1932 μπορούσε να γίνει ο συσχετισμός διαφορετικά. Με αναφορά στο Τεκμήριο 25 και συγκεκριμένα στην παράγραφο 13 ανέφερε ότι ένα μικρό κομμάτι του τοίχου, του οποίου τα θεμέλια δεν φαινόντουσαν, βρισκόταν μέσα στο διαφιλονικούμενο μέρος στην μορφή πεταμένων πετρών. Η δεύτερη μάρτυρας ήταν η κα Σωτηρούλλα Γεωργίου (Μ.Υ.2) η οποία εργάζεται στο Κτηματολόγιο Λάρνακας στην υπηρεσία Χωρομετρίας και για 13 χρόνια ασχολείται με χωρομετρικές εργασίες και συνοριακές διαφορές. Η ίδια είχε προβεί στην εξέταση της αίτησης των Αιτητριών-Εφεσειουσών. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, πήγε για πρώτη φορά στα Λεύκαρα στις 6.3.
  2. Η κλίμακα που αφορά τα Πάνω Λεύκαρα είναι 1:500 και υπάρχουν χωρομετρικά στοιχεία στα χωρομετρικά βιβλία που καταγράφουν μετρήσεις τις οποίες εφαρμόζουν οι χωρομέτρες και από τις οποίες δεν μπορούν να ξεφύγουν. Τέτοιες μετρήσεις υπήρχαν και για τα ακίνητα της Αιτήτριας. Το εν χρήσει σχέδιο ήταν αυτό του 1932 και αυτό εφάρμοσε η ίδια επιτόπου ως ήταν οι οδηγίες της. Οι μετρήσεις, σύμφωνα με την μαρτυρία της, έγιναν με θεοδόλιχο και total station, το όργανο που μετρά αποστάσεις. Έλαβε επίσης υπόψη της τα σταθερά σημεία, τα οποία πολλές φορές δεν υπάρχουν επιτόπου αλλά ορίζονται γιατί υπάρχουν δελτάρια περιγραφικά έτσι ώστε να μπορούν ν΄ ορίζονται με μεγάλη ακρίβεια. Με την χρήση του θεοδόλιχου και του total station βάζουν τις συντεταγμένες των συνόρων, οι οποίες στην συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχαν στα χωρομετρικά βιβλία καθώς και τα σταθερά σημεία του Κτηματολογίου και τα μεταφράζουν από τις μαθηματικές μετρήσεις. Με αναφορά στο Τεκμήριο 28, που αφορά παλιές χωρομετρίες, εξήγησε ότι φαίνονται τα σταθερά χωρομετρικά σημεία και απ΄ αυτά τα σημεία εφαρμόζονται οι σχετικές μετρήσεις. Ακολουθεί ο έλεγχος στο σχεδιαστήριο έτσι ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο έγινε οποιοδήποτε λάθος. Επιπρόσθετα ανέφερε ότι το Τεκμήριο 25 ετοιμάστηκε με βάση το εν χρήσει σχέδιο του
  3. Η διαφορά, δηλαδή η επέμβαση του τεμαχίου 72 στο τεμάχιο 71, φαίνεται στο Τεκμήριο 25 και έχει καταγραφεί με κίτρινο χρώμα. Όλη η εργασία της και οι μετρήσεις καταγράφηκαν στην Έκθεση που ετοίμασε ο κος Προδρομής (Μ.Υ.1), το Τεκμήριο
  4. Ήταν η θέση της ότι επισκέφθηκαν εκ νέου τα τεμάχια στις 14.5.03 λόγω του ότι αμφισβητήθηκαν οι μετρήσεις του Κτηματολογίου από τους διάδικους. Τους συνόδευσε αυτή την φορά ο προϊστάμενος κ. Δράκος και ο Ανώτερος Κτηματολογικός Λειτουργός κ. Μαρδάς. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε αλλαγή στην κατάληξη η οποία είχε προηγηθεί. Αναφορικά με το ποσοστό λάθους, η ίδια ισχυρίστηκε ότι δεν δικαιούται ν΄ έχει ποσοστό λάθους 45 εκ. Στις χωρομετρίες του 1917 και του 1932 χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος της αλυσομέτρησης, η οποία είναι ακριβείας. Η ίδια είχε οδηγίες ν΄ εφαρμόσει την γενική χωρομετρία του 1932 χρησιμοποιώντας τα σταθερά σημεία που υπήρχαν. Όσον αφορά τον πέτρινο τοίχο, ήταν η θέση της, ότι κατά την πρώτη της επίσκεψη υπήρχε ένας μισογκρεμισμένος τοίχος ενώ την δεύτερη φορά που επισκέφθηκαν τα ακίνητα ο τοίχος αυτός είχε κατεδαφιστεί. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι ο παλιός τοίχος, είχε τοποθετηθεί στο τεμάχιο 72 της κας Είκοσι, αλλά στη συνέχεια διαφάνηκε ότι ήταν μέσα στο τεμάχιο 71 του Καθ΄ ου η Αίτηση-Εφεσίβλητου. Ερωτηθείσα κατά πόσο είχε χρησιμοποιήσει το σύστημα GPS για τις μετρήσεις της απάντησε ότι η ίδια δεν το είχε χρησιμοποιήσει αλλά ο Ανώτερος Λειτουργός Χωρομετρίας κος Σωκράτους μαζί με τον χωρομέτρη κο Χριστάκη Μακρυμάλλη χρησιμοποίησαν το συγκεκριμένο σύστημα για να ελέγξουν τις μετρήσεις που είχε κάνει η ίδια. Κατά την αντεξέταση ερωτήθηκε για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17 και ανέφερε ότι το συγκεκριμένο τεκμήριο συντάχθηκε μετά την απόφαση του Κτηματολογίου. Ερωτηθείσα εκτεταμένα για τον πετρόκτιστο τοίχο εξήγησε ότι όντως υπήρχε τέτοιος τοίχος, ο οποίος σύμφωνα με το επίσημο σχέδιο δεν ήταν ευθύς. Με αναφορά στο Τεκμήριο 25 υπέδειξε ότι ο παλιός τοίχος έχει σχεδιαστεί με διπλή συνεχόμενη γραμμή και λόγω του ότι κατεδαφίστηκε έπρεπε να διαγραφεί από τα σχέδια του Κτηματολογίου. Τελευταίος κατέθεσε ο κ. Μαρδάς (Μ.Υ.3) ο οποίος εργάζεται στα κεντρικά γραφεία του Κτηματολογίου στη Λευκωσία για 39 χρόνια. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του μια εκ των αιτήσεων της κας Πίτσας Είκοσι (Μ.Ε.1) αφορούσε τον εκσυγχρονισμό τίτλου του κτήματός της, στα Πάνω Λεύκαρα, το οποίο αρχικά ήταν 4 σκάλες όμως τώρα είναι πολύ μικρότερο. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 29, την αίτηση εκσυγχρονισμού. Λόγω της ιδιαιτερότητας της υπόθεσης όταν η Αιτήτρια- Εφεσείουσα 1, κα Πίτσα Είκοσι, αιτήθηκε για καθορισμό των συνόρων ο ίδιος είχε αποφασίσει να επισκεφθεί την περιοχή και το συγκεκριμένο κτήμα μαζί με το συνεργείο των χωρομετρών σε μια προσπάθεια να δώσουν στον εμπειρογνώμονα της κας Είκοσι τα στοιχεία τα οποία ζητούσε στο έδαφος. Αυτά έγιναν έχοντας υπόψη ότι το αίτημα είχε ήδη εξεταστεί, είχε εκδοθεί απόφαση η οποία και είχε εφεσιβληθεί. Ο μάρτυρας ήταν σαφής στη θέση του ότι δεν τίθετο θέμα παρέμβασης του ίδιου στην ήδη εκδοθείσα απόφαση του Τμήματος Χωρομετρίας. Η χωρομετρία του 1932 είχε αποτυπώσει αυτά που πραγματικά φαίνονταν στο έδαφος. Δεν μπορούσε η συνοριακή διαφορά να επανεξεταστεί τη δεδομένη στιγμή που ο ίδιος επισκέφθηκε το κτήμα. Ερωτηθείς για τους τίτλους των Αιτητριών και του Καθ΄ ου η Αίτηση ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτοί είχαν εκδοθεί αρχικά προτού το Τμήμα Κτηματολογίου ετοιμάσει σχέδια. Οι συγκεκριμένοι τίτλοι συνέχισαν να μεταβιβάζονται ως είχαν χωρίς να υποστούν οποιαδήποτε αλλοίωση. Όμως, από τη στιγμή που το Τμήμα Κτηματολογίου έκανε σχέδια και καταχωρίσεις σε ειδικά βιβλία τα στοιχεία του κάθε ακινήτου καταγράφηκαν και ήταν απαραίτητο οι τίτλοι που προΰπήρχαν να συσχετιστούν με το τεμάχιο και την έκταση που αφορούσε ο κάθε τίτλος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Υ.3, η συσχέτιση γινόταν είτε στο Κτηματολόγιο, κατά τη διάρκεια μεταβίβασης ή στο συγκεκριμένο χωριό με την βοήθεια των χωρητικών αρχών. Το τεμάχιο 72 καταχωρίστηκε κατά την γενική χωρομετρία που έγινε στα Λεύκαρα το 1917 στο όνομα τον τότε κατόχων. Καταγράφηκε ό,τι υπήρχε στο έδαφος από πληροφορίες των ίδιων των ενδιαφερομένων μερών ή των αντιπροσώπων τους ή και των αρχών που συνόδευαν τους χωρομέτρες. Ο ίδιος είχε επισκεφθεί την περιοχή δύο φορές γιατί υπήρχαν δύο σχέδια γενικής χωρομετρίας ένα του 1917 και ένα άλλο του
  5. Κατέθεσε το Τεκμήριο
  6. Σε μια προσπάθεια να ανακαλύψει γιατί έγιναν δύο σχέδια χωρομετρικά του αναφέρθηκε ότι η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε το 1917 είχε πολλές αδυναμίες και κενά στην επανατοποθέτηση των τεμαχίων στο έδαφος. Ενώ, η χωρομετρία του 1932 αποτύπωσε ότι φαινόταν στο έδαφος. Απαντώντας σε ερώτηση ο ίδιος ανέφερε ότι λόγω του ότι η μόνη εγγραφή που βασίζεται στην γενική χωρομετρία του 1932 είναι η εγγραφή που αφορά το ακίνητο του Καθ΄ ου η Αίτηση-Εφεσίβλητου, με το οποίο οι Αιτήτριες-Εφεσείουσες έχουν την συνοριακή διαφορά, κατά την άποψή του η απόφαση του Κτηματολογίου είναι ορθή. Εξήγησε ότι όπου υπάρχει εγγραφή με βάση την χωρομετρία του 1932 αυτή η εγγραφή χρησιμοποιείται ως βάση για την επίλυση της οποιασδήποτε διαφοράς. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 17 και επεξήγησε ότι αφορά και τους δύο φακέλους τόσο την αίτηση για εκσυγχρονισμό τίτλου καθώς και την αίτηση για επίλυση της διαφοράς συνόρων. Απευθύνετο στον Ανώτερο Λειτουργό Χωρομετρίας κ. Σωκράτους και σε κανένα άλλον και δόθηκε στον εμπειρογνώμονα της κας Είκοσι στο πλαίσιο παραχώρησης πληροφοριών μετά από αίτημα. Τα όσα καταγράφηκαν στο συγκεκριμένο σημείωμα, όπως επεξήγησε ο μάρτυρας, θα ίσχυαν με την προϋπόθεση ότι η εγγραφή του κτήματος του Καθ΄ ου η Αίτηση βασιζόταν στο σχέδιο του 1917 κάτι το οποίο εκ των υστέρων διαφάνηκε ότι δεν ίσχυε αφού το τεμάχιο 71 είχε εγγραφεί με την γενική χωρομετρία του
  7. Συμφώνησε τελικά ότι ο Κτηματολογικός Λειτουργός όφειλε και έπρεπε να εφαρμόσει το σχέδιο του
  8. Κατέληξε, ότι δεν διαφωνεί με την απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου στον τρόπο επίλυσης της συνοριακής διαφοράς. Κατά την αντεξέταση επέμενε στη θέση του ότι το εν χρήση σχέδιο για την συγκεκριμένη περιοχή είναι αυτό του
  9. Όμως, λόγω του ότι υπάρχουν και εγγραφές που βασίζονται στο σχέδιο του 1917 στην περίπτωση που υπάρχουν αμφισβητήσεις, για όμορα κτήματα και υπάρχουν διαφορετικές εγγραφές τότε προκύπτουν διαφορές. Η κατάληξη του ίδιου, όπως καταγράφηκε στο Τεκμήριο 17, βασίστηκε στο γεγονός ότι δεν γνώριζε τότε την δεδομένη στιγμή σε ποιο σχέδιο βασιζόταν η εγγραφή του τεμαχίου 71 ιδιοκτησίας του Καθ΄ ου η Αίτηση. Γι΄ αυτό και ζήτησε να το επιθεωρήσει στο έδαφος. Ερωτηθείς ανέφερε ότι είδε τον τοίχο που υπήρχε την ημέρα που επισκέφθηκε τον χώρο. Ήταν ένας τοίχος της τάξεως των 30 με 40 εκατοστομέτρων που στην συγκεκριμένη περίπτωση υποστήριζε το ψηλότερο επίπεδο του τμήματος και ανήκε, κατά την άποψή του, στο τεμάχιο που υποστήριζε. Μετά την συμπλήρωση της μαρτυρίας οι συνήγοροι και των δύο πλευρών προχώρησαν σε αγορεύσεις. Ο κ. Πλουτάρχου διαχώρισε σε δύο ενότητες την αγόρευσή του. Πρώτα, αγόρευσε επί του θέματος του κατά πόσο είναι λανθασμένη η απόφαση του Κτηματολογίου και με αναφορά στη μαρτυρία κατέληξε ότι το Κτηματολόγιο όφειλε να εφαρμόσει την διαδικασία του άρθρου 61 του Νόμου στην οποία διαδικασία δεν μπορεί να γίνει επίκληση λάθους. Με ιδιαίτερη αναφορά στη μαρτυρία του κ. Μακρυγιάννη (Μ.Ε.2) ανέφερε ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε χωρομετρική εργασία που να καταδεικνύει ότι η χωρομετρική εργασία του Κτηματολογίου είναι όντως λανθασμένη. Κατέληξε, ότι λαμβάνοντας την απόφαση η αρμόδια αρχή εφάρμοσε το εν χρήσει σχέδιο του 1932 αφού το τεμάχιο του Καθ΄ ου η Αίτηση-Εφεσίβλητου ήταν εγγεγραμμένο με βάση αυτή την χωρομετρία ενώ το τεμάχιο των Αιτητριών-Εφεσειουσών δεν μπορούσε να συσχετιστεί μ΄ οποιονδήποτε εν χρήσει σχέδιο και ως εκ τούτου είναι ορθή. Στη συνέχεια με αναφορά σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι η απόφαση του Κτηματολογίου είναι αιτιολογημένη. Ο κ. Ιωάννου είχε την άποψη ότι ο Διευθυντής Κτηματολογίου δεν ερεύνησε τα γεγονότα γι΄ αυτό και έσφαλε στην απόφασή του. Εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο ότι ο ίδιος μπορεί να βασίσει την υπόθεσή του στην μαρτυρία του κ. Μαρδά (Μ.Υ.3) και συγκεκριμένα στο συγκεκριμένο σημείωμά του, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  10. Ήταν η θέση του ότι ο Διευθυντής αποφάσισε και εξέτασε δυνάμει του άρθρου 58 του Κεφ. 224 ως να ήταν υπόθεση απλής συνοριακής διαφοράς χωρίς να λάβει υπόψη του τα γεγονότα και τις περιστάσεις, γι΄ αυτό και η απόφασή του είναι λανθασμένη. Είχα την ευκαιρία ν΄ ακούσω και να παρακολουθήσω τους μάρτυρες με προσοχή ενώ έδιναν ενόρκως την μαρτυρία τους ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση ν΄ αξιολογήσω την μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, το προσωπικό συμφέρον, την γνώση που είχε έκαστος για όσα ανέφερε, την ειλικρίνειά τους και την ευθύτητά τους. Η (Μ.Ε.1), κα Είκοσι, έκαμε εκτεταμένη αναφορά στο παρελθόν του συγκεκριμένου τεμαχίου, του οποίου είναι η συνιδιοκτήτρια μαζί με τις αδελφές της. Η θέση της ότι τα σύνορά του δεν ήταν αυτά που υπέδειξε το Κτηματολόγιο βασίστηκε στο γεγονός ότι στο συγκεκριμένο μέρος υπήρχε από παλιά ένας πέτρινος τοίχος, τον οποίον η ίδια είχε ανακαινίσει το 1993, λόγω του ότι είχε υποστεί φθορά λόγω του χρόνου. Όμως, και η ίδια ανέφερε ότι όταν ανακαινίστηκε ο τοίχος έλειπε στο εξωτερικό ενώ παράλληλα είπε ότι δεν υπήρχαν σταθερά σημεία χωρομετρίας στα Λεύκαρα και ότι η επί τόπου κατάσταση διαφέρει από το τι έχει καταγραφεί στο τίτλο και των δύο εμπλεκομένων μερών. Δεν μπορώ να πω ότι η κα Είκοσι, (Μ.Ε.1) δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Είπε την αλήθεια όπως αυτή την γνώριζε και την αντιλαμβανόταν. Δηλαδή, ότι η ύπαρξη του πέτρινου τοίχου καθόριζε το σύνορο μεταξύ της δικής της ακίνητης ιδιοκτησίας και αυτής του Εφεσίβλητου-Καθ΄ ου η Αίτηση αφού ο τοίχος βρισκόταν εκεί για χρόνια χωρίς όμως να γνωρίζει κατά πόσο ο τοίχος, όπως είχε ανακαινιστεί, ενέπιπτε στο δικό της τεμάχιο ή του γείτονά της αφού η έκταση του δικού της τεμαχίου δεν ανταποκρινόταν σ΄ αυτήν που καταγράφεται στον τίτλο. Ο κ. Μακρυγιάννης (Μ.Ε.2), ο οποίος είναι Τοπογράφος-Μηχανικός στο επάγγελμα, στην ουσία δεν διαφώνησε με την απόφαση του Κτηματολογίου. Στο μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του συμφωνούσε ότι το Τεμάχιο 72, των Αιτητριών-Εφεσειουσών, επέμβαινε στο Τεμάχιο 71, του Καθ΄ ου η Αίτηση-Εφεσίβλητου καθώς και ότι οι μετρήσεις που έγιναν δύο φορές από το Κτηματολόγιο έγιναν με όργανα ακριβείας, με μετροταινία και ορθογώνιο ενώ παράλληλα ελέγχθηκαν με δορυφορικό σύστημα GPS τ΄ οποίο είναι σύστημα ακριβείας. Σ΄ ερώτηση του κου Πλουτάρχου ποια είναι η ορθή χωρομετρία απάντησε: «Α: Να σας εξηγήσω. Εφόσον σχεδιάζεται κλίμακα 1:500 σημαίνει ότι υπάρχουν μετρήσεις ακριβείας. Η κάθε κλίμακα σχεδιάζεται ανάλογα με την ακρίβεια των μετρήσεων που έγιναν στο πεδίο. ....................... Δηλαδή θέλω να τονίσω ότι με βάση την ακρίβεια που σχεδιάστηκαν τα σχέδια δεν μπορούσε ν΄ αλλάξει η χωρομετρία του 1917 και να μετακινηθεί προς το τεμάχιο 72 με διαφορετικό σχήμα.» Επίσης συμφώνησε ότι και τις δύο φορές οι υπεύθυνοι του Κτηματολογίου υπέδειξαν τα ίδια ορόσημα το Ζ, Ε και Δ στο Τεκμήριο
  11. Ενώ ήταν η θέση του ότι δεν διαφωνούσε με το Κτηματολόγιο. Χαρακτηριστική είναι η ακόλουθη απάντησή του, όπως καταγράφηκε στα πρακτικά: «Ε: Άρα συμφωνείτε μαζί μου ότι το Κτηματολόγιο ορθός υπέδειξε τη διαφορά. Α: Ναι. Δεν διαφώνησα καμία φορά με το Κτηματολόγιο για την οριοθέτηση του
  12. ......................... Α: Δεν είπα ότι η χωρομετρία του 1932 διαφέρει μ΄ αυτήν που έκανα εγώ. Συμφωνώ μ΄ αυτήν του Κτηματολογίου, δεν υπάρχει καμιά διαφορά. ......................... Α: Υπάρχουν δύο χωρομετρίες, η οποία η μια δεν αναιρεί την άλλη.» Ήταν ειλικρινής μάρτυρας. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε, ως τοπογράφος-μηχανικός, να κάνει οριοθέτηση στην κλίμακα 1:500, η οποία κλίμακα είναι αυτή που εφαρμόζεται για το χωριό Λεύκαρα και ότι απλά ο ίδιος έκαμε αποτύπωση. Επίσης κατέγραψε, στο Τεκμήριο 18, ότι και με τις δύο χωρομετρίες υπάρχει επέμβαση του Τεμαχίου 72 στο Τεμάχιο 71 απλά με την χωρομετρία του 1917 η επέμβαση ήταν μικρότερη. Παρά την ειλικρίνειά του όμως σε κάποια μέρη της μαρτυρίας του, προφανώς συνειδητοποιώντας ότι είχε κληθεί ως μάρτυρας των Αιτητριών-Εφεσειουσών, προσπάθησε ν΄ αλλάξει τις απαντήσεις του. Και εξηγώ μ΄ αναφορά στα πρακτικά: «Ε. Με βάση το σχέδιο που λέτε ετοιμάσατε θα συμφωνάτε μαζί μου ότι η πλευρά του ακινήτου 72 που συνορεύει με το 71, επέμβαση υπάρχει εκ μέρους του ακινήτου 72; Α. Υπάρχει και επέμβαση. Όχι επέμβαση. Είναι στη θέση του. ............................ Ε. Άρα συμφωνάτε μαζί μου ότι ο κτηματολογικός λειτουργός που ήρθε το 2003 τον Μάρτιο τοποθέτησε τα ορόσημα στο ίδιο σημείο που προϋπήρχαν, αυτά που σας υπέδειξε η πελάτισσά σας; Α. Όχι. Ε. Εξηγήστε μας. Α. Τόνισα ότι το Ζ το τοποθέτησαν στην ίδια θέση, το Ε στην ίδια θέση. Το Δ βάση της χωρομετρίας του 1932 τ΄ οποίο δεν συμφωνά με το σημείο που υπέδειξαν την πρώτη φορά στην κα Πίτσα. Ε. Αφού το έχετε στο ίδιο σημείο. Α. Προσπαθώ να σας πείσω ότι το Δ εκεί με την πράσινη γραμμή δεν εξυπακούεται.» Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή αφού συμφωνεί, στο μεγαλύτερό της μέρος, με την μαρτυρία που παρατέθηκε από τους Λειτουργούς του Κτηματολογίου. Ο κος Προδρομής (Μ.Υ.1) απλά διαπίστωσε ότι τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το Νόμο διαδικασία και την κατέγραψε. Δεν υπάρχει οτιδήποτε στην ολότητα της μαρτυρίας του που ν΄ εισηγείται ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η κα Γεωργίου (Μ.Υ.2) ανέφερε στο Δικαστήριο τι έπραξε η ίδια, δηλαδή πώς έκαμε τις μετρήσεις της και γιατί κατέληξε στα συμπεράσματα που κατέγραψε στο Τεκμήριο 25 εφαρμόζοντας την χωρομετρία που ίσχυε το 2003 που επισκέφθηκε τ΄ ακίνητα. Δηλαδή εκείνη του
  13. Η μαρτυρία της παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέταση και την αποδέχομαι στην ολότητά της. Δεν της υποβλήθηκε σε καμιά περίπτωση ότι έκανε λάθος στις μετρήσεις. Ο κος Μαρδάς (Μ.Υ.3) ουσιαστικά είπε την δική του άποψη για τα θέματα, η οποία δεν διαφοροποιήθηκε από αυτή της κας Σωτηρίου (Μ.Υ.2). Θεωρούσε την απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου σωστή αφού ουσιαστικά δεν παρέχετο στην κα Σωτηρίου άλλη επιλογή από το ν΄ εφαρμόσει την χωρομετρία του 1932, η οποία αποτυπώνει αυτά που φαίνονται στο έδαφος. Όσον αφορά το σημείωμα, Τεκμήριο 17, ο ίδιος εξήγησε ότι όταν το σύντασσε δεν γνώριζε ότι η εγγραφή του ακινήτου 71, του Καθ΄ ου η Αίτηση, βασιζόταν στην χωρομετρία του
  14. Δεν έχω οποιονδήποτε λόγο να μην το πιστέψω. Με βάση την μαρτυρία όπως την έχω αποδεχθεί, καταλήγω στ΄ ακόλουθα συμπεράσματα αναφορικά με τα γεγονότα: Οι Εφεσείουσες-Αιτήτριες, τις οποίες εκπροσωπεί η κα Πίτσα Είκοσι (Μ.Ε.1), είναι συνιδιοκτήτριες του ακινήτου με αρ. εγγραφής 41344 και 41345, Φ/Σχ. 49/20.5 ΙΙΙ, τεμάχιο 72 στο χωριό Πάνω Λεύκαρα της Λάρνακας. Καταχώρησαν την αίτηση Α.Χ. 1331/02 για επίλυση της συνοριακής διαφοράς που είχαν με το ακίνητο με αρ. εγγραφής 37068, Φ/Σχ. 49/20.5.ΙΙΙ.VII, τεμάχιο 71, στο χωριό Πάνω Λεύκαρα τ΄ οποίο ανήκει στον κο Αργυρίδη Εφεσίβλητο-Καθ΄ ου η Αίτηση ο οποίος είχε καταχωρίσει επίσης την αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφορά Α.Χ. 1399/
  15. Η συνοριακή διαφορά αφορούσε τον καθορισμό του κοινού συνόρου μεταξύ των ακινήτων τους. Τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 58 του Κεφ. 224 και στάληκαν οι προβλεπόμενες ειδοποιήσεις. Την επιτόπια έρευνα διεξήγαγε η χωρομέτρης κα Γεωργίου (Μ.Υ.2) στις 13.2.03 συνοδευόμενη από τον κο Προδρομή (Μ.Υ.1) στην παρουσία τόσο της κας Π. Είκοσι (Μ.Ε.1) καθώς και του κου Αργυρίδη, Καθ΄ ου η Αίτηση. Υποδείχθηκε το σύνορο και τοποθετήθηκαν τ΄ αναγκαία ορόσημα. Λόγω του ότι αμφισβητήθηκε η τοποθέτηση των οροσήμων από τις Αιτήτριες-Εφεσείουσες και έγινε καταγγελία στην Αστυνομία για την κατεδάφιση του περιτοιχίσματος διεξήχθηκε δεύτερη επιτόπια εξέταση στις 6.3.03 στην παρουσία της κας Π. Είκοσι, του κου Αργυρίδη, της κας Σωτηρίου (Μ.Υ.2) του κου Προδρομή (Μ.Υ.1), του κου Κυριάκου, Κτηματολογικού Λειτουργού 2ης Τάξης, του κου Κυπριανού Κτηματολογικού Λειτουργού 2ης Τάξης, Υπεύθυνου του Κλάδου Επιτόπιων Ερευνών και του σταθμάρχη του Αστυνομικού Σταθμού Π. Λευκάρων. Η κα Σωτηρίου (Μ.Υ.2) έκαμε την χωρομετρική εργασία και τοποθέτησε ορόσημα με τ΄ οποία καθοριζόταν το σύνορο των δύο ακινήτων και ετοίμασε σχεδιάγραμμα, Τεκμήριο
  16. Τόσο το σχεδιάγραμμα καθώς και η χωρομετρική εργασία ελέγχθηκαν από τον Λειτουργό Χαρτογραφήσεων και εκδόθηκε από τον Διευθυντή η απόφασή του ημερομηνίας 17.6.03 με την οποία αποφάσισε ότι η διαφιλονικούμενη λωρίδα ανήκει στο Τεμάχιο 71 ιδιοκτησία του κου Αργυρίδη. Ο κος Μαρδάς, Ανώτερος Κτηματολογικός Λειτουργός Εγγραφής επισκέφθηκε (Μ.Υ.3) και ο ίδιος τα Λεύκαρα μετά την ολοκλήρωση και της δεύτερης επιτόπιας εξέτασης για να διαπιστώσει πως ενήργησαν οι Κτηματολογικοί Λειτουργοί για να φτάσουν στην κατάληξή τους. Όταν διαπίστωσε ότι η εγγραφή του τεμαχίου 71, του κου Αργυρίδη, είχε γίνει με την γενική χωρομετρία του 1932 τότε και ο ίδιος κατέληξε ότι η υπόδειξη των συνόρων ήταν η ορθή. Εναντίον της απόφασης του Διευθυντή καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση -Έφεση από τις ιδιοκτήτριες του Τεμαχίου
  17. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος Κεφ. 224 (όπως έχει τροποποιηθεί) παρέχει εξουσία στον Διευθυντή, δυνάμει των άρθρων 50 και 58, για καθορισμό των συνόρων όταν υπάρχει συνοριακή διαφορά. Συνοριακή διαφορά θεωρείται η αμφισβήτηση των συνόρων κάποιου κτήματος επί του εδάφους. Κατά την άσκηση της εξουσίας που παρέχεται στον Διευθυντή από τον Νόμο λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία που μπορούν να βοηθήσουν στην ανεύρεση των πραγματικών συνόρων κάποιου τεμαχίου όπως χωρομετρικά σχέδια ή άλλα σχέδια που καταρτίστηκαν από τον Διευθυντή, προηγούμενα σημεία οροθέτησης καθώς και φυσικά στοιχεία. Στην υπόθεση Α. Αριστοτέλους ν.
  18. Σ. Χ" Κυριάκου
(2001)1 Α.Α.Δ. 100, ο Δικαστής Καλλής συνόψισε τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο επί των αποφάσεων του Διευθυντή για θέματα διόδου τ΄ οποία εφαρμόζονται mutatis mutandis και στην περίπτωση καθορισμού συνόρων, ως ακολούθως: «Ο μηχανισμός για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου που εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου προσφέρεται από το άρθρο 80 του Κεφ. 224. Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι καλώς θεμελιωμένες. Έχει νομολογηθεί ότι κατά τον καθορισμό του δικαιώματος διόδου ο Διευθυντής έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια. Εκδίδει απόφαση η οποία εμπίπτει εντός της σφαίρας του ιδιωτικού δικαίου. Επομένως το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή πρέπει να εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου με τη διαφορά πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του. Ωστόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα αντικαταστήσει εύκολα τη δική του διακριτική ευχέρεια με εκείνη του Διευθυντή. Θα υιοθετήσει τέτοια πορεία μόνο εφόσον υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση (βλ. Kafieros (πιο πάνω) σελ. 643, 644, Peyiotis and Another v. Polemides
(1982)1 C.L.R. 450, Λιασίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1989)1 Α.Α.Δ. 185, Αθανάση κ.ά ν. Χατζημάμα κ.ά
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, 210, Σολομώντος ν. Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906, 912, Παύλου κ.ά ν. Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973, 977. Βλ. και Georghiou v. Hjiphesa
(1970)1 C.L.R. 58).» Παραπονούνται, οι Εφεσείουσες-Αιτήτριες, ότι ο Διευθυντής έσφαλε στην εκτίμηση των γεγονότων και δεν ερεύνησε επαρκώς ή καθόλου τα υπάρχοντα στοιχεία. Η μαρτυρία όμως των Μ.Υ.1 κου Προδρομή καθώς και της Μ.Υ.2 κας Γεωργίου κατέδειξαν ότι έγιναν δύο επιτόπιες μετρήσεις, οι οποίες οδήγησαν στα ίδια αποτελέσματα, οι οποίες στην συνέχεια ελέγχθησαν με την χρήση του συστήματος GPS τ΄ οποίο είναι ακριβείας. Ακόμα και ο μάρτυρας των Εφεσειουσών-Αιτητριών, ο κος Μακρυγιάννης Μ.Ε.2 συμφωνούσε με τις μετρήσεις όπως έγιναν καθώς επίσης και με το γεγονός ότι υπήρχε επέμβαση στο κτήμα του Εφεσίβλητου-Καθ΄ ου η Αίτηση. Η μαρτυρία της κας Γεωργίου Μ.Υ.2 ήταν πολύ λεπτομερείς για τον τρόπο που έκαμε τις μετρήσεις, οι οποίες έγιναν με βάση την υπάρχουσα καταγραφή στοιχείων στα βιβλία και μητρώα του Κτηματολογίου (feed-books) καθώς επίσης και την γενική χωρομετρία, η οποία ήταν εν ισχύ και την οποία η ίδια όφειλε ν΄ εφαρμόσει σύμφωνα και με τις πρόνοιες του άρθρου 50 και 50(Α)
(4). Οι μετρήσεις της κας Γεωργίου (Μ.Υ.2) ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από την πλευρά των Αιτητριών-Εφεσειουσών. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν η εφαρμογή της γενικής χωρομετρίας του
  1. Όμως, σύμφωνα με το άρθρο 50Α του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου ο Διευθυντής Κτηματολογίου μπορεί να διατάξει την υιοθέτηση νέων σχεδίων για οποιοδήποτε χωριό και μετά την παρέλευση 60 ημερών εάν δεν υποβληθεί οποιαδήποτε ένσταση από τους ενδιαφερόμενους αυτά υιοθετούνται. Οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ήδη εγγεγραμμένη, ο Διευθυντής μπορεί να συσχετίσει την εγγραφή της με το νέο σχέδιο με τροποποίηση ή διόρθωση του κτηματικού μητρώου και κάθε άλλου κτηματολογικού βιβλίου. Η υιοθέτηση της γενικής χωρομετρίας του 1932 ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τις Αιτήτριες-Εφεσείουσες ή/και δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι αμφισβητήθηκε οπόταν έγινε δεσμευτική και γ΄ αυτές. Με βάση τα πιο πάνω αναφερθέντα καταλήγω ότι τέθηκαν ενώπιον του Διευθυντή ορθά και αδιαμφισβήτητα στοιχεία, τ΄ οποία ήταν αποδεκτά και από τον εμπειρογνώμονα των Αιτητριών-Εφεσειουσών, τ΄ οποία και ο ίδιος έλαβε υπόψη προτού καταλήξει στην απόφασή του. Προβάλλουν επίσης, οι Εφεσείουσες-Αιτήτριες, τον ισχυρισμό ότι η ισχυριζόμενη επέμβαση από το τεμάχιο 72 στο τεμάχιο 71 είναι ανύπαρκτη ή/και δεν υπάρχει οποιαδήποτε επέμβαση στην πραγματικότητα. Η θέση όμως αυτή δεν υποστηρίχθηκε από την μαρτυρία που προσκομίστηκε από τις ίδιες τις Εφεσείουσες-Αιτήτριες. Αντεξεταζόμενος ο κος Μακρυγιάννης Μ.Ε.2 ανέφερε: «Ε. Αποσύρω την ερώτηση. Στην πλευρά του ακινήτου 72 που συνόρευε με το ακίνητο 71 που μας υποδείξατε ότι είναι αριστερά που είναι το κτίριο η κόκκινη γραμμή που κατ΄ εσάς είναι η χωρομετρία του 1917 δείχνει μήπως ο τοίχος να επεμβαίνει στο ακίνητο 71; Α. Στο μήκος του τεμαχίου 71 μερικώς. Ε. Δείχνει επέμβαση; Α. Ναι. Ε. Έχετε υπολογίσει πόση είναι αυτή η επέμβαση με βάση την χωρομετρία του 1917; Α. Στο Τεκμήριο 18 στο σημείο Δ είναι λιγότερο του πάχους του τοίχου δηλαδή 40 εκατοστά. Ε. Μιλάτε τώρα 40 εκατοστά από το σημείο Δ ως την κόκκινη γραμμή; Α. Επέμβαση του τοίχου στο τεμάχιο
  2. Ε. Πάμε στην χωρομετρία του 1932 που είναι η πράσινη γραμμή επί του σχεδίου που έχετε ετοιμάσει. Με βάση αυτήν την χωρομετρία υπάρχει επέμβαση του τοίχου στο ακίνητο 71 του κ. Αργυρίδη; Α. Ναι υπάρχει. ............................. Ε. Θα ήθελα να μας πείτε αν γνωρίζετε, το σημείο εκείνο που έχετε ένα αριθμό 1.02 πόση είναι η επέμβαση του τοίχου εντός του ακινήτου του κ. Αργυρίδη με βάση την χωρομετρία του 1932; Α. Είναι 1.02 συν το πάχος του τοίχου, 1.52.» Με βάση την μαρτυρία που οι ίδιες οι Εφεσείουσες-Αιτήτριες προσκόμισαν στο Δικαστήριο καθώς και σύμφωνα με το Τεκμήριο 18, τ΄ οποίο ετοιμάστηκε από τον Μ.Ε.2, υπήρχε επέμβαση από το τεμάχιο 72 στο τεμάχιο 71 και με τις δύο χωρομετρίες. Με την χωρομετρία του 1932 η επέμβαση εκτεινόταν στο 1.52 εκ. Οπόταν, υπήρχε επέμβαση η οποία καθορίστηκε από αυτή τούτη την μαρτυρία που προσκομίστηκε από τις Εφεσείουσες-Αιτήτριες. Εκτός από αυτό η κα Πίτσα Είκοσι, Μ.Ε.1, βάσισε την υπόθεσή της στον τοίχο, ο οποίος κατά τον ισχυρισμό της ήταν στην ίδια θέση για 100 χρόνια. Όμως, ο τοπογράφος της ο Μ.Ε.2 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι με βάση τις δικές του μετρήσεις ο τοίχος ήταν τοποθετημένος λανθασμένα αφού η ίδια η κα Είκοσι του είχε υποδείξει ως ορόσημα τα σημεία Α, Δ και Ζ στο Τεκμήριο 21, τ΄ οποία της είχε υποδείξει το κτηματολόγιο το
  3. Παράλληλα, αναγνώρισε ότι το σύστημα GPS που χρησιμοποιήθηκε από τον Λειτουργό του Κτηματολογίου είναι ακριβείας και τα ποσοστά λάθους του πολύ μηδαμινά. Η κα Σ. Γεωργίου Μ.Υ.2 ανέφερε ότι ο τοίχος, πάνω στον οποίο βασιζόταν η θέση των Εφεσειουσών-Αιτητριών, είχε κατεδαφιστεί το 1993, πράγμα τ΄ οποίο κατέγραψε στο Τεκμήριο 25, ως σημεία Β-Γ και παραδέχθηκε η κα Είκοσι (Μ.Ε.1), η οποία ανέφερε ότι ο τοίχος αναστηλώθηκε στην απουσία της. Με όλα τα πιο πάνω δεδομένα θεωρώ ότι η επέμβαση του τεμαχίου 72 στο τεμάχιο 71 είναι υπαρκτή και ότι και αυτός ο λόγος έφεσης είναι ανυπόστατος. Όσον αφορά τον επόμενο λόγο έφεσης, δηλαδή ότι ο Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου δεν έλαβε υπόψη την επί τόπου πραγματική κατάσταση και δεν χρησιμοποίησε τις ενδεδειγμένες μεθόδους για επίλυση της διαφοράς, θα πρέπει ν΄ αναφερθεί ότι η ίδια η πλευρά των Εφεσειουσών-Αιτητριών προσκόμισε μαρτυρία που υποστήριζε ότι η Μ.Ε.2 είχε χρησιμοποιήσει την πρώτη φορά θεοδόλιχο και total station. Επίσης χρησιμοποίησε τα feet books του Κτηματολογίου, για να καθορίσει τα σταθερά σημεία εκεί που δεν υπήρχαν τα περιγραφικά δελτάρια, που ήταν τα ενδεδειγμένα μέσα για την συγκεκριμένη μέτρηση. Ενώ, χρησιμοποιήθηκε και το σύστημα GPS στην συνέχεια για ν΄ ελεγχθούν και οι δύο μετρήσεις. Τα ορόσημα τοποθετήθηκαν στην ίδια θέση και τις δύο φορές και το GPS δεν τ΄ αναίρεσε. Οπόταν, ούτε και αυτός ο λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Εν πάση περιπτώσει οι μετρήσεις της κας Γεωργίου (Μ.Υ.2) ουδέποτε αμφισβητήθηκαν. Όσον αφορά τους λόγους έφεσης Δ και Ε θα πρέπει ν΄ αναφερθεί ότι η μόνη μαρτυρία που προσκομίστηκε αναφορικά με την ύπαρξη του διαφιλονικουμένου τοίχου για 100 χρόνια ήταν αυτή της Μ.Ε.1 κας Πίτσας Είκοσι. Τα κτηματολογικά σχέδια τ΄ οποία υπήρχαν και καθοδήγησαν την Κτηματολογική Λειτουργό δεν αποκάλυπταν την ύπαρξη τέτοιου τοίχου, αντίθετα καταδείκνυαν ότι είχε κατεδαφιστεί προ καιρού ή ότι ήταν μισογκρεμμισμένος. Ούτε και προσκομίστηκε μαρτυρία, από την πλευρά των Εφεσειουσών-Αιτητριών οι οποίες έφεραν το βάρος της απόδειξης, ότι στο Τεκμήριο 25 στην διαφιλονικουμένη έκταση γης που σημειώνεται με κίτρινο χρώμα, υπήρχε μέρος οικοδομής τ΄ οποίο ανέγειραν και χρησιμοποιούσαν οι πρόγονοί τους. Αντίθετα, οι τίτλοι ιδιοκτησίας που προσκομίστηκαν, Τεκμήρια 3 και 4, δεν αποκαλύπτουν την ύπαρξη οποιασδήποτε οικοδομής, στο τεμάχιο
  4. Οπόταν, και αυτός ο λόγος έφεσης είναι αβάσιμος. Και ο επόμενος λόγος έφεσης που αφορά την τοποθέτηση οροσήμων στο τεμάχιο 72 τ΄ οποία δεν συνάδουν με την απόφαση του Διευθυντή και το σχέδιο που την συνοδεύει είναι ανυπόστατος. Τα ορόσημα, όπως τοποθετήθηκαν στο σχέδιο που συνοδεύει την απόφαση του Διευθυντή, σύμφωνα με την μαρτυρία της Μ.Υ.2 κας Γεωργίου καθώς και του Μ.Ε.2 κου Μακρυγιάννη φαίνεται να συνάδουν μ΄ αυτά που τοποθετήθηκαν επί τόπου και ελέγχθηκαν δύο φορές. Τα δύο από αυτά φαίνεται να είναι ακριβώς τα ίδια μ΄ αυτά που είχαν τοποθετηθεί το
  5. Με αναφορά στο Τεκμήριο 21 ο Μ.Ε.2 είπε ότι η κα Είκοσι του είχε υποδείξει, το 2001, τα ορόσημα Α, Δ και Ζ τ΄ οποία της είχε υποδείξει το Κτηματολόγιο το
  6. Τον Μάρτιο του 2003 το Κτηματολόγιο υπέδειξε το Ζ, το Ε και το Δ. Οπόταν, ούτε και αυτός ο λόγος ένστασης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο έβδομος λόγος έφεσης αφορά το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17, στο οποίο ο κος Μαρδάς, Μ.Υ.3, είχε καταγράψει την άποψη ότι το σύνορο των δύο τεμαχίων θ΄ έπρεπε να τοποθετηθεί στο έδαφος με βάση την χωρομετρία του
  7. Όμως, καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ο κος Μαρδάς εξήγησε ότι έγραψε το συγκεκριμένο σημείωμα για άλλη υπόθεση και θεωρώντας ότι η εγγραφή του τεμαχίου 71 είχε γίνει με βάση την Γενική Χωρομετρία του 1917 κάτι που δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα αφού το συγκεκριμένο τεμάχιο είχε εγγραφεί με την χωρομετρία του
  8. Συμφώνησε ότι ορθά ο Κτηματολογικός Λειτουργός εφάρμοσε την χωρομετρία του 1932 και εξήγησε τους λόγους. Ο τελευταίος λόγος έφεσης αφορά το αναιτιολόγητο της απόφασης του Διευθυντή Κτηματολογίου. Η υποχρέωση αιτιολόγησης της απόφασης του Διευθυντή πηγάζει από τη ρητή πρόνοια του Κανονισμού 6 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του
  9. Η απόφαση του Διευθυντή, η οποία καταχωρίστηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας των 14 ημερών, είναι αιτιολογημένη αφού η παράγραφος 7 αυτής αποκαλύπτει γιατί ο Διευθυντής οδηγήθηκε στο συγκεκριμένο συμπέρασμα. Ενώ συνάγεται και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου στην ολότητά της η αιτιολογία της απόφασης του Διευθυντή. Σύμφωνα με το διοικητικό δίκαιο η αιτιολογία μιας διοικητικής απόφασης μπορεί να προκύπτει και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου. Ως εκ τούτου, ούτε και αυτός ο λόγος έφεσης δεν ευσταθεί. Ενόψει όλων όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω η απόφαση του Διευθυντή θεωρείται στην ολότητά της ορθή και η παρούσα Έφεση-Αίτηση απορρίπτεται μ΄ έξοδα σε βάρος των Εφεσειουσών-Αιτητριών, όπως θα ψηφιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θ΄ εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.