Ξενοφώντα Σαββίδη ν. Νικόλα Κτωρή, Αρ. Αγωγής: 2098/2006, 15/2/2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. ΘΩΜΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2098/2006 Μεταξύ: Ξενοφώντα Σαββίδη Ενάγοντα και Νικόλα Κτωρή Εναγόμενου Ημερομηνία: 15/2/2008 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα. Μηνά Για τον Εναγόμενο: κος. Νικηφόρου ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας με την υπο εξέταση αγωγή του αξιώνει εναντίον του Εναγομένου ποσό ΛΚ6.000 το οποίο κατέβαλε προς τον Εναγόμενο για την αγορά του 50% της επιχείρησης πλυντηρίου αυτοκινήτων. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης του περί τις αρχές Ιανουαρίου 2006 ο γιός του ενάγοντα Ιωάννης Σαββίδης, ο οποίος είναι γνωστός του Εναγόμενου ρώτησε τον τελευταίο εάν είχε υπόψη του οποιαδήποτε δουλειά για τον πατέρα του. Ο Εναγόμενος του απάντησε ότι κατ' εκείνην την περίοδο δεν μπορούσε να τον εργοδοτήσει. Κατά ή περί τις αρχές Φεβρουαρίου 2006 ο Εναγόμενος προσέγγισε τον ως άνω γιό του Ενάγοντα και του πρότεινε να μεταφέρει στον πατέρα του αν ενδιαφερόταν να αγοράσει το 50% επιχείρησης πλυντηρίου αυτοκινήτων που κατείχε, για το ποσό των ΛΚ10.
- Κατά την 16η Φεβρουαρίου 2006 ο ως άνω γιός του Ενάγοντα είπε στον Εναγόμενο ότι ο Ενάγοντας ήταν σύμφωνος στην αγορά του 50% της επιχείρησης αλλά για το ποσό των ΛΚ6.
- Ο Εναγόμενος συμφώνησε και την επόμενη ημέρα ο ως άνω γιός του Ενάγοντα κατέθεσε σε Τραπεζικό λογαριασμό του Εναγομένου το ποσό των ΛΚ6.
- Ο γιός του Ενάγοντα ζήτησε από τον Εναγόμενο όπως ετοιμαστούν συμβόλαια όμως ο Εναγόμενος προέβαλε ως επιχείρημα ότι εάν ο ιδιοκτήτης του ακινήτου στο οποίο στεγαζόταν η επιχείρηση μάθαινε για την πώληση του μεριδίου στην επιχείρηση θα ζητούσε αύξηση του ενοικίου. Κατά την 18η Φεβρουαρίου 2006 ο ως άνω γιός του Ενάγοντα είχε εκ νέου συνάντηση με τον Εναγόμενο στο πλυντήριο αυτοκινήτων όπου του ζήτησε και πάλι την ετοιμασία συμβολαίου. Ο Εναγόμενος επέμενε ότι θα αυξανόταν το ενοίκιο και δεν θα έπρεπε να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία. Περαιτέρω ο Εναγόμενος του ανέφερε ότι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου όπου βρισκόταν εγκατεστημένη η επιχείρηση του πλυντηρίου αυτοκινήτων είναι κάτοικος εξωτερικού και την ενοικίαση του ακινήτου χειριζόταν κάποιος Βαρνάβας. Μετά από έρευνες ο ως άνω γιός του Ενάγοντα ανακάλυψε ότι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου ήταν συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο διαμένει στην Λάρνακα και ενοικιαστής του ήταν ο Βαρνάβας Σολωμού, ο οποίος διαμένει στην Ξυλότυμπου. Τότε ο γιός του Ενάγοντα ζήτησε από τον Εναγόμενο να του επιστρέψει το ποσό των ΛΚ6.000 το οποίο του κατέβαλε, όμως ο Εναγόμενος αρνήθηκε την επιστροφή του ως άνω ποσού. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του παραδέχεται την είσπραξη του ποσού των ΛΚ6.
- Η βασική του θέση είναι ότι η συμφωνία για την αγορά του 50% της επιχείρησης του πλυντηρίου αυτοκινήτων είχε γίνει με τον γιό του Ενάγοντα προσωπικά και όχι για λογαριασμό του Ενάγοντα. Το ποσό το οποίο συμφωνήθηκε ως τίμημα πώλησης ήταν ΛΚ10.
- Συμφώνησαν επίσης ότι ο Ιωάννης Σαββίδης θα κατέβαλλε αρχικά το ποσό των ΛΚ6.000 και το υπόλοιπο ποσό θα το κατέβαλλε σε κατοπινό στάδιο. Εφόσον κατέβαλλε ολόκληρο το ποσό στον Εναγόμενο τότε θα υπογράφονταν και τα συμβόλαια. Ο λόγος για τον οποίον δεν ετοίμαζε τα σχετικά συμβόλαια ήταν γιατί ο Ιωάννης Σαββίδης δεν του πλήρωνε το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ4.000 όπως είχαν συμφωνήσει. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ O Eνάγοντας κατέθεσε ότι περί τα μέσα Φεβρουαρίου 2006 ο γιός του Ιωάννης Σαββίδης (ΜΕ2) του ανέφερε ότι μπορούσε αν ήθελε να γίνει συνεταίρος με τον εναγόμενο στην επιχείρηση πλυντηρίου αυτοκινήτων, της οποίας ιδιοκτήτης ήταν ο εναγόμενος. Του ανέφερε επίσης ότι ο Εναγόμενος ζητούσε ΛΚ10.000 για να του παραχωρήσει το 50% της επιχείρησης. Πέρασαν με τον γιό του έξω απο το συγκεκριμένο πλυντήριο αυτοκινήτων και το είδαν. Είπε στον γιό του να προτείνει στον Εναγόμενο ΛΚ6.000, αντί τις ΛΚ10.000 που ζητούσε. Ο Εναγόμενος συμφώνησε με το ποσό αυτό και στις 17/2/2006 ο γιός του κατέθεσε σε λογαριασμό του Εναγόμενο το ποσό των ΛΚ6.
- Την επόμενη μέρα ο γιός του ζήτησε από τον Εναγόμενο να υπογραφεί μεταξύ τους συμβόλαιο, όμως ο Εναγόμενος έβρισκε διάφορες προφάσεις για να αποφύγει την γραπτή συμφωνία. Οι προσπάθειες του γιού του να μεταπείσει τον Εναγόμενο να υπογράψει συμβόλαιο απέβησαν άκαρπες. Ο γιός του πήγαινε τακτικά στο συγκεκριμένο πλυντήριο και αναζητούσε τον Εναγόμενο, επίσης προσπαθούσε να του τηλεφωνήσει όμως δεν τον πετύχαινε. Τελικά ο Εναγόμενος είπε στον γιό του να μην τον ενοχλεί και τον απείλησει ότι μπορούσε να χάσει και την δουλειά του. Κατόπιν αυτού απηύθυνε μέσω δικηγόρου προειδοποιητική επιστολή προς τον Εναγόμενο με την οποία ζητούσε να του επιστρέψει τα χρήματα του (βλέπε τα Τεκμήρια 1 και 1Α). Ο Εναγόμενος με επιστολή του δικηγόρου του απάντησε αρνητικά στο αίτημα του (βλέπε το Τεκμήριο 2). Ο γιός του ουδέποτε εργάστηκε στο επίδικο πλυντήριο καθότι είναι αστυνομικός και εργάζεται στο αεροδρόμιο Λάρνακος. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι δεν ήταν παρών όταν ο γιός του είχε συμφωνήσει με τον Εναγόμενο, όμως ο γιός του τον είχε ενημερώσει για το τι συμφωνήθηκε μεταξύ του και του Εναγόμενου. Επισκέφθηκε το πλυντήριο μία μόνο φορά και εκεί συνάντησε τον υπάλληλο του εναγόμενου (ΜΕ1). Κατά το συγκεκριμένο διάστημα λόγω προβλημάτων υγείας ήταν κλεισμένος στο σπίτι. Δεν ξεκίνησε να εργάζεται στο πλυντήριο αυτοκινήτων επειδή δεν είχε γίνει γραπτή συμφωνία. Ο Ιωάννης Σαββίδης (ΜΕ2) είναι ο γιός του Ενάγοντα. Κατέθεσε ότι με τον Εναγόμενο ήταν φίλοι από παλιά. Είχε ρωτήσει τον Εναγόμενο κατά πόσο μπορούσε να προσφέρει δουλειά στον πατέρα του ο οποίος ήταν άνεργος. Ο Εναγόμενος του πρότεινε να γίνει συνέταιρος στο πλυντήριο αυτοκινήτων, του οποίου ήταν ιδιοκτήτης. Η συμφωνία με τον εναγόμενο για την αγορά του 50% της επιχείρησης του πλυντηρίου έγινε από τον ίδιο για λογαριασμό όμως του πατέρα του. Αρχικά ο Εναγόμενος του ζήτησε ΛΚ10.000 όμως τελικά κατέληξαν στις ΛΚ6.
- Ο Εναγόμενος του ζήτησε τα χρήματα αμέσως για τον λόγο ότι αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα υγείας η γυναίκα του και χρειαζόταν επειγόντως τα χρήματα. Του υποσχέθηκε επίσης ότι θα ετοίμαζε το σχετικό συμβόλαιο, σε κατοπινό όμως στάδιο Επειδή ήταν φίλοι μεταξύ τους έδειξε εμπιστοσύνη και στις 17/2/2006 κατέθεσε το ποσό των ΛΚ6.000 στον λογαριασμό του Εναγόμενου. Την επομένη ημέρα επισκέφθηκε για πρώτη φορά το πλυντήριο. Εκεί γνώρισε τον υπάλληλο του εναγόμενου (ΜΕ1). Ρωτούσε συνεχώς τον Εναγόμενο πότε θα γίνονταν τα συμβόλαια, όπως του είχε υποσχεθεί όμως ο Εναγόμενος έβρισκε διάφορες προφάσεις. Συγκεκριμένα του έλεγε ότι έπρεπε να ρωτήσει τον συνεταίρο του, κάποιο κουμπάρο του ονόματι Σάββα. Επίσης του έλεγε ότι ήταν καλύτερα να μην γινόταν συμβόλαιο γιατί στην περίπτωση που γινόταν συμβόλαιο το ενοίκιο του χώρου στο οποίο στεγαζόταν η επιχείρηση θα αυξανόταν από ΛΚ300 σε ΛΚ
- Επισκεπτόταν συχνά το πλυντήριο και έψαχνε τον Εναγόμενο για να κάνουν τα συμβόλαια. Τελικά όταν δεν κατάφερε να πείσει τον Εναγόμενο να υπογράψουν συμβόλαιο του ζήτησε να του επιστρέψει τα χρήματα τα οποία του πλήρωσε. Κάποια μέρα που έτυχε να βρίσκεται στο πλυντήριο ήρθε κάποιος προμηθευτής και έφερε προϊόντα για το πλυντήριο. Επειδή ο ΜΕ1 ήταν απασχολημένος παρέλαβε ο ίδιος τα εμπορεύματα και υπέγραψε το τιμολόγιο (βλέπε το τεκμήριο 3). Ο προμηθευτής τον ρώτησε ποιός ήταν ο ιδιοκτήτης του πλυντηρίου. Του ανέφερε ότι ήταν συνεταίροι ο πατέρας του και ο εναγόμενος. Ο προμηθευτής αρχικά έγραψε στο τιμολόγιο το όνομα του πατέρα του, όμως του ζήτησε να το διαγράψει και να βάλει ως ιδιοκτήτη το όνομα που έβαζε σε προηγούμενα τιμολόγια επειδή ακόμη δεν είχε αναλάβει ο πατέρας του. O Aνδρέας Νεοφύτου (ΜΕ1) κατέθεσε ότι εργάστηκε στο υπό αναφορά πλυντήριο αυτοκινήτων κατά τον Φεβρουάριο του
- Προσελήφθηκε από τον Εναγόμενο περί τις αρχές Φεβρουαρίου
- Μία περίπου εβδομάδα μετά την πρόσληψη του γνώρισε τον γιό του Ενάγοντα (ΜΕ2). Του τον σύστησε ο Εναγόμενος ως φίλο του Αστυνομικό, του οποίου ο πατέρας θα ήταν συνέταιρος μαζί του. Μετά από δέκα περίπου μέρες ο ΜΕ2 του γνώρισε τον Ενάγοντα. Πριν εργοδοτηθεί στην συγκεκριμένη επιχείρηση, αυτή δεν λειτουργούσε για περίοδο 3-4 μηνών. Εργάστηκε στην επιχείρηση αυτή για ένα περίπου μήνα. Πληρωνόταν απο τον Εναγόμενο εβδομαδιαίως. Αρχικά παραλάμβανε ο ίδιος τις εισπράξεις του πλυντηρίου, αργότερα όμως, μετά από οδηγίες του Εναγόμενου άφηνε τα χρήματα στο γραφείο του πλυντηρίου. Ο Εναγόμενος του ανέφερε ότι θα έπαιρνε ο ίδιος τις εισπράξεις από το Ταμείο. Ο ΜΕ2 συνήθως ερχόταν κάθε Σάββατο και έπλενε το αυτοκίνητο του. Ερχόταν όμως και άλλες φορές και έψαχνε τον Εναγόμενο. Ο ΜΕ2 σε καμιά περίπτωση δεν τον βοήθησε στο πλύσιμο αυτοκινήτων πελατών. Κάποια μέρα ήρθε στην επιχείρηση κάποιος προμηθευτής και έφερε προϊόντα για το πλυντήριο. Την μέρα εκείνη βρισκόταν τυχαία στο πλυντήριο ο ΜΕ
- Επειδή έτυχε να πλένει αυτοκίνητα και γνωρίζοντας ότι ο πατέρας του ΜΕ2 θα ήταν συνεταίρος ζήτησε από αυτόν να υπογράψει το τιμολόγιο το οποίο έφερε ο προμηθευτής. Απο τις εισπράξεις του πλυντηρίου ουδέποτε έδωσε χρήματα στον ΜΕ
- Ο λόγος που εγκατέλειψε την επιχείρηση ήταν γιατί ο Εναγόμενος αθέτησε την συμφωνία του και ήθελε να τον πληρώνει κάθε μήνα, αντί κάθε εβδομάδα όπως είχαν συμφωνήσει. Ο Εναγόμενος κατέθεσε ότι κατά το έτος 2004 αγόρασε την επίδικη επιχείρηση πλυντηρίου αυτοκινήτων. Τον Οκτώβριο του 2005 συμφώνησε με τον ΜΕ2 να του πωλήσει το 50% της επιχείρησης αυτής για το ποσό των ΛΚ10.
- Περί τις αρχές Νοεμβρίου 2005 ο ΜΕ2 ξεκίνησε να εργάζεται στην επιχείρηση μαζί με τον ΜΕ
- Ο ΜΕ2 ουδέποτε του ανέφερε ότι το μερίδιο που είχε αγοράσει ήταν για λογαριασμό του πατέρα του. Επίσης ουδέποτε ο ΜΕ2 του ζήτησε να ετοιμάσει οποιαδήποτε συμβόλαια. Ο λόγος για τον οποίο ο ΜΕ2 δεν ήθελε να υπογραφούν συμβόλαια ήταν λόγω της δουλείας του ως αστυνομικός. Περί τα μέσα Φεβρουαρίου 2006 ο ΜΕ2 μετά από πολλή πίεση του πλήρωσε τις ΛΚ6.
- Τις εισπράξεις της επιχείρησης τις έπαιρνε ο ΜΕ
- Πριν αναλάβει την επιχείρηση ο ΜΕ2, πλήρωνε με δικά του χρήματα το ενοίκιο του ακινήτου στο οποίο στεγαζόταν η επιχείρηση. Μετά που ανέλαβε την επιχείρηση ο ΜΕ2 ζητούσε από αυτόν το ενοίκιο. Στα μέσα Μαρτίου 2006 ο ΜΕ2 εγκατέλειψε το πλυντήριο. Απ΄ ότι του είχε αναφέρει δεν μπορούσε να του πληρώνει το ½ του ενοικίου. Ο ΜΕ2 του ζήτησε να του επιστρέψει τα χρήματα τα οποία του πλήρωσε. Του ανέφερε ότι μπορούσε να πωλήσει το μερίδιο του σε κάποιο που ενδιαφερόταν να το αγοράσει. Το πλυντήριο εργάστηκε μέχρι τέλος Μαρτίου 2006 οπόταν και έκλεισε οριστικά. Ο Σάββας στον οποίον έκαμε αναφορά στην μαρτυρία του ο ΜΕ2 είναι κουμπάρος του και το πλήρες όνομα του είναι Σάββας Μιχαηλίδης. Το πρόσωπο αυτό δεν είχε καμιά σχέση με την επιχείρηση. Πήγαινε μόνο στο πλυντήριο για να πιούν μαζί τον καφέ τους. Ο Σάββας Μιχαηλίδης (ΜΥ) κατέθεσε ότι είναι κουμπάρος του Εναγόμενου. Ουδέποτε ήταν συνεταίρος με τον Εναγόμενο στην επίδικη επιχείρηση πλυντηρίου. Κατά τις επισκέψεις του στο πλυντήριο έτυχε να δει δύο φορές τον ΜΕ
- Την πρώτη φορά ο ΜΕ2 καθόταν στο γραφείο του πλυντηρίου και μιλούσε με κάποιον. Την δεύτερη φορά που τον είδε ήταν έξω από το γραφείο και ασχολείτο με το καθάρισμα ενός αυτοκινήτου. Κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι εξέδωσε δύο αποδείξεις για είσπραξη χρημάτων από την πώληση αντικειμένων του πλυντηρίου (βλέπε τα Τεκμήρια 5 και 5Α). Ήταν η θέση του ότι εξέδωσε τις συγκεκριμένες αποδείξεις μετά από απαίτηση του αγοραστή των αντικειμένων. Επίσης δέχθηκε ότι με δικές του προσπάθειες βρήκε το πρόσωπο το οποίο τελικά αγόρασε την επιχείρηση του πλυντηρίου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών διαπιστώνω ότι αποτέλεσε κοινό έδαφος η πληρωμή του ποσού των ΛΚ6.000 από τον ΜΕ2 προς τον Εναγόμενο, με την κατάθεση του ποσού αυτού σε τραπεζικό λογαριασμό του Εναγόμενου, για την αγορά του ½ μεριδίου της επιχείρησης πλυντηρίου αυτοκινήτων την οποία διατηρούσε ο εναγόμενος. Η βασική θέση του ενάγοντα και του ΜΕ2 ήταν ότι η συμφωνία με τον εναγόμενο για την αγορά του ½ μεριδίου στην υπο αναφορά επιχείρηση έγινε από τον ΜΕ2 για λογαριασμό όμως του ενάγοντα. Αντίθετα, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η υπο αναφορά συμφωνία έγινε με τον ΜΕ2 προσωπικά. Ο ισχυρισμός του ΜΕ2 ότι η υπο αναφορά συμφωνία έγινε για λογαριασμό του ενάγοντα αποτελεί, κατά τον εναγόμενο δεύτερη σκέψη του ΜΕ2 επειδή ο ίδιος λόγω του επαγγέλματος του δεν θα μπορούσε να αξιώνει την επιστροφή του ποσού το οποίο πλήρωσε για την αγορά του ½ μεριδίου στην υπο αναφορά επιχείρηση. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Ο ενάγοντας άφησε πολύ καλή εντύπωση στο δικαστήριο. Περιέγραψε τα γεγονότα με καθαρότητα, σαφήνεια, λιτότητα, χωρίς υπερβολές και εξάρσεις. Η αξιοπιστία του δεν κατέστη δυνατό να κλονιστεί κατά την αντεξέταση του. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι για αρκετά από τα γεγονότα τα οποία περιέγραψε δεν είχε άμεση γνώση για τον λόγο ότι δεν ήταν παρών στις συναντήσεις του ΜΕ2 με τον εναγόμενο. Όμως αποκάλυψε στο δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο τα γεγονότα αυτά περιήλθαν στην αντίληψη του. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρω ότι η εκδοχή του υποστηρίζεται από την μαρτυρία των ΜΕ1 και
- Αναμφιβόλως ο βασικός μάρτυρας για την πλευρά του ενάγοντα ήταν ο ΜΕ
- Ήταν το πρόσωπο το οποίο ερχόταν σε επαφή με τον εναγόμενο. Ο μάρτυρας αυτός άφησε πολύ καλή εντύπωση απο το εδώλιο του μάρτυρα. Απάντησε σε οτιδήποτε του ζητήθηκε με ευθύτητα, καθαρότητα, χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Με τις απαντήσεις του έριξε άπλετο φώς σε όλες τις πτυχές της εκδοχής του, χωρίς να αφήσει οτιδήποτε διφορούμενο ή αδιευκρίνιστο. Επιπλέον η εκδοχή του διέθετε συνοχή, πειστικότητα, λογικότητα, συνέπεια. Δεν παραγνωρίζω ότι ο μάρτυρας αυτός βρισκόταν στην αίθουσα του δικαστηρίου καθόλη την διάρκεια που ο ενάγοντας βρισκόταν στο εδώλιο του μάρτυρα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου στηριζόμενος στο γεγονός αυτό ζήτησε από το δικαστήριο όπως μη επιτρέψει στον μάρτυρα αυτό να καταθέσει. Το δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του απέρριψε το ως άνω αίτημα. Από νομικής πλευράς θα πρέπει να αναφέρω ότι στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς δεν υπάρχει οποιαδήποτε διάταξη παρόμοια με το άρθρο 73 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 η οποία να καθορίζει ως υποχρέωση του δικαστηρίου να διατάσσει όλους τους μάρτυρες να εγκαταλείψουν την αίθουσα. Φυσικά θα πρέπει να τονίσω ότι ακόμα και στην περίπτωση του άρθρου 73 του Κεφ. 155 η παράλειψη συμμόρφωσης με την ως άνω διάταξη δεν καθιστά την διαδικασία άκυρη (βλέπε το εδάφιο (β) του άρθρου 73 του Κεφ.155). Στο σύγγραμμα του Γ. Κακογιάννη: «Η απόδειξη» 1983 στην σελίδα 78 αναφέρεται ότι: «κατά κανόνα, οι μάρτυρες παραμένουν έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου ώσπου νά' ρθει η σειρά τους, για να μη γνωρίζουν τι λέχθηκε από τους προηγούμενους μάρτυρες. Το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει όλους τους μάρτυρες που θα κληθούν να καταθέσουν στην υπόθεση, να βγουν έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου.» Επίσης στο σύγγραμμα: "Phipson on evidence" 14 έκδοση παρ. 11-05 αναφέρεται, σε ελεύθερη μετάφραση ότι: «η πρακτική στις αστικές διαδικασίες είναι διαφορετική από την πρακτική η οποία ακολουθείται σε ποινικές διαδικασίες. Σε αστικές διαδικασίες οι μάρτυρες συνήθως παραμένουν στην αίθουσα του δικαστηρίου πριν δώσουν την μαρτυρία τους.» Τονίζεται επίσης, με αναφορά στην υπόθεση Tomlinson v. Tomlinson
(1980)1 All ER 593 ότι εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να αποδεχθεί την μαρτυρία κάποιου μάρτυρα ο οποίος παρέμεινε στην αίθουσα του δικαστηρίου ακόμη και κατά παράβαση διατάγματος, το οποίο απέκλειε την παρουσία του στην αίθουσα του δικαστηρίου. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε κανόνας ο οποίος αποκλείει ή απαγορεύει στο δικαστήριο να αποδεχθεί την μαρτυρία μάρτυρα ο οποίος παρέμεινε στην αίθουσα του δικαστηρίου πριν καταθέσει ο ίδιος, καθ' ον χρόνο κατέθεταν άλλοι μάρτυρες της υπόθεσης. Ο κύριος Νικηφόρου προς υποστήριξη του αιτήματος του υπέβαλε ότι η παραμονή του ΜΕ2 στην αίθουσα του δικαστηρίου καθ΄ον χρόνο κατέθετε ο ενάγοντας ήταν σκόπιμη, για να ακούσει τα όσα θα έλεγε ο ενάγοντας και να τα «υιοθετήσει», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στην δική του μαρτυρία. Αν πράγματι ευσταθούσε η ως άνω εισήγηση του κυρίου Νικηφόρου λογικά θα ανέμενα ότι η μαρτυρία του ΜΕ2 θα ήταν μια ακριβής επανάληψη της μαρτυρίας του ενάγοντα, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή μεταξύ τους αντίφαση. Κι όμως, η μαρτυρία του ΜΕ2 κάθε άλλο παρά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια απλή αναμετάδοση της μαρτυρίας του ενάγοντα. Όπως έχω ήδη αναφέρει η μαρτυρία του ΜΕ2 διέθετε τη δική της λογική και συνοχή. Επιπλέον οι αντιφάσεις τις οποίες έχω εντοπίσει στην μεταξύ τους μαρτυρία μου έχουν διαλύσει την παραμικρή υπόνοια για οποιαδήποτε προσαρμογή της μαρτυρίας του ΜΕ2 στην μαρτυρία του ενάγοντα. Σαν χαρακτηριστικό παράδειγμα αντίφασης αναφέρω ότι ενώ ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι το ποσό των ΛΚ6.000 που πληρώθηκε στον εναγόμενο ήταν από δικά του χρήματα, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι δανείστηκε ο ίδιος το ποσό αυτό με «παρατράβηγμα» του τραπεζικού του λογαριασμού. Επίσης ενώ ο ενάγοντας ανέφερε ότι είχε αντιπροτείνει ο ίδιος τις ΛΚ6.000 αντί για τις ΛΚ10.000 που ζητούσε ο εναγόμενος ο ΜΕ2 άφησε να νοηθεί ότι ήταν με δική του πρωτοβουλία που πρότεινε το ποσό των ΛΚ6.000 στον εναγόμενο. Φυσικά, θα πρέπει να τονίσω ότι οι αντιφάσεις τις οποίες αναφέρω πιο πάνω ήταν επουσιώδεις και σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσαν να πλήξουν την αξιοπιστία είτε του ενάγοντα, είτε του ΜΕ
- Αντίθετα, όπως έχω ήδη αναφέρει οι αντιφάσεις αυτές διαλύουν κάθε υπόνοια για προκατασκευασμένη μαρτυρία. Πέραν των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω θα πρέπει ακόμα να προσθέσω ότι ο ΜΕ2 επεκτάθηκε και έδωσε πλήρεις λεπτομέρειες τόσο των συναντήσεων που είχε με τον εναγόμενο, όσο και της μεταξύ τους συμφωνία, τις οποίες εκ των πραγμάτων δεν ήταν σε θέση να αναφέρει στην μαρτυρία του ο ενάγοντας, αφού δεν ήταν παρών στις συναντήσεις αυτές. Για τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω θεωρώ ότι η μαρτυρία του ΜΕ2 δεν θα μπορούσε να μην γίνει αποδεκτή για τον μόνο λόγο ότι βρισκόταν στην αίθουσα του δικαστηρίου καθ' ον χρόνο κατέθετε ο ενάγοντας. Αντίθετα, για τους λόγους που επεξηγώ πιο πάνω η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη. Την ίδια θετική εντύπωση έχει αφήσει και ο ΜΕ
- Επρόκειτο περί ενός εξαίρετου μάρτυρα, ο οποίος εντυπωσίασε το δικαστήριο με τον αυθορμητισμό, την απλότητα και την ευθύτητα με την οποία απαντούσε. Η απλή γλώσσα με την οποία περιέγραφε τα γεγονότα, χωρίς ίχνος υπερβολής και προσποίησης φανέρωνε την αυθεντικότητα αλλά και την γνησιότητα της εκδοχής του. Θα τολμούσα να πω ότι ήταν ένας ανεξάρτητος μάρτυρας, του οποίου μοναδικός σκοπός ήταν να βοηθήσει το δικαστήριο στην εξιχνίαση της αλήθειας και όχι να δώσει προβάδισμα στην υπόθεση της πλευράς που τον κάλεσε. Η θέση η οποία του υπεβλήθη κατά την αντεξέταση του από την πλευρά του εναγόμενου, ότι σκοπός της παρουσίας του στο δικαστήριο ήταν να εκδικηθεί τον εναγόμενο, παρέμεινε στο επίπεδο της υποβολής χωρίς να τεκμηριώνεται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της. Η μαρτυρία του ΜΕ1 υποστηρίζει πλήρως και ενισχύει την εκδοχή του ενάγοντα και του ΜΕ
- Σε αντίθεση με τους μάρτυρες της πλευράς του ενάγοντα ο εναγόμενος άφησε πενιχρή εντύπωση στο δικαστήριο. Η εκδοχή του δεν μπορεί να γίνει πιστευτή για τον λόγο ότι στερείται πειστικότητας αλλά και λογικότητας. Άφησε ασάφειες, κενά και ερωτηματικά τα οποία δημιούργησαν σοβαρές αμφιβολίες στο δικαστήριο για την γνησιότητα της εκδοχής του. Ισχυρίστηκε ότι ο ΜΕ2 άρχισε να εργάζεται στο πλυντήριο από τις αρχές Νοεμβρίου 2005 οπόταν και έπαιρνε καθημερινά όλα τα χρήματα από τις εισπράξεις του πλυντηρίου. Διερωτώμαι όμως πως θα ήταν δυνατό ο ΜΕ2 να παίρνει καθημερινά όλες τις εισπράξεις, ενώ ο ίδιος να μην παίρνει οποιοδήποτε ποσό απο την στιγμή που και οι δύο ήταν συνεταίροι, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του με ίσο μερίδιο ο καθένας. Θα ανέμενα ότι θα μοιράζονταν μεταξύ τους τα κέρδη της επιχείρησης. Καμιά διευκρίνιση δεν έχει δοθεί από τον εναγόμενο για τους λόγους που δεν έπαιρνε κανένα ποσό από τις εισπράξεις της επιχείρησης. Ειδικώτερον δε, έχοντας κατά νού τη θέση του ότι ο ΜΕ2 δεν του είχε πληρώσει κανένα ποσό για την αγορά του μεριδίου του μέχρι και τα μέσα Φεβρουαρίου 2006 λογικά θα ανέμενα ότι θα ζητούσε να παίρνει ο ίδιος όλα τα χρήματα από τις εισπράξεις μέχρι να εξοφληθεί το ποσό το οποίο του χρωστούσε ο ΜΕ
- Για να αντικρούσει τη θέση του ΜΕ1 ότι το υπο αναφορά πλυντήριο ήταν κλειστό για περίοδο 3-4 μηνών πριν την εργοδότηση του ΜΕ1 σε αυτό, ισχυρίστηκε ότι το πλυντήριο δεν ήταν δυνατό να παραμείνει κλειστό επειδή χρησιμοποιείτο για τις ανάγκες κάποιας άλλης επιχείρησης του. Κι όμως, σε κατοπινό στάδιο ισχυρίστηκε ότι το πλυντήριο έκλεισε οριστικά μερικές μέρες μετά την κατ' ισχυρισμόν αποχώρηση του ΜΕ2 από αυτό. Διερωτώμαι πως ήταν δυνατόν να σταματούσε η λειτουργία του πλυντηρίου αφού, κατά τον ισχυρισμό του εξυπηρετούσε τις ανάγκες άλλης επιχείρησης του. Καμιά επεξήγηση δεν έχει δοθεί για τον λόγο που τερμάτισε την λειτουργία του πλυντηρίου. Η θέση του ότι ο ΜΕ2 ουδέποτε του ζήτησε να ετοιμάσει γραπτή συμφωνία, λόγω της δουλειάς του βρίσκεται σε καταφανή αντίθεση με τον ισχυρισμό που προβάλλει στην Έκθεση Υπεράσπισης του (βλέπε τις παραγράφους 11 και 12 της Έκθεσης Υπεράσπισης του) σύμφωνα με τον οποίο ο λόγος για τον οποίο δεν ετοίμαζε συμβόλαιο ήταν γιατί περίμενε από τον ΜΕ2 την πληρωμή του υπόλοιπου ποσού των ΛΚ4.000 και επειδή ο ΜΕ2 παρέλειπε να του πληρώσει το ποσό αυτό δεν ετοίμαζε το συμβόλαιο. Επιπλέον θα πρέπει να υποδείξω ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατά την αντεξέταση του ΜΕ2 του υπέβαλε ότι ο λόγος που δεν ετοιμάστηκε συμβόλαιο ήταν γιατί η συμφωνία τους ήταν προφορική και ουδέποτε ο εναγόμενος του υποσχέθηκε γραπτή συμφωνία, θέση την οποία απέρριψε ο ΜΕ
- Για τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω απορρίπτω την μαρτυρία του εναγόμενου ως αναξιόπιστη. Την ίδια πενιχρή εντύπωση έχει αφήσει στο δικαστήριο και ο ΜΥ. Δεν μου έχει αφήσει την παραμικρή αμφιβολία ότι μοναδικός σκοπός της παρουσίας του στο δικαστήριο ήταν να βοηθήσει την υπόθεση του εναγόμενου, με τον οποίο τονίζω ότι είναι κουμπάροι, και όχι να βοηθήσει το δικαστήριο στην εξιχνίαση της αλήθειας. Η βασική του θέση ότι δεν είχε καμιά σχέση με την υπο αναφορά επιχείρηση πλυντηρίου καταρρίπτεται από την παραδοχή του ιδίου ότι είχε εκδώσει δύο αποδείξεις είσπραξης χρημάτων απο την πώληση κάποιων αντικειμένων της υπο αναφορά επιχείρησης. Θα πρέπει επίσης να αναφέρω ότι η παραδοχή αυτή έγινε κατά την αντεξέταση του όταν του υποδείχθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο του ενάγοντα οι δύο αποδείξεις (βλέπε τα Τεκμήρια 5 και 5Α). Η δικαιολογία την οποία έδωσε στο δικαστήριο για την έκδοση των υπο αναφορά αποδείξεων, συγκεκριμένα ότι ο αγοραστής επέμενε και ήθελε απόδειξη, ήταν τόσο ευτελής σε βαθμό που στερείτο πειστικότητας. Δεν θα ανέμενα από κάποιον, ο οποίος όπως διατείνεται δεν είχε καμιά σχέση με το υπο αναφορά πλυντήριο αυτοκινήτων να εκδίδει αποδείξεις είσπραξης χρημάτων για τον μόνο λόγο ότι του τις ζήτησε ο αγοραστής των αντικειμένων. Διερωτώμαι για ποιό λόγο ο αγοραστής των αντικειμένων είχε ζητήσει από τον ίδιο την έκδοση των υπο αναφορά αποδείξεων αφού, όπως ισχυρίζεται δεν είχε καμιά σχέση με το πλυντήριο. Καμιά επεξήγηση δεν έχει δώσει για τον λόγο που ο αγοραστής των υπο αναφορά αντικειμένων είχε ζητήσει την έκδοση των σχετικών αποδείξεων από τον ίδιο. Θα πρέπει επίσης να τονίσω ότι σύμφωνα με την μαρτυρία του βρήκε ο ίδιος τον αγοραστή για την υπο αναφορά επιχείρηση πλυντηρίου. Για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω απορρίπτω και αυτού την μαρτυρία ως αναξιόπιστη. Αντίθετα αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ2 σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος του έλεγε ότι ο ΜΥ ήταν συνεταίρος του στην υπο αναφορά επιχείρηση πλυντηρίου. Με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα Περί τον Ιανουάριο του 2006 ο ΜΕ2 απευθύνθηκε στον εναγόμενο, με τον οποίο ήταν φίλοι και τον ρώτησε αν μπορούσε να εργοδοτήσει τον ενάγοντα - πατέρα του ο οποίος κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ήταν άνεργος. Περί τα μέσα Φεβρουαρίου 2006 ο εναγόμενος πρότεινε στον ΜΕ2 όπως ο πατέρας του αγοράσει το ½ μερίδιο της επιχείρησης πλυντηρίου αυτοκινήτων, της οποίας ήταν ο ιδιοκτήτης για το ποσό των ΛΚ10.
- Ο ΜΕ2 μετέφερε την ως άνω πρόταση στον ενάγοντα και ο τελευταίος αποδέχθηκε να γίνει συνεταίρος με τον εναγόμενο στην ως άνω επιχείρηση πλυντηρίου αυτοκινήτων. Κατά την 16η Φεβρουαρίου 2006 ο ΜΕ2 συναντήθηκε με τον εναγόμενο και κατόπιν διαπραγματεύσεων συμφώνησαν όπως ο ενάγοντας αγοράσει από τον εναγόμενο το ½ μερίδιο της υπο αναφορά επιχείρησης για το ποσό των ΛΚ6.000 αντί για τις ΛΚ10.000 που ζητούσε ο εναγόμενος. Βρίσκω και αποδέχομαι ότι ο ΜΕ2 κατά την ως άνω συνάντηση του με τον εναγόμενο ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του ενάγοντα, γεγονός το οποίο είχε αποκαλύψει εκ των προτέρων στον εναγόμενο. Κατ' εκείνη την συνάντηση ο εναγόμενος ζήτησε από το ΜΕ2 όπως του πληρώσει αμέσως το ποσό των ΛΚ6.000 για να αντιμετωπίσει, όπως του ανέφερε κάποιο πρόβλημα υγείας της συζύγου του, η οποία χρειαζόταν άμεσα θεραπεία. Υποσχέθηκε επίσης στον ΜΕ2 ότι το συμβόλαιο θα ετοιμαζόταν και θα υπογραφόταν αργότερα. Λόγω της μεταξύ τους φιλίας ο ΜΕ2 εμπιστεύθηκε τον εναγόμενο και δέχθηκε να του πληρώσει το ποσό των ΛΚ6.
- Κατά την επόμενη ημέρα (17/2/2006) ο ΜΕ2 κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου κατέθεσε το ποσό των ΛΚ6.000 σε τραπεζικό λογαριασμό του εναγόμενου. Κατά την 18η Φεβρουαρίου 2006 ο ΜΕ2 συναντήθηκε με τον εναγόμενο στο υπο αναφορά πλυντήριο αυτοκινήτων, στο οποίο εργοδοτείτο από τον εναγόμενο ο ΜΕ
- Στη συνάντηση εκείνη παρών ήταν και ο ΜΥ. Ο ΜΕ2 από εκείνη την συνάντηση άρχισε να ζητά από τον εναγόμενο να υλοποιήσει τις υποσχέσεις του για ετοιμασία του σχετικού συμβολαίου, το οποίο είχε υποσχεθεί στο ΜΕ
- Συνέχισε δε να ζητά την ετοιμασία του εν λόγω συμβολαίου και το διάστημα που ακολούθησε της συνάντησης εκείνης. Ο εναγόμενος όμως έβρισκε πάντοτε διάφορες προφάσεις και αρνείτο να υπογράψει γραπτή συμφωνία. Συγκεκριμένα ισχυριζόταν ότι θα έπρεπε να εξασφαλίσει την έγκριση του συνεταίρου του ή ότι υπήρχε κίνδυνος να αυξηθεί το ενοίκιο του ακινήτου στο οποίο στεγαζόταν η επιχείρηση από τον ιδιοκτήτη του, αν μάθαινε για την πώληση του ½ μεριδίου. Ο ΜΕ2 συνέχισε τις προσπάθειες του να πείσει τον εναγόμενο να υπογράψουν συμβόλαιο. Στα πλαίσια των ως άνω προσπαθειών του επισκεπτόταν όποτε ήταν δυνατόν το υπο αναφορά πλυντήριο αυτοκινήτων και αναζητούσε εκεί τον εναγόμενο. Τελικά όταν ο ΜΕ2 αντιλήφθηκε ότι ο εναγόμενος δεν ήταν διατεθειμένος να υπογράψει οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία ζήτησε από αυτόν να του επιστρέψει το ποσό των ΛΚ6.000 που του είχε πληρώσει, ο εναγόμενος όμως αρνήθηκε να το πράξει. Στις 29/3/2006 ο ΜΕ2 απηύθυνε μέσω του δικηγόρου του επιστολή προς τον εναγόμενο (βλέπε το Τεκμήριο1) με την οποία του ζητούσε την επιστροφή του εν λόγω ποσού. Ο εναγόμενος με την απαντητική επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 13/4/2006 (βλέπε το Τεκμήριο 2) απέρριψε την ως άνω απαίτηση. Βρίσκω και αποδέχομαι ότι ούτε ο ενάγοντας ούτε και ο ΜΕ2 εργάστηκαν καθ' οιονδήποτε χρόνο στο υπο αναφορά πλυντήριο αυτοκινήτων, ούτε πληρώθηκαν οποιαδήποτε ποσά από τις εισπράξεις της υπο αναφορά επιχείρησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως έχω ήδη αναφέρει η αξίωση του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου συνίσταται στην επιστροφή του ποσού των ΛΚ6.000 το οποίο του κατέβαλε μέσω του ΜΕ2 για την αγορά του ½ μεριδίου της επιχείρησης πλυντηρίου αυτοκινήτων, της οποίας ιδιοκτήτης ήταν ο εναγόμενος. Ο σκοπός λοιπόν της πληρωμής του ως άνω ποσού από τον ενάγοντα ήταν να καταστεί συνεταίρος μαζί με τον εναγόμενο στην υπο αναφορά επιχείρηση. Αυτό το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο ο ενάγοντας δικαιούται να ζητά από τον εναγόμενο την επιστροφή του ποσού των ΛΚ6.
- Σύμφωνα με την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία ο λόγος για τον οποίο ο ενάγοντας ζήτησε από τον εναγόμενο την επιστροφή του ως άνω ποσού ήταν η άρνηση του τελευταίου να καταρτίσουν και να υπογράψουν γραπτή συμφωνία, εννοώντας γραπτή συμφωνία για την ίδρυση του συνεταιρισμού, παρά το ότι είχε υποσχεθεί προφορικά στον ΜΕ2 κατά την συνάντηση της 16ης Φεβρουαρίου 2006 ότι θα μεριμνούσε για να ετοιμαστεί το σχετικό συμβόλαιο. Επιπλέον σύμφωνα με την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία κατ' εκείνη την συνάντηση ο ΜΕ2 δέχθηκε να πληρώσει στον εναγόμενο το ποσό των ΛΚ6.000 κατόπιν των διαβεβαιώσεων του εναγόμενου ότι θα μεριμνούσε για να ετοιμαστεί το συμβόλαιο σε κατοπινό στάδιο. Φυσικά εκ προιμίου θα πρέπει να τονίσω ότι η ύπαρξη γραπτής συμφωνίας δεν αποτελεί προϋπόθεση, ούτε συστατική πράξη της ίδρυσης του συνεταιρισμού. Ούτε και η εγγραφή του συνεταιρισμού στο γραφείο του εφόρου εταιρειών αποτελεί προϋπόθεση για την σύσταση του, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, παρά το ότι στις διατάξεις του περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων εταιρειών Νόμου Κεφ 116 προβλέπονται κυρώσεις για την παράλειψη εγγραφής του συνεταιρισμού. Η ύπαρξη ή μη συνεταιρισμού είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο μπορεί να διαπιστωθεί από την συνδρομή κάποιων περιστάσεων (βλέπε το άρθρο 6 του Κεφ 116). Είμαι της άποψης ότι η παράλειψη η άρνηση του εναγόμενου να καταρτίσει γραπτή συμφωνία, άπό μόνη της δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει την αξίωση του ενάγοντα για την επιστροφή του ποσού των ΛΚ6.
- Αυτό το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο συνεστήθη στην πράξη ο συνεταιρισμός τον οποίο επεδίωκε να δημιουργήσει ο ενάγοντας μαζί με τον εναγόμενο με την πληρωμή του ποσού των ΛΚ6.000 στον τελευταίο. Αν διαφανεί ότι συνεστήθη ο συνεταιρισμός και ο ενάγοντας κατέστη συνέταιρος σ' αυτόν δεν μπορεί κατά την άποψη μου να ζητά απο τον εναγόμενο την επιστροφή του ποσού των ΛΚ6.
- Το πρώτιστο λοιπόν το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο είχε συσταθεί στην πράξη ο συνεταιρισμός μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου. Προς επίλυση του ως άνω ζητήματος θεωρώ χρήσιμο να αντλήσω καθοδήγηση από τον ορισμό που δίνεται στον συνεταιρισμό στο άρθρο 5
(1)του περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών Νόμου Κεφ 116. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό «συνεταιρισμός είναι η σχέση η οποία υφίσταται μεταξύ προσώπων που διεξάγουν εργασία με σκοπό το κέρδος.» Το άρθρο 5
(1)του κεφ 116 αποτελεί αντιγραφή του άρθρου 1
(1)της Αγγλικής "Partnership Act" του
- Θα ήταν λοιπόν χρήσιμη η αναφορά σε αγγλικά συγγράμματα τα οποία πραγματεύονται το ως άνω νομοθέτημα. Στο σύγγραμμα "Lindley on the Law of Partnerhip" 14η έκδοση στην σελίδα 16 κάτω από τον υπότιτλο "Business not yet commenced" αναφέρονται τα ακόλουθα: "Agreements to carry on business at a future time do not render the parties to them partners before they actually do carry on business. It is the carrying on of a business, not an agreement to carry it on, which is the test of partnership. Hence, the importance of distinguishing between actual and contemplated partnerships. Persons who are only contemplating a future partnership, or who have only entered into an agreement that they will at some future time become partners, cannot be considered as partners before the arrival of the time agreed upon." (Η υπογράμμιση είναι δική μου) Eπίσης στην σελίδα 18 κάτω από τον υπότιτλο "Partnership articles to be drawn up" αναφέρονται τα ακόλουθα: "Persons who agree to become partners may be partners although they contemplate signing a formal partnership deed and never sign it. On the other hand, partnership articles may be drawn up and not acted on (and thus no partnership will be created). But if they are not to be partners until they sign formal articles of partnership, and if they do not so act as to waive the performance of such condition, they will not be partners until it has been performed" (Η υπογράμμιση είναι δική μου) Αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι ο συνεταιρισμός τον οποίο επεδίωκε να συστήσει ο ενάγοντας μαζί με τον εναγόμενο με την πληρωμή του ποσού των ΛΚ6.000 ουδέποτε άρχισε τις εργασίες του, παρά το ότι η επιχείρηση πλυντηρίου αυτοκινήτων στην οποία θα καθίστατο συνέταιρος ο ενάγοντας λειτουργούσε κατά το χρόνο της συμφωνίας του ΜΕ2 με τον εναγόμενο. Συμφώνως των ευρημάτων μου ο ενάγοντας ουδέποτε άσκησε οποιαδήποτε εργασία στην υπο αναφορά επιχείρηση πλυντηρίου είτε προσωπικά, είτε μέσω άλλου προσώπου, ούτε αναμείχθηκε στην λειτουργία της επιχείρησης. Επιπλέον κανένα ποσό δεν εισέπραξε από την λειτουργία της υπο αναφορά επιχείρησης πλυντηρίου, το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως κέρδος από την λειτουργία της επιχείρησης. Αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι ο ενάγοντας ανέμενε την ετοιμασία και υπογραφή του σχετικού συμβολαίου για την σύσταση του συνεταιρισμού, όπως είχε υποσχεθεί στον ΜΕ2 ο εναγόμενος και ακολούθως θα ξεκινούσε να εργάζεται στην υπο αναφορά επιχείρηση πλυντηρίου αυτοκινήτων. Υπογραμμίζω την απάντηση που έδωσε ο ενάγοντας κατά την αντεξέταση του, όταν του υπεβλήθη ότι ο γιός του έπαιρνε καθημερινά τις εισπράξεις της επιχείρησης: «Ο Ανδρέας Νεοφύτου τα έπαιρνε και τα έδινε στον κ. Κτωρή διότι η συμφωνία αυτή δεν είχε κλείσει μαζί μου. Εγώ έπρεπε να ήμουν εκεί αν μας έκαμνε τα χαρτιά». Αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι ο ενάγοντας ουδέποτε παραιτήθηκε από την αξίωση του να ετοιμαστεί και υπογραφεί συμβόλαιο ίδρυσης του συνεταιρισμού με τον εναγόμενο. Τονίζω ότι σύμφωνα με την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία ο ΜΕ2 αναζητούσε συνεχώς τον εναγόμενο για να τον πείσει ότι έπρεπε να ετοιμαστεί το συμβόλαιο που του είχε υποσχεθεί. Με βάση τα ευρήματα τα οποία περιγράφω πιο πάνω και έχοντας κατά νού τα αποσπάσματα του συγγράμματος που παραθέτω πιο πάνω συμπερασματικά καταλήγω ότι ο συνεταιρισμός τον οποίο επιδίωκε να δημιουργήσει ο ενάγοντας μαζί με τον εναγόμενο ουδέποτε συνεστήθη. Επίσης ο ενάγοντας ουδέποτε κατέστη συνεταίρος με τον εναγόμενο. Η προφορική συμφωνία της 16ης Φεβρουαρίου 2006 του ΜΕ2 μαζί με τον εναγόμενο αλλά και η πληρωμή του ποσού των ΛΚ6.000 στον εναγόμενο δεν κατέστησε τους διαδίκους συνεταίρους. Αποτελούσε μια συμφωνία για μελλοντική σύσταση του συνεταιρισμού, εφόσον υπογράφετο μεταξύ των διαδίκων συμφωνία σύστασης του συνεταιρισμού. Αποτελεί εύρημα μου ότι ο εναγόμενος αρνείτο κατ' επανάληψη να ετοιμάσει και να υπογράψει την συμφωνία την οποία υποσχέθηκε στον ΜΕ
- Ως αποτέλεσμα της ως άνω άρνησης του Εναγομένου ο ενάγοντας ζήτησε μέσω του ΜΕ2 την επιστροφή του ποσού των ΛΚ6.000 που είχε πληρώσει στον εναγόμενο. Δεν παραγνωρίζω την υπογραφή από τον ΜΕ2 του τιμολογίου (Τεκμήριο 3) το οποίο αφορά την αγορά προϊόντων για την επιχείρηση του πλυντηρίου αυτοκινήτων. Όμως ο ΜΕ2 περιέγραψε κατά τρόπο πειστικότατο τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες υπέγραψε το εν λόγω τιμολόγιο. Οι συνθήκες υπογραφής του τιμολογίου από τον ΜΕ2 σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι είχαν αρχίσει οι εργασίες του συνεταιρισμού, ή ότι ο εναγόμενος είχε ήδη καταστεί συνέταιρος στην υπο αναφορά επιχείρηση πλυντηρίου αυτοκινήτων. Για τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι ο ενάγοντας δικαιούται στην επιστροφή του ποσού των ΛΚ6.000 το οποίο πλήρωσε στον εναγόμενο. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο απόκλισης από τον γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται απόφαση προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου για ΛΚ6.000 (€10.251,61) πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. ...................................................... (ΥΠ) Θ.ΘΩΜΑ, Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο