← Κύπρος

Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Θάσου Παναγιώτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2247/03, 20 Φεβρουαρίου 2008

Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Θάσου Παναγιώτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2247/03, 20 Φεβρουαρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2247/03 Μεταξύ: Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ Εναγόντων -και- Θάσου Παναγιώτου

  1. Ανδρέα Κατσιώνη
  2. Csaba Κυριάκου Εναγομένων Και ως ετροποποιήθει δυνάμει διατάγματος Ε.Δ. Λάρνακας ημερ. 27.1.06 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αρ. Αγωγής: 2247/03 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Εναγόντων -και- Θάσου Παναγιώτου
  3. Ανδρέα Κατσιώνη
  4. Csaba Κυριάκου Εναγομένων ______________________ Ημερομηνία: 20 Φεβρουαρίου 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Η κα Σ. Γεωργίου με τον κ. Λιβέρα. Για τον Εναγόμενο 1 και 2: Ο κ. Ε. Φλουρέντζος. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγοράς, ημερομηνίας 18.10.2002, ενοικίασαν στον εναγόμενο 1 υπό την αλληλέγγυο εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΒΒ716 με δικαίωμα αγοράς με την εξόφληση για περίοδο 36 μηνών. Ο εναγόμενος 1 με την υπογραφή της συμφωνίας έλαβε κατοχή του οχήματος έναντι της συμφωνημένης τιμής των Λ.Κ.5.100, πλέον Λ.Κ.1.164,60 δικαιώματα ενοικιαγοράς, δηλαδή σύνολο Λ.Κ.6.264,60, ποσό το οποίο ανέλαβε να ξοφλήσει με 35 ίσες μηνιαίες δόσεις Λ.Κ.173,60 σεντ έκαστης και μιας δόσης Λ.Κ.188,60, της πρώτης δόσης πληρωτέας στις 18.11.
  5. Οι εναγόμενοι 2 και 3, κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας, καθυστέρησαν την πληρωμή Λ.Κ.1.041,60, δηλαδή 6 μηνιαίων δόσεων και οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 15.4.2003, η οποία στάληκε προς τον εναγόμενο 1 και κοινοποιήθηκε προς τους εναγόμενους 2 και 3 τερμάτισαν τη συμφωνία καλώντας τους ταυτόχρονα όπως πληρώσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο, το οποίο κατέστη απαιτητό και τον εναγόμενο 1 όπως παραδώσει το όχημα, πλην όμως αυτοί παρέλειψαν να συμμορφωθούν. Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή αξιώνουν από τους εναγόμενους το ποσό των Λ.Κ.1.041,60 ως καθυστερημένα ενοίκια και/ή δυνάμει δόσεων ενοικίου και/ή αποζημιώσεις για παράβαση της πιο πάνω σύμβασης ενοικιαγοράς ή άλλων πως, πλέον τόκο προς 14% από 18.11.2002 και το ποσό των Λ.Κ.5.208 ως υπόλοιπο συμβολαίου ενοικιαγοράς και/ή αποζημιώσεις για παράβαση συμβολαίου ενοικιαγοράς, πλέον τόκο προς 14% από 15.4.2003, πλέον έξοδα. Επιπρόσθετα ζητούν διάταγμα για παράδοση του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμό εγγραφής ΗΒΒ716 και πώλησης του με δημόσιο πλειστηριασμό. Οι εναγόμενοι 1 και 2 στην έκθεση υπεράσπισης τους αρνούνται ότι το μηχανοκίνητο όχημα που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης βρισκόταν οποτεδήποτε στην κατοχή του εναγομένου
  6. Ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι ευθύς αμέσως μετά την υπογραφή του Συμβολαίου Ενοικιαγοράς, ενημέρωσε τους ενάγοντες ότι δεν παρεδόθη σ΄ αυτόν το μηχανοκίνητο όχημα από τον έμπορο και θα έπρεπε άμεσα να τερματιστεί η συμφωνία ενοικιαγοράς. Παρά ταύτα οι ενάγοντες σε καμιά ενέργεια δεν προέβησαν με αποτέλεσμα ο εναγόμενος αρ. 1 όχι μόνο να μην κατέχει το ενοικιαγορασθέν αντικείμενο αλλά και να κινούνται οι ενάγοντες δικαστικώς εναντίον του. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι ο έμπορος (Dealer), ο οποίος και ετοίμασε τα αναφερόμενα στην Έκθεση Απαίτησης συμβόλαια ενοικιαγοράς, στο χώρο εργασίας του, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των Εναγόντων. Οι ενάγοντες παραχώρησαν έντυπα συμβολαίων ενοικιαγοράς κενά προς τον έμπορο (Dealer), ο οποίος σε κάθε περίπτωση τα συμπλήρωνε και τα παρέδιδε στους ενάγοντες. Περαιτέρω και διαζευκτικά προς τα πιο πάνω οι ενάγοντες ενήργησαν κατά τέτοιο αμελή τρόπο που είχε ως αποτέλεσμα να πληρώσουν τον έμπορο χωρίς να βεβαιωθούν ότι ο εναγόμενος 1 είχε παραλάβει τη μοτοσικλέτα. Οι λεπτομέρειες αμέλειας των εναγόντων αναφέρονται στην παράγραφο 3 της έκθεσης υπεράσπισης. Ο εναγόμενος αρ. 1 ισχυρίζεται ότι επανέλαβε πάρα πολλές φορές στους ενάγοντες ότι δεν του παραδόθηκε ποτέ το αντικείμενο της ενοικιαγοράς όμως οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε καμιά ενέργεια. Οι εναγόμενοι 1 και 2 ανταπαιτητικώς αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου που να κηρύττει τη σύμβαση ενοικιαγοράς ως άκυρη και διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει την επίδικη σύμβαση. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Σωτήρης Μούσκος, μέχρι τις 12.12.2005 υπεύθυνος στο Τμήμα Καθυστερήσεων των εναγόντων στην Επαρχία Λάρνακας. Υιοθέτησε γραπτή δήλωση του, Τεκμήριο 1, στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι οι ενάγοντες είναι ιδιοκτήτες του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμό εγγραφής ΗΒΒ716, το οποίο εξ όσων γνωρίζει βρίσκεται στην κατοχή του εναγόμενου
  7. Οι ενάγοντες με συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 18.10.2002, Τεκμήριο 2, ενοικίασαν στον εναγόμενο 1, υπό την αλληλέγγυο εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 το πιο πάνω όχημα για περίοδο 36 μηνών από 18.11.
  8. Ο εναγόμενος 1 με την υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας πήρε κατοχή αυτού αντί της συμφωνηθείσας τιμής Λ.Κ.5.100, πλέον Λ.Κ.1.164,60 δικαιώματα ενοικιαγοράς, σύνολο Λ.Κ.6.264,60 ποσό το οποίο ανέλαβε να ξοφλήσει με 35 ίσες και διαδοχικές μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.173,60 από 18.11.2002 και μιας δόσης Λ.Κ.188,
  9. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 τιμολόγιο ημερομηνίας 18.10.2002 και ως Τεκμήριο 4 πιστοποιητικό εγγραφής μηχανοκινήτου οχήματος. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι στον ίδιο δεν ανέφερε ο εναγόμενος ότι δεν πήρε στην κατοχή του το μοτοποδήλατο. Κατά την υπογραφή του συμβολαίου ο ίδιος δεν ήταν παρών. Το συμβόλαιο έγινε στη Λεμεσό και στάληκε στη Λάρνακα για εκτέλεση και είσπραξη. Ο λόγος που ανέφερε ότι το όχημα βρίσκεται στην κατοχή του εναγόμενου 1 ήταν η υπογραφή του στο συμβόλαιο στη δήλωση του ενοικιαστή. Η Τράπεζα στα πλαίσια της συνεργασία της με τους προμηθευτές τους προμηθεύει με συμβόλαια, τα οποία οι τελευταίοι συμπληρώνουν και παραδίδουν στην Τράπεζα. Ακολουθεί ο έλεγχος και αξιολόγηση του πελάτη και των εγγυητών από την Τράπεζα και η πληρωμή του προμηθευτή. Ο ίδιος δεν επικοινώνησε με τον αγοραστή για να διαπιστώσει αν κατείχε το επίδικο αντικείμενο «πληροφοριακά σας λέω ότι έχει επικοινωνήσει (η Τράπεζα) αλλά όχι εγώ, αυτά φαίνονται από τα έγγραφα», είπε επί λέξει. Σε υποβολή ότι η μοτοσικλέτα ουδέποτε παρεδόθη στον εναγόμενο είπε επί λέξει «δεν μπορώ να ξέρω, εγώ στηρίζομαι μόνο εις τη δήλωση του επί του συμβολαίου ενοικιαγοράς». Ούτε και γνωρίζει αν όταν ο προμηθευτής δεν παρέδωσε στον εναγόμενο σε 48 ώρες, όπως του είπε, ειδοποίησε σχετικά τηλεφωνικά την Τράπεζα και τους ζήτησε να μεταβούν στην Αστυνομία για να καταγγείλουν υπόθεση κλοπής. Σε ερώτηση αν δεν θα ήταν λογικό, από τη στιγμή που η συμπλήρωση των συμβολαίων δεν γινόταν από την Τράπεζα, προτού πληρωθεί ο έμπορας να επικοινωνήσουν με τον ενοικιαγοραστή για να δουν αν παρέλαβε τα αντικείμενα απάντησε «για το παρών θέμα δεν μπορώ να απαντήσω εγώ». Αρνήθηκε υποβολή ότι ο Οργανισμός ενήργησε με αμέλεια, υπάρχει μαρτυρία άλλου συναδέλφου του στη Λεμεσό σε σχέση με το θέμα. Αρνήθηκε υποβολή ότι η υπογραφή στο τιμολόγιο τοποθετήθηκε μεταγενέστερα της πράξης. Ο Μ.Ε.2 ήταν ο Μάριος Μωϋσέως. Εργάζεται στο Τμήμα Δικαστικών Υποθέσεων του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου στη Λάρνακα. Κατέθεσε ότι το συμβόλαιο κατατέθηκε στη Λεμεσό, ο αρμόδιος υπάλληλος μίλησε τηλεφωνικά μαζί του, ζητώντας συστάσεις για τον αιτητή. Το ποσό του συμβολαίου πληρώθηκε στον πωλητή στη Λεμεσό και ακολούθως στάληκε στη Λάρνακα για τα περαιτέρω. Σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού και τα αντίγραφα των καταθέσεων στο φάιλ, στις 12.6.2007 έγινε κατάθεση Λ.Κ.2.000 από τον εναγόμενο
  10. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η μόνη του εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση ήταν η τηλεφωνική επικοινωνία του με τη Λεμεσό για σκοπούς συστάσεων. Ακολουθήθηκε στην παρούσα υπόθεση η ίδια, όπως πάντα, διαδικασία. Σε ερώτηση αν με βάση την εικοσάχρονη του πείρα όταν υπογραφτεί το συμβόλαιο ο ενοικιαγοραστής παίρνει το αντικείμενο και φεύγει απάντησε «εφόσον πληρωθεί ο πωλητής, πάρει τα λεφτά του και μεταβιβάσει και το αντικείμενο στο όνομα του ενοικιαγοραστή». Σε σχέση με τη διεκπεραίωση του συμβολαίου οι ίδιοι δεν είχαν εμπλοκή. Δεν γνωρίζει τη διαδικασία που ακολουθείται στη Λεμεσό. Σε υποβολή ότι στις 18.10.2002 υποβλήθηκε στην Τράπεζα για έγκριση το Τεκμήριο 2 χωρίς να είχε παραδοθεί το αντικείμενο στον αγοραστή απάντησε πως είπε αυτά που γνωρίζει. Δεν γνωρίζει κάτω από ποιες συνθήκες πληρώθηκε το ποσό των Λ.Κ.2.000 έναντι του συμβολαίου. Στις 17.3.2003 ο εναγόμενος 1 τον επισκέφθηκε και του ανέφερε ότι η μοτοσικλέτα βρισκόταν στην κατοχή κάποιου άλλου, ο οποίος θα έπρεπε να την είχε παραδώσει και ότι είχε καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία. Ο Μ.Ε.3, Κωνσταντίνος Σιακαλλής, εργάζεται για 23 χρόνια στην Τράπεζα Κύπρου στην Υπηρεσία Ενοικιαγοράς στη Λεμεσό. Εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθείται σε περιπτώσεις χρηματοδοτήσεων μηχανοκινήτων οχημάτων. Υπάρχουν κάποια συμβόλαια που χρησιμοποιούνται από προμηθευτές πελάτες της Τράπεζας. Σε περιπτώσεις συμφωνίας πωλητών - αγοραστή συμπληρώνονται τα συμβόλαια και υπογράφονται από τον προμηθευτή σαν πωλητή και από τον πρωτοφειλέτη ως ενοικιαστή. Συνοδεύονται με τιμολόγιο και διαβιβάζονται προς διερεύνηση στα γραφεία. Αν η Τράπεζα ικανοποιηθεί ως προς την ικανότητα αποπληρωμής του πρωτοφειλέτη και το ορθό πόσο προχωρεί στην πληρωμή. Το επίδικο συμβόλαιο και τιμολόγιο, Τεκμήρια 2 και 3, έφθασαν στα γραφεία τους στις 17.10.2002 από τον προμηθευτή, κάποιο Σταύρο Δημοσθένους, πωλητή αυτοκινήτων και μοτόρων. Επειδή ο αγοραστής ήταν από τη Λάρνακα ο Μ.Ε.3 επικοινώνησε με το κατάστημα της Λάρνακας και έστειλε εκεί το συμβόλαιο με φαξ για διερεύνηση και έγκριση. Στις 18.10.2002, εφόσον ο συνάδελφος τους στη Λάρνακα τους ανέφερε ότι ο πελάτης και οι εγγυητές ήταν αξιόχρεοι και υπήρχε ικανοποιητική προκαταβολή, προχώρησαν σε έκδοση επιταγής Λ.Κ.5.132,95, Λ.Κ.5.100 στο όνομα του πωλητή, Λ.Κ.14,95 χαρτόσημα και Λ.Κ.18 έξοδα μεταβίβασης. Πριν γίνει η πληρωμή διενεργήθηκε τηλεφωνική επαφή με τον εναγόμενο στις 18.10.2002 και διευκρινίστηκε ότι το ποσό ήταν Λ.Κ.5.
  11. Η μεταβίβαση έγινε στη Λάρνακα. Το αντικείμενο της ενοικιαγοράς το κατέχουν και παραδίδουν οι πωλητές. Εφόσον υπάρχουν υπογραφές στα συμβόλαια και τιμολόγια ότι ο πωλητής παρέδωσε και ο αγοραστής παρέλαβε η Τράπεζα δεν έχει αμφιβολίες να πληρώσει. Τέτοια δήλωση υπάρχει στο επίδικο συμβόλαιο από τον εναγόμενο ότι παρέλαβε τη μοτοσικλέτα. Ο εναγόμενος δεν αποτάθηκε ποτέ κοντά του αλλά μετά από 4 - 5 μήνες στο κατάστημα στη Λάρνακα σε συγκεκριμένο συνάδελφο του. Ο εναγόμενος δεν του είπε ότι είχε πρόβλημα με την παραλαβή του συγκεκριμένου αντικειμένου. Στη Λεμεσό ο ίδιος είχε χειριστεί την υπόθεση. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε στο Τεκμήριο 2 το γραφικό του χαρακτήρα και τις υπογραφές του ενοικιαστή. Το ποσό των Λ.Κ.5.100 πληρώθηκε στις 18.10.
  12. Οι υπογραφές των εμπλεκομένων μπήκαν πριν την έγκριση και πληρωμή. Ο ίδιος δεν ρώτησε τον εναγόμενο αν παρέλαβε τη μοτοσικλέτα πριν προβούν στην πληρωμή του προμηθευτή. Μίλησε μαζί του άλλη λειτουργός, τηλεφωνικά, στις 18.10.2002, όπως φαίνεται από το φάκελο, και εξακρίβωσε το ποσό των Λ.Κ.5.
  13. Σε ερώτηση γιατί έγινε η επικοινωνία αφού ο έμπορας είχε βάλει στο Τεκμήριο 2 το ποσό, απάντησε, «συνήθως δεν υπάρχει ανάγκη απλά εκείνη τη δεδομένη στιγμή θεώρησε η συνάδελφος όπως κάμει το ανάλογο τηλέφωνο». Ο μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 7 ως τιμολόγιο που δεν φέρει ημερομηνία. Έμαθε ότι ο εναγόμενος αποτάθηκε στη Λάρνακα 5 μήνες μετά, από τον εκεί συνάδελφο του, Μ.Ε.2, ο οποίος του είπε ότι ο εναγόμενος παραπονέθηκε ότι δεν είχε παραλάβει το αντικείμενο και είχε καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία. Δεν γνωρίζει περισσότερες λεπτομέρειες. Η πρακτική είναι να μην ερωτάται ο ενοικιαγοραστής αν πήρε το αντικείμενο. Δεν είναι εφικτό λόγω του αριθμού των συμβολαίων. Η Τράπεζα βασίζεται στην εμπιστοσύνη του προμηθευτή με τον πρωτοφειλέτη και την Τράπεζα και συνήθως στις υπογραφές στα συμβόλαια. Αρνήθηκε ότι «αδιαφόρησαν». Σε ερώτηση για το γιατί παρά τις υπογραφές στο συμβόλαιο πήραν τηλέφωνο για τις Λ.Κ.5.100 απάντησε ότι η διαδικασία έπρεπε να γίνει από τη Λάρνακα, δηλαδή η επικοινωνία με τον πελάτη, η Λάρνακα θα εξέταζε το συμβόλαιο. Τη Λεμεσό δεν την αφορούσε αν παρέλαβε ο πελάτης το αντικείμενο εφόσον είχαν έγκριση από τη Λάρνακα. Αρνήθηκε ότι ενήργησαν με αμέλεια. Εξετάστηκε κανονικά το συμβόλαιο, όπως όλα. Σε υποβολή ότι ενώ κλήθηκαν ως ο ιδιοκτήτης να καταγγείλουν την υπόθεση δεν το έπραξαν, απάντησε ότι το θέμα εμπίπτει στην αρμοδιότητα των δικαστικών υποθέσεων των εναγόντων. Ο Μ.Υ.1 ήταν ο εναγόμενος. Αναγνώρισε την υπογραφή του στο Τεκμήριο 2 ως ενοικιαστής. Στις 18.10.2002 επισκέφθηκε τα γραφεία του Σταύρου Δημοσθένους, στη Λεμεσό, είδε τη μοτοσικλέτα που ήθελε να αγοράσει, προχώρησε στην υπογραφή των συμβολαίων. Μετέφερε τα συμβόλαια στη Λάρνακα για να υπογράψουν οι εγγυητές και την επομένη τα επέστρεψε στον Δημοσθένους, ο οποίος ποτέ δεν του παρέδωσε τη μοτοσικλέτα. Του ανέφερε ότι θα παρέπεμπε για έγκριση τα συμβόλαια στην Τράπεζα και ότι δεν θα έπαιρνε τη μοτοσικλέτα πριν την έγκριση. Επικοινώνησε επανειλημμένα τηλεφωνικά με τον Δημοσθένους ο οποίος του προέβαλλε συνεχώς τους ίδιους λόγους. Ο Μ.Υ.1 επισκέφθηκε την Τράπεζα Κύπρου στη Λάρνακα και παραπονέθηκε. Ο Μ.Ε.2 του ανέφερε ότι τα λεφτά είχαν αποσυρθεί τη μέρα που υπεγράφη το συμβόλαιο ή την επομένη. Η Τράπεζα δεν τον πήρε τηλέφωνο να τον ρωτήσει αν υπέγραψε το συμβόλαιο όπως έκαναν σε σχέση με άλλες ενοικιαγορές που είχε κάνει στο παρελθόν. Ξεκαθάρισε στον υπάλληλο ότι από τη στιγμή που δεν ρωτήθηκε και δεν παρέλαβε το αντικείμενο δεν δεχόταν την πράξη. Με την παρέλευση 2 μηνών όταν μια κοπέλα από την Τράπεζα επικοινώνησε μαζί του και του ανέφερε ότι δεν τηρήθηκε η πληρωμή των δόσεων της ανέφερε ότι δεν θα πλήρωνε κάτι που δεν πήρε. Η θέση της Τράπεζας ήταν ότι δεν έφερε ευθύνη. Προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, χωρίς ανταπόκριση. Μετά από μέρες πήρε πληροφορία ότι η μοτοσικλέτα ήταν έξω από τον Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας. Ανέφερε το γεγονός στην Τράπεζα και του απάντησαν πως δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε. Δεν πήρε τη μοτοσικλέτα γιατί δεν γνώριζε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Όταν έμαθε ότι η μοτοσικλέτα ξαναπουλήθηκε επισκέφθηκε το Μ.Ε.1 και του το ανέφερε. Κατάγγειλε την υπόθεση την Αστυνομία η οποία 1-2 χρόνια μετά την πρώτη καταγγελία βρήκε τη μοτοσικλέτα στο σπίτι του αγοραστή ο οποίος είχε δώσει προκαταβολή σε κάποιο άτομο εναντίον του οποίου εκκρεμεί ποινική υπόθεση, το οποίο εντοπίστηκε στην Αγγλία και έστειλε τις Λ.Κ.2.000 λόγω της ποινικής υπόθεσης. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι έκανε στο παρελθόν πολλές φορές χρηματοδοτήσεις και τις άλλες φορές η Τράπεζα δεν είχε πληρώσει πριν την παραλαβή του αντικειμένου. Δέχθηκε υποβολή ότι υπέγραψε στο Τεκμήριο 2 ότι παρέλαβε το αντικείμενο. Τα συμβόλαια αυτά «τα έχουν οι Τράπεζες έξω από τα καταστήματα τους και τα κρατούν στα χέρια τους οι dealers και τα δίδουν προς υπογραφή». Σε ερώτηση αν πήγε να παραλάβει το αντικείμενο απάντησε ότι είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά με το Δημοσθένους για να το παραλάβει αλλά του είπε πως δεν υπήρχε απάντηση. Αν η διαδικασία γινόταν σωστά θα πήγαινε να την παραλάβει. Δέχθηκε ότι έκανε την κατάθεση των Λ.Κ.2.000, υπό τις συνθήκες που ανέφερε στην κυρίως εξέταση του. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο ίδιος έπρεπε να πάει να παραλάβει το αντικείμενο, δεν υπήρχε αντικείμενο να παραλάβει. Ο Μ.Υ.2, Γιώργος Χαραλάμπους, εργάζεται από το 1997 στην Αστυνομία και από το 2001 στο ΤΑΕ Λάρνακας. Με τον εναγόμενο 1 είναι φίλοι και συγχωριανοί. Κατά το 2002, πριν τις γιορτές, ο εναγόμενος 2 του ανέφερε ότι είχε πρόβλημα με την παραλαβή του αντικειμένου σε σχέση με το οποίο είχε συνάψει συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Ο Μ.Υ.2 τον συμβούλευσε να περάσει από το ΤΑΕ και επίσης να διορίσει δικηγόρο. Μετά τις γιορτές επισκέφθηκαν μαζί το ΤΑΕ Λεμεσού αλλά επειδή διερευνούσαν υπόθεση φόνου ελλείψει προσωπικού του είπαν θα επικοινωνούσαν μαζί του. Επειδή πήραν από το ΤΑΕ τηλέφωνο τον εναγόμενο και δεν ήταν ευχαριστημένος από τη συμπεριφορά τους ο ίδιος ο μάρτυρας πήρε γραπτή κατάθεση από τον εναγόμενο 1 και απέστειλε το φάκελο για διερεύνηση στη Λεμεσό. Ακολούθως ο φάκελος επεστράφη ξανά στη Λάρνακα. Στον Μ.Υ.2 ο εξεταστής ανέφερε ότι το Τεκμήριο εντοπίστηκε και παραλήφθηκε, ο κατηγορούμενος σε σχέση με την ποινική υπόθεση είχε φύγει στο εξωτερικό και ότι η εισήγησή του ήταν το αντικείμενο να παραληφθεί από την Τράπεζα ως δικαιούχο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ρώτησε τον εναγόμενο 1 γιατί δεν είχε περιέλθει στην κατοχή του το αντικείμενο και του ανέφερε ότι ο πωλητής δεν του το είχε παραδώσει. Ο εναγόμενος 1 του ανέφερε ότι είχε δει τη μοτοσικλέτα στη Λάρνακα, η οποία παραλήφθηκε ως Τεκμήριο σε σχέση με την ποινική υπόθεση. Ο συνήγορος υπεράσπισης κατά την τελική του αγόρευση εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία της υπεράσπισης είναι η πιο λογική, συνάδει δε με τη μαρτυρία των εναγόντων. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι η ενάγουσα Τράπεζα απέτυχε κατά την εκτέλεση του συμβολαίου να επιδείξει επιμέλεια αφού δεν βεβαιώθηκε για την παραλαβή του αντικειμένου της ενοικιαγοράς. Ο συνήγορος για τους ενάγοντες δέχθηκε ότι ο εναγόμενος 1 δεν παρέλαβε τη μοτοσικλέτα, αντικείμενο της ενοικιαγοράς, παρά τη δήλωση του στο Τεκμήριο 2 ότι την παρέλαβε. Παραθέτω αυτούσια τη θέση του συνηγόρου: «Επιπρόσθετα όπως ανέφερε ο εναγόμενος ο ίδιος μετέβηκε στη Λεμεσό, ο ίδιος βρήκε το αντικείμενο, ο ίδιος το παράγγειλε, υπόγραψε το σχετικό έντυπο και το επέστρεψε την επόμενη μέρα. Από εκεί, από την επόμενη μέρα όμως και μετά ποτέ δεν ξαναπήγε Λεμεσό εκτός από τη φορά που ανέφερε ότι πήγε στην Αστυνομία και αυτό έγινε πλέον τον Ιανουάριο, Φεβρουάριο του τρία όχι τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του δύο. Από τότε δεν ξαναπήγε να παραλάβει το αντικείμενο και έφθασε εις το σημείο μάλιστα όταν του είχε υποδειχθεί πού είναι το αντικείμενο, μετά από πέντε έξι μήνες και πάλι δεν το παρέλαβε και το αντικείμενο βρέθηκε έξω από μια καφετέρια εις την οποία εργαζόταν ο εγγυητής του.» Σύμφωνα με το συνήγορο ο εναγόμενος 1, ο οποίος ήταν γνώστης της διαδικασίας ενοικιαγοράς, είχε αυξημένο καθήκον να αναζητήσει και παραλάβει το αντικείμενο. Ήταν, περαιτέρω, η θέση του με αναφορά στην ισχύουσα νομολογία ότι η δήλωση του εναγόμενου 1 ότι παρέλαβε τη μοτοσικλέτα τον εμποδίζει να ισχυρίζεται ότι δεν το παρέλαβε ή εν πάση περιπτώσει είναι «αρκετή» σε σχέση με το θέμα της παραλαβής. Ο Μ.Ε.1 δεν είχε προσωπική γνώση ή οποιαδήποτε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Συνεπώς δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τα εν λόγω γεγονότα, διερωτώμαι δε γιατί κλήθηκε να καταθέσει. Δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή του επίδικου συμβολαίου, δεν είχε δε, όπως διεφάνη κατά την αντεξέταση του οποιαδήποτε επαφή με τον εναγόμενο
  14. Οι αναφορές του στο ότι το αντικείμενο της ενοικιαγοράς περιήλθε και βρίσκεται στην κατοχή του εναγόμενου 1 κατά την κυρίως εξέταση του βασίστηκαν, όχι σε οποιαδήποτε προσωπική διαπίστωση του, αλλά, σε ερμηνεία του συμβολαίου, όπως προέκυψε κατά την αντεξέταση του. Ούτε και ο Μ.Ε.2 είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στη διεκπεραίωση του επίδικου συμβολαίου και συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του για να εξάγει οποιαδήποτε συμπεράσματα σε σχέση με τα άμεσα διαδραματισθέντα στην παρούσα υπόθεση. Καμιά αναφορά δεν έκανε στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Συνεπώς η θέση του ότι ακολουθήθηκε στην παρούσα υπόθεση η ίδια όπως πάντα διαδικασία συνιστούσε υπόθεση, ιδιαίτερα έχοντας υπόψη ότι όπως ανέφερε δεν γνώριζε τη διαδικασία που ακολουθείτο στη Λεμεσό σε σχέση με τις ενοικιαγορές. Σημειώνω εδώ ότι ο μάρτυρας δέχθηκε ότι ο εναγόμενος 1 στις 17.3.2003 του ανέφερε ότι η μοτοσικλέτα βρισκόταν στην κατοχή κάποιου τρίτου και ότι είχε καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία. Ο Μ.Ε.3 μου έκανε γενικά πολύ καλή εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Στο μέρος όμως της μαρτυρίας του ότι κάποια λειτουργός μίλησε με τον εναγόμενο 1 σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.5.100 δεν μπορώ να αποδώσω βαρύτητα. Η εν λόγω λειτουργός δεν κλήθηκε να καταθέσει, παρέμεινε δε άγνωστο ποια ήταν η αρχική της δήλωση ή το κατά πόσο η αρχική της δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς στο Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω ο Μ.Ε.3 δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για την αναγκαιότητα ή το λόγο τέτοιας επικοινωνίας. Κρίνω σκόπιμο εδώ να σημειώσω ότι ο Μ.Ε.3 ανέφερε ότι η πρακτική της Τράπεζας είναι να βασίζεται τόσο στις υπογραφές στα συμβόλαια όσο και στην εμπιστοσύνη του προμηθευτή και να μην διερευνά το αν ο ενοικιαγοραστής πήρε το αντικείμενο της ενοικιαγοράς. Ο Μ.Υ.1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν σταθερός στις απαντήσεις του και εξιστόρησε τα γεγονότα με τρόπο πειστικό. Κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και ότι είπε την αλήθεια. Κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι η θέση του Μ.Υ.1 ότι ουδέποτε του παραδόθηκε το αντικείμενο της ενοικιαγοράς δεν αμφισβητήθηκε από το συνήγορο των εναγόντων. Δεν του υπεβλήθη ότι το αντικείμενο του παρεδόθη, ο δε συνήγορος των εναγόντων δέχθηκε τόσο με τις υποβολές του όσο και στην αγόρευση του τη μη παραλαβή του αντικειμένου από τον εναγόμενο
  15. Η υποβολή προς τον εναγόμενο 1 ότι ο ίδιος έπρεπε να πάει να παραλάβει το αντικείμενο, ελλείψει του αναγκαίου υπόβαθρου δηλαδή ότι το αντικείμενο υπήρχε κάπου διαθέσιμο προς παραλαβή παρέμεινε μετέωρη. Είναι δε γεγονός ότι η θέση του Μ.Υ.1 ότι δεν ρωτήθηκε από την Τράπεζα κατά πόσο παρέλαβε το αντικείμενο συνάδει με τη μαρτυρία των τραπεζικών υπαλλήλων. Σημειώνω, επίσης, ότι δεν διαφαίνεται ευκρινώς από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 το πότε ακριβώς επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Τράπεζα για να αναφέρει το γεγονός ότι δεν παρέλαβε το επίδικο αντικείμενο. Στα όσα επακολούθησαν του εντοπισμού της μοτοσικλέτας, δηλαδή τα περί νέου αγοραστή και προκαταβολής δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα αφού πέραν του ότι διέπονται από ασάφεια το εν λόγω πρόσωπο δεν κατέθεσε ενώπιον μου και το Δικαστήριο αγνοεί αν τα λεχθέντα προς το Μ.Υ.1 μεταφέρθηκαν επακριβώς. Πλην των πιο πάνω σημείων αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 η οποία εξάλλου ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Ο Μ.Υ.2 ήταν μάρτυρας τυπικός και μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ότι σε σχέση με την επίδικη μοτοσικλέτα διερευνήθηκε ποινική υπόθεση και ότι η μοτοσικλέτα παρελήφθη σαν Τεκμήριο στην ποινική υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Με βάση τη μαρτυρία που έχω αποδεκτεί καταλήγω στα πιο κάτω ευρήματα: Ο εναγόμενος στις 18.10.2002 επισκέφθηκε τα γραφεία του προμηθευτή Σταύρου Δημοσθένους πωλητή αυτοκινήτων και μοτοσικλετών στη Λεμεσό όπου είδε τη μοτοσικλέτα που ήθελε να αγοράσει. Εκεί υπέγραψε ως ενοικιαστής στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς Τεκμήριο 2 το οποίο μετέφερε στη Λάρνακα για να υπογράψουν οι εγγυητές, εναγόμενοι 2 και
  16. Υπέγραψε επίσης το τιμολόγιο Τεκμήριο
  17. Ο προμηθευτής ανέφερε στον εναγόμενο 1 ότι δεν θα έπαιρνε τη μοτοσικλέτα πριν την έγκριση της Τράπεζας. Το συμβόλαιο ενοικιαγοράς και τιμολόγιο, Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα, έφθασαν στα γραφεία της Τράπεζας Κύπρου στη Λεμεσό, στον Μ.Ε.3 από τον προμηθευτή. Σύμφωνα με τη δήλωση του εναγόμενου 1, ενοικιαστή στο Τεκμήριο 2, παρέλαβε τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο τιμολόγιο, Τεκμήριο 3, δηλαδή τη μοτοσικλέτα KAWASAKI VULCAN, σε καλή κατάσταση μετά από προσωπική του εξέταση και ικανοποιήθηκε ότι η περιγραφή τους στο συμβόλαιο είναι ορθή και έμενε ικανοποιημένος ότι είναι κατάλληλα για το σκοπό που χρειάζονται. Δηλώνει επίσης ότι ήταν σε γνώση του η τιμή σε μετρητά πριν υπογράψει και ότι συμφωνεί ότι οι ιδιοκτήτες δεν γνωρίζουν και λογικά δεν μπορούσαν να γνωρίζουν οποιαδήποτε ελαττώματα των εμπορευμάτων κατά το χρόνο συμπλήρωσης του συμβολαίου. Στο τιμολόγιο, Τεκμήριο 3, αναγράφεται η περιγραφή του αντικειμένου και η αξία του με βάση τις δηλώσεις του έμπορα και εναγόμενου 1 οι οποίοι υπογράφουν ως πωλητής και παραλήπτης αντίστοιχα. Επειδή ο εναγόμενος ήταν από τη Λάρνακα ο Μ.Ε.3 επικοινώνησε με το κατάστημα της Λάρνακας στέλλοντας το συμβόλαιο με φαξ για έγκριση. Στις 18.10.2002 εφόσον διαπιστώθηκε ότι ο εναγόμενος και οι εγγυητές ήταν αξιόχρεοι οι ενάγοντες προχώρησαν σε έκδοση επιταγής Λ.Κ.5.132,95 δηλαδή Λ.Κ.5.100 στο όνομα του πωλητή, Λ.Κ.14,95 χαρτόσημα και Λ.Κ.18 έξοδα μεταβίβασης. Λόγω του ότι οι εναγόμενοι καθυστερούσαν την πληρωμή Λ.Κ.1.041,60 σεντ, πόσο το οποίο αντιπροσώπευε 6 μηνιαίες δόσεις ενοικίου Λ.Κ.173,60 σεντ η κάθε μια πληρωτέα την 18.11.2002 μέχρι 18.4.2003 οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 15.4.2003, η οποία στάληκε στον εναγόμενο 1, Τεκμήριο 5 Α, και κοινοποιήθηκε και στους εναγόμενους 2 και 3, Τεκμήρια 5 Β και 5 Γ, τερμάτισαν τη σύμβαση ενοικιαγοράς και κάλεσαν τους εναγόμενους να πληρώσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο το οποίο κατέστη απαιτητό. Επίσης κάλεσαν τον εναγόμενο 1 να τους παραδώσει το όχημα. Στις 12.6.2007 έγινε κατάθεση Λ.Κ.2.000 από τον εναγόμενο
  18. Το σημερινό υπόλοιπο ημερομηνίας 15.6.2007 φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
  19. Πριν την έγκριση και πληρωμή ο εναγόμενος δεν ρωτήθηκε από την Τράπεζα αν παρέλαβε τη μοτοσικλέτα. Αυτή ήταν η πρακτική της Τράπεζας αφού βασιζόταν στις υπογραφές στα συμβόλαια. Ο εναγόμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον προμηθευτή για να πάρει τη μοτοσικλέτα, ο οποίος επικαλείτο ότι δεν υπήρχε απάντηση από την Τράπεζα. Επισκέφθηκε την Τράπεζα Κύπρου στη Λάρνακα για να παραπονεθεί. Του αναφέρθηκε ότι τα λεφτά είχαν αποσυρθεί είτε τη μέρα που υπεγράφη το συμβόλαιο είτε την επομένη. Προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού. Ανέφερε στην Τράπεζα ότι δεν είχε παραλάβει τη μοτοσικλέτα και αργότερα το γεγονός ότι είχε δει τη μοτοσικλέτα σε συγκεκριμένο χώρο και πως η μοτοσικλέτα ξαναπουλήθηκε. Η Αστυνομία μετά από σχετική καταγγελία του 1 - 2 χρόνια μετά βρήκε τη μοτοσικλέτα. Η μοτοσικλέτα ποτέ δεν περιήλθε στην κατοχή του εναγόμενου
  20. Ποτέ δεν του παραδόθηκε ούτε και ειδοποιήθηκε να την παραλάβει. Η μοτοσικλέτα παραλήφθηκε από την Αστυνομία ως Τεκμήριο σε σχέση με ποινική υπόθεση στην οποία ο εναγόμενος ήταν παραπονούμενος. Απομένει να εξεταστούν τα πιο πάνω ευρήματα υπό το φως των νομικών αρχών που ισχύουν. Έχω την άποψη ότι το κρινόμενο ζήτημα έχει επιλυθεί από την ισχύουσα νομολογία. Στην υπόθεση Ιωάννου v. Οργανισμός Χρηματοδότησης Τραπέζης Κύπρου Λτδ

(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1522 κρίθηκε ότι ο εφεσείων που ήταν εγγυητής εμποδίζετο από την αρχή του κωλύματος να ισχυρίζεται ότι δεν είχαν παραδοθεί τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς στον ενοικιαστή. Στις σελίδες 1528 και 1529 ο Ηλιάδης Δ. είπε σχετικά τα ακόλουθα: «Από τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου φαίνεται ότι με τη Δήλωση Εμπόρου που περιέχεται στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, η κατασκευάστρια εταιρεία είχε στην κατοχή της τα έπιπλα και ότι σαν αποκλειστική ιδιοκτήτρια είχε το δικαίωμα να τα πωλήσει. Η σχετική δήλωση υπογράφτηκε από τον εφεσείοντα. Με τη Δήλωση Ενοικιαστή στο ίδιο έγγραφο, ο ενοικιαστής αποδέχθηκε ότι είχε εξετάσει και είχε παραλάβει τα έπιπλα. Η πώληση και παράδοση των επίπλων επιβεβαιώνεται και από το τιμολόγιο και την απόδειξη είσπραξης της προκαταβολής που εξέδωσε η κατασκευάστρια εταιρεία. Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι ο εφεσείων παρέστησε ότι τα έπιπλα υπήρχαν, ότι είχαν πωληθεί στον α΄ εναγόμενο, ότι ο τελευταίος είχε πληρώσει και τη σχετική προκαταβολή και επεζητείτο η χρηματοδότηση της ενοικιαγοράς από την εφεσίβλητη εταιρεία. Η συμπεριφορά του εφεσείοντος οδήγησε την εφεσίβλητη να αποδεχθεί την εισήγηση για τη χρηματοδότηση με ενοικιαγορά της συναλλαγής, σε βαθμό που θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον εφεσείοντα να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς την ως άνω συμπεριφορά του. Το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την εφαρμογή του κανόνα του Κωλύματος λόγω παραστάσεων ήταν απόλυτα ορθό». Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν στην υπόθεση T.J.S Enterprises Ltd κ.ά. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 108. Στο σύγγραμμα «The Law of Hire-Purchase» του A.G. Guest, 1966, στη σελίδα 258 αναφέρεται ότι όπου μια εταιρεία χρηματοδότησης αναμειγνύεται στην συναλλαγή της ενοικιαγοράς, είθισται ο ενοικιαστής να χρειάζεται να υπογράφει ένα σημείωμα ή μια απόδειξη παράδοσης με τα οποία αναγνωρίζει ότι του έχουν παραδοθεί προς ενοικίαση τα αντικείμενα. Αυτό το έγγραφο ακολούθως αποστέλλεται στην εταιρεία χρηματοδότησης ως απόδειξη ότι τα αντικείμενα πράγματι υπάρχουν και ότι ο ενοικιαστής τα έχει παραλάβει. Φυσικά δεν πρέπει το έγγραφο να υπογράφεται από τον ενοικιαστή μέχρι την πραγματική παράδοση των αντικειμένων. Δεν είναι όμως άγνωστο για τους ενοικιαστές να υπογράφουν τέτοια σημείωση παρόλο που δεν έχουν ακόμα παραλάβει τα αντικείμενα. Σε τέτοια περίπτωση ο ενοικιαστής κωλύεται να αρνηθεί ότι του παραδόθηκαν τα αντικείμενα. Αναφέρονται συναφώς τα ακόλουθα: «But it is not unknown for hirers to sign such a note even though they have not yet received the goods. It would seem in such a case that a hirer will be estopped from denying (vis-à-vis the finance company) that the goods have been delivered to him, provided the representation is (
  1. i)clear and unequivocal, (
  2. ii)intended by him to be acted upon by the finance company, and (iii) believed by the finance company to be true and in fact acted upon." Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ ότι το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 υπέγραψε τη σχετική δήλωση στην επίδικη σύμβαση, Τεκμήριο 2, και το τιμολόγιο, Τεκμήριο 3, προτού ακόμη παραλάβει το επίδικο αντικείμενο τον εμποδίζει να αρνηθεί την παράδοση του αντικειμένου έναντι της Τράπεζας. Με τις πιο πάνω δηλώσεις του παρέστησε ότι παρέλαβε τα αντικείμενα. Οι ενάγοντες είχαν κάθε δικαίωμα να βασιστούν και βασίστηκαν στις παραστάσεις του εναγόμενου 1 για να χρηματοδοτήσουν τη συναλλαγή και θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον εναγόμενο 1 να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτές. Η εισήγηση της υπεράσπισης περί ύπαρξης καθήκοντος της Τράπεζας να βεβαιωθεί για την παραλαβή του αντικειμένου πριν την πληρωμή του εμπόρου (βλ. παράγραφο 3 της έκθεσης υπεράσπισης) πέραν του ότι δεν συνάδει με την ισχύουσα νομολογία όπως αναλύθηκε πιο πάνω, παρέμεινε ατεκμηρίωτη. Τέτοιο καθήκον δεν φαίνεται να υφίσταται. Συναφώς αναφέρω ότι στην υπόθεση Chester & Cole Ltd v. Wright που αναφέρεται στη σελίδα 254 του συγγράμματος «The Law of Hire Purchase» (ανωτέρω) όπου ο ενοικιαστής υπέγραψε στα υποστατικά του ιδιοκτήτη σημείωμα παραλαβής και εκτέλεσε (executed) σύμβαση ενοικιαγοράς σε σχέση με αυτοκίνητο αλλά ουδέποτε χρησιμοποίησε ή πήρε το αυτοκίνητο κάποιο Divisional Court αποφάσισε ότι οι πιο πάνω πράξεις συνιστούσαν παράδοση. Δεν υπάρχει, περαιτέρω, άλλη μαρτυρία που να στοιχειοθετεί έλλειψη επιμέλειας εκ μέρους της Τράπεζας. Οι υποπαράγραφοι (γ) και (δ) της παραγράφου 3 της έκθεσης υπεράσπισης τέθηκαν αόριστα και έχοντας εν πάση περιπτώσει ως υπόβαθρο το κατ΄ ισχυρισμό καθήκον της Τράπεζας. Για τους πιο πάνω λόγους και δεδομένου ότι το κατ΄ ισχυρισμό υπόλοιπο, η παράβαση της σύμβασης και το δικαιολογημένο του τερματισμού δεν έχουν στην ουσία τους αμφισβητηθεί η απαίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Σαν αποτέλεσμα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και / ή κεχωρισμένα:
(1)€11.470,42 πλέον τόκο επί του ποσού €4.209,55 από την ημέρα που κάθε δόση κατέστη πληρωτέα μέχρι 15.6.2007 μέχρι εξοφλήσεως και νόμιμο τόκο επί του ποσού €7.260,87 από 16.4.2003 μέχρι εξοφλήσεως.
(2)Εναντίον του εναγόμενου 1, διατάγματα ως η παράγραφος (Α) 1 και 2 της έκθεσης απαίτησης. Νοείται ότι τα Διατάγματα της παραγράφου
(2)πιο πάνω θα έχουν ισχύ μόνο εφόσον το μηχανοκίνητο όχημα δοθεί στον εναγόμενο 1. Επιδικάζονται τα έξοδα της απαίτησης υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα αφού τα θέματα που ηγέρθησαν στην ανταπαίτηση εκδικάστηκαν στα πλαίσια της αγωγής. (Υπ.) ....................................... Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.