← Κύπρος

Χρυστάλλα Θωμά κ.α. ν. Δήμου Χριστοδούλου ως διαχειριστή και/ή συν διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Εμμέτε Ομερ Σατίκ, Αρ. Αγωγής: 2803/07,

Χρυστάλλα Θωμά κ.α. ν. Δήμου Χριστοδούλου ως διαχειριστή και/ή συν διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Εμμέτε Ομερ Σατίκ, Αρ. Αγωγής: 2803/07, 13 Μαρτίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2803/07

  1. Χρυστάλλα Θωμά
  2. Θέμης Ιωάννου Εναγόντων -και- Δήμου Χριστοδούλου, ως διαχειριστή και/ή συν διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Εμμέτε Ομερ Σατίκ Εναγόμενου Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος δικαστηρίου ημερ. 31.1.2008
  3. Χρυστάλλα Θωμά
  4. Θέμης Ιωάννου Εναγόντων -και-
  5. Δήμου Χριστοδούλου, ως διαχειριστή και/ή συν διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Εμμέτε Ομερ Σατίκ
  6. Αντώνη Δημητρίου υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή και/ή συνδιαχειριστή στις Διαχειρίσεις 40/63, 156/68 και 232/01 Εναγομένων Αίτηση ημερ. 12/2/08 για παραμερισμό διατάγματος ημερ. 22/10/07 Ημερομηνία: 13 Μαρτίου, 2008 Εμφανίσεις: Εναγόμενος 2 - Αιτητής: Παρών Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Θ. Θωμά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η εκδοχή των εναγόντων είναι ότι στις 12/9/07 αγόρασαν δέκα κτήματα έναντι ΛΚ8.000.000 από τον εναγόμενο κ. Δήμο Χριστοδούλου, δικηγόρο, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή, στην διαχείριση 156/68 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, της περιουσίας της αποβιωσάσης Εμμέτε Ομέρ Σατίκ και ότι πλήρωσαν προκαταβολή ΛΚ30.000 με προθεσμία εξόφλησης 3 μηνών, ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση. ΄Ομως, προτού παρέλθει η προθεσμία ο Δ. Χριστοδούλου πώλησε τα κτήματα σε τρίτα πρόσωπα και προσπάθησε να τους τα μεταβιβάσει. Παράλληλα αρνείται να μεταβιβάσει τα κτήματα στους ενάγοντες. Επειδή αυτό θα τους προκαλούσε «ανεπανόρθωτες ζημίες», ζήτησαν με μονομερή αίτηση και πέτυχαν την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος για όλα τα κτήματα. Ο εναγόμενος, ο οποίος στις 24/9/2007 «τερμάτισε» την συμφωνία, δεν εμφανίστηκε και στις 5/11/2007 το προσωρινό διάταγμα έγινε απόλυτο. Στη συνέχεια ο δεύτερος διαχειριστής της περιουσίας κ. Αντώνης Δημητρίου, δικηγόρος, πέτυχε να προστεθεί ως εναγόμενος και με την παρούσα αίτηση ζητά παραμερισμό του εν λόγω διατάγματος. Τα στοιχεία που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αποκαλύπτουν ότι τα κτήματα που συμφώνησε ο Δ. Χριστοδούλου να πωλήσει και τα οποία δεσμεύτηκαν με το διάταγμα, αφορούν όχι μόνο τη διαχείριση 156/68, αλλά και τέσσερεις άλλες διαχειρίσεις περιουσιών άλλων αποβιωσάντων. Δύο τεμάχια δεν έχουν καμία σχέση με την Εμμέτε και ένα μάλιστα από αυτά ανήκει και σε άτομα που βρίσκονται στη ζωή. Για τα υπόλοιπα οκτώ η Εμμέτε είχε μόνο μερίδια. Συνεπώς, λέγει τώρα ο αιτητής, ο Δ. Χριστοδούλου δεν είχε δικαίωμα να πωλήσει την περιουσία της Εμμέτε χωρίς τη συναίνεση του συνδιαχειριστή και κανένα τίτλο δεν είχε να πωλήσει την υπόλοιπη περιουσία. Οι ενάγοντες δε, είχαν αποκρύψει τα γεγονότα αυτά από το δικαστήριο τα οποία μπορούσαν να διαπιστώσουν με μια απλή έρευνα στους φακέλους των διαχειρίσεων και στο κτηματολόγιο. Η άλλη πλευρά απαντά ότι ο Δήμος Χριστοδούλου δεν είχε μεν, δικαίωμα να πωλήσει ξένη περιουσία, όμως οι αγοραστές δέχθηκαν καλόπιστα τις δηλώσεις του γιατί δεν είχαν ευχέρεια να εξετάσουν οτιδήποτε και ήταν υποχρεωμένοι να πιστέψουν αυτά που τους είπε. Γι' αυτό και δεν πρόκειται για περίπτωση απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Μετά την αγωγή όταν ως ενάγοντες είχαν δικαίωμα να προβούν σε έρευνα, αλλά πάντως μετά το διάταγμα, διαπίστωσαν ότι η Εμμέτε είχε μόνο μερίδια και όχι το σύνολο των κτημάτων. Επίσης διαπίστωσαν ότι στο μεταξύ είχαν μεταβιβαστεί κτήματα σε τρίτους από την περιουσία που τους πώλησε ο Δ. Χριστοδούλου. Παραμένουν τα μερίδια της Εμμέτε ως προς τα οποία είναι αναγκαίο να συνεχίσει το διάταγμα διότι διαφορετικά θα μεταβιβαστούν και αυτά και η συμφωνία των εναγόντων με τον Δ. Χριστοδούλου θα εξουδετερωθεί. Το ότι υπήρχε άλλος διαχειριστής, ήταν εν γνώσει των εναγόντων, εφόσον στην γραπτή συμφωνία πώλησης περιγράφεται ως διαχειριστής και/ή συνδιαχειριστής. Οι ενάγοντες δε, με συμπληρωματική ένορκη δήλωση του δεύτερου ενάγοντα ημερ. 22/10/07 προς υποστήριξη του αιτήματος τους προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι ο δεύτερος ενάγοντας έκαμε προσωπικά έρευνες στα κτηματολογικά γραφεία για την περιουσία της Εμμέτε ενώ τώρα, ως άνω, λέγουν ότι ούτε έρευνες έκαμαν ούτε μπορούσαν να κάμουν. Υπάρχει αντίφαση που άπτεται του θεμελιακού καθήκοντος του διαδίκου που ζητά μονομερή θεραπεία να αποκαλύψει πλήρως τα γεγονότα. Εάν ο δεύτερος ενάγοντας είχε κάνει έρευνα τότε, όπως τότε ισχυρίστηκε, θα είχε ανακαλύψει, αν υποθέσουμε ότι δεν το γνώριζε, την πραγματική κατάσταση της περιουσίας την οποία και θα όφειλε να αποκαλύψει στο δικαστήριο ούτως ώστε να μην ενεργήσει σε λανθασμένα γεγονότα και μάλιστα με αποτέλεσμα να δεσμευθεί περιουσία άλλων ανθρώπων. Εάν δεν είχε κάνει έρευνα, όπως τώρα ισχυρίζεται, αναληθώς ισχυρίστηκε τότε ότι έκανε έρευνα. ΄Αλλωστε η υποχρέωση για αποκάλυψη δεν αφορά μόνο τα ουσιώδη γεγονότα που γνωρίζει ο διάδικος αλλά τα γεγονότα που μπορούσε εύλογα να γνωρίζει. Εδώ η θέση των εναγόντων είναι ότι έκαναν συμφωνία για ΛΚ8.000.000 επί των δηλώσεων και μόνο του Δ. Χριστοδούλου χωρίς να ζητήσουν ούτε τίτλους ούτε διαχειριστήριο. Δεν θα προβώ όμως τώρα σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας της ευρύτερης εκδοχής τους πέραν του όσον είναι αναγκαίο για τον περιορισμένο επίδικο σκοπό. Σ' αυτά τα πλαίσια μπορεί και πρέπει να λεχθεί ότι η θέση πως οι αγοραστές «δεν είχαν ευχέρεια να εξετάσουν οτιδήποτε», δεν ευσταθεί. Σύμφωνα με την Δ.63 κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είναι διάδικος, μπορεί να υποβάλει αιτιολογημένη αίτηση για γενική έρευνα ή επιθεώρηση του φακέλου μιας υπόθεσης. ΄Αρα είχαν ευχέρεια να ζητήσουν στοιχεία από το φάκελο της διαχείρισης. Περιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 51Α του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, μπορούσαν ως «ενδιαφερόμενα πρόσωπα» και ειδικά ως «προτιθέμενοι αγοραστές» να ζητήσουν και από το Κτηματολόγιο κάθε σχετική πληροφορία. Τα στοιχεία που δεν αποκάλυψαν ήταν ουσιώδη υπό την έννοια ότι μπορεί να ασκούσαν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η παράλειψη ενεργοποιεί τη σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου να μην επιληφθεί περαιτέρω της υπόθεσης και να παραμερίσει το διάταγμα ως ζήτημα προστασίας του δικαστηρίου και της διαδικασίας του (βλ. Brink´s - MAT Ltd v. Elcombe [1988] 3 All E.R. 188, Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά.

(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αλλά, και από πλευράς συνεπειών, οι παραλείψεις είχαν ως αποτέλεσμα να δεσμευθεί η περιουσία της Εμμέτε χωρίς να λάβει γνώση ο συνδιαχειριστής. Περιπλέον το δικαστήριο οδηγήθηκε από τους ενάγοντες στο να δεσμεύσει με το διάταγμα, όχι απλώς πρόσωπα που δεν ήταν διάδικοι, κάτι που, έστω και αν είχαν σχέση με το επίδικο αντικείμενο, είναι ανεπίτρεπτο (βλ. Iveson v. Harris
(1802)7 Ves 251, 32 ER 102 και Brydges v. Brydges [1909] P 187) αλλά και πρόσωπα και περιουσίες εντελώς άσχετα. Σύμφωνα και με το άρθρο 5
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το δικαστήριο έχει εξουσία να δεσμεύει περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εναγομένου ή περιουσία για την οποία δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης. Αλλά βέβαια δεν είναι αυτό μόνο το ζήτημα. Το ζήτημα, ως άνω, είναι ότι δεσμεύθηκε περιουσία εντελώς ασχέτων προσώπων. Αυτά θα αποτελούσαν περαιτέρω και αυτοτελείς λόγους παραμερισμού. Πέραν τούτου, αν ήταν να εξεταστεί η ουσία υπό το φως των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60όπως εξηγήθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, θα έπρεπε οι ενάγοντες να δείξουν συζητήσιμη υπόθεση και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Ο Δ. Χριστοδούλου δεν μπορούσε να πωλήσει την περιουσία της Εμμέτε χωρίς σύμπραξη του άλλου διαχειριστή, ούτε πολύ περισσότερο μπορούσε να πωλήσει περιουσία τρίτων προσώπων. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων εισηγήθηκε να περιοριστεί το διάταγμα στα μερίδια που είχε η Εμμέτε. Δεν έχει όμως απαντήσει στο ερώτημα κατά πόσο και γι' αυτά ακόμα τα μερίδια ο Δ. Χριστοδούλου μπορούσε να κάνει συμφωνία από μόνος του. Προχώρησε δε, να πει ότι από την πώληση απορρέουν για τους ενάγοντες δικαιώματα και συμφέροντα τα οποία θα πρέπει να διασφαλιστούν με το διάταγμα. Να διασφαλιστεί «η αγορά τους, αυτό που αγόρασαν, τα κτήματα που αγόρασαν». Το έθεσε δηλαδή, ως εάν να επρόκειτο για δικαίωμα πάνω σ' αυτά τούτα τα κτήματα. Παράλληλα όμως δέχθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για ειδική εκτέλεση. ΄Αρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι «τα κτήματα που αγόρασαν» είναι το αντικείμενο της αγωγής. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα συντηρητικά διατάγματα δεν αποτελούν, χωρίς άλλο, μέτρο γενικής εξασφάλισης. Ως εκ τούτων οι ενάγοντες δεν θα ήταν σε θέση να στοιχειοθετήσουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Θα πρέπει όμως να ασχοληθώ και με ορισμένες ενστάσεις που οι ενάγοντες προέβαλαν σε σχέση με την διαδικασία. Στην ένσταση τους ισχυρίζονται ότι η αίτηση «δεν στηρίζεται σε ορθή νομική βάση». Δεν δίδουν περαιτέρω λεπτομέρειες. Αγορεύοντας ο δικηγόρος τους εισηγήθηκε ότι η ορθή διαδικασία ορίζεται από το άρθρο 7 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. ΄Ομως στην αίτηση αναγράφεται το άρθρο αυτό, του οποίου πάντως οι πρόνοιες δεν έχουν σχέση. Σχετικές είναι οι πρόνοιες της Δ.48, κ. 8
(4), σύμφωνα με τις οποίες οποιοδήποτε πρόσωπο που επηρεάζεται από μονομερές διάταγμα μπορεί να ζητήσει την τροποποίηση ή τον παραμερισμό του. Εφόσον το διάταγμα δεν επιδόθηκε στο δεύτερο διαχειριστή για να μπορούσε τότε να ενστεί, παραμένει, έναντι του ιδίου, διάταγμα ex parte, χωρίς ειδοποίηση. Ο Α. Δημητρίου είναι ο μόνος πλέον διαχειριστής, εφόσον το δικαστήριο στις 18/12/07 έπαυσε τον Δ. Χριστοδούλου για λόγους που, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, άπτονται της εν λόγω συμπεριφοράς του. Ο Α. Δημητρίου νομιμοποιείται και στην αίτηση του αναφέρεται η νομιμοποιητική πρόνοια. ΄Ενα περαιτέρω παράπονο των εναγόντων είναι ότι η αίτηση επιδόθηκε στο δικηγόρο τους και όχι στους ίδιους προσωπικά. Προσωπική επίδοση δεν απαιτείται. Μια αίτηση επιδίδεται στη «διεύθυνση επίδοσης» (Δ.48, κ.2
(2)και Δ.51, κ.1). Οι ενάγοντες δια της αγωγής τους έχουν ορίσει ως διεύθυνση επίδοσης το δικηγορικό γραφείο του κ. Θέμη Θωμά στον οποίο έγινε, ως άνω, η επίδοση. ΄Ενα τελευταίο διαδικαστικό ζήτημα που εγείρουν οι ενάγοντες είναι πως η αίτηση δεν έχει επιδοθεί στο Δ. Χριστοδούλου. Ανεξάρτητα από τη σημασία που θα είχε το ζήτημα αυτό για τους ενάγοντες, ο φάκελος δείχνει ότι έχει επιδοθεί και σ' αυτόν. Ως εκ των άνω το διάταγμα θα παραμεριστεί. Σημειώνεται όμως ότι ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Δημοκρατίας κ. Μαππουρίδης, ο οποίος παρακολούθησε τη διαδικασία εκ μέρους του εντίμου Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ζήτησε όπως τα πρακτικά της παρούσας διαδικασίας και η απόφαση του δικαστηρίου κοινοποιηθούν στην Υπηρεσία Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος «για ό,τι περαιτέρω χρειαστεί, ενόψει των όσων ακούστηκαν και εγέρθησαν». Ο κ. Μαππουρίδης δεν επεκτάθηκε περαιτέρω, όμως είναι σαφές ότι ο έντιμος Γενικός Εισαγγελέας ενδιαφέρεται για πτυχές της υπόθεσης που ενδεχομένως να εγείρουν ζητήματα ποινικής διερεύνησης. Για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, δεν έχω υπεισέλθει στην ουσία και πολύ περισσότερο δεν θα ήταν επιτρεπτό να προβώ σε ευρήματα επί της ουσίας. ΄Εχουν όμως, σημειωθεί τα γεγονότα σε σχέση με τις ενέργειες του πρώην διαχειριστή ο οποίος, σημειώνεται περαιτέρω, με την επιστολή του δια της οποίας «τερμάτισε» την συμφωνία, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες γνώριζαν από την αρχή ότι «η συμφωνία δεν μπορούσε να υλοποιηθεί, εφόσον δεν ετύχαινε της έγκρισης των υπολοίπων συνδιαχειριστών, του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και του Δικαστηρίου». Προς τί τότε η συμφωνία που κατά τον ίδιο «δεν μπορούσε να υλοποιηθεί»; Η οποία οδήγησε όμως σε δέσμευση περιουσίας αξίας εκατομμυρίων λιρών, σε μια διαδικασία που ο δικηγόρος διαχειριστής, για άγνωστους τώρα λόγους, δεν παρουσιάστηκε αν και θεματοφύλακας της περιουσίας, παρά την προσωπική επίδοση που του έγινε. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι από το σύνολο των περιστάσεων δημιουργείται μια εικόνα που θα ήταν σκόπιμο να διερευνηθεί περαιτέρω, όχι μόνο για τυχόν ποινικές ευθύνες, αλλά και από πλευράς δικηγορικής δεοντολογίας, κατά την κρίση του εντίμου Γενικού Εισαγγελέα στον οποίο να κοινοποιηθεί αντίγραφο της απόφασης αυτής και οποιαδήποτε στοιχεία του φακέλου ζητήσει γι' αυτούς τους σκοπούς. Ως εκ των άνω, το διάταγμα και η διαταγή για έξοδα επί της αιτήσεως εκείνης, παραμερίζονται με έξοδα υπέρ του αιτητή και εναντίον των εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.)............................. Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.