G D ANOSIS LTD ν. PROTONICS LTD, Αρ. αγωγής: 1672/2007, 30 Ιανουαρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΘΩΜΑ ΘΩΜΑ, Ε. Δ. Αρ. αγωγής: 1672/2007 G & D ANOSIS LTD Ενάγουσα ν. PROTONICS LTD Εναγομένη Αίτηση Ημερομηνίας: 31 Οκτωβρίου 2007 Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου 2008 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους - Αιτητές : κα. Στυλιανού Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση : κα. Αγρότη AΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση των Εναγόντων εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας αφορά χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίο ανέκυψε, κατα τον ισχυρισμό της Έκθεσης Απαίτησης από συμφωνία υποστήριξης (support contract) η οποία υπεγράφη μεταξύ των μερών καθώς και από υπηρεσίες, τις οποίες προσέφεραν οι Ενάγοντες προς την Εναγόμενη εταιρεία. Ας σημειωθεί ότι οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης τους περιγράφονται ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νομότυπα εγγεγραμμένη, η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με την εμπορία, εγκατάσταση και συντήρηση - υποστήριξη (support) λογισμικών προγραμμάτων. Στις 24/9/2007 οι Ενάγοντες πέτυχαν την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγομένης εταιρείας λόγω παραλείψεως καταχωρίσεως εμφανίσεως στην αγωγή. Στις 31/10/2007 η Εναγόμενη εταιρεία καταχώρησε την υπο εξέταση αίτηση με την οποία επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης η οποία εξεδόθη εναντίον της. Η υπο εξέταση αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκο Δήλωση της κυρίας Μαρίας Δρυμιώτου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο LCLAW Στυλιανού & Δράκου και εξουσιοδοτημένη, όπως ισχυρίζεται από την Εναγόμενη εταιρεία για τον χειρισμό της υπόθεσης. Η κυρία Δρυμιώτου στην Ένορκη της Δήλωση ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι αμέσως μόλις επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα στην Εναγόμενη εταιρεία επικοινώνησε με το γραφείο τους ο κύριος Ξενοφών Πρωτοπαπάς για τον χειρισμό της υπόθεσης. Αμέσως ετοιμάστηκε σημείωμα εμφάνισης, το οποίο δόθηκε με εντολή να σταλεί στο γραφείο επιδόσεως τους στην Λάρνακα για καταχώριση. Απο ότι φαίνεται ο φάκελος κάπου παρέπεσε και δεν στάληκε για καταχώριση. Η ίδια ήταν με την εντύπωση ότι είχε καταχωρηθεί το σημείωμα εμφάνισης τους. Στις 30/10/2007 επικοινώνησε με τους δικηγόρους των Εναγόντων για σκοπούς προώθησης της αγωγής και τότε πληροφορήθηκε την έκδοση της απόφασης εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Η Εναγόμενη εταιρεία έχει καλή υπεράσπιση και το ποσό για το οποίο εξεδόθη η απόφαση είναι υπερβολικό και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ενώ όντως η Εναγόμενη εταιρεία συνήψε με τους Ενάγοντες συμφωνία υποστήριξης του λογισμικού προγράμματος "Sage" με διάρκεια από 5/8/2005 - 4/8/2010 κατά ή περί την 25η Αυγούστου 2006 η εταιρεία "Sage" απέστειλε επιστολή στην Εναγόμενη εταιρεία με την οποία τους κοινοποιούσε ότι σταμάτησε την συνεργασία της με τους Ενάγοντες και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες δεν μπορούν πλέον να προβαίνουν σε υποστήριξη των λογισμικών προγραμμάτων "Sage". Ως αποτέλεσμα της ως άνω επιστολής η Εναγόμενη εταιρεία, μη έχοντας άλλη επιλογή στράφηκε σε αναγνωρισμένο αντιπρόσωπο της εταιρείας "Sage" με ψηλότερη χρέωση από την χρέωση της Ενάγουσας εταιρείας. Επιπλέον κατά την διάρκεια της συνεργασίας των μερών σημειωνόταν τακτικά κακή εκπλήρωση των συμφωνηθέντων υπηρεσιών εκ μέρους της Ενάγουσας εταιρείας και ως προς τούτο στάληκε σωρεία επιστολών από την Εναγόμενη εταιρεία προς τους Ενάγοντες. Λόγω της κακής εκπλήρωσης η Εναγομένη εταιρεία υπέστη ζημιά την οποία και μπορεί να αποδείξει κατά την δικάσιμο. Περαιτέρω η Εναγόμενη εταιρεία πλήρωσε προκαταβολικά το ποσό των ΛΚ 336,95 το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ το καθορισθέν από την σύμβαση ποσό, το οποίο για την συγκεκριμένη περίοδο αντιστοιχούσε στις ΛΚ 293 περίπου. Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση εναντιώθηκαν στην υπό εξέταση αίτηση. Με την ειδοποίηση πρόθεση ένστασης τους την οποία καταχώρησαν προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: Α. Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη. Β. Η Ένορκη Δήλωση της κ. Μαρίας Δρυμιώτου ημερ.31.10.2007 που συνοδεύει την αίτηση την οποία υπογράφει η ίδια, δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.39 Θ.2. Γ. Η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.9.2007 έχει ληφθεί σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, και καθ' όλα νομότυπα. Δ. Το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε την 14.6.2007 και έχει επιδοθεί στους εξ' αποφάσεως οφειλέτες Εναγομένους - Αιτητές την 29.6.2007, δηλαδή 3 μήνες προ της έκδοσης απόφασης εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών. Ε. Οι Εναγόμενοι - Αιτητές δεν αποκαλύπτουν καμία υπεράσπιση στην Αίτηση τους με την οποία αιτούνται τον παραμερισμό της απόφασης κατά παράβαση της Νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. ΣΤ. Οι Εναγόμενοι - Αιτητές δεν προβάλλουν καμιά δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και για την μη καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης, καταδεικνύοντας πλήρη περιφρόνηση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της εναντίον τους δικαστικής διαδικασίας. Ζ. Οι λόγοι τους οποίους επικαλούνται οι εξ' αποφάσεως οφειλέτες, Εναγόμενοι - Αιτητές για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης δεν δικαιολογούν τον παραμερισμό της απόφασης. Η. Η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης είναι ασαφής και αόριστη. Θ. Η εν λόγω απόφαση δεν είναι δυνατόν να παραμερισθεί αφού εκδόθηκε καθ' όλα νομότυπα και οι Εναγόμενοι - Αιτητές παρέλειψαν ή/και αμέλησαν να καταχωρήσουν Σημείωμα Εμφάνισης. Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων στην Δ.17, Θ10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Ο Θεσμός αυτός αναφέρεται στην εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις σε κατάλληλες περιπτώσεις. Στην υπόθεση Steven Bush κ.α. v. Γιαννάκη Γιαννή
(2001)1ΑΑΔ (Β) 1342 το Ανώτατο Δικαστήριο πραγματεύεται τον πιο πάνω θεσμό. Στην απόφαση του αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Kατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.17 θ. 10, εξουσία η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest repulicae ut sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση». Επίσης στην υπόθεση Πεγιώτη v. Κωμοδρόμου,
(2003)1AAΔ (Γ) 1601 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αποτελεί γεγονός ότι απαιτείται η αιτιολόγηση οποιασδήποτε καθυστέρησης εκ μέρους του εναγομένου να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία του - (βλ. μεταξύ άλλων Mine & Quarry Serv. Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ.26). Δε συνιστά, όμως, τέτοια παράλειψη αυτοτελή ή ανεξάρτητο λόγο για την απόρριψη αίτησης για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, όπου ο εξαιτούμενος τον παραμερισμό της αποκαλύπτει συζητήσιμη υπεράσπιση. Η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει, αφ΄ ευατής, λόγο για παραμερισμό της απόφασης, όταν καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησής της». Έχω μελετήσει με προσοχή ολόκληρο το μαρτυρικό υλικό το οποίο έχει προσαχθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κατ' αρχάς δεν τίθεται ζήτημα παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης ex debito justitiae καθότι πρόκειται για νομότυπα εκδοθείσα απόφαση. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος η οποία βρίσκεται στον φάκελλο του δικαστηρίου το κλητήριο ένταλμα επεδόθη στον κύριο Ξενοφώντα Πρωτοπαπά, ο οποίος περιγράφεται ως διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας. Kατ' επέκταση θεωρώ ότι υπήρξε συμμόρφωση με την Δ.5 Θ7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών (βλέπε Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (estates) Ltd
(2002)1 ΑΔΔ 43). Αναφορικά με την καθυστέρηση στην καταχώρηση εμφάνισης στην αγωγή θεωρώ ότι τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 2 της ενόρκου δηλώσεως της κυρίας Δρυμιώτη συνιστούν ικανοποιητικούς λόγους για την μη έγκαιρη καταχώρηση εμφάνισης στην αγωγή. Είμαι της γνώμης ότι το λάθος των δικηγόρων της εναγομένης εταιρείας να καταχωρήσουν το σημείωμα εμφάνισης το οποίο, όπως επεξηγείται είχε ετοιμαστεί και δοθεί με εντολή να σταλεί στο γραφείο επιδόσεως τους στη Λάρνακα για καταχώρηση, δεν θα συνιστούσε βάσιμο λόγο για να αποστερήσει από την εναγόμενη εταιρεία το δικαίωμα της να ακουστεί στην αγωγή, νοουμένου φυσικά ότι αυτή θα ικανοποιήσει και την προϋπόθεση της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης. Εξάλλου θα πρέπει να τονίσω ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε χρονοτριβή εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας στην καταχώρηση της υπο εξέταση αίτησης. Αυτή κατεχωρήθη την αμέσως επόμενη μέρα αφότου η ενόρκως δηλούσα πληροφορήθηκε από τους δικηγόρους των εναγόντων την έκδοση της απόφασης εναντίον της εναγόμενης εταιρείας. Υπογραμμίζω επίσης ότι η υπό εξέταση αίτηση κατεχωρήθη την 37η ημέρα από την ημέρα της έκδοσης της απόφασης, της οποίας ζητείται ο παραμερισμός. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αδιαφορία η καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας (βλέπε Πεγιώτη v. Κωμοδρόμου (ανωτέρω)). Στρέφομαι τώρα να εξετάσω κατα πόσο η εναγόμενη εταιρεία έχει αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Κατ' αρχάς η κυρία Δρυμιώτη στην παράγραφο 4 της ενόρκου δηλώσεως της, η οποία υποστηρίζει την υπο εξέταση αίτηση παραδέχεται την σύναψη της συμφωνίας υποστήριξης (support contract) μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης εταιρείας, για υποστήριξη του λογισμικού προγράμματος "sage", την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση της. Σύμφωνα με τον όρο 3 της υπο αναφορά συμφωνίας ο χρόνος ισχύος της καθορίστηκε στα πέντε χρόνια, συγκεκριμένα απο 5/8/2005 -4/8/2010. Επιπλέον για το κάθε έτος ισχύος της συμφωνήθηκε το ποσό των ΛΚ293, το οποίο είναι πληρωτέο (ολόκληρο το ποσό της σύμβασης) κατά την υπογραφή της συμφωνίας. Όπως έχω ήδη αναφέρει η κυρία Δρυμιώτη στην ένορκη δήλωση της ισχυρίζεται ότι η εταιρεία "sage" κατά την 25ην/8/2006 απέστειλε επιστολή στην εναγόμενη εταιρεία με την οποία την πληροφορούσε ότι διέκοψε την συνεργασία της με τους ενάγοντες και την προέτρεπε να αποταθεί στον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της στην Κύπρο για υποστήριξη του προγράμματος "sage". Ας σημειωθεί ότι η υπο αναφορά επιστολή, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση της κυρίας Δρυμιώτη δεν απευθύνεται ειδικά στην εναγόμενη εταιρεία, αλλά απρόσωπα σε "dear sage customer". Ως αποτέλεσμα της ως άνω επιστολής η εναγόμενη εταιρεία, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της κυρίας Δρυμιώτη μη έχοντας άλλη επιλογή στράφηκε σε αναγνωρισμένο αντιπρόσωπο της εταιρείας "sage" με ψηλότερη χρέωση από την ενάγουσα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσω ότι ο διευθυντής των εναγόντων Δημήτρης Χαρτσιάς, στην ένορκη δήλωση του η οποία υποστηρίζει την ένσταση των εναγόντων απορρίπτει τον ως άνω ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως της κυρίας Δρυμιώτη και ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες εξακολουθούν να είναι αντιπρόσωποι και νόμιμα εξουσιοδοτημένοι από την εταιρεία "sage" να πωλούν και να υποστηρίζουν τα προϊόντα της εταιρείας αυτής. Ακόμα και στην περίπτωση που αποδεχόμουν τον ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως της κυρίας Δρυμιώτη για την παραλαβή από την εναγόμενη εταιρεία της ως άνω αναφερόμενης επιστολής, το λιγότερο το οποίο θα ανέμενα από την εναγόμενη εταιρεία σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας με τους ενάγοντες, εις τρόπο ώστε να μπορούσε να διεκδικήσει αποζημιώσεις εναντίον των εναγόντων για οποιαδήποτε ζημιά ήθελε υποστεί. Δυστυχώς όμως καμιά μνεία δεν γίνεται από την κυρία Δρυμιώτη για τερματισμό της υπο αναφορά συμφωνίας. Η ακύρωση μιας συμφωνίας (rescission) επιφέρει τον παραμερισμό της. Μόνο τότε η συμφωνία παύει να αποτελεί πηγή συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (βλέπε Κωμοδρόμου v. A. Th. Shikkis Motors Ltd κ.α.
(1999)1ΑΑΔ 481). Το άρθρο 75 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 διαφυλάσσει το δικαίωμα του συμβαλλόμενου που ακυρώνει σύμβαση για βάσιμο λόγο να διεκδικήσει αποζημιώσεις για ζημιά που έχει υποστεί λόγω ανακοπής ή μη εκπλήρωσης του συμβολαίου (βλέπε Κώστας Καλησπέρας v.Δάφνου Δρυάδη κ.α.
(1998)1ΑΑΔ 867). Στην υπο εξέταση περίπτωση η εναγόμενη εταιρεία δεν προέβηκε σε κανένα διάβημα για τον τερματισμό της υπο αναφορά συμφωνίας ούτε και επικαλείται δικαιώματα της τα οποία απορρέουν από την ως άνω συμφωνία. Κατ΄ επέκταση είναι φανερό ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν δικαιούται σε οποιεσδήποτε αποζημιώσεις εναντίον των εναγόντων. Πέραν της ως άνω αδυναμίας της υπόθεσης της εναγόμενης εταιρείας θα πρέπει ακόμα να υπογραμμίσω ότι κανένα συγκεκριμένο στοιχείο δεν δίνεται στην ένορκη δήλωση της κυρίας Δρυμιώτη για την κατ' ισχυρισμό ψηλότερη χρέωση της άλλης εταιρείας στην οποία στράφηκε η ενάγουσα. Πρόκειται κατά την άποψη μου για ένα γενικής φύσεως ισχυρισμό, ο οποίος δεν φαίνεται να τεκμηριώνεται με συγκεκριμένα στοιχεία. Ισχυρίζεται επίσης η κυρία Δρυμιώτη ότι κατά την διάρκεια της συνεργασίας των μερών σημειώνετο τακτικά κακή εκπλήρωση των συμφωνηθέντων υπηρεσιών από τους ενάγοντες και ως εκ τούτου σωρεία επιστολών στάληκαν από την εναγόμενη εταιρεία. Λόγω της κακής εκπλήρωσης η εναγόμενη εταιρεία υπέστη ζημιά, την οποία και μπορεί να αποδείξει κατά την δικάσιμο. Κατ' αρχήν θα πρέπει να αναφέρω ότι μόνο μία επιστολή εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κυρίας Δρυμιώτη. Η επιστολή αυτή φέρει ημερομηνία 16/2/2006 και σε αυτήν εκφράζονται ορισμένα παράπονα προς τους ενάγοντες αλλά και κάποιες εισηγήσεις για καλύτερη συνεργασία μεταξύ των μερών. Καμιά άλλη επιστολή από την κατ' ισχυρισμό σωρεία επιστολών τις οποίες απέστειλε η εναγόμενη εταιρεία προς τους ενάγοντες δεν επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κυρίας Δρυμιώτη. Ο ισχυρισμός ότι υπήρξε κακή εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόντων παρέμεινε γενικός και αόριστος, χωρίς να υποστηρίζεται από οποιαδήποτε γεγονότα. Όμως, ακόμα και στην περίπτωση που υπήρχε κακή εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόντων διερωτώμαι για ποιό λόγο η εναγόμενη εταιρεία δεν προέβηκε στον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας υποστήριξης. Όπως έχω ήδη αναφέρει δεν υπάρχει ισχυρισμός από την ενόρκως δηλούσα ότι η υπο αναφορά συμφωνία τερματίστηκε από την εναγόμενη εταιρεία υπαιτιότητι των εναγόντων. Επιπλέον, θα πρέπει να υποδείξω ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, κατά την 2αν/8/2006 οι ενάγοντες κλήθηκαν από την εναγόμενη εταιρεία όπως προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και εξέδωσαν προς την εναγόμενη εταιρεία σχετικό τιμολόγιο ως η συμφωνία υποστήριξης, για το ποσό των ΛΚ115 το οποίο η εναγόμενη εταιρεία υπέγραψε και αποδέκτηκε και ανέλαβε υποχρέωση όπως το εξοφλήσει. Δυστυχώς όμως, καμιά αναφορά ή σχολιασμός δεν γίνεται από την κυρία Δρυμιώτη του ως άνω ισχυρισμού της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων. Ας σημειωθεί ότι το υπο αναφορά τιμολόγιο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κυρίου Δημήτρη Χαρτσιά ημερομηνίας 20/9/2007, με βάση την οποία εξεδόθη η απόφαση της οποίας ζητείται η ακύρωση και, όπως έχω αναφέρει πιο πάνω φέρει ημερομηνία κατά πολύ μεταγενέστερη της ημερομηνίας της επιστολής της εναγόμενης εταιρείας προς τους ενάγοντες, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κυρίας Δρυμιώτη. Παντελώς ατεκμηρίωτος παρέμεινε και ο ισχυρισμός της κυρίας Δρυμιώτη ότι συνεπεία της κακής εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των εναγόντων η εναγόμενη εταιρεία υπέστη ζημιά. Καμιά λεπτομέρεια δεν δίνεται από την κυρία Δρυμιώτη αναφορικά με την ζημιά που κατ΄ ισχυρισμό υπέστη η εναγόμενη εταιρεία. Πιστεύω ότι ήταν υποχρέωση της κυρίας Δρυμιώτη να παραθέσει πλήρεις λεπτομέρειες των ζημιών που κατ' ισχυρισμόν υπέστη η εναγόμενη εταιρεία συνεπεία της κατ' ισχυρισμό κακής εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόντων. Ισχυρίζεται επίσης η κυρία Δρυμιώτη ότι το ποσό των ΛΚ336,95 το οποίο πλήρωσε προκαταβολικά η εναγόμενη εταιρεία υπερβαίνει κατά πολύ το ορισθέν από την σύμβαση ποσό των ΛΚ293 το οποίον αντιστοιχούσε στην συγκεκριμένη περίοδο. Ας σημειωθεί ότι ο κύριος Χαρτσιάς στην ένορκη δήλωση, η οποία υποστηρίζει την ένσταση των εναγόντων ισχυρίζεται ότι στο ποσό των ΛΚ336,95 το οποίο πλήρωσε η εναγόμενη εταιρεία περιλαμβάνεται και ο Φ.Π.Α. Κανένας αντίλογος δεν υπήρξε από πλευράς εναγόμενης εταιρείας για αντίκρουση του ως άνω ισχυρισμού της ενόρκου δηλώσεως του κύριου Χαρτσιά. Το λιγότερο το οποίο θα ανέμενα απο την εναγόμενη εταιρεία ήταν η καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως με βάση την Δ.48 Θ4
(2), στην οποία θα αντέκρουε τον ως άνω ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως του κύριου Χαρτσιά, ή έστω θα ισχυριζόταν ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούντο να χρεώσουν Φ.Π.Α. Ως γενικός και αόριστος χαρακτηρίζεται και ο ισχυρισμός της κυρίας Δρυμιώτη ότι το ποσό για το οποίο εξεδόθη η απόφαση είναι υπερβολικό και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Κανένα συγκεκριμένο στοιχείο ή λεπτομέρεια δεν παρατίθεται από την κυρία Δρυμιώτη το οποίο θα μπορούσε να δημιουργήσει αμφιβολίες στο δικαστήριο για την ορθότητα των ποσών για τα οποία εξεδόθη η απόφαση, της οποίας ζητείται η ακύρωση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω ότι σύμφωνα με ρητή πρόνοια του συμβολαίου υποστήριξης αυτό είναι πληρωτέο κατά την υπογραφή του. Οι ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης τους ζητούν την πληρωμή του ποσού του επίδικου συμβολαίου, μειωμένο κατά το ποσό των ΛΚ336,95 το οποίο είχε ήδη πληρωθεί από την εναγόμενη εταιρεία. Διεκδικούν επίσης την πληρωμή του ποσού του τιμολογίου ημερομηνίας 2/8/2006 και αφορά υπηρεσίες τις οποίες προσέφεραν στην εναγόμενη εταιρεία, καθώς επίσης την πληρωμή του συμφωνηθέντα τόκου. Για όλα τα ως άνω ποσά εξεδόθη υπέρ των εναγόντων η απόφαση, της οποίας ζητείται η ακύρωση. Κανένας λόγος δεν προσφέρθηκε από την κυρία Δρυμιώτη ο οποίος θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη θέση της ότι το ποσό για το οποίο εξεδόθη η απόφαση είναι υπερβολικό και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επιπλέον θα ήθελα να αναφέρω ότι δεν θα συμφωνούσα με την θέση της κυρίας Στυλιανού, την οποία προώθησε κατά την ακρόαση της αίτησης, ότι το ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό αποκάλυψε ότι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την σταδιακή πληρωμή του επίδικου συμβολαίου υποστήριξης και ότι παραιτήθηκαν του δικαιώματος τους να απαιτήσουν την πληρωμή ολόκληρου του ποσού της σύμβασης, το οποίο σύμφωνα με ρητή πρόνοια της σύμβασης ήταν πληρωτέο κατά την υπογραφή της σύμβασης. Στην επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 3/8/2006 αναφέρεται ρητά ότι το συμβόλαιο υποστήριξης θα πρέπει να εξοφληθεί το συντομότερο δυνατό. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι η εναγόμενη εταιρεία απέτυχε να αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόντων κατά την ακρόαση της αίτησης έκανε αναφορά στην ιδιότητα της κυρίας Δρυμιώτη για να εισηγηθεί, με παραπομπή σε σχετική νομολογία ότι η ιδιότητα της δικηγόρου είναι ασυμβίβαστη με αυτή της μάρτυρος. Επίσης εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει συμμόρφωση με την Δ.39 Θ2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών καθότι η κυρία Δρυμιωτη δεν αποκαλύπτει στην ένορκη δήλωση της την πηγή από την οποία αντλεί τις πληροφορίες της. Σύμφωνα με πάγια νομολογιακή αρχή η ιδιότητα του δικηγόρου και του μάρτυρα είναι ασυμβίβαστες. Η θέση του δικηγόρου ως λειτουργού της δικαιοσύνης οριοθετεί και το πλαίσιο άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος (βλέπε In re Efthymiou
(1987)1 CLR 329, αναφορικά με την αίτηση του Τζενάρο Περέλλα (αρ1)
(1995)1AAΔ 356 και Ανδρέας Χριστοδούλου v. Θεοδώρας Αγαθοκλέους
(1996)1ΑΑΔ 1203). Στην τελευταία όμως υπόθεση τονίστηκε ότι το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του δικηγόρου και του μάρτυρα όπου υπάρχει, αφορά στην ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση. Στην υπο εξέταση υπόθεση η κυρία Δρυμιώτη δεν εκπροσώπησε την εναγόμενη εταιρεία στην ακρόαση της υπο εξέταση αίτησης η οποία έτυχε χειρισμού από άλλη δικηγόρο. Κατ΄ επέκταση θεωρώ ότι η κυρία Δρυμιώτη θα μπορούσε να δώσει μαρτυρία εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας, χωρίς να υφίσταται οποιοδήποτε κώλυμα. Όμως ούτε και με την δεύτερη εισήγηση της συνηγόρου των Εναγόντων θα συμφωνούσα. Στην ένορκη δήλωση της κυρίας Δρυμιώτη αποκαλύπτεται ο τρόπος με τον οποίο έτυχε να περιέλθουν σε γνώση της τα γεγονότα που σχετίζονται με την υπο εξέταση υπόθεση. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το αντικανονικό στην ένορκη δήλωση της κυρίας Δρυμιώτη. Αντίθετα θεωρώ ότι η ένορκη δήλωση της πληρεί τις προϋποθέσεις της Δ.39 Θ2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Με βάση τα όσα παραθέτω πιο πάνω καταλήγω ότι η εναγόμενη εταιρεία απέτυχε να ικανοποιήσει τις δύο προϋποθέσεις οι οποίες τάσσονται απο την νομολογία μας για τον παραμερισμό νομότυπα εκδοθείσας απόφασης. Ως εκ τούτου η αίτηση της δεν μπορεί να πετύχει. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο απόκλισης απο τον γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και εις βάρος των Εναγομένων - Αιτητών, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................ Θ. Θωμά, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο