Ανδρέα Αριστοδήμου ν. Μιρέλλας Μιλτιάδου, Αρ. Αγωγής: 907/2005, 20/3/2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. ΘΩΜΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 907/2005 Μεταξύ: Ανδρέα Αριστοδήμου Ενάγοντα και Μιρέλλας Μιλτιάδου Εναγομένης Ημερομηνία: 20/3/2008 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Λουκαΐδης Για την Εναγόμενη: κα. Αναστάση ( κατά την απαγγελία της απόφασης ο κ. Λάμπρου) ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας με την υπο εξέταση αγωγή του αξιώνει εναντίον της εναγομένης διάφορα ποσά, τα οποία περιγράφει λεπτομερώς στην Έκθεση Απαίτησης του και, κατά τον ισχυρισμό του κατέβαλε για λογαριασμό της εναγομένης, κατόπιν παρακλήσεως της σε τρίτα πρόσωπα ή και στην ίδια, συμποσούμενα στις £8.
- Σύμφωνα με ισχυρισμό της Έκθεσης Απαίτησης του όλα τα ως άνω ποσά κατεβλήθησαν υπο μορφή δανείου και η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να τα επιστρέψει εντός τριών ημερών αφότου τα ζητούσε ο ενάγων. Εν πάση περιπτώσει τα ως άνω ποσά δεν κατεβλήθησαν χαριστικά. Ο ενάγοντας ζήτησε τα πιο πάνω ποσά κατά ή περί την 4/1/2005 αλλά η εναγομένη εις απάντηση κάλεσε αστυνομία ότι την ενοχλούσε. Ο βασικός ισχυρισμός της μακροσκελούς Έκθεσης Υπεράσπισης της εναγομένης είναι ότι διατηρούσε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ερωτικό δεσμό με τον ενάγοντα και ότι τα ποσά, τα οποία ο ενάγοντας αξιώνει με την αγωγή του αποτελούν χαριστικές πράξεις, παροχές και δώρα προς την εναγομένη λόγω της ερωτικής σχέσης που δημιούργησαν και της αγάπης και της στοργής που έτρεφε ο ένας προς τον άλλο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η υπόθεση του ενάγοντα στηρίχτηκε κατά αποκλειστικότητα στην ένορκη μαρτυρία του ιδίου. Κατέθεσε ότι γνώρισε την εναγομένη περί το έτος 1994 καθ' ον χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο και εργαζόταν ως καλλιτέχνιδα σε καμπαρέ στην Λάρνακα. Η γνωριμία τους εξελίχθηκε σε ερωτική σχέση. Ενάμιση περίπου μήνα μετά την γνωριμία τους η εναγόμενη έφυγε για την πατρίδα της, την Ρουμανία. Μετά από πάροδο έξι περίπου μηνών η εναγόμενη επέστρεψε στην Κύπρο και εργάστηκε και πάλι ως καλλιτέχνιδα σε καμπαρέ, αυτή τη φορά στη Λεμεσό. Κάποιες φορές πήγαινε στη Λεμεσό και την συναντούσε. Σε μια από τις συναντήσεις τους του ανέφερε ότι κάποιος ήθελε να την παντρευτεί και του ζήτησε την γνώμη του. Της είπε ότι ήταν καθαρά δικό της θέμα. Από τότε που του ανέφερε ότι θα παντρευόταν, σταμάτησε να έχει οποιαδήποτε επαφή με την εναγόμενη. Όταν τέλειωσε η άδεια εργασίας της επέστρεψε και πάλι στη χώρα της. Μετά από πάροδο δύο περίπου χρόνων του τηλεφώνησε και του ανέφερε ότι βρισκόταν στη Λεμεσό, ότι είχε παντρευτεί και ότι δεν περνούσε καλά με τον σύζυγο της. Μετά από απαίτηση της εναγομένης συναντήθηκε μαζί της στη Λεμεσό, στο σπίτι κάποιας φίλης της. Μετά από αρκετό καιρό του ξανατηλεφώνησε και του ζήτησε να βρεθούν και πάλι για το λόγο ότι είχε προβλήματα με τον σύζυγο της, όπως του είχε αναφέρει. Στην συνάντηση που είχαν η εναγόμενη του είπε ότι θα χώριζε με τον σύζυγο της. Του είπε επίσης ότι είχε φέρει από την Ρουμανία κάποια χρήματα και ενδιαφερόταν να αγοράσει σπίτι στη Λάρνακα, για να είναι κοντά του. Κάποια μέρα του τηλεφώνησε από την Λεμεσό και του ζήτησε να επικοινωνήσει με συγκεκριμένο Κτηματομεσίτη για να διευθετήσει να δει ο ίδιος κάποιο διαμέρισμα, το οποίο η εναγόμενη βρήκε μέσω εφημερίδας. Πήγε και είδε το διαμέρισμα. Της τηλεφώνησε και της είπε ότι είδε το διαμέρισμα και ότι ήταν καλό. Ακολούθως είδαν μαζί με την εναγομένη το διαμέρισμα, το οποίο της άρεσε και συμφώνησαν την τιμή με τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος. Η εναγομένη του ζήτησε να την βοηθήσει οικονομικά για να αγοράσει το διαμέρισμα, υποσχόμενη ότι θα του επέστρεφε τα χρήματα. Όπως του ανέφερε θα της έφερνε από την Ρουμανία κάποια χρήματα η μητέρα της και, στην περίπτωση που τα χρήματα αυτά δεν αρκούσαν θα πωλούσε το διαμέρισμα που είχε στο Βουκουρέστι και θα του επέστρεφε τα χρήματα. Δέχτηκε να την βοηθήσει και κατά την υπογραφή της συμφωνίας αγοράς του διαμερίσματος εξέδωσε προς όφελος του ιδιοκτήτη του διαμερίσματος μία επιταγή για το ποσό των ΛΚ1.000 (βλέπε το απόκομμα της επιταγής υπ' αριθμόν 05380147- Τεκμήριο 1Α). Του ζήτησε επίσης χρήματα για τα έξοδα της μεταβίβασης του διαμερίσματος. Αν και δεν είχε χρήματα διευθέτησε με την Τράπεζα του για να εμβαστούν τα χρήματα στο λογαριασμό της εναγομένης. Στις 2/2/2004 εμβάστηκε μέσω του λογαριασμού του στο λογαριασμό της εναγομένης ποσό ΛΚ2.000 (βλέπε το Τεκμήριο 2). Την 1/3/2004 εμβάστηκε επίσης από τον λογαριασμό του στο λογαριασμό της εναγομένης ποσό ΛΚ1.500 για τα μεταβιβαστικά δικαιώματα (βλέπε το Τεκμήριο 3). Ακολούθως η εναγομένη του ζήτησε να την βοηθήσει οικονομικά για να επιπλώσει το διαμέρισμα υποσχόμενη ότι θα του επέστρεφε και αυτά τα χρήματα κατά τον ίδιο τρόπο. Πήγαν μαζί με την εναγόμενη στο κατάστημα επίπλων «Ξυλοτεχνική» όπου η εναγόμενη διάλεξε έπιπλα αξίας ΛΚ1.
- Όταν παραδόθηκαν τα έπιπλα πέρασε από το κατάστημα και πλήρωσε το ως άνω ποσό (βλέπε την απόδειξη - Τεκμήριο 4). Κατά τον ίδιο τρόπο επισκέφθηκαν το κατάστημα επίπλων «Παυλύμπεης», όπου η εναγομένη διάλεξε έπιπλά αξίας ΛΚ980 τις οποίες πλήρωσε μετά την παράδοση των επίπλων (βλέπε την απόδειξη - Τεκμήριο 5). Ακολούθως επισκέφθηκαν το κατάστημα ηλεκτρικών ειδών «SCANDIA» από το οποίο η εναγόμενη διάλεξε ένα πλυντήριο αξίας ΛΚ300 και ένα ψυγείο αξίας ΛΚ
- Όταν αυτά παραδόθηκαν στο διαμέρισμα πέρασε από το ως άνω κατάστημα και πλήρωσε την αξία τους (βλέπε τις αποδείξεις - Τεκμήρια 6 και 6Α). Κατόπιν οδηγιών της εναγομένης επισκέφθηκε μόνος του το κατάστημα ηλεκτρικών ειδών «Φούρναρη» για να αγοράσει τηλεόραση για το διαμέρισμα της εναγομένης. Στο κατάστημα εκείνο υπήρχε προσφορά τριών τηλεοράσεων για την συνολική τιμή των ΛΚ
- Πριν αγοράσει τις τηλεοράσεις τηλεφώνησε στην εναγομένη και την ενημέρωσε για την ως άνω προσφορά. Η εναγόμενη του έδωσε οδηγίες να αγοράσει και τις τρείς τηλεοράσεις, τις οποίες επίσης πλήρωσε με δικά του χρήματα (βλέπε την απόδειξη - Τεκμήριο 7). Η εναγομένη του ζήτησε επίσης να βρει υδραυλικό για να διορθώσει κάποιες από τις σωλήνες του διαμερίσματος, οι οποίες είχαν διαρροή. Βρήκε πράγματι υδραυλικό, ο οποίος επισκέφθηκε το διαμέρισμα και αντικατέστησε τις σωλήνες που είχαν το πρόβλημα. Ο υδραυλικός τον χρεώσε με το ποσό των ΛΚ280 το οποίο επίσης πλήρωσε με δικά του χρήματα (βλέπε την απόδειξη - Τεκμήριο 8). Η εναγομένη πήρε κάποια χρήματα από την Ρουμανία μέσω της μητέρας της, όμως δεν του έδωσε κανένα ποσό. Ζήτησε τα χρήματα του από την εναγόμενη, όμως η εναγόμενη του είπε να περιμένει γιατί θα πήγαινε στη Ρουμανία να πουλήσει το διαμέρισμα της και θα τον εξοφλούσε με τα χρήματα που θα έφερνε μαζί της. Κάποια μέρα της τηλεφώνησε και την ρώτησε τι θα γινόταν με τα χρήματα του. Η εναγόμενη του ζήτησε να περάσει από το διαμέρισμα της για να τον πληρώσει. Πήγε πράγματι στο διαμέρισμα και εκεί συνάντησε κάποιους αστυνομικούς. Ένας εξ αυτών τον ρώτησε τι δουλειά είχε στο διαμέρισμα της εναγομένης. Του εξήγησε τον λόγο, όμως ο αστυνομικός του ανέφερε ότι η εναγόμενη είχε υποβάλει παράπονο ότι την ενοχλούσε και τον προέτρεψε να φύγει από το μέρος. Κατόπιν αυτού επισκέφθηκε το γραφείο των δικηγόρων του και έδωσε οδηγίες για καταχώριση αγωγής εναντίον της εναγομένης. Οι δικηγόροι του καταχώρισαν την αγωγή υπ' αριθμό 131/05 του Επαρχιακού Δικστηρίου Λάρνακας (βλέπε την αγωγή - Τεκμήριο 9). Όταν η εναγόμενη παρέλαβε την αγωγή του τηλεφώνησε και του ζήτησε να συναντηθούν. Επισκέφθηκε το διαμέρισμα της και η εναγόμενη του ζήτησε να αποσύρει την αγωγή καθότι θα κανόνιζε να του επιστρέψει τα χρήματα του σε διάστημα δύο - τριών ημερών. Την πίστεψε και έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να αποσύρουν την αγωγή, η οποία απεσύρθη τελικά με επιφύλαξη δικαιωμάτων (βλέπε το Τεκμήριο 10). Μετά την απόσυρση της αγωγής τηλεφώνησε στην εναγόμενη και της ζήτησε τα χρήματά του. Η εναγόμενη του είπε να μην την ξαναενοχλήσει και ότι δεν είχε να του δώσει τίποτα. Κατά την αντεξέταση του διαφώνησε με υποβολή ότι η εναγόμενη διέκοψε κάθε σχέση μαζί του όταν αντιλήφθηκε ότι δεν επρόκειτο να την παντρευτεί. Η θέση του ήταν ότι ουδέποτε υποσχέθηκε στην εναγόμενη ότι θα την παντρευόταν, ούτε η εναγόμενη του ζήτησε να χωρίσει με την γυναίκα του για να παντρευτεί την ίδια. Τέλος διαφώνησε με υποβολή ότι καταχώρισε τόσο την παρούσα αγωγή όσο και την αγωγή με αριθμό 131/05 εκβιαστικά για να εξαναγκάσει την εναγόμενη να ξαναρχίσει μαζί του την ερωτική τους σχέση. Η εναγόμενη κατέθεσε ότι γνώρισε τον ενάγοντα περί το 1993, καθ' ον χρόνο εργαζόταν σε νυκτερινό κέντρο στη Λάρνακα. Η γνωριμία τους κατέληξε σε ερωτική σχέση. Όταν επέστρεψε στη χώρα της ο ενάγοντας της τηλεφωνούσε συνεχώς. Πήγε στη Ρουμανία και έμεινε μαζί της για δύο εβδομάδες. Κατά το διάστημα που ήταν στη Ρουμανία ο ενάγοντας της έκανε διάφορα δώρα και επίσης την βοήθησε οικονομικά στη συντήρηση της. Της ετοίμασε «βίζα» για να ξαναέρθει στη Κύπρο. Υπήρχε μεγάλη αγάπη μεταξύ τους και ο ενάγοντας της υπόσχετο ότι θα την βοηθούσε για οτιδήποτε είχε ανάγκη. Γι' αυτό πήρε την απόφαση και ήρθε στη Κύπρο, όπου εργάστηκε και πάλι σε νυκτερινό κέντρο στη Λάρνακα. Έμεινε μαζί με τον ενάγοντα σε ξενοδοχείο, το οποίο πλήρωνε ο ίδιος για περίοδο τεσσάρων μηνών. Της υπόσχετο ότι θα την παντρευόταν και ότι θα έκανε τα πάντα για να μείνει στην Κύπρο. Της έλεγε επίσης ότι ήταν σε διάσταση με την σύζυγο του και όταν θα τελείωνε η διαδικασία του διαζυγίου θα την παντρευόταν. Της έλεγε συνέχεια να περιμένει ακόμα λίγο. Όταν αντιλήφθηκε ότι ο ενάγοντας δεν θα υλοποιούσε τις υποσχέσεις του επέστρεψε στη χώρα της και είπε στον ενάγοντα να μην την ξαναενοχλήσει. Στην Ρουμανία γνώρισε τον σύζυγο της Σπύρο Μιλτιάδους, τον οποίο παντρεύτηκε στη Ρουμανία. Ακολούθως ήρθε στη Κύπρο με τον σύζυγο της και εγκαταστάθηκαν στη Λεμεσό. Ο ενάγοντας τηλεφωνούσε συνεχώς στους γονείς της στη Ρουμανία και ρωτούσε να μάθει που βρισκόταν. Κατάφερε και έμαθε τον αριθμό του τηλεφώνου του σπιτιού στο οποίο έμενε με τον σύζυγο της και τηλεφωνούσε συνεχώς στο σπίτι της. Απαντούσε στο τηλέφωνο ο σύζυγος της, όμως ο ενάγοντας δεν του μιλούσε ποτέ. Ο σύζυγος της την ρωτούσε συνεχώς ποιό ήταν το πρόσωπο που τηλεφωνούσε και ενοχλούσε. Παρά το ότι ήταν ευτυχισμένη με τον σύζυγο της χώρισαν τελικά γιατί ο ενάγοντας την ενοχλούσε συνεχώς και της δημιουργούσε προβλήματα με το σύζυγο της. Μετά τον χωρισμό της έμεινε στο σπίτι της αδελφής της στη Λεμεσό. Ο ενάγοντας, ο οποίος συνέχισε να την αναζητά ανακάλυψε τον τόπο που εργαζόταν στη Λεμεσό και πήγε και την βρήκε. Επέμενε να ξαναρχίσουν τη σχέση τους. Της υποσχέθηκε ότι θα ήταν πάντοτε μαζί και θα έκανε τα πάντα για την ίδια. Της είπε επίσης ότι θα την έφερνε στη Λάρνακα για να είναι κοντά του. Ο ίδιος βρήκε μέσω αγγελιών στη εφημερίδα κάποιο διαμέρισμα το οποίο επωλείτο και πήγε ο ίδιος για να το δεί. Την πήρε ο ίδιος στο γραφείο του Κτηματομεσίτη και έδωσε ΛΚ1.000 ως προκαταβολή για να «κλείσει» το σπίτι. Επίσης την πήρε στην Λαϊκή Τράπεζα και διευθέτησε ο ίδιος με τον Διευθυντή της Τράπεζας να της παραχωρήσουν δάνειο για ΛΚ27.
- Η ίδια δεν είχε σκοπό να δανειστεί χρήματα γιατί η οικονομική της κατάσταση ήταν πολύ άσχημη. Κατ' εκείνο το διάστημα δεν εργαζόταν και την συντηρούσε ο ενάγοντας. Την λυπήθηκε που κοιμόταν στο πάτωμα και της ζήτησε να παραγγείλουν έπιπλα. Η ίδια δεν ζήτησε ποτέ από τον ενάγοντα να της αγοράσει έπιπλα. Πήγαν μαζί με τον ενάγοντα στο κατάστημα επίπλων της «Ξυλοτεχνικής» και στο κατάστημα «Παυλύμπεη» όπου ο ενάγοντας αγόρασε έπιπλα για το διαμέρισμα της, τα οποία πλήρωσε ο ίδιος. Επίσης παράγγειλε από μόνος του πλυντήριο και ψυγείο από το κατάστημα της «SCANDIA», τα οποία επίσης πλήρωσε καθώς και τηλεοράσεις από το κατάστημα «Φούρναρη για το ποσό των ΛΚ600 το οποίο επίσης πλήρωσε. Ο ενάγοντας διευθέτησε επίσης με τον υδραυλικό για επιδιόρθωση των σωλήνων του διαμερίσματος. Για την εργασία αυτή ο ενάγοντας πλήρωσε το ποσό των ΛΚ
- Ο ενάγοντας κατέθεσε επίσης στο λογαριασμό της ΛΚ2.000 και ΛΚ1.500 για να πληρώσει, όπως της είπε το «κοτσιάνιασμα» του διαμερίσματος. Ουδέποτε ζήτησε από τον ενάγοντα να της αγοράσει ότιδήποτε για το διαμέρισμα, ούτε να καταθέσει οποιαδήποτε χρήματα στο λογαριασμό της. Ο ενάγοντας τα έκαμε όλα αυτά επειδή υπήρχε αγάπη μεταξύ τους. Ουδέποτε της είπε ότι θα ζητούσε να του επιστρέψει οποιαδήποτε χρήματα. Η γυναίκα του ενάγοντα τον παρακολουθούσε συνεχώς. Στις 4/1/2005 ενώ ο ενάγοντας βρισκόταν στο διαμέρισμα της και κοιμόταν στο δωμάτιο της η γυναίκα του με τα παιδιά του έσπασαν την πόρτα του διαμερίσματος και μπήκαν μέσα. Η γυναίκα του ενάγοντα την «πλάκωσε» στο ξύλο. Ο ενάγοντας προσπάθησε να την προστατεύσει. Είπε στη γυναίκα του να επιστρέψει στο σπίτι της και ο ίδιος θα έμενε στο διαμέρισμα μαζί της. Κάλεσε την αστυνομία επειδή της έσπασαν την πόρτα του διαμερίσματος. Ο ίδιος ο ενάγοντας άλλαξε την κλειδαριά της πόρτας (βλέπε την απόδειξη - Τεκμήριο 11). Στις 19/2/05 και ενώ ο ενάγοντας ήταν στο διαμέρισμα της μπήκε και πάλι η σύζυγος του και επαναλήφθηκαν τα ίδια. Η σύζυγος του την ξανακτύπησε. Κατάγγειλε την υπόθεση στη αστυνομία. Ο αστυνομικός την ρώτησε αν ήθελε να προχωρήσει η υπόθεση, όμως η ίδια απάντησε ότι δεν ήθελε. Ο ενάγοντας κατ' εκείνο τον καιρό εξακολουθούσε να της υπόσχετο ότι θα την παντρευόταν. Η ίδια του είπε ότι η σχέση τους έπρεπε να σταματήσει, μετά από τα επεισόδια που έγιναν με τη σύζυγο του. Πράγματι διέκοψαν τη σχέση τους, όμως ο ενάγοντας συνέχισε να την επισκέπτεται στο διαμέρισμά της. Της είπε ότι θα της έκανε «υπόθεση» για να την εξαναγκάσει να «μερώσει» μαζί του. Επέμενε συνεχώς να ξαναρχίσουν τη σχέση τους. Η αγωγή την οποία καταχώρισε ο ενάγοντας διακόπηκε για λίγο καιρό επειδή ήλπιζε ότι θα ξανάσμιγαν. Όταν όμως του ξεκαθάρισε ότι δεν επρόκειτο να ξανασμίξουν καταχώρισε και πάλι την αγωγή. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι ο γάμος της με τον σύζυγο της διάρκεσε 6 χρόνια. Ο ενάγοντας άρχισε να την ενοχλεί απο τον πρώτο χρόνο του γάμου της. Οι ενοχλήσεις αυτές κράτησαν για έξι χρόνια. Αναγκάστηκαν να αλλάξουν σπίτι και ο σύζυγος της άλλαξε αριθμό κινητού τηλεφώνου. Ο σύζυγος της την ρωτούσε συνέχεια ποιός ήταν αυτός που τηλεφωνούσε και δεν απαντούσε στο τηλέφωνο. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο την χώρισε ο σύζυγος της. Δεν κατάγγειλε τον ενάγοντα στην αστυνομία για τις ως άνω ενοχλήσεις. Ο Ανδρέας Κογκορόζης (ΜΥ1) είναι ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, το οποίο μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της εναγόμενης. Κατέθεσε ότι αρχικά γνώρισε τον ενάγοντα, όταν είχε επισκεφθεί το διαμέρισμα για να το δεί. Ο ενάγοντας του ανέφερε ότι ήθελε το διαμέρισμα για να μετακομίσει η γυναίκα του στη Λάρνακα. Του άρεσε το διαμέρισμα και είπε ότι θα ξαναπαιρνούσε μαζί με την γυναίκα του. Κατά την δεύτερη συνάντηση παρούσα ήταν και η εναγόμενη, την οποία ο ενάγοντας του σύστησε ως την γυναίκα του. Ακολούθως η εναγομένη ξαναεπισκέφθηκε το διαμέρισμα με την κόρη της. Κατά την ημέρα που υπέγραψαν τα έγγραφα με τον Κτηματομεσίτη ο ενάγοντας του έδωσε με δική του επιταγή το ποσό των ΛΚ1.
- Τα υπόλοιπα χρήματα από την πώληση του διαμερίσματος τα παρέλαβε στο Κτηματολόγιο μέσω του υπαλλήλου της Τράπεζας, από το δάνειο που παραχωρήθηκε στην εναγόμενη. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνησε ότι η εναγόμενη επιθεώρησε το διαμέρισμα και εξέφρασε την ικανοποίηση της γι' αυτό. Ο Αστυνομικός 2069 Ανδρέας Αντωνίου (ΜΥ2) υπηρετεί στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λάρνακος. Στις 19/2/2005 η εναγόμενη κατάγγειλε στο Τμήμα του ότι στο σπίτι της βρίσκονταν δύο άγνωστα της πρόσωπα χωρίς την άδεια της. Μετέβηκε στο μέρος και εκεί συνάντησε την εναγόμενη, τον ενάγοντα, την γυναίκα και την κόρη του ενάγοντα. Η εναγόμενη του κατάγγειλε ότι δέχθηκε επίθεση απο την γυναίκα και την κόρη του ενάγοντα, οι οποίες βρίσκονταν στο σπίτι της χωρίς την άδεια της. Επίσης η εναγόμενη του ανάφερε ότι ο λόγος του επεισοδίου ήταν γιατί παλιά διατηρούσε σχέσεις με τον ενάγοντα. Πήρε κατάθεση από την εναγομένη στην οποία ανάφερε ότι δεν επιθυμούσε την ποινική δίωξη οποιουδήποτε προσώπου. Προέβηκε σε καταχώριση του επεισοδίου στο ημερολόγιο του Τμήματός του (βλέπε το αντίγραφο του σχετικού ημερολογίου - Τεκμήριο 12). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Απο μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών προκύπτει ως κοινά παραδεκτό γεγονός η πληρωμή των ποσών, τα οποία διεκδικεί ο ενάγοντας. Η θέση της εναγομένης ήταν ότι σε καμιά περίπτωση δεν είχε ζητήσει απο τον ενάγοντα να της αγοράσει οτιδήποτε, ούτε να καταθέσει οποιαδήποτε χρήματα στον λογαριασμό της. Ο ενάγοντας, κατά τον ισχυρισμό της πλήρωσε τα ποσά που αξιώνει με την αγωγή του από αγάπη προς την ίδια, χωρίς ποτέ να της πει ότι θα ζητούσε να του επιστρέψει οποιαδήποτε απο τα ποσά που πλήρωσε προς όφελος της. Η αντίθετη θέση του ενάγοντα ήταν ότι πλήρωσε τα ως άνω ποσά μετά από παράκληση της εναγομένης να την βοηθήσει οικονομικά, υποσχόμενη ότι θα του τα επέστρεφε. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Ο ενάγοντας άφησε εξαίρετη εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Απάντησε σε οτιδήποτε του ζητήθηκε με ευθύτητα, αμεσότητα, χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Πέραν της θετικής εντύπωσης που άφησε στο Δικαστήριο θα πρέπει να αναφέρω ότι η εκδοχή του διέθετε συνοχή, πειστικότητα, λογικότητα. Έδωσε πειστικότατες εξηγήσεις επί όλων των σημείων της εκδοχής του χωρίς να αφήσει οτιδήποτε το διφορούμενο ή ασαφές. Δεν μου έχει αφήσει την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα περιέγραψε στη μαρτυρία του επεσυνέβησαν στην πραγματικότητα. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι ο ενάγοντας κατά τον χρόνο που πλήρωσε τα ποσά που διεκδικεί διατηρούσε ερωτική σχέση με την εναγομένη, η οποία διακόπηκε εκ των υστέρων και δυνατόν να μην είχε πρόθεση να ζητούσε την επιστροφή τους. Όμως ο ενάγοντας έκαμε σαφή διαχωρισμό μεταξύ των χρημάτων τα οποία αξιώνει με την αγωγή του και των χρημάτων τα οποία έδινε στην εναγόμενη χαριστικά για την συντήρηση της και των δώρων τα οποία της έκαμνε, όπως κοσμήματα και αρώματα κατά τη διάρκεια της ερωτικής τους σχέσης. Όπως επεξήγησε με πειστικότητα πλήρωσε τα ποσά τα οποία διεκδικεί με την αγωγή του μετά από παράκληση της εναγομένης να την βοηθήσει οικονομικά για να αγοράσει και, αργότερα να επιπλώσει το διαμέρισμα της, υποσχόμενη ότι θα του επέστρεφε τα ποσά που θα πλήρωνε απο τα χρήματα τα οποία θα της έφερνε η μητέρα της από την Ρουμανία και στην περίπτωση που δεν αρκούσαν τα χρήματα αυτά απο τα χρήματα που θα εισέπραττε από την πώληση του διαμερίσματος της στο Βουκουρέστι. Απο τα όσα περιγράφω πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι ο ενάγοντας πλήρωσε τα ποσά που διεκδικεί κατόπιν των υποσχέσεων της εναγομένης ότι θα του τα επέστρεφε. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον της εναγομένης είναι γνήσια και όχι υστερόβουλη. Σε αντίθεση με τον ενάγοντα η εναγομένη άφησε πενιχρή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η εκδοχή της δεν μπορεί να αντέξει τη βάσανο της λογικής. Χαρακτηρίζετο επίσης από υπερβολικότητα, η οποία της αποστερούσε κάθε πειστικότητα. Ισχυρίστηκε ότι μετά τον γάμο της ο ενάγοντας προσπαθούσε με κάθε τρόπο να ξαναρχίσουν την σχέση τους. Στην προσπάθεια του αυτή ο ενάγοντας τηλεφωνούσε συνεχώς στο σπίτι στο οποίο κατοικούσε με τον σύζυγο της, απαντούσε στα τηλεφωνήματα ο σύζυγος της, όμως ο ενάγοντας δεν μιλούσε ποτέ στο τηλέφωνο. Οι ενοχλήσεις αυτές κράτησαν για έξι χρόνια, όσο δηλαδή διάρκεσε και ο γάμος της. Αναγκάστηκαν να αλλάξουν σπίτι, ο σύζυγος της επίσης άλλαξε αριθμό κινητού τηλεφώνου. Τελικά ο σύζυγος της την χώρισε λόγω των ως άνω συνεχών ενοχλήσεων του ενάγοντα και των προβλημάτων που της δημιουργούσε στη σχέση της με τον σύζυγο της. Κι όμως, παρά το ότι αγαπούσε τον σύζυγο της, όπως ισχυρίστηκε και δεν ήθελε να χωρίσουν εντούτοις δεν κατάγγειλε τον ενάγοντα στην Αστυνομία για τις ενοχλήσεις του. Αν πράγματι ευσταθούσε η θέση της ότι ήταν ευτυχισμένη με τον σύζυγο της και δεν ήθελε να χωρίσουν λογικά θα ανέμενα ότι το πρώτο πράγμα το οποίο θα έκαμνε ήταν να καταγγείλει στην Αστυνομία τα ενοχλητικά τηλεφωνήματα, από οπουδήποτε και αν προέρχονταν αυτά και επιπλέον να καταγγείλει τον ενάγοντα για τις συνεχείς ενοχλήσεις του καθώς και τα προβλήματα που της δημιουργούσε στη σχέση της με τον σύζυγο της. Καμιά επεξήγηση δεν έχει δώσει στο Δικαστήριο γιατί δεν κατάγγειλε τον ενάγοντα στην Αστυνομία. Η καταγγελία του ενάγοντα θα ήταν το πρώτο πράγμα το οποίο θα ανέμενα από ένα λογικά σκεπτόμενο πρόσωπο. Στην προσπάθεια της να πείσει το Δικαστήριο ότι ο ενάγοντας προσπαθούσε να την φέρει στη Λάρνακα για να είναι κοντά του ισχυρίστηκε ότι η αγορά του διαμερίσματος ήταν καθαρά σκέψη του ενάγοντα, ότι ο ίδιος βρήκε το διαμέρισμα μέσω αγγελίας στην εφημερίδα και ότι ο ίδιος πήγε για να το επιθεωρήσει. Την πήρε στην Τράπεζα του και διευθέτησε με τον Διευθυντή της Τράπεζας να της παραχωρηθεί δάνειο. Παρά το ότι η οικονομική της κατάσταση δεν της το επέτρεπε, εντούτοις δέχτηκε να της παραχωρηθεί το δάνειο των ΛΚ27.
- Αν πράγματι η οικονομική της κατάσταση ήταν τόσο τραγική, όπως προσπάθησε να την παρουσιάσει λογικά θα ανέμενα ότι δεν θα αποδεχόταν το δάνειο. Κι όμως, παρά το ότι «δεν είχε να φάει» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, εντούτοις δανείστηκε ένα αρκετά μεγάλο ποσό, το οποίο μάλιστα αποπλήρωνε η ίδια, όπως ισχυρίστηκε. Επιπλέον η θέση της ότι το υπο αναφορά διαμέρισμα αγοράστηκε με πρωτοβουλία του ενάγοντα, χωρίς να το ζητήσει η ίδια στερείται κάθε βάση λογικής. Αν πράγματι ο ενάγοντας έκανε τα πάντα για να την φέρει στη Λάρνακα και ότι η αγορά του διαμερίσματος έγινε με δική του πρωτοβουλία λογικά θα ανέμενα ότι θα πλήρωνε ο ίδιος ο ενάγοντας και το ποσό για την αγορά του διαμερίσματος ή τουλάχιστον θα δανειζόταν ο ίδιος τα χρήματα για να το αγοράσει. Καμιά επεξήγηση δεν έχει δοθεί από την εναγομένη για τον λόγο που ο ενάγοντας διευθέτησε την παραχώρηση του δανείου στην ίδια, παρά την υποτιθέμενη άθλια οικονομική της κατάσταση, αντί να πάρει ο ίδιος το δάνειο στο όνομα του. Διερωτώμαι πόσο συνεπείς μεταξύ τους θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν οι θέσεις της από την μια ο ενάγοντας να βρίσκει διαμέρισμα στην Λάρνακα, χωρίς να το ζητήσει η ίδια για να την φέρει κοντά του και από την άλλη να διευθετεί με την Τράπεζα του να της παραχωρηθεί δάνειο για να αγοράσει η ίδια το διαμέρισμα, παρά το ότι δεν είχε σκοπό να πάρει δάνειο και παρά την άθλια οικονομική της κατάσταση. Η ίδια ασυνέπεια χαρακτηρίζει και τη θέση της ότι ο ενάγοντας πλήρωσε τα χρήματα τα οποία διεκδικεί με την αγωγή του, χωρίς να του το ζητήσει η ίδια, επειδή υπήρχε αγάπη μεταξύ τους. Αν η ως άνω θέση της ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και ο ενάγοντας την αγαπούσε τόσο πολύ όπως προσπάθησε να παρουσιάσει τον ενάγοντα λογικά θα ανέμενα ότι ο ενάγοντας θα πλήρωνε με δικά του χρήματα και το ποσό για την αγορά του διαμερίσματος της, αντί να διευθετούσε να της παραχωρηθεί δάνειο για το αρκετά μεγάλο ποσό των ΛΚ27.000 παρά την οικτρά οικονομική της κατάσταση. Για όλους τους λόγους που επεξήγησα πιο πάνω απορρίπτω την εκδοχή της εναγομένης στα σημεία της που συγκρούεται με την εκδοχή του ενάγοντα, την οποία και προτιμώ για τους λόγους που επεξήγησα σε προγενέστερο στάδιο της απόφασης μου. Η μαρτυρία και των δύο μαρτύρων υπεράσπισης υπήρξε αδιαμφισβήτητη και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Η μαρτυρία του ΜΥ1 επιβεβαιώνει την εκδοχή του ενάγοντα, αντί την εκδοχή της εναγομένης. Ειδικώτερον, η αδιαμφισβήτητη θέση του ΜΥ1 ότι η εναγόμενη επισκέφθηκε δύο φορές το διαμέρισμα και το επιθεώρησε, εκφράζοντας την ικανοποίηση της γι΄ αυτό επιβεβαιώνει τη θέση του ενάγοντα ότι η αγορά του διαμερίσματος ήταν αποκλειστικά απόφαση της εναγομένης και ότι ο ίδιος απλά την βοήθησε οικονομικά μετά από παράκληση της να αγοράσει το διαμέρισμα. Η μαρτυρία του ΜΥ1 αντίθετα, διαψεύδει τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι ποτέ δεν ζήτησε από τον ενάγοντα να της βρει διαμέρισμα και ούτε είχε σκοπό να έρθει στη Λάρνακα για να κατοικήσει. Αν πράγματι ευσταθούσε η θέση της ότι η ίδια δεν ενδιαφερόταν να αγοράσει διαμέρισμα διερωτώμαι για ποιό λόγο είχε πάει στο διαμέρισμα πριν την αγορά του για να το επιθεωρήσει, δύο φορές μάλιστα, εκφράζοντας την ικανοποίηση της. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμίσω και την παράλειψη της εναγομένης να αποκαλύψει στη μαρτυρία της ότι είχε επισκεφθεί το διαμέρισμα δύο φορές πριν την αγορά του. Η θέση της ήταν ότι ο ενάγοντας ήταν αυτός που επισκέφθηκε το διαμέρισμα και το επιθεώρησε. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι με την ως άνω παράλειψη της, εσκεμμένα προσπάθησε να αποκρύψει από το Δικαστήριο γεγονότα τα οποία θα φανέρωναν το ενδιαφέρον της για το διαμέρισμα. Η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν αλλοίωσε καθ' οιονδήποτε τρόπο την εκδοχή του ενάγοντα, ούτε και επηρέασε την αξιοπιστία του. Είναι φανερό ότι το περιστατικό το οποίο επεσυνέβη στο διαμέρισμα της εναγομένης, στο οποίο αναφέρθηκε ο μάρτυρας αυτός ήταν εντελώς διαφορετικό απο το περιστατικό με τους αστυνομικούς, τους οποίους συνάντησε ο ενάγοντας έξω από το διαμέρισμα της εναγομένης, όταν είχε πάει μετά από συνεννόηση του με την εναγομένη για να του πληρώσει δήθεν τα χρήματα που του χρωστούσε. Σύμφωνα με το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του ημερολογίου του Σταθμού (βλέπε το Τεκμήριο 12) το περιστατικό το οποίο περιγράφεται στο εν λόγω ημερολόγιο επεσυνέβη κατά την 19η/2/
- Αντίθετα, ο ενάγοντας τοποθέτησε την συνάντηση του με τους αστυνομικούς έξω απο το διαμέρισμα της εναγομένης πριν την ημερομηνία καταχώρισης της πρώτης αγωγής του εναντίον της εναγομένης. Σύμφωνα με το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής με υπ' αριθμό 131/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος (βλέπε το Τεκμήριο 9) η εν λόγω αγωγή κατεχωρήθη στις 11/1/
- Τονίζω ότι η εν λόγω αγωγή διακόπηκε κατά την 10η/3/05 (βλέπε την επιστολή - Τεκμήριο 10) και ακολούθως στις 24/3/05 κατεχωρήθη η υπο εκδίκαση αγωγή. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω ότι η εναγομένη στη προσπάθεια της να πείσει το Δικαστήριο ότι η σχέση της με τον ενάγοντα συνεχίστηκε ακόμα και μετά την ανακάλυψη της σχέσης τους από την γυναίκα του ενάγοντα ισχυρίστηκε ότι, μετά από κάποιο επεισόδιο που έλαβε χώρα στο διαμέρισμα της μεταξύ της ίδιας, της συζύγου και των παιδιών του ενάγοντα, κατά το οποίο η σύζυγος και τα παιδιά του ενάγοντα έσπασαν την πόρτα του διαμερίσματος της, ο ίδιος ο ενάγοντας μερίμνησε να αντικατασταθεί η σπασμένη κλειδαριά της πόρτας του διαμερίσματος. Προς ενίσχυση της ως άνω θέση της κατέθεσε κάποια απόδειξη πληρωμής της κλειδαριάς (βλέπε το Τεκμήριο 11). Δυστυχώς όμως στην απόδειξη αυτή δεν αναφέρεται το όνομα του προσώπου που πλήρωσε την κλειδαριά με αποτέλεσμα η ως άνω απόδειξη να μην έχει καμιά αξία για την υπόθεση της. Πέραν των όσων αναφέρω πιο πάνω θα πρέπει ακόμα να προσθέσω ότι η θέση της εναγόμενης, σύμφωνα με την οποία η σχέση της με τον ενάγοντα υφίστατο κατά τον χρόνο του περιστατικού που επεσυνέβη στις 19/2/05 αντικρούεται από την δήλωση της ίδιας, την οποία είχε κάμει στον ΜΥ2 κατ' εκείνη τη μέρα, σύμφωνα με την οποία διατηρούσε κάποια σχέση παλαιότερα με τον ενάγοντα. Με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία καταλήγω σε εύρημα ότι τα γεγονότα επεσυνέβησαν όπως τα περιέγραψε στην μαρτυρία του ο ενάγοντας. Φυσικά θα πρέπει να υποδείξω κάποια αντίφαση μεταξύ των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης του ενάγοντα και της μαρτυρίας του. Ενώ στην παράγραφο
(3)της Έκθεσης Απαίτησης του αναφέρει ότι η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση όπως του επιστρέψει τα ποσά τα οποία διεκδικεί εντός τριών ημερών αφότου της τα ζητούσε, στην ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία του ανέφερε ότι η εναγόμενη του είπε ότι θα του επέστρεφε τα χρήματα του μέσα σε τρείς μέρες από την μέρα που θα ερχόταν η μητέρα της στην Κύπρο. Θεωρώ όμως ότι η αντίφαση αυτή δεν είναι ουσιώδους σημασίας, εις τρόπο ώστε να μπορούσε να κλονίσει ή να αποδυναμώσει την αξιοπιστία του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο ενάγοντας στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης του ισχυρίζεται ότι τα ποσά τα οποία διεκδικεί με την αγωγή του κατεβλήθησαν υπο μορφή δανείου. Επίσης στην παράγραφο 4 της 'Εκθεσης Απαίτησης του ισχυρίζεται ότι τα ως άνω ποσά εν πάσει περιπτώση δεν κατεβλήθησαν χαριστικά. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα επιχειρηματολογώντας ενώπιον του Δικαστηρίου και με αναφορά σε σχετική νομολογία υποστήριξε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να κατατάξει την απαίτηση του ενάγοντα στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Οι αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι ενσωματωμένες στον περί συμβάσεων νόμο κεφ. 149 και είναι ευρύτερα γνωστές ως δόγμα της αποκατάστασης (restitution). Το άρθρο 70 του κεφ. 149 αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: «Εάν τις νομίμως πράξη τι δι' έτερον η παράδωση αυτώ οτιδήποτε, μη προτιθέμενος να πράξη ούτω χαριστικώς, ο τελευταίος εφ' όσον ήθελε προσπορισθή όφελος υποχρεούται να αποζημιώση τον πρώτον εν σχέσει προς την διενεργηθείσαν πράξιν ή να αποκαταστήση το παραδοθέν πράγμα». Στο σύγγραμμα Chitty on contracts No 1 26th edition par. 2037 σελ.1313 αναφέρονται τα ακόλουθα: "However, the principle of unjust enrichement is not yet clearly established in English law. Lord Diplock has said that "There is no general doctirine of unjust enrichment recognized in English Law. What it does is to provide specific remedies in particular cases of what might be classed as unjust enrichment in a legal system that is based upon the civil law". In the second edition of their book Goff and Jones explain this as meaning that," though all restitutionary claims are united by principle, Enlgish law has not as yet recognized any generalized righ to restitution in every case on unjust enrichment." Στην υπόθεση Minerva Finance & Investment Ltd v. Γεώργιου Γεωργιάδη
(1998)1 (Δ) ΑΑΔ 2173 ο Δικαστής Κωνσταντινίδης με αναφορά στην Αγλλική υπόθεση Woolwich Building Society v. I.R.C. [H.L.(E)]
(1993)A.C. 167 αναφέρει ότι όπου έχει πληρωθεί ποσό χρημάτων αχρεώστητως αλλά ο πληρώσας δεν μπορεί να θεμελιώσει κάποια βάση για επιστροφή του, το ποσό δεν μπορεί να επιστραφεί. Τέτοια βάση θα μπορούσε να είναι το λάθος, ως πτυχή της ευρύτερης έννοιας που συνοπτικά αποδίδεται με τον όρο "money had and received" (Χρήματα του ενάγοντα που λήφθηκαν από τον εναγόμενο). Βασικό κεφάλαιο του δικαίου που διέπει την αποκατάσταση συνιστά επίσης και η πληρωμή συνέπεια εξαναγκασμού (duress ή compulsion ή coercion). Οι προϋποθέσεις για την ένταξη ορισμένης περίπτωσης στο άρθρο 70, του κεφ. 149 εξηγήθηκαν σε αριθμό υποθέσεων. (Βλ. Polyxeni Demou Kyriakou v. The Estate of The Late Katina Petrou
(1961)C.L.R. 300, Ismini Kyriakou Hji Loizi and Others v. Irini Iona
(1963)2 C.L.R.11, Stelios P. Orphanides v. Vyron K. Michaelides
(1967)1 C.L.R 309, Charalambous v. Kazanou & Another
(1982)1 C.L.R. 326, Theodoulou v. Theodoulou
(1987)1 C.L.R. 101, Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch."
(1987)1 C.L.R.297). Όπως έχει τονισθεί, το άρθρο 70 δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες η πράξη για την οποία επιδιώκεται αποκατάσταση, που περιλαμβάνει και την πληρωμή χρημάτων, τελείται μετά από ρητή παράκληση (express request) του εναγομένου (βλέπε Minerva Finance v. Γεωργιάδη (ανωτέρω)). Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας πλήρωσε τα ποσά τα οποία διεκδικεί με την αγωγή του μετά από ρητή παράκληση της εναγομένης να την βοηθήσει οικονομικά για να αγοράσει και αργότερα να αγοράσει οικιακό εξοπλισμό για το διαμέρισμα της. Έχοντας κατά νου το ως άνω εύρημα μου και ειδικά το γεγονός ότι ο ενάγοντας πλήρωσε τα ποσά τα οποία διεκδικεί με την αγωγή του μετά από ρητή παράκληση της εναγομένης θεωρώ ότι η απαίτηση του δεν θα μπορούσε να υπαχθεί κάτω από το άρθρο 70 του Κεφαλαίου 149. Όπως έχω ήδη αναφέρει ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι τα ποσά τα οποία διεκδικεί με την αγωγή του δόθησαν υπο μορφή δανείου. Είμαι της άποψης ότι τα ως άνω ποσά δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως δάνειο, με εξαίρεση το ποσό των ΛΚ3,500 το οποίο εμβάστηκε απευθείας απο τον λογαριασμό του ενάγοντα στον λογαριασμό της εναγομένης, με βάση τις αποδείξεις, οι οποίες παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια στο Δικαστήριο (βλέπε τα Τεκμήρια 2 και 3). Το ποσό αυτό αποτελεί κατά την άποψη μου δάνειο του ενάγοντα προς την εναγομένη. Υπενθυμίζω επίσης ότι το ποσό αυτό εμβάστηκε από τον ενάγοντα στον λογαριασμό της εναγομένης μετά από παράκληση της, για να πληρώσει τα έξοδα μεταβίβασης του διαμερίσματος της, υποσχόμενη ότι θα επέστρεφε το ποσό αυτό στον ενάγοντα από τα χρήματα τα οποία θα της έφερνε η μητέρα της από την Ρουμανία. Όσον αφορά τα υπόλοιπα ποσά που διεκδικεί ο ενάγοντας θα πρέπει να αναφέρω ότι σύμφωνα με την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία τα ποσά αυτά πληρώθηκαν σε τρίτα πρόσωπα και όχι στην ίδια την εναγομένη. Όπως έχω ήδη αναφέρει τα ποσά αυτά πληρώθηκαν από τον ενάγοντα μετά από την παράκληση της εναγομένης να την βοηθήσει οικονομικά για να αγοράσει το διαμέρισμα της καθώς και τον οικιακό εξοπλισμό για το διαμέρισμα της. Τα εν λόγω ποσά πληρώθηκαν για εξόφληση των διαφόρων τιμολογίων τα οποία εκδόθηκαν απο τα καταστήματα από τα οποία αγοράστηκε εξοπλισμός για το διαμέρισμα της εναγόμενης, με εξαίρεση το ποσό των £1.000 το οποίο πληρώθηκε ως προκαταβολή στον ΜΥ1 για την αγορά του διαμερίσματος και το ποσό των £280 το οποίο πληρώθηκε για την επιδιόρθωση των σωλήνων του διαμερίσματος. Στο σύγγραμμα CHITTY ON CONTRΑCTS No 2, 26η έκδοση παράγρ. 3574 σελ. 624 επεξηγείται η έννοια του δανείου. Στην παράγραφο αυτή αναφέρεται ότι συμφωνία δανείου είναι η συμφωνία με βάση την οποία κάποιο πρόσωπο δανείζει ή συμφωνεί να δανείσει ποσό χρημάτων σε άλλο πρόσωπο εις αντάλλαγμα της ρητής ή εξυπακουόμενης υπόσχεσης του άλλου προσώπου ότι θα επιστρέψει το ποσό αυτό σε πρώτη ζήτηση, ή σε καθοριζόμενο μελλοντικό χρόνο, με ή χωρίς τόκο. Στην παράγραφο 3575 του ίδιου συγγράμματος εκφράζονται σοβαρές επιφυλάξεις κατά πόσο η συμφωνία με βάση την οποία κάποιο πρόσωπο μετά από παράκληση άλλου προσώπου, πληρώνει χρήματα σε τρίτο πρόσωπο, υπο τον όρο ότι τα χρήματα αυτά θα του επιστραφούν από τον άλλο συμβαλλόμενο, αποτελεί συμφωνία δανείου. Στην βάση της αγωγής του ενάγοντα βρίσκεται κατά την άποψη μου η συμφωνία του με την εναγόμενη να την βοηθήσει οικονομικά στην αγορά του διαμερίσματος της καθώς και του οικιακού εξοπλισμού για το διαμέρισμα της. Ο ενάγοντας, ενεργώντας με βάση την ως άνω συμφωνία πλήρωσε κατόπιν παράκλησης της εναγόμενης σε τρίτα πρόσωπα χρήματα τα οποία διεκδικεί με την αγωγή του, με εξαίρεση το ποσό των ΛΚ.3.500 το οποίο εμβάστηκε απευθείας στο λογαριασμό της εναγομένης. Η εναγόμενη παρέλειψε να τηρήσει την υπόσχεση της και να επιστρέψει στον ενάγοντα τα χρήματα που ο τελευταίος πλήρωσε για λογαριασμό. Η εναγόμενη είχε υποσχεθεί ρητά στον ενάγοντα ότι θα του επέστρεφε τα χρήματα που θα πλήρωνε από τα χρήματα τα οποία θα της έφερνε η μητέρα της στην Κύπρο από την Ρουμανία. Σε περίπτωση δε που δεν αρκούσαν τα χρήματα αυτά υπεσχέθη στον ενάγοντα ότι θα τον πλήρωνε απο τα χρήματα που θα εισέπραττε από την πώληση κάποιου διαμερίσματος της στο Βουκουρέστι. Στο Σύγραμμα BULLEN AND LEAKE AND JACOB' S PRECEDENTS OF Pleadings 12η έκδοση, σελ. 678 κάτω από τον τίτλο: «Money paid» αναφέρονται σε, ελεύθερη μετάφραση τα ακόλουθα: «Η απαίτηση στη βάση μιας εξυπακουόμενης υπόσχεσης είναι κατάλληλη στην περίπτωση που υπάρχει πληρωμή χρημάτων από τον ενάγοντα σε τρίτα πρόσωπα, κατά ρητή ή εξυπακουόμενη παράκληση ή εξουσιοδότηση του εναγόμενου, με την ρητή ή εξυπακουόμενη ανάληψη του εναγομένου να επιστρέψει τα χρήματα αυτά. Θα πρέπει να υπάρχει πραγματική πληρωμή από τον ενάγοντα των χρημάτων τα οποία ζητά να του καταβληθούν από τον εναγόμενο». Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εναγομένη παρέλειψε να πληρώσει στον ενάγοντα τα ποσά τα οποία ο τελευταίος πλήρωσε στην ίδια καθώς και σε τρίτα πρόσωπα για λογαριασμό της παρά το ότι της είχε ζητήσει επανειλημμένα να του επιστρέψει τα χρήματα του. Κατ' επέκταση, έχοντας κατά νού τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι ο ενάγοντας δικαιούται να εισπράξει από την εναγόμενη όλα τα ποσά τα οποία διεκδικεί με την αγωγή του στην βάση της συμφωνίας του με την εναγομένη. Φυσικά θα πρέπει να αναφέρω ότι ο ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησης του δεν αναφέρει ρητά ότι διεκδικεί τα ποσά τα οποία περιγράφει λεπτομερώς στην Έκθεση Απαίτησης του στην βάση της συμφωνίας του με την εναγομένη. Όμως είμαι της άποψης ότι στην Έκθεση Απαίτησης του υπάρχει το υπόβαθρο γεγονότων από το οποίο προκύπτει ξεκάθαρα ότι τα ποσά τα οποία διεκδικεί πληρώθηκαν μετά από παράκληση της εναγομένης και με την ρητή υπόσχεση της τελευταίας ότι θα του επέστρεφε τα χρήματα του (βλ. Stylianou v. Papakleovoulou
(1982)1 C.L.R 542, Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ 319, Kennedy Hotels Ltd. v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ.400). Πέραν των ως άνω ποσών ο ενάγοντας στην Έκθεση Απαιτήσεως του αξιώνει την πληρωμή τόκου προς 6,5% επι των ποσών τα οποία διεκδικεί. Όμως η απαίτηση του ενάγοντα για την πληρωμή τόκου απεσύρθη από τον συνήγορο του κατά τον στάδιο των αγορεύσεων. Όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα δεν βλέπω οποιονδήποτε λόγο για απόκλιση από τον γενικό Κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση για το ποσό των ΛΚ8.387 (€14,330,04) πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εκδίδεται απόφαση προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των ΛΚ 8.387 (€14,330,04) πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................ Θ. Θωμά, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο