← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ν. ΜΑΡΙΟΥ ΒΙΟΛΑΡΗ, Αρ. Αγωγής 2961/06, 27 Φεβρουαρίου, 2008

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ν. ΜΑΡΙΟΥ ΒΙΟΛΑΡΗ, Αρ. Αγωγής 2961/06, 27 Φεβρουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2961/06 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, από το Αλεθρικό, Ενάγουσας -και- ΜΑΡΙΟΥ ΒΙΟΛΑΡΗ, από τη Λάρνακα, Εναγόμενου ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 5.12.2008 ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΚΑΙ/Η ΑΚΥΡΩΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΛΟΓΩ ΜΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου, 2008. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον εναγόμενο-αιτητή: Ο κ. Ν. Δαμιανού. Για την ενάγουσα-καθ΄ ης η αίτηση: Ο κ. Α. Γεωργίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα καθ΄ ης η αίτηση (εφεξής καθ΄ ης η αίτηση) πέτυχε στις 6.12.2008, κατόπιν ερημοδικίας, απόφαση εναντίον του εναγόμενου-αιτητή (εφεξής αιτητή), για το ποσό των Λ.Κ.24.528,21σεντ, πλέον τόκο και έξοδα. Η ΑΙΤΗΣΗ Με την παρούσα αίτηση ημερομηνίας 5.12.2008 ο αιτητής εξαιτείται διατάγματος παραμερισμού (set aside) και/ή ακύρωσης της εν λόγω απόφασης, διάταγμα επανεκδίκασης της αγωγής και ή άδεια για καταχώριση υπεράσπισης και διάταγμα παραμερισμού και ή ακύρωσης της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.5, Δ.5Α, Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.14, Δ.33 θ.5,15, Δ.48 Θ.1-3, 8

(4), 11, Δ.51, Δ.59 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του Μάριου Βιολάρη, αιτητή, που συνοδεύει την αίτηση, καθώς και στα διάφορα τεκμήρια που επισυνάπτονται μ΄ αυτή, μεταξύ των οποίων και ένορκη δήλωση της συζύγου του ΄Αννας Βιολάρη, στην οποία αναφέρεται ότι ουδέποτε παρέλαβε την αγωγή και ως εκ τούτου ουδέποτε ενημέρωσε τον αιτητή για την αγωγή και ότι η υπογραφή στο άνω μέρος του κλητηρίου εντάλματος, ημερομηνίας 7.11.2006 δεν είναι δική της και ούτε θυμάται να έθεσε τέτοια υπογραφή. Εν συντομία στην ένορκη δήλωσή του ο αιτητής αναφέρει ότι τον Ιούλιο του 2007 αποτάθηκε στη Σ.Π.Ε. Ορμήδειας για νέα δανειοδότησή του, η οποία μετά από κάποιες ημέρες τον ενημέρωσε ότι το προτεινόμενο απ΄ αυτόν ακίνητο για υποθήκευση είχε επιβαρυνθεί με δύο «ΜΕΜΟ». Γνώριζε ότι η τότε Σ.Π.Ε. Αλεθρικού, και τώρα η νυν καθ΄ ης η αίτηση, είχε κινηθεί δικαστικά εναντίον του για κάποιο τρεχούμενο λογαριασμό για ένα ποσό περί τις £8.000,- έως £10.000,- και αφού ζήτησε διευκρινίσεις περί τούτου, αποτάθηκε στους δικηγόρους του οι οποίοι του εξήγησαν ότι έπρεπε να εξασφαλίσει πιστοποιητικό έρευνας για να διακριβωθεί τι ακριβώς συνέβαινε με την ακίνητή περιουσία του. ΄Ετσι οι δικηγόροι του υπέβαλαν στις 30.07.2007 αίτηση στο Κτηματολόγιο, Τεκμήριο Α, για την οποία εκδόθηκε απόδειξη, Τεκμήριο Β. Τελικά, αν και ζήτησαν αρκετές φορές το πιστοποιητικό έρευνας, τούτο, Τεκμήριο Γ, το έλαβαν οι δικηγόροι του μέσω κάποιου συνεργάτη τους για δουλειές Κτηματολογίου στα τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου
  1. Διεφάνη τότε, ότι το προτεινόμενο για υποθήκευση ακίνητο, ήταν βεβαρυμένο με ΜΕΜΟ από τις 7.12.2006, στα πλαίσια της δικαστικής απόφασης, της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός της, με ακόμη ένα ΜΕΜΟ ημερομηνίας 16.04.2007 πάλι από τη Σ.Π.Ε. Αλεθρικού βάσει δικαστικής απόφασης στην αγωγή 1658/
  2. Γι΄ αυτή την τελευταία αγωγή γνώριζε, αφού είχε παρουσιαστεί στο Δικαστήριο σε αίτηση μηνιαίων δόσεων αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είχε δύο διαφορετικά δάνεια και το συνολικό οφειλόμενο ποσό να ανέρχεται στις £35.000,-. ΄Ετσι έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του για διερεύνηση του θέματος και κατόπιν σχετικού αιτήματος στο πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εντοπίστηκαν, ολίγες ημέρες πριν την υποβολή της υπό εξέταση αίτησης, οι φάκελοι των δύο υποθέσεων και ειδικά ο φάκελος της αγωγής αυτής. Η αγωγή αυτή αφορά γραμμάτιο, Τεκμήριο Δ, στο οποίο φαίνεται στο σημείο του χρεώστη μια υπογραφή η οποία, ως δηλώνει, δεν είναι δική του. Ως εκ τούτου το γραμμάτιο αυτό είναι προϊόν πλαστογραφίας. Ουδέποτε δε αποτάθηκε για τέτοιο δάνειο και ούτε έλαβε το ποσό των £15.000,-. Όπως φαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο Ε, ενώ επρόκειτο για δάνειο τακτής προθεσμίας για το συγκεκριμένο ποσό των £15.000,-, φαίνονται κεφαλαιοποιήσεις και τοκισμοί ποσών τόκων με αποτέλεσμα ανατοκισμούς αλά και χρεώσεις πέραν των τόκων, γεγονός που είναι αντίθετο με τον περί Τόκου Νόμο που ήταν εφαρμοστέος για το ισχυριζόμενο δάνειο. Ο ίδιος ουδέποτε πλήρωσε γι΄ αυτό το δάνειο και εάν η καθ΄ ης η αίτηση, λεφτά που έδωσε για το άλλο δάνειο, τα καταλόγισε σ΄ αυτό τότε τα δικαιούται πίσω. Η αγωγή, Τεκμήριο Στ, ουδέποτε του επιδόθηκε προσωπικά, ούτε στη σύζυγό του, ως την ένορκη δήλωσή της αναφέρεται, ούτε και έλαβε γνώση πριν του υποδειχθεί αντίγραφο από τους δικηγόρους του ευθύς ως εξασφαλίστηκε από το πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Οι ενάγοντες, ως εμφαίνεται από τη δικογραφία, παρουσιάζοντας ότι η αγωγή επιδόθηκε σ΄ αυτόν πέτυχαν την έκδοση απόφασης στις 6.12.2006, Τεκμήριο Ζ. Χωρίς δε να τον ενημερώσουν και χωρίς να προβούν σε οιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης αμέσως έσπευσαν και καταχώρισαν το ΜΕΜΟ. Επειδή η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του στηρίζεται ενδεχόμενα σε αντικανονική επίδοση και ποινικό αδίκημα και έχει πολύ καλή υπεράσπιση είναι δίκαιο όπως η απόφαση παραμεριστεί και ή ακυρωθεί. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Η καθ΄ ης η αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως ημερομηνίας 6.09.2009 η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Αριστοφάνους, πρώην γραμματέα της Σ.Π.Ε. Αλεθρικού και νυν υπεύθυνου, μετά τη συγχώνευση, του καταστήματος της Σ.Π.Ε. Αγροτικής Ανάπτυξης στο Αλεθρικό και εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Σ΄ αυτή περιέχονται γεγονότα που γνωρίζει ο ίδιος, από πληροφορίες που έλαβε από τους δικηγόρους της καθ΄ ης η αίτηση, από τον επιδότη και από έγγραφα. Η ένσταση βασίζεται στη Δ.5, Δ.5Α, Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.14 και 15, Δ.33 θ.1-15, Δ.48 θ.1-4,8,9 και 11, Δ.51, Δ.59, Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος επί της νομολογίας και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης ως εξάγεται:
(1)Η επίδοση είναι κανονική καθ΄ ότι επιδόθηκε στη σύζυγό του με την οποία, ως παραδέχεται, συζεί αρμονικά και την οποία υπέγραψε.
(2)Η υπογραφή στο γραμμάτιο είναι του αιτητή και η άρνηση αυτού του γεγονός είναι εκ των υστέρων σκέψη.
(3)Δεν έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση αφού ο ισχυρισμός του περί πλαστογραφίας δεν τεκμηριώνεται, ούτε και έγινε οιαδήποτε καταγγελία στην Αστυνομία.
(4)Η απόφαση εκδόθηκε νομότυπα.
(5)Υπέβαλε την αίτηση πολύ καθυστερημένα χωρίς να δώσει δικαιολογία.
(6)Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Με την ένορκη δήλωσή του ο Κωνσταντίνος Αριστοφάνους παραθέτει το ιστορικό της οφειλής αυτής και αποσαφηνίζει ότι το δάνειο τακτής προθεσμίας μετατράπηκε σε λογαριασμό υπεραναλήψεων για το ίδιο ποσό κατόπιν που το ζήτησε τούτο ο αιτητής και αφού ανοίχθηκε σχετικός λογαριασμός, δυνάμει του οποίου του παραχωρήθηκε βιβλιάριο επιταγών εκδίδοντας μάλιστα ενενήντα τέσσερις
(94)επιταγές, Τεκμήριο Δ, τις οποίες τίμησε η καθ΄ ης η αίτηση αφού είχε κάνει κάποιες καταθέσεις και τελικά όφειλε το ποσό για το ποίο εκδόθηκε η απόφαση. Ακόμη, να λεχθεί ότι στάληκαν σ΄ αυτήν δύο επιστολές εκ μέρους των δικηγόρων της. Η μια ημερομηνίας 20.10.2006, Τεκμήριο Α, και η άλλη ημερομηνίας 3.11.2006, Τεκμήριο Β, συστημένη, Τεκμήριο Γ. Επιπλέον ελάμβανε και τις καταστάσεις λογαριασμού που του απέστελλε η καθ΄ ης η αίτηση. Τέλος απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του αιτητή και της συζύγου του εκτός απ΄ εκείνες που ειδικά παραδέχεται χαρακτηρίζοντας τις ως ψευδείς, παραπλανητικές και προϊόν δεύτερης σκέψης. Η υπογραφή στο γραμμάτιο είναι του αιτητή και η επίδοση της αγωγής έγινε στη σύζυγό του, ως εμφαίνεται από την ένορκη δήλωση του επιδότη που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο δικηγόρος του αιτητή, με αναφορά στα όσα επικαλείται ο αιτητής στην ένορκή του δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καθώς και της συζύγου του, εισηγήθηκε ότι (α) ο αιτητής απεκάλυψε εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση (β) επεξήγησε το λόγο μη εμφάνισής του και (γ) ότι δεν υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης. Μετά εισηγείται ότι ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν αποκαλύπτει την πηγή γνώσης του. Επίσης δεν υπάρχει ένορκη δήλωση του επιδότη η οποία να συνοδεύει την ένσταση και στην οποία να αναφέρεται ότι έκανε την επίδοση στη σύζυγο του αιτητή. Στο σημείο αυτό προέβαλε και τη θέση ότι η σύζυγος του αιτητή δεν αντεξετάστηκε σχετικά με τον ισχυρισμό της ότι δεν της επιδόθηκε η αγωγή. Ο συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση από την άλλη εισηγήθηκε ότι τα γεγονότα δεν έχουν ως τα ανέφερε ο αιτητής. Είναι ξεκάθαρο ότι έλαβε γνώση της αγωγής αφού αυτή επιδόθηκε στη σύζυγό του με την οποία ζει αρμονικά και επέδειξε αμέλεια και αδιαφορία για υπεράσπισή του. Υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης και δεν έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση αφού ο ισχυρισμός του περί πλαστογραφίας δεν τεκμηριώνεται και η θέση του περί ανατοκισμού δεν ευσταθεί, απέκρυψε δε το γεγονός της αποστολής σ΄ αυτόν δύο επιστολών, η μια συστημένη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η απόφαση, της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός της, εξεδόθη, δυνάμει της Δ.17, Θ.3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 11, λόγω έλλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως εκ μέρους του Εναγομένου - Αιτητή. Σύμφωνα με την Δ.17 Θ.10 απόφαση που λαμβάνεται κατ΄ αυτόν τον τρόπο δύναται να παραμεριστεί. Η Δ.17 Θ.10 έχει ως ακολούθως: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this order, it shall be lawful for the court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Όπου εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της διαταγής, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με τέτοιους όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι." ΑΡΧΕΣ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ Το Ανώτατο Δικαστήριο έχοντας ως κατευθυντήρια υπόθεση την κλασική υπόθεση Evans v. Bartham, 1937 2 ALL E.R. 646 καθόρισε τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης. Έκτοτε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου επαναλήφθηκαν και επαναβεβαιώθηκαν οι ίδιες αρχές που υιοθετήθηκαν με βάση την Evans πιο πάνω. Πρωταρχικής σημασίας είναι (α) η αποκάλυψη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης και (β) η εξήγηση για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου (βλ. υποθέσεις Evans v. Bartlam
(1937)2 ALL E.R. 646, Φυλακτού v. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Ζήνων Μερκής v. Yiannoukas Holiday Ltd and another
(1994)1 A.A.Δ. 736, KCP Commission Agents and Importers Ltd κ.α. v. Α. Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415, Ioannis Kotsapas and sons Ltd v. Titan Construction and Engineering Company
(1967)1 CLR 317, Mine and Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. v. Marialla Constructions Ltd
(1996)1 (A) Α.Α.Δ. 1129, Vica Pica Disco Ltd κ.α. v. Happy Street Disco Ltd
(1997)1 (A) Α.Α.Δ. 28, Miluca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 941, Ανδρέας Κλεάνθους v. Tradex Ltd
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 988, Μαρία Γιώργαινα Λευκίδου v. Άριστου Κανναουρίδη
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 528, Πανίκου Λοϊζου κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 778, Κάτια Χριστοφόρου κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 86, Olga Kourbatova v. G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 345, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Λουκαϊδου v. Γερολέμου
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 333, Κουδούνας v. ΣΚΥΜΕ ΛΤΔ κ.α.
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 967, Βόθροτεξ v. Φαντάκη
(2001)1 Α.Α.Δ. 339, Χατζηνικολάου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1179, Bush v. Γιάννη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1342, ΣΠΕ Παλλουριώτισας v. Αρτέμη,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1762, Καλλής v. Alpha Bank
(2002), 1 (Β) Α.Α.Δ. 793, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 818, Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1101, Ευσταθίου ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ,
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1007, Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας ν. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1283, Θεοδώρου ν. ΣΠΕ Μακράσυκας
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1305, Ανδρέου ν. Severis Athienitis Securities Ltd
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1694, Edict Ltd v. Μιχαηλίδη
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1887, Πίττας ν. Unigods Ltd
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1761, Salamis Ltd v. Bata Ltd
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1767, Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1774, Ευάνθη ν. Δημάδη
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1822, Αργυρού ν. Λαϊκής Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 229, Τεγκεράκης ν. Δήμος Λευκωσίας
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 289, Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 785, και Siberia Air v. Πουλλίκα
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 893. Στην υπόθεση Μερκή ν. Yiannoukas, πιο πάνω, στις σελίδες 748 και 749 συνόψισαν το σκεπτικό της υπόθεσης Evans v. Bartlam, ανωτέρω, ως ακολούθως:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν΄ αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεση, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσής του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Πατούρη ν. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2123, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: "Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ΄ αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης." Στην υπόθεση Phylactou and others v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, λέχθηκε ότι κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Τούτο επαναλήφθηκε στην υπόθεση Αντρέας Ιωάννου ν. Σκάφος Veronica
(2003)1 (A) Α.Α.Δ. 437. ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΣΥΖΗΤΗΣΙΜΗΣ Η ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΒΑΣΙΜΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Holiday Inn,
(1994)1 A.A.Δ. 736, λέχθηκε με έμφαση η μεγάλη σημασία του στοιχείου της κατάδειξης καλής υπεράσπισης εκ μέρους του αιτητή. Το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής, όχι για να αποδείξει την υπεράσπισή του, αλλά να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Όπως βέβαια πρέπει να δικαιολογήσει και τη μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου),
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, λέχθηκαν και τα εξής σχετικά με το θέμα της κατάδειξης υπεράσπισης. "Η γενική αρχή του Δικαίου είναι ότι για να ανοίξει εκ νέου υπόθεση, μετά τη λήψη της απόφασης, ο αιτητής οφείλει να πείσει πως έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση. Όπως εξήγησε ο Δικαστής Sir Robert Megarry στην Land Securities P.L.C. (ανωτέρω), "πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση χωρίς να προχωρεί κανείς σε αξιολόγηση οιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης." Ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Χρυσάνθου v. Μαriala Constructions Ltd,
(1996)1 A.A.Δ. 1129, στην οποία τονίστηκε ότι το Δικαστήριο εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαπιστώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Επί του ίδιου ζητήματος της υπεράσπισης, λέχθηκαν τα εξής στην υπόθεση Πατούρη (πιο πάνω). "Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα στοιχεία καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται." Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καταδεικνύεται ότι ο αιτητής στηρίζει τη θέση του ότι έχει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στον ισχυρισμό που προβάλλει ότι (α) η υπογραφή στο γραμμάτιο, με βάση το οποίο εκδόθηκε η απόφαση δεν είναι δική του και (β) ότι σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού πρόκειται για δάνειο τακτής προθεσμίας σ΄ αυτήν υπάρχουν κεφαλαιοποιήσεις και τοκισμοί ποσών τόκων κάτι το οποίο δεν θα μπορούσε να γίνει σύμφωνα με τον περί Τόκου νόμο που ήταν εφαρμοστέος για το ισχυριζόμενο δάνειο. Για το πρώτο θέμα, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι εκτός από ένα αόριστο και γενικό ισχυρισμό περί πλαστογραφίας, κανένα άλλο στοιχείο δεν παρουσιάζεται που να τείνει να αποδείξει ή και να αποκαλύψει μια λογικοφανή εκδοχή βασισμένη σε γεγονότα που δυνητικά να ενέχει το στοιχείο της πειστικότητας, όπως π.χ. ότι αμέσως μόλις περιήλθε σε γνώση του η ύπαρξη αυτού του γραμματίου κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία και έδωσε δείγμα της υπογραφής του προς εξέταση ή ο ίδιος αποτάθηκε σε κάποιο γραφολόγο ή ακόμη έστω αποτάθηκε και εξασφάλισε γνώμη από άτομα που συνεργάζεται για πολλά χρόνια και γνωρίζουν την υπογραφή του ή έστω τουλάχιστο να επισυνάψει αντίγραφο της συμφωνίας που έγινε μεταξύ του και της Σ.Π.Ε. Αλεθρικού για την άλλη δανειοδότηση την οποία παραδέχεται για να καταδείξει με βάση τη δική του θέση την ανομοιομορφία των δύο υπογραφών. Αλλοίμονο αν σε κάθε υπόθεση, που βασίζετο σε υπογραφή εγγράφων, στην οποία δεν εμφανίζετο ο εναγόμενος και εκδίδετο απόφαση εναντίον του, αυτή παραμερίζετο με μόνο μια αναφορά ότι η υπογραφή δεν είναι η δική του εναγομένου. Δεν αρκεί μια απλή αναφορά και ένας απλός ισχυρισμός ότι η υπογραφή που φαίνεται στο έγγραφο δεν είναι δική του εναγόμενου. Χρειάζεται κάτι περισσότερο απ΄ αυτό το οποίο να έχει τα χαρακτηριστικά που πιο πάνω αναφέρονται στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει ο ισχυρισμός του αιτητή τα στοιχεία που καταγράφονται από τη νομολογία (βλ. υπόθεση Πατούρη, ανωτέρω). Για το δεύτερο (β) θέμα που προβάλλεται ως υπεράσπιση και αναφέρεται ανωτέρω, σημειώνω ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι ασαφής, γενικός και αόριστος, στον οποίο δεν αναφέρεται ποιο άρθρο του νόμου παραβιάζεται, ούτε αναλύεται με συγκεκριμένο τρόπο και συλλογισμό που να φαίνεται στην ένορκη δήλωση ότι εκ πρώτης όψεως υπάρχει στην κατάσταση λογαριασμού, που επισυνάφθηκε ως τεκμήριο, ο ισχυρισμός αυτός. Τούτο θα μπορούσε να καταδειχθεί είτε από ένα λογιστή ή κάποιο που γνωρίζει οικονομικά ή έστω από τον ίδιο τον αιτητή προβαίνοντας σε ανάλυση, αποσαφήνιση και διευκρίνιση με συγκεκριμένο τρόπο και μέθοδο τις πράξεις που φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού και την κατάληξη του στον ισχυρισμό που προβάλλει ως υπεράσπιση. Τίποτε δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να τείνει ή να αγγίζει τα χαρακτηριστικά ή στοιχεία των όσων χρειάζονται να ικανοποιούνται πως τούτα έχουν σκιαγραφηθεί από τη νομολογία. Ως εκ των πιο πάνω, ο αιτητής απέτυχε να αποκαλύψει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση. Παρά τη διαπίστωση του Δικαστηρίου για μη αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει και τη δεύτερη προϋπόθεση. ΜΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Σε σχέση με το ζήτημα της δικαιολόγησης της μη εμφάνισης, στην υπόθεση Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 ειπώθηκε ότι η αίτηση παραμερισμού μπορεί να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή, η οποία ισοδυναμεί με μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Μαύρου (ανωτέρω), Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ελένη Ιακώβου κ.α.
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 457 και Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφεία Κώστας Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1101). Ως αναφύεται από τα πιο πάνω, αίτηση παραμερισμού είναι δυνατό να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης εάν ο εναγόμενος - αιτητής επέδειξε τέτοια αδιαφορία στην αγωγή η οποία ισοδυναμεί με μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, παρατηρώ τα ακόλουθα: Η αγωγή καταχωρήθηκε την 6.11.2006. Στις 7.11.2006, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου και από τον οποίο το Δικαστήριο δικαιούται να λάβει πληροφορίες (βλ. υπόθεση Κύπρος Γεωργίου ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1938), η αγωγή επιδόθηκε στη σύζυγο του αιτητή. Στις 6.12.2006 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του αιτητή. Από το φάκελο του Δικαστηρίου δεν φαίνεται η καθ΄ ης η αίτηση να προέβη στη λήψη μέτρων εκτέλεσης. Διευκρινίζω ότι ουδεμία υποχρέωση έχει η καθ΄ ης η αίτηση να προβεί σε μέτρα εκτέλεσης και μετά να καταχωρίσει ΜΕΜΟ στο Κτηματολόγιο. Επίσης φαίνεται ότι οι δικηγόροι του αιτητή αιτήθηκαν την έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης στις 12.11.2008. Ο δικηγόρος του αιτητή εισηγήθηκε ότι, ως η σύζυγος του αιτητή αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της, ουδέποτε παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα και ουδέποτε υπέγραψε για την παραλαβή του. Δεν ζητήθηκε και δεν αντεξετάσθηκε η σύζυγος του αιτητή και ως εκ τούτου το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης παρέμεινε αδιαμφησβήτητο. Συνεπεία δε τούτου, αφού δεν υπάρχει αντίθετη περί τούτου μαρτυρία, διαφαίνεται ότι δεν έγινε επίδοση και επομένως η επίδοση πρέπει να παραμεριστεί ως αντικανονική και ή άκυρη (Ex debite Justitie). Δεν θα συμφωνήσω με την προσέγγιση αυτή του κ. Δαμιανού. Το βάρος απόδειξης το έχει ο αιτητής. Λανθασμένα εισηγείται ο δικηγόρος του αιτητή ότι δεν υπάρχει περί του αντιθέτου ισχυρισμός και μαρτυρία. Στην παράγραφο
(2)της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι από πληροφορίες που έλαβε από τον επιδότη. Επομένως, αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών του. Οι πληροφορίες δε που πήρε από τον επιδότη αναφέρονται στις παραγράφους 6 και 10 από τις οποίες συνάγεται ευθέως ότι αρνείται ότι η σύζυγος του αιτητή δεν παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα και ισχυρίζεται ότι το παρέλαβε και το υπέγραψε. Η ένορκη δήλωση επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει εξουσία και δικαιούται να λάβει γνώση του περιεχομένου του και πληροφορίες απ΄ αυτόν (βλ. υπόθεση Γεωργίου, ανωτέρω). Ως εκ τούτου, από τη στιγμή που αμφισβητήθηκε από την καθ΄ ης η αίτηση ο ισχυρισμός του αιτητή ότι δεν έγινε επίδοση στη σύζυγό του, το βάρος παρέμεινε στους ώμους του να αποδείξει τον ισχυρισμό του αυτό. Ο αιτητής δεν ζήτησε και δεν αντεξέτασε τον ομνύοντα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Περαιτέρω, σε ουδεμία καταγγελία η σύζυγος του αιτητή δεν προέβη εναντίον του επιδότη στην αστυνομία. Ούτε σε οιοδήποτε άλλο διάβημα προέβη ο καθ΄ ου η αίτηση από τη στιγμή που ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση περί τούτου. Κρίνω ότι ούτε αυτός ο λόγος που επικαλέσθηκε ο αιτητής ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και εξηγήσω, κρίνω ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. /ΜΧΚ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.