ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. Ανδρέα Γεωργίου Θωμά, Αρ. Αγωγής : 86/02, 31 Ιανουαρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A10 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον : Κ. Κληρίδη Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 86/02 Μεταξύ: ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Εναγόντων και Ανδρέα Γεωργίου Θωμά Εναγομένου Και διά τροποποιήσεως ΜΑRFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ., πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Εναγόντων και Ανδρέα Γεωργίου Θωμά Εναγομένου Ημερομηνία : 31 Ιανουαρίου 2008 Για την ενάγουσα: κ. Λ. Χ"Πέτρου Για τον εναγόμενο: κ. Α. Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αντιδικία στην παρούσα αγωγή, όπως και σε πολλές άλλες, εντάσσεται στο πλαίσιο της έξαρσης των χρηματιστηριακών πραγμάτων στη χώρα μας κατά το
- Σύμφωνα με την ενάγουσα τράπεζα, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ημερ. 6.10.99, ανοίχθηκε στο όνομα του εναγομένου τρεχούμενος λογαριασμός τύπου "trading account" χωρίς πιστωτικό όριο αλλά με προσωρινή πιστωτική διευκόλυνση προς το σκοπό αγοραπωλησίας κινητών αξιών μέσω της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ. Ο εναγόμενος με πληρεξούσιο έγγραφο του, διόρισε ταυτόχρονα τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ σαν αντιπρόσωπο του για τον πιο πάνω σκοπό, συμφωνώντας όπως καταβάλλει προς αυτήν διάφορα ποσά όπως προμήθειες, έξοδα κλπ. για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών. Η Λαϊκή Επενδυτική προέβαινε έκτοτε σε αγοραπωλησίες μετοχών εκ μέρους του εναγομένου και ο λογαριασμός του χρεωπιστωνόταν ανάλογα. Δημιουργήθηκε τελικά ένα σεβαστό χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του εναγομένου οπότε η ενάγουσα ζήτησε απ΄ αυτόν την εξόφληση του, χωρίς όμως ανταπόκριση. Τερμάτισε έτσι η ενάγουσα τη λειτουργία του πιο πάνω λογαριασμού στις 30.10.01 και κάλεσε τον εναγόμενο να εξοφλήσει το χρεωστικό του υπόλοιπο το οποίο ανερχόταν στις 31.12.01 σε £56,827.01 πλέον τόκους. Επιπρόσθετα, η ενάγουσα κατά την 27.10.98 είχε παραχωρήσει προς τον εναγόμενο με βάση άλλη συμφωνία, πιστωτική κάρτα τύπου Viza υπό τους συμφωνηθέντες συνήθεις όρους με πιστωτικό όριο £2,500.
- Λόγω και πάλι ύπαρξης μεγάλου χρεωστικού υπολοίπου που υπερέβαινε το συμφωνηθέν όριο, η ενάγουσα κατά την 17.10.01, τερμάτισε το λογαριασμό της πιστωτικής κάρτας, ο οποίος κατά την 27.10.01 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο £3,620.44 καλώντας τον εναγόμενο όπως το εξοφλήσει. Λόγω της μη ανταπόκρισης του εναγόμενου, καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή με την οποία η ενάγουσα διεκδικεί την πληρωμή του πιο πάνω υπολοίπου με συμφωνηθέντες τόκους και έξοδα. Με την Υπεράσπιση του, ο εναγόμενος ενώ παραδέχεται την σύναψη των επίδικων συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων, αρνείται ότι συμφώνησε να ανοίξει τρεχούμενο λογαριασμό χωρίς πιστωτικό όριο, και ισχυρίζεται ότι η όλη διευθέτηση είχε γίνει με παρότρυνση των εναγόντων οι οποίοι του παρουσίασαν την εικόνα ότι του διδόταν η ευχέρεια να πραγματοποιήσει ασφαλείς επενδύσεις και κέρδη αγοράζοντας και πωλώντας μετοχές μέσω της Λαϊκής Επενδυτικής. Ανοίχθηκε έτσι τρεχούμενος λογαριασμός ενώ οι ενάγοντες παραχώρησαν σ΄αυτόν πιστωτικές διευκολύνσεις προς αυτό τον σκοπό. Παραδέχεται επίσης ο εναγόμενος ότι οι ενάγοντες τον ενημέρωναν ως προς την κίνηση του λογαριασμού και ότι αποστέλλονταν προς αυτόν μηνιαίες καταστάσεις, πλην όμως αρνείται ότι οι αγοραπωλησίες των αξιών γίνονταν κατόπιν δικών του οδηγιών, ισχυριζόμενος ότι αυτές γίνονταν κατόπιν οδηγιών της Λαϊκής Επενδυτικής η οποία ενεργούσε σαν αντιπρόσωπος και διαχειριστής επενδύσεων του. Περαιτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα Τράπεζα, η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ και η Λαϊκή Χρηματιστηριακή Λτδ, ανήκαν όλες στο συγκρότημα της Λαϊκής Τράπεζας και ότι η δεύτερη και τρίτη ελέγχονταν πλήρως από την πρώτη με αποτέλεσμα να υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ εναγόντων και εναγομένου. Λόγω δε αυτής της σχέσης, οι ενάγοντες όφειλαν να συμβουλεύσουν και/ή προστατεύσουν τον εναγόμενο ως προς την ορθότητα του να λειτουργεί ένα τέτοιο λογαριασμό και ως προς το εάν αυτό ήταν προς το συμφέρον του και να του εξηγούσαν τους κινδύνους που διέτρεχε. Ότι περαιτέρω, οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να αποκαλύψουν προς τον εναγόμενο τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και/ή την δημόσια πολιτική, προειδοποιώντας τον για τους κινδύνους που διέτρεχε από τις επενδύσεις με δανεικά χρήματα. Όμως οι ενάγοντες αμελώς και/ή κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων τους, προέτρεψαν τον εναγόμενο να ανοίξει και να λειτουργεί το λογαριασμό με τον πιο πάνω τρόπο και να υποστεί ζημιά. Επιπρόσθετα ή διαζευκτικά με τα πιο πάνω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η λειτουργία του λογαριασμού ήταν παράνομη και/ή αντίκειτο στη δημόσια πολιτική, αφαιρεί δε επομένως από τους ενάγοντες το έρεισμα να διεκδικήσουν κάτω απ΄ αυτήν θεραπεία, ή είναι άκυρη και ανεφάρμοστη. Επαναλαμβάνοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς και θέσεις του, ο εναγόμενος προβάλλει στη βάση τους Ανταπαίτηση. Με την Ανταπαίτηση διεκδικεί εναντίον των εναγόντων το επακριβές ποσό που απαιτεί η ενάγουσα Τράπεζα εναντίον του, ή και οποιοδήποτε ποσό ήθελε αποδειχθεί σαν υπόλοιπο του λογαριασμού πλέον τόκους, καθώς και Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία και η λειτουργία του λογαριασμού ήταν παράνομες και/ή άκυρες. Εκ μέρους της ενάγουσας Τράπεζας κατάθεσαν είτε με γραπτή δήλωση είτε δια ζώσης ή και με τα δύο, τέσσερα συνολικά πρόσωπα που απασχολούνται σε διάφορους τομείς της ενάγουσας Τράπεζας καθώς επίσης και ένας υπάλληλος του ΧΑΚ. Εκ μέρους του εναγόμενου κατάθεσε ο ίδιος και ένας επίσης υπάλληλος του ΧΑΚ. Όλων σχεδόν των μαρτύρων η μαρτυρία, υπήρξε αρκετά εκτεταμένη και κατατέθηκαν μέσω της μεγάλος αριθμός τεκμηρίων. Θα περιοριστώ στο να παραθέσω και να αξιολογήσω τα κύρια μέρη της μαρτυρίας τα οποία αναφέρονται στα αμφισβητούμενα επίδικα θέματα, αφού πρώτα καθορίσω ποια είναι επακριβώς αυτά τα επίδικα θέματα. Τα κύρια λοιπόν αμφισβητούμενα επίδικα θέματα είναι, κατά την αντίληψη μου τα ακόλουθα: α. Ποια ήταν η επακριβής φύση και ο τρόπος λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού. β. Κατά πόσο ασκήθηκε στον εναγόμενο οποιαδήποτε πίεση, επιρροή, ή αθέμιτη συμπεριφορά ώστε να προβεί στο άνοιγμα του λογαριασμού με την δεδομένη διευθέτηση του τρόπου λειτουργίας του. γ. Κατά πόσο ο εναγόμενος έδιδε ή όχι οδηγίες προς την Λαϊκή Επενδυτική για διενέργεια συγκεκριμένων χρηματιστηριακών πράξεων και/ή κατά πόσο ενημερωνόταν και/ή ενέκρινε εκ των προτέρων ή εκ των υστέρων τις πράξεις εκείνες. δ. Κατά πόσο τα άνοιγμα και/ή η λειτουργία του επίδικου λογαριασμού ήταν παράνομη και/η αντίκειτο στη δημόσια πολιτική και σαν τέτοια τυγχάνει ανεφάρμοστη και/ή άκυρη. Θα εξετάσω τα πιο πάνω επίδικα θέματα ένα προς ένα με τη σειρά που τα έχω παραθέσει πιο πάνω. α. Η επακριβής φύση και τρόπος λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού Πέραν των όσων συνοπτικά αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις, η ΜΕ1 Έλλη Γιάγκου, υπάλληλος στη Μονάδα Επενδυτικών Χορηγήσεων της Τράπεζας πρόσθεσε στη μαρτυρία της και τα εξής, αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα: Ο σκοπός του εν λόγω λογαριασμού ήταν να χρησιμοποιείται για το διακανονισμό όλων των οικονομικών δοσοληψιών με τη Λαϊκή Επενδυτική, σε σχέση με οποιεσδήποτε χρηματιστηριακές συναλλαγές στο Χ.Α.Κ. (trading account). Σύμφωνα δε με τον τρόπο που λειτουργούσε αυτός ο λογαριασμός, ο εναγόμενος έδινε εντολή στη Λαϊκή Επενδυτική για αγορά συγκεκριμένων μετοχών. Με βάση τις υπογραφείσες συμφωνίες, η Επενδυτική χρέωνε το λογαριασμό του εναγομένου ή σε περίπτωση που το υπόλοιπο ήταν πιστωτικό, τα αποθέματα, έτσι ώστε να αγόραζε ο εναγόμενος τις μετοχές που επιθυμούσε. Ο λογαριασμός του χρεωνόταν έτσι με το συνολικό κόστος της αγοράς των μετοχών (τίμημα αγοράς, προμήθεια, δικαιώματα Χ.Α.Κ., προμήθεια χρηματιστή κλπ.). Σε περίπτωση που ο εναγόμενος θα προέβαινε σε πώληση μετοχών του, τότε ο λογαριασμός πιστωνόταν με την καθαρή αξία της πώλησης των μετοχών (τίμημα πώλησης μείον έξοδα, προμήθειες κλπ). Κατά την αντεξέταση της, η μάρτυρας διαχώρισε επανειλημμένα τα χαρακτηριστικά αυτού του είδους λογαριασμού (trading account) από επενδυτικό λογαριασμό (investor´s account), τονίζοντας ότι ο εναγόμενος διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό χωρίς χαρτοφυλάκιο μετοχών. ΄Οπως κατάθεσε, ο επενδυτικός λογαριασμός έχει προσυμφωνημένο όριο πίστωσης, ενώ το trading account όχι. Δηλαδή στην περίπτωση του δεύτερου, αν έχεις χρήματα στο λογαριασμό σου προβαίνεις σε πράξεις, αν δεν έχεις δεν μπορείς, εκτός αν σου το επιτρέψει η τράπεζα να αφήσεις κάποιο χρεωστικό υπόλοιπο. Σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα, ο λογαριασμός του εναγόμενου είχε συνήθως πιστωτικά υπόλοιπα, ενώ αν είχε κάποια μέρα χρεωστικό υπόλοιπο, αναμενόταν να το καλύψει αμέσως, όπως και έπραττε. ΄Οποτε δηλαδή επέτρεπε η Τράπεζα να καταστεί χρεωστικός ο λογαριασμός, σε διάστημα 1 - 2 εβδομάδων, καλυπτόταν η υπέρβαση, εκτός από το τελευταίο χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίο τελικά δεν κάλυψε ο εναγόμενος. Καταθέτοντας επί του ιδίου θέματος, ο Μ.Ε.2 Α.Ψυλλίδης της Διεύθυνσης Αξιολόγησης Πιστωτικών Διευκολύνσεων της ενάγουσας σήμερα και της Επενδυτικής Λάρνακας κατά τον ουσιώδη χρόνο, ερωτηθείς ως προς το ποιός αποφάσιζε αν θα επιτρεπόταν ή όχι στον εναγόμενο να δημιουργήσει χρεωστικό υπόλοιπο, είπε ότι αυτό εξαρτάτο από το αντίκρυσμα που είχε κάθε πελάτης, ο δε εναγόμενος ήταν καλός πελάτης της Τράπεζας, διέθετε ξενοδοχείο, χρυσοχοείο, περιουσιακά στοιχεία εκατομμυρίων και του είχαν παρασχεθεί και άλλες διευκολύνσεις εξασφαλισμένες με υποθήκες. Γι΄ αυτούς τους λόγους, ετύγχανε να του επιτραπεί όπως αγοράσει μετοχές ενώ δεν διέθετε πιστωτικό υπόλοιπο, και να καταθέσει τα ανάλογα χρήματα την επόμενη ημέρα ή τις επόμενες ημέρες. Με λίγα λόγια, άνκαι ο τρεχούμενος λογαριασμός trading δεν έχει προεγκεκριμένο όριο παρατραβήγματος, εν αντιθέσει με τον επενδυτικό λογαριασμό, εν τούτοις δεν σημαίνει ότι δεν μπορούσε να αφεθεί να καταστεί προσωρινά χρεωστικός και να επιτραπεί στον πελάτη όπως καλύψει τη διαφορά σε λίγες μέρες. Σε παρόμοιες γραμμές όπως και εκείνες του Μ.Ε.2 κινήθηκε και η μαρτυρία του Μ.Ε.3 Μ.Ξιούρου, ως προς τη φύση και λειτουργία του επίδικου λογαριασμού. Στη δική του μαρτυρία επί του ίδιου θέματος, ο ίδιος ο εναγόμενος κατάθεσε πως δεν είχε ζητήσει ο ίδιος να του παραχωρηθεί όριο στο λογαριασμό του, αλλά του είπαν ότι ανάλογα με την αξία των μετοχών του θα του παραχωρούσαν και όριο. Όμως, διαφάνηκε τελικά ότι η Επενδυτική προέβαινε σε αγοραπωλησίες μετοχών με μεγάλο πιστωτικό όριο, χωρίς ο ίδιος να το ζητούσε και ενώ η αξία των μετοχών που είχαν αγορασθεί δεν εκάλυπτε το όριο αυτό. Δημιουργήθηκε έτσι το υπόλοιπο που διεκδικείται σήμερα προς ζημιά του. Τελικά, εξετάζοντας και αξιολογώντας τη μαρτυρία ως προς το πρώτο τούτο θέμα, δεν μπορώ παρά να καταλήξω στο αυτονόητο εύρημα, ότι δηλαδή ο επίδικος λογαριασμός δεν ήταν τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από εκείνο που συμφωνήθηκε να είναι, δηλαδή ένας τρεχούμενος τραπεζικός λογαριασμός χωρίς κανένα συμπεφωνημένο πιστωτικό όριο, ο οποίος θα εχρησιμοποιείτο για απολήψεις και καταθέσεις που ήσαν αποτέλεσμα και προϊόν αγοραπωλήσεων μετοχών μέσω της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ. . Αυτό ρητά αναφέρεται και στην επιστολή - συμφωνία ανοίγματος του λογαριασμού (τεκμήριο 2). Είναι επίσης γεγονός ότι η ενάγουσα Τράπεζα με την οποία συμβλήθηκε ο εναγόμενος και η οποία άνοιξε και διατηρούσε τον τρεχούμενο λογαριασμό του, επέτρεπε σ΄ αυτόν όπως διατηρεί κατά καιρούς και ευκαιριακά χρεωστικά υπόλοιπα, τα οποία αυτός αναμενόταν να καλύψει σύντομα, είτε με κατάθεση μετρητών, είτε με το προϊόν πώλησης μετοχών του, πράγμα που έπραττε στην αρχή της λειτουργίας του λογαριασμού. β. Η άσκηση ή μη στον εναγόμενο οποιασδήποτε πίεσης, επιρροής ή αθέμιτης συμπεριφοράς ώστε να πεισθεί να ανοίξει λογαριασμό με την πιο πάνω διευθέτηση. Σε σχέση με αυτό το θέμα θα πρέπει να παρατηρήσω ότι καμιά αξιοπρόσεκτη σχετική μαρτυρία δεν δόθηκε, ούτε ακόμα από τον ίδιο τον εναγόμενο. ΄Εστω και αν δεν ήταν με δική του απόλυτη πρωτοβουλία που ανοίχθηκε ο λογαριασμός, παρά κατόπιν εισήγησης εκπροσώπου της ενάγουσας και ακόμα και αν εξηγήθηκαν σ΄ αυτόν τα οφέλη που αναμένονταν να προκύψουν από τη σωστή λειτουργία ενός τέτοιου λογαριασμού, δεν προσήχθη ίχνος μαρτυρίας που να καταδεικνύει την άσκηση οποιασδήποτε μεμπτής συμπεριφοράς εκ μέρους της ενάγουσας. γ. Το θέμα κατά πόσο ο ενάγων έδιδε ή όχι οδηγίες προς τη Λαϊκή Επενδυτική για τη διενέργεια συγκεκριμένων αγορών /πωλήσεων μετοχών και / ή κατά πόσο ενημερωνόταν εκ των προτέρων ή εκ των υστέρων για τις γενόμενες συναλλαγές. Το πρώτο που πρέπει να εξετασθεί σε σχέση με αυτό το επί μέρους θέμα, είναι το κατά πόσο υπήρχε κατ΄ αρχήν υποχρέωση της Λαϊκής Επενδυτικής όπως προβαίνει σε αγοραπωλησία μετοχών μόνο κατόπιν συγκεκριμένης εντολής από τον εναγόμενο. Μια άλλη, συναφής προς τούτο πτυχή του ίδιου θέματος έγκειται στο ζήτημα κατά πόσο θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να εξετασθεί το θέμα της απόδοσης ή μη εντολών του εναγόμενου προς τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ., αφού η τελευταία δεν είναι διάδικος. Θα συνεξετάσω τις δύο αυτές πτυχές του θέματος λόγω του ότι, όπως θα διαφανεί, αυτές είναι αλληλένδετες. Κατά την αγόρευση του συνηγόρου της ενάγουσας είχε προβληθεί η διττή εισήγηση, σύμφωνα με την οποία: α. Με βάση τους όρους των υπογραφέντων εγγράφων για υλοποίηση των μεταξύ των διαδίκων διευθετήσεων, δεν υπήρχε υποχρέωση όπως η Λαϊκή Επενδυτική προέβαινε σε αγορές / πωλήσεις μετοχών μόνο κατόπιν εντολής του εναγομένου και ότι, β. Εν πάση περιπτώσει ένα τέτοιο θέμα είναι αδιάφορο εδώ και δεν μπορεί να εγερθεί και εξετασθεί αφού η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, δεν είχε καταστεί διάδικος. Συνεξετάζοντας τις δύο πιο πάνω εισηγήσεις παρατηρώ τα εξής: Ο συνήγορος της ενάγουσας προς ενίσχυση των θέσεων του επικαλέστηκε τον όρο 1 του Πληρεξουσίου Εγγράφου - Τεκμηρίου 3 με το οποίο ο εναγόμενος διόριζε τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. σαν πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του, όπου ο πρώτος σκοπός για την πληρεξουσιοδότηση ήταν: «
- Να αγοράζει, πωλεί, μεταβιβάζει, αποδέχεται μεταβίβαση οποιωνδήποτε κινητών αξιών που είναι εγγεγραμμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ...». ΄Ομως παρά τη γενικότητα με την οποία δίδεται η εξουσία για αγορά/πώληση μετοχών προς τη Λαϊκή Επενδυτική από τον εναγόμενο, εν τούτοις, η ίδια εξουσία φαίνεται ρητά να περιορίζεται σε άλλα μέρη του πληρεξουσίου - τεκμηρίου 3 αλλά και της Συμφωνίας για άνοιγμα του λογαριασμού - τεκμηρίου
- Συγκεκριμένα, στον όρο 4 του Πληρεξουσίου - τεκμηρίου 3 προς την Λαϊκή Επενδυτική, ρητά αναφερόταν ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός που θα ανοιγόταν θα εχρησιμοποιείτο αποκλειστικά για το διακανονισμό όλων των δοσοληψιών με την Επενδυτική : «... σε σχέση με οποιεσδήποτε χρηματιστηριακές συναλλαγές στο Χ.Α.Κ. που θα εκτελούνταν από τη Λαϊκή Επενδυτική κατόπιν δικών μου / μας εντολών ...». (υπογράμμιση του Δικαστηρίου) Περαιτέρω, στην επιστολή - συμφωνία για το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού που απευθυνόταν προς την ενάγουσα τράπεζα (τεκμήριο 2) ο εναγόμενος ρητά ήταν που παρακαλούσε όπως ανοίξει στο όνομα του τρεχούμενος λογαριασμός σε σχέση με «...οποιεσδήποτε χρηματιστηριακές συναλλαγές στο Χ.Α.Κ., που θα εκτελούνται από τη Λαϊκή Επενδυτική κατόπιν δικών μου εντολών ...». (υπογράμμιση του Δικαστηρίου) Είναι πιστεύω ξεκάθαρο το ότι εκείνο που εξουσιοδότησε ο εναγόμενος τη Λαϊκή Επενδυτική να πράττει ήταν να διενεργεί αγοραπωλησίες μετοχών εκ μέρους του κατόπιν δικών του εντολών και όχι κατά το δοκούν και όπως ο τρεχούμενος λογαριασμός λειτουργούσε με χρεώσεις και πιστώσεις που αποκλειστικά ήσαν το προϊόν αγοράς ή πώλησης μετοχών που γίνονταν κατόπιν εντολών του εναγομένου. Ως προς την εισήγηση ότι εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να εξετασθεί στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής θέμα ότι διενεργούνταν συναλλαγές από την Επενδυτική χωρίς εντολές του εναγομένου, επειδή η Επενδυτική δεν κατέστη διάδικος, παρατηρώ τα εξής: Κατά την άποψη μου αυτή η εισήγηση είναι ανεδαφική. Είναι βέβαια γεγονός ότι η ενάγουσα Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. και η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. είναι ξεχωριστές νομικές οντότητες - εγγεγραμμένες εταιρείες. ΄Οπως όμως προκύπτει, ανήκαν και οι δύο στον ίδιο όμιλο Εταιρειών της Λαϊκής και είναι οι ίδιες που επέλεξαν τη στενή μεταξύ τους συνεργασία για το άνοιγμα και τη λειτουργία τέτοιων τρεχούμενων λογαριασμών, δημιουργώντας, όπως επεσήμανε και ο συνήγορος του εναγομένου μια τριμερή συμβατική σχέση Τραπεζίτη - Χρηματιστή - Πελάτη. ΄Οπως μάλιστα διαπιστώνεται και από το ίδιο το περιεχόμενο και τον τύπο της τυποποιημένης επιστολής του εναγομένου (τεκμήριο 2) και κάθε πελάτη ο οποίος προετίθετο να ανοίξει τρεχούμενο «Λογαριασμό Συναλλαγών Χ.Α.Κ.», ο πελάτης με το έγγραφο εκείνο δεν απευθυνόταν απλά προς την Τράπεζα ζητώντας το άνοιγμα ενός τέτοιου λογαριασμού. Παράλληλα και ταυτόχρονα, μέσω του ίδιου πάντα τυποποιημένου εγγράφου απευθυνόταν και προς τη Λαϊκή Επενδυτική, λέγοντας τα ακόλουθα (τελευταία παράγραφος τεκμηρίου 2): «..Περαιτέρω εξουσιοδοτώ ανέκκλητα τη Λαϊκή Επενδυτική όπως για λογαριασμό μου και εκ μέρους μου χειρίζεται και / ή λειτουργεί το Λογαριασμό Συναλλαγών Χ.Α.Κ. ... να χρεώνει το λογαριασμό αυτό με οποιαδήποτε ποσά ...». Οι πιο πάνω διαπλοκές γεγονότων μαζί με το προαναφερθέν στοιχείο σύμφωνα με το οποίο η Τράπεζα θα άνοιγε λογαριασμό που αποκλειστικά θα χρησιμοποιείτο για συναλλαγές που γίνονταν κατ΄ εντολή του εναγομένου από την Επενδυτική, πιστεύω ότι εξουδετερώνουν πλήρως το επιχείρημα ότι δεν μπορεί να διερευνηθεί εδώ το θέμα κατά πόσο δίδονταν ή όχι εντολές για τις συναλλαγές επειδή η μεν Επενδυτική δεν κατέστη διάδικος, η δε ενάγουσα τράπεζα δεν είχε ευθύνη να ελέγχει αν οι συναλλαγές γίνονταν με εντολές ή όχι. Ως προς το θέμα κατά πόσο στην πραγματικότητα ο εναγόμενος έδιδε εντολές για τη διενέργεια αγοραπωλήσεων μετοχών, με βάση τη δοθείσα μαρτυρία δεν αποδέχομαι την προβληθείσα από τον εναγόμενο θέση ότι η Λαϊκή Επενδυτική προέβαινε σε τέτοιες συναλλαγές μετοχών εκ μέρους του χωρίς την εντολή η συγκατάθεση του και ότι ουσιαστικά διαχειριζόταν εν λευκώ αξίες για λογαριασμό του ωσάν να επρόκειτο για χαρτοφυλάκιο που την εξουσιοδότησε να μεταχειρίζεται κατά το δοκούν. Σ΄ αυτό το εύρημα κατέληξα αφού έλαβα υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία: Κατ΄ αρχήν είναι η μαρτυρία του Μ.Ε.2 Α.Ψυλλίδη, ο οποίος κατά τους ουσιώδεις χρόνους υπηρετούσε στη Λαϊκή Επενδυτική Λάρνακας, σύμφωνα με την οποία, η τακτική που ακολουθείτο ήταν η εξής: Ο εναγόμενος αφού συζητούσε το θέμα, έδιδε εντολές είτε στον ίδιο το μάρτυρα είτε στην υπάλληλο κα Σουζάννα Γιαννάτσου και οι εντολές του διαβιβάζονταν στα Κεντρικά Γραφεία στη Λευκωσία όπου εκτελούνταν μέσω του Χ.Α.Κ. Ο εναγόμενος τηλεφωνούσε αργότερα την ίδια ημέρα και ενημερωνόταν για την εκτέλεση της εντολής του και τις λεπτομέρειες της πράξης ενώ ακολούθως του αποστέλλονταν τα λεγόμενα Contract Notes στα οποία παρετίθεντο όλα τα στοιχεία κάθε πράξης (Βλπ. Δέσμη - Τεκμ. 6). Σημειώνεται ότι στο μάρτυρα τούτο δεν υποβλήθηκε ότι δεν ήταν έτσι που γινόταν στην πραγματικότητα, ούτε και αντεξετάσθηκε επί του σημείου τούτου. Αντίθετα θα έλεγα, κάποιες από τις υποβολές που έγιναν προς το μάρτυρα φαίνονται να καταδεικνύουν προς την αντίθετη κατεύθυνση, να εκλαμβάνουν δηλαδή σαν δεδομένο ότι ο εναγόμενος ήταν που έδιδε τις εντολές. Είχε για παράδειγμα υποβληθεί προς το μάρτυρα κατά την αντεξέταση η εξής θέση: «Ε. Σας λέγω κύριε μάρτυς ότι αυτά που λέτε για 3 μέρες είναι εντελώς λανθασμένα διότι εάν ο λογαριασμός αυτός δεν είχε λεφτά μέσα οφείλετε να μη εκτελέσετε οποιανδήποτε εντολή για αγορά μετοχών του εναγομένου.» Και παρακάτω στην αντεξέταση, είχε περαιτέρω υποβληθεί στο μάρτυρα ότι: «Ε. Εγώ σας λέω ότι συνάδελφοι σας έδιδαν συμβουλές και απόψεις σε πελάτες τους και έλεγαν και συμβούλευαν ποιές μετοχές είναι καλές να αγορασθούν και ποιές να πωληθούν με αναφορά στο τμήμα Ανάλυσης που είχατε ως ΄Ομιλος και ως Λαϊκή Επενδυτική.» Από το περιεχόμενο και των πιο πάνω υποβολών ενισχύεται η θέση ότι ο εναγόμενος θα πρέπει ο ίδιος να έδιδε εντολές αφού με τις υποβολές διαφαίνεται αφ΄ ενός ότι παράπονο της πλευράς του εναγομένου δεν ήταν ότι γίνονταν πράξεις χωρίς την εντολή του αλλ΄ ότι γίνονταν πράξεις κατόπιν εντολών του οι οποίες όμως δεν έπρεπε να ακολουθούνται, αφού ο λογαριασμός του ήταν χρεωστικός και αφετέρου διαφαίνεται ότι εκπρόσωποι των εναγόντων και/ή της Επενδυτικής συμβούλευαν τον εναγόμενο ποιές μετοχές να αγοράσει και ποιές να πωλήσει, επηρεάζοντας έτσι τη δική του εντολή, πράγμα αχρείαστο αν ενεργούσαν εκείνοι αυτόβουλα, χωρίς δικές του εντολές. Είναι βέβαια και το άλλο: ΄Εχει αποδειχθεί από τη δέσμη Τεκμ.6, (Σημειώσεις Σύμβασης) ότι πράγματι ετοιμάζονταν και αποστέλλονταν προς τον εναγόμενο ανελλιπώς και έγκαιρα, λεπτομερή στοιχεία για κάθε μια ξεχωριστά πράξη αγοράς ή πώλησης μετοχών που γινόταν για λογαριασμό του. Αποδέχομαι προς τούτο τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 Ψυλλίδη, η οποία ήταν θετική, ενισχύεται από την παρουσίαση των πιο πάνω τεκμηρίων που απευθύνονται προς τον εναγόμενο στη διεύθυνση του και πρόκειται για μαρτυρία που δεν διαψεύσθηκε σοβαρά ούτε αμφισβητήθηκε στην αντεξέταση. Κατά παρόμοιο τρόπο και για τους ίδιους λόγους αποδέχομαι και τη μαρτυρία περί αποστολής και παραλαβής από τον εναγόμενο όλων των καταστάσεων κίνησης του τρεχούμενου λογαριασμού του (δέσμη - Τεκμ.4), στις οποίες εμφανίζονταν όλες οι αυξομειώσεις ποσών λόγω ακριβώς της αγοράς / πώλησης μετοχών, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε στην Υπεράσπιση. ΄Ολα τα πιο πάνω επιπρόσθετα στοιχεία, μπορεί να μη αποδεικνύουν αυτοτελώς ότι ήταν κατόπιν εντολής του εναγομένου που γινόταν κάθε πράξη, πλην όμως μειώνουν ή και εκμηδενίζουν το παράπονο του ότι γίνονταν οι αγοραπωλησίες χωρίς την εντολή του. Αν ήταν έτσι, εύλογα εγείρεται το ερώτημα, όταν έβλεπε να γινόταν η μια πράξη μετά την άλλη και τελικά να αποβαίνουν όλες μαζί προς σοβαρή ζημιά του, γιατί δεν παρεπονέθη τότε, έκτοτε ή ποτέ μέχρι την διεκδίκηση της οφειλής, ότι μια ή περισσότερες πράξεις είχαν γίνει χωρίς την εντολή του; Αυτή δε, η εκ των υστέρων έστω πλήρης ενημέρωση του εναγομένου για τις λεπτομέρειες κάθε μιας πράξης συνοδευόμενη από τη μη αντίδραση του, μπορεί κάλλιστα να ισοδυναμεί με έμμεση έγκριση της, ακόμα και αν δεν είχε προηγηθεί εντολή του. Οπότε και έτσι αν είχαν τα πράγματα, και πάλι ο εναγόμενος θα ήταν υπόλογος για τις πράξεις που γίνονταν για λογαριασμό του, σύμφωνα με τις συνδυασμένες πρόνοιες των Α.156 και 157 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, που έχουν ως εξής: «
- ΄Οταν κάποιο πρόσωπο τελεί πράξεις για λογαριασμό άλλου προσώπου χωρίς τη γνώση ή πληρεξουσιότητα του, το πρόσωπο αυτό δύναται είτε να εγκρίνει είτε να αποκηρύξει την πράξη αυτή. Πράξη που εγκρίθηκε επιφέρει τις ίδιες συνέπειες, ωσάν να ετελείτο δυνάμει πληρεξουσιότητας.
- Η έγκριση δύναται να είναι ρητή ή να συνάγεται από τη συμπεριφορά του προσώπου για λογαριασμό του οποίου τελέστηκε η πράξη ...». Αναπόδραστο είναι το εύρημα ότι ο εναγόμενος και εντολές έδιδε και πλήρους ενημέρωσης για τη διενέργεια κάθε συναλλαγής εκ μέρους του στο Χ.Α.Κ. ετύγχανε ανελλιπώς, τόσο εκ των προτέρων όσο και εκ των υστέρων. Eίναι βέβαια γεγονός ότι όπως διαφαίνεται και από την εγκύκλιο ημερ. 7.10.99 του Χ.Α.Κ. προς τα Μέλη του (Τεκμ.31), εζητείτο απ΄ αυτά όπως στην περίπτωση που οι εντολές πελάτη ήταν τηλεφωνικές, αυτές θα έπρεπε να ηχογραφούντο. Ανεξάρτητα όμως από το εάν και κατά πόσο οι εντολές για τις επίδικες συναλλαγές ηχογραφούντο ή όχι, εδώ το ζήτημα που εγείρεται είναι το γενικότερο θέμα κατά πόσο δίδονταν ή όχι εντολές και αυτό αποδεικνύεται ικανοποιητικά από τα πιο πάνω στοιχεία που έχω παραθέσει. Το άλλο θέμα, νομικής κυρίως φύσεως που ηγέρθη υπό μορφή υπεράσπισης και θα πρέπει να απασχολήσει, είναι το ακόλουθο: δ. Κατά πόσο το άνοιγμα και ο τρόπος λειτουργίας του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού ήταν παράνομος ή παράτυπος, αντιβαίνοντας προς Εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας ή προς αρχές της δημόσιας πολιτικής Τόσο μέσα από την Υπεράσπιση, όσο και μέσω αντεξέτασης μαρτύρων της ενάγουσας και μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου του, η πλευρά του εναγομένου ήγειρε διάφορους νομικούς λόγους που καθάπτονται της εγκυρότητας του ανοίγματος και /ή της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, λόγους οι οποίοι σχετίζονται με την κατ΄ ισχυρισμό καταστρατήγηση ή παραβίαση προνοιών Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, όπως επίσης και αρχών της Δημόσιας Πολιτικής. Ακριβώς τα ίδια θέματα, σε σχέση όμως με άλλου είδους συμβατική σχέση μεταξύ χρηματοδοτικού οργανισμού και ενοικιαστή εμπορευμάτων, είχαν εγερθεί, απασχολήσει και αποφασισθεί στην Αγωγή Αρ. 2540/01 Ε.Δ. Λάρνακας - Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ν. Γ.Χίνη, ημερ. 22.12.
- Στην απόφαση του σ΄ εκείνη την αγωγή, ο αδελφός Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής κ.Τ.Οικονόμου, προέβηκε σε μια εμβριθή ανάλυση των αρχών που διέπουν τα ίδια, υπό εξέταση εδώ θέματα και θα παραθέσω εκτενή σχετικά αποσπάσματα από τη δική του απόφαση, την ορθότητα των οποίων και υιοθετώ πλήρως: «.....Η Κεντρική Τράπεζα είχε εξουσία να καθορίσει όρια δανείων ή, ακόμα, τους σκοπούς για τους οποίους μπορούσαν να δοθούν ή να μην δοθούν δάνεια, δυνάμει των περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμων του 1963 έως (Αρ. 2) του 1999 (άρθρο 38) εξουσίες που διατηρούνται στον ισχύοντα σήμερα Νόμο 138/
- Παράλληλα, σύμφωνα με τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο του 1997 (Ν.66/97)η Κεντρική Τράπεζα έχει αρμοδιότητα να εποπτεύει τις τράπεζες προς διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος (άρθρο 26), και δύναται να εκδίδει γενικές ή ειδικές οδηγίες για την επίτευξη των σκοπών του Νόμου (άρθρο 41). Είναι πρόδηλο ότι οι σχετικές εγκύκλιοι εκδόθηκαν στα πλαίσια των παραπάνω αρμοδιοτήτων της Κεντρικής Τράπεζας. Η εγκύκλιος δε ημερ. 24.11.1999 (Τεκμήριο 13.5), όπως και άλλες, ρητά αναφέρεται στο άρθρο 38 των περί Κεντρικής Τράπεζας Νόμων. «Δημόσια πολιτική» υπό την συζητούμενη έννοια είναι εκείνη η δικαιϊκή αρχή που διασφαλίζει ότι κανένας πολίτης δεν μπορεί να τελεί εκείνο που έχει την τάση να επηρεάσει δυσμενώς το κοινό ή να είναι αντίθετο στο δημόσιο όφελος [βλ. Glamor Development Ltd v. Christodoulou
(1984)1 C.L.R. 444, 454]. .................................................... Η νομική επιστήμη έχει κατατάξει, επί τη βάσει των δικαστικών αποφάσεων, περιπτώσεις δημόσιας πολιτικής σε αποκρυσταλλωμένες, κατά το μάλλον ή ήττον, κατηγορίες. Αναγνωρίζεται έτσι κατά πάγιο τρόπο πως τίθεται θέμα δημόσιας πολιτικής όταν παραβλάπτεται λ.χ. η χρηστή διακυβέρνηση, η δέουσα απονομή της δικαιοσύνης, τα δημόσια ήθη και η επαγγελματική ελευθερία (Chitty on Contracts, General Principles, 26η έκδοση, σελ. 683 επόμ.). O Lord Halsbury είχε λάβει κατηγορηματικά τη θέση ότι τα Δικαστήρια δεν μπορούν να επινοούν νέες κατηγορίες δημόσιας πολιτικής (Janson v. Drieforntein Consolidated Mines Ltd [1902] A.C. 484, 491). Τέτοια θέση όμως δεν έγινε καθολικά δεκτή. Αντίθετα, κρατούσα πλέον είναι η άποψη πως ότι στην κατάλληλη περίπτωση τα Δικαστήρια μπορούν να επεκτείνουν ή να τροποποιήσουν τις αρχές που διέπουν το θέμα (Multiservice Bookbinding Ltd v. Mardon [1979] Ch. D. 84, Glamor, σελ. 454-456). Λ.χ. στην Glamor, επιπρόσθετα προς τη παρανομία, διαπιστώθηκε ότι ως ζήτημα δημόσιας πολιτικής είναι ανεπίτρεπτο για δημόσιο υπάλληλο να αναλάβει ιδιωτική εργασία έναντι ανταλλάγματος χωρίς την απαιτούμενη άδεια, σε βαθμό που να μην δικαιούται ν΄ απαιτήσει το αντάλλαγμα. Γίνεται όμως σαφές πως η σχετική ευχέρεια των Δικαστηρίων πρέπει ν' ασκείται με φειδώ και μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις όπου το δημόσιο κακό είναι πασιφανώς αδιαμφισβήτητο. Όπως έχει λεχθεί στην Fender v. Mildmay [1937] 3 All E.R. 402 και υιοθετείται στην Glamor: «The doctrine of "public policy" should be involved only in clear cases, in which the harm to the public is substiantially incontestable and does not depend upon the idiosyncratic inferences of a few judicial minds.» ......................... Εφόσον δεν πρόκειται για άμεση παρανομία και εφόσον ο νόμος δεν προβλέπει ρητά την αποστέρηση δικαστικής θεραπείας, το ερώτημα που τελικά τίθεται είναι το κατά πόσο, μέσα από τη συνήθη ερμηνεία του νόμου, υπό τις περιστάσεις που έγινε η σύμβαση και έχοντας κατά νου το κακό που εσκοπείτο ν΄ αποτραπεί, θα αντίκειτο στη δημόσια πολιτική η εκτέλεση της σύμβασης (Shaw v. Groom [1970] 1 All E.R. 702, Glamor σελ. 454). Στις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας γίνεται αναφορά στις «γνωστές συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί στη χρηματιστηριακή αγορά τις τελευταίες εβδομάδες» και τον κίνδυνο οι πιστωτικές διευθετήσεις να «καταλήξουν σε καθαρά κερδοσκοπικές τοποθετήσεις στο Χρηματιστήριο.» (εγκύκλιος ημερ. 12.10.1999, τεκμ. 13.4). Σε εγκύκλιο, ημερ. 5.1.2000 (Τεκμ. 13.7), ......................................... αποκαλυπτικής του κλίματος της εποχής θεωρούμενου, κατά λογική αναγκαιότητα, κατά τρόπο ενιαίο, γίνεται λόγος για «το απαράδεκτο φαινόμενο της μαζικής χρηματοδότησης αγοράς μετοχών πρώτης έκδοσης όπου εκατοντάδες εκατομμύρια λιρών δάνεια δόθηκαν για αγορά μετοχών αξίας μερικών εκατομμυρίων λιρών». Η Κεντρική Τράπεζα είχε προχωρήσει στη λήψη διοικητικών μέτρων. Με εγκύκλιο ημερ. 23.3.2000 (Τεκ. 13.8) ειδοποίησε τις τράπεζες πως δεν θα καταβάλλει τόκο σε οποιαδήποτε τράπεζα δεν συμμορφώνεται με τις οδηγίες της δυνάμει του άρθρου 38. Αυτό το μέτρο εφαρμόστηκε εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. ..................................... Η Κεντρική Τράπεζα είχε εξουσία να λάβει περαιτέρω και σκληρότερα μέτρα. Εφαρμόζοντας το άρθρο 30 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου αν έκρινε ότι από το ως άνω «απαράδεκτο φαινόμενο» υφίστατο κίνδυνος να ελαττωθεί η ικανότητα μιας τράπεζας για έγκαιρη αντιμετώπιση των υποχρεώσεων της ή, γενικότερα, ότι ήταν αναγκαίο για την εξασφάλιση των συμφερόντων των καταθετών ή πιστωτών, είχε εξουσία, μεταξύ άλλων, να απαγορεύσει τελείως και μέχρι νεότερης ειδοποίησης την αποδοχή από την τράπεζα καταθέσεων ή/και τη χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων, ή, ακόμα μάλιστα, να ανακαλέσει την άδεια της τράπεζας. Η Κεντρική Τράπεζα είναι το πρωταρχικά αρμόδιο όργανο που έταξε η Πολιτεία για την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας, έχοντας ως κύριο εκ του νόμου σκοπό τη δημιουργία συνθηκών νομισματικής σταθερότητας, πιστωτικών συνθηκών και συνθηκών που αφορούν στο ισοζύγιο πληρωμών που συντελούν στην αρμονική ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας (άρθρο 4 του Νόμου). Ο μεν νομοθέτης δεν έχει ρητώς ορίσει ότι παράβαση ή καταστρατήγηση των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας για θέματα πιστωτικής πολιτικής θα μπορούσε να απολήξει σε άρνηση δικαστικής θεραπείας, όπως κατ΄ αρχήν θα αναμενόταν ως εκ της δραστικότητας του μέτρου (βλ. Διαχειριστικό Συμβούλιο Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου ν. Πετράκη [1998] 1 C.L.R. 941). Η δε Κεντρική Τράπεζα, πρωταρχικός θεματοφύλακας της πιστωτικής πολιτικής, επέλεξε το προαναφερθέν μέτρο μέσα από ένα πολύ ισχυρότερο οπλοστάσιο. Βέβαια είναι τα Δικαστήρια που έχουν τον τελευταίο λόγο να διαγνώσουν την ύπαρξη δημόσιας πολιτικής τέτοιας αναντίλεκτης σπουδαιότητας ώστε να είναι απαράδεκτη η παροχή θεραπείας στον παραβάτη.....» Υπό το φως των πιο πάνω αρχών και διαπιστώσεων, εφαρμοζομένων στα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, δεν μπορώ παρά να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι υπό τις συνθήκες οι οποίες έχουν περιγραφεί στην αρχή και στη συνέχεια της παρούσας Απόφασης, θα ήταν παντελώς αδικαιολόγητο για το Δικαστήριο να αρνηθεί να αναγνωρίσει και εφαρμόσει τις επίδικες συμβατικές διευθετήσεις που είχαν γίνει και λειτουργήσει μεταξύ των διαδίκων, ψηλώνοντας τόσο πολύ τον πήχυ της αυστηρότητας εφαρμογής εξουσιών και αρχών, η άσκηση των οποίων έχει εναποτεθεί σε άλλες κρατικές αρχές και αναλαμβάνοντας ένα συνταγματικά απαράδεκτο πατριαρχικό ρόλο, τον οποίο δεν του έχει αναθέσει ούτε το Σύνταγμα, ούτε συγκεκριμένος νόμος και του οποίου η ανάληψη δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα. Σημειώνεται δε το γεγονός ότι εδώ, δεν είχε καν εμποδισθεί από την Κεντρική Τράπεζα η διενέργεια των επίδικων συναλλαγών παρά μόνο δίδονταν οδηγίες για περιορισμό ή καταστολή κάποιων φαινομένων προσπάθειας κερδοσκοπίας. Και αν σε κάποια σημεία ή σε κάποιο χρονικό διάστημα δεν υπήρξε πλήρης συμμόρφωση προς τις πρόνοιες εγκυκλίου, αυτή προκάλεσε την επιβολή κυρώσεων στην ενάγουσα, πλην όμως η κήρυξη της συμβατικής σχέσης σαν παράνομης ή αντιβαίνουσας προς αρχές δημόσιας πολιτικής, συνοδευόμενη από άρνηση απόδοσης θεραπείας, θα ήταν από πάσης άποψης αδικαιολόγητη. Θα ασχοληθώ στη συνέχεια με επί μέρους παρεμφερή θέματα που επίσης ηγέρθηκαν σαν σημεία υπεράσπισης. Κάποια ενασχόληση είχε γίνει κατά τη δίκη και στην αγόρευση του συνηγόρου του εναγομένου με το γεγονός ότι από το φθινόπωρο του 2000, η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. διεκπεραίωνε τις χρηματιστηριακές της εργασίες μέσω της Λαϊκής Χρηματιστηριακής Λτδ. ΄Ομως, πέραν του ότι συνεχίστηκε κανονικά η συμβατική διευθέτηση ενάγουσας και εναγομένου ως είχε και του ότι η εξουσιοδότηση που είχε δώσει προς την Επενδυτική η οποία ενεργούσε τώρα μέσω της Χρηματιστηριακής δεν είχε καμιά νομική ή πραγματική επίπτωση, θα πρέπει να σημειωθεί περαιτέρω ότι κανένα τέτοιο θέμα δεν είχε δικογραφηθεί στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης. Αντίθετα θα έλεγα, γίνεται ειδική αναφορά στην παρα. 11.2 της Υπεράσπισης ότι η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ. και η Λαϊκή Χρηματιστηριακή Λτδ. ήσαν εταιρείες του ιδίου συγκροτήματος, οι οποίες άμεσα ελέγχοντο από την ενάγουσα, και δεν εγείρεται εκεί οποιοδήποτε θέμα ή πρόβλημα υποκατάστασης της πρώτης από την δεύτερη. ΄Ενα άλλο, παρεμφερές προς τούτο θέμα που είχε εγερθεί στην Υπεράσπιση, ήταν η εισήγηση ότι εφ΄ όσον τόσο η ενάγουσα όσο και οι δύο προαναφερθείσες εταιρείες ανήκαν στο ίδιο Συγκρότημα της Λαϊκής και ελέγχονταν οι δύο εταιρείες από την ενάγουσα, υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ τους και του εναγομένου. Και ότι λόγω αυτής της σχέσης, η ενάγουσα όφειλε να συμβουλεύσει και / ή προστατεύσει τον εναγόμενο ως προς την ορθότητα τήρησης ενός τέτοιου λογαριασμού, όπως επίσης και να τον ενημέρωνε για τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας και τη δημόσια πολιτική. Παρ΄ όλον ότι το επί μέρους τούτο θέμα δεν προωθήθηκε ιδιαίτερα, θα μπορούσα σε συντομία να πω ότι πραγματικά αδυνατώ να δω την ύπαρξη τέτοιων υποχρεώσεων στην ενάγουσα τράπεζα, η οποία, όπως όλα τα τραπεζικά ιδρύματα είναι κερδοσκοπικοί οργανισμοί και ο κάθε πελάτης τους οφείλει να ζυγίζει μόνος του ή με δικά του μέσα τους κινδύνους που διατρέχει όταν προβαίνει σε οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή αυτής της φύσεως. Βασιζόμενος στην άγνοια την οποία πρόβαλε ο εναγόμενος ως προς τα χρηματιστηριακά πράγματα, ως προς τις τραπεζικές πρακτικές και ως προς άλλα οικονομικά θέματα, δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω, αποδεχόμενος αυτή του την ειλικρινή παραδοχή, ότι αυτός φαίνεται να υπήρξε ένα ακόμα θύμα της λαίλαπας του Χρηματιστηρίου και της φρενίτιδας, η οποία είχε παρουσιαστεί κατά τους ουσιώδεις προς την αγωγή χρόνους. Και αυτός, όπως πολλοί άλλοι πολίτες άσχετοι με τα χρηματιστηριακά πράγματα, έκθαμβος από το εκτυφλωτικό φως που εξέπεμψε η διάχυτη παντού ευκαιρία του γρήγορου και μεγάλου κέρδους, ρίχθηκε στο χορό, διεκδικώντας μερίδιο στην ευκαιρία. ΄Ομως το έκανε, ή συνέχισε να το κάνει σε λάθος χρόνους, με λάθος κινήσεις, αδυνατώντας προφανώς να διαβλέψει ότι το εκθαμβωτικό φως του πυροτεχνήματος κάποτε θα έσβηνε. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, αδυνατώ να διαπιστώσω την ύπαρξη και στοιχειοθέτηση οποιασδήποτε νομικά βάσιμης υπεράσπισης και η Απαίτηση θα πρέπει να επιτύχει ενώ η Ανταπαίτηση να απορριφθεί. Σημειώνεται εδώ, ότι ουσιαστική ή εξειδικευμένη αμφισβήτηση της ορθότητας των τηρουμένων στοιχείων κίνησης του τρεχουμένου λογαριασμού του εναγόμενου, δεν παρατηρήθηκε κατά την ακρόαση. Κάποιες θέσεις που προβλήθηκαν στην αγόρευση του συνηγόρου ως προς την ορθότητα συμπερίληψης στις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμ.4) κάποιων χρεώσεων που περιγράφηκαν σαν "funds transfer" ούτε τέθηκαν προς σχολιασμό από οποιονδήποτε μάρτυρα των εναγόντων αλλ΄ ούτε και προσήχθη οτιδήποτε που να άπτεται της ορθότητας τους. Υπενθυμίζεται προς τούτοις και η νομοθετική πρόνοια στο Α.22
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 σύμφωνα με το οποίο αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικά βιβλία γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρησης και των θεμάτων δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σ΄αυτά. Αυτή δε η εκ πρώτης όψεως απόδειξη δεν διαταράχθηκε κατά την ακρόαση. Στην Απαίτηση εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας ως αι παρα. (α) (β) (γ) (δ) της Αξίωσης πλέον τα έξοδα της αγωγής συν Φ.Π.Α., όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και αφού τα ποσά στις παραγράφους αυτές μετατραπούν στη νέα ισχύουσα νομισματική μονάδα του Ευρώ, ως ακολούθως: Στην παρα. (α) της Αξίωσης : Για ποσό € 103.279,95 Στην παρα. (γ) της Αξίωσης : Για ποσό € 6.185,24 Στην παρα. (δ) της Αξίωσης : Για τόκο επί ποσού € 6.270,57 Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται, επίσης με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - εξ Ανταπαιτήσεως εναγομένης, όπως θα υπολογισθούν και εγκριθούν. (Υπ.).................. Κ.Κληρίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο