Φωτεινής Κυριάκου ν. Ιωάννου Παναγιώτη κ.α., Αρ. Αγωγής: 1752/05, 3 Απριλίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1752/05 Μεταξύ: Φωτεινής Κυριάκου Ενάγουσας -και- Ιωάννου Παναγιώτη Moustafa Sekerian Εναγομένων ____________________ Ημερομηνία: 3 Απριλίου 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: Ο κ. Ναθαναήλ. Για τον Εναγόμενο 1: Η κα Ελένη Λουκά. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει Λ.Κ.3.000 δυνάμει επιταγής και / ή ομολόγου και / ή εγγράφου αναγνωρίσεως χρέους, νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης κατά / ή περί την 22.8.2003 ο εναγόμενος 1 εξέδωσε και παρέδωσε στον εναγόμενο 2 την επιταγή της Σ.Π.Ε. Μακράσυκας με αριθμό 049-02407971 για το ποσό των Λ.Κ.3.000 με ημερομηνία πληρωμής 22.8.2003, έναντι νομίμου ανταλλάγματος. Στη συνέχεια ο εναγόμενος 2 οπισθογράφησε την πιο πάνω επιταγή και μαζί με τον εναγόμενο 1 επισκέφθηκαν την ενάγουσα της οποίας παρέδωσαν την επιταγή για νόμιμο αντάλλαγμα. Η ενάγουσα παρουσίασε την επιταγή για πληρωμή αλλά επεστράφη απλήρωτη ή / και με την ένδειξη «οδηγίες να μην πληρώσουμε την επιταγή». Η ενάγουσα ειδοποίησε τους εναγόμενους ότι η επιταγή επεστράφη απλήρωτη καλώντας τους να την πληρώσουν. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της οι εναγόμενοι δεν πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό. Στην έκθεση υπεράσπισης του ο εναγόμενος 1 αρνείται ότι η επιταγή εξεδόθη και παρεδόθη στις 22.8.2003 και ισχυρίζεται ότι την εξέδωσε κατά ή περί την 20 - 22.6.2003 και ότι ήταν πληρωτέα στις 22.8.
- Ήταν ρητή συμφωνία μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 ότι η επιταγή θα παρουσιάζετο στην Τράπεζα μετά την 22.8.2003 και νοουμένου ότι ο εναγόμενος 2 θα παρέδιδε στον εναγόμενο 1, 700 κιλά καρύδια αντί της συμφωνηθείσας τιμής των Λ.Κ.3 ανά κιλό και 25 παγούρια ελαιόλαδο των 20 (είκοσι) λίτρων αξίας Λ.Κ.40 το ένα. Ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει την ενάγουσα και ουδέποτε τη συνάντησε. Είναι ο ισχυρισμός του ότι συμφώνησε με τον εναγόμενο 2 όπως ο τελευταίος του παραδώσει τις πιο πάνω ποσότητες καρυδιών και ελαιολάδου και ότι η επιταγή που του παρέδωσε θα κατατίθετο προς εξαργύρωση με την παράδοση. Ο εναγόμενος 2 τίποτε δεν του παρέδωσε και του ανέφερε ότι κατέστρεψε την επιταγή. Γι΄ αυτό ο εναγόμενος 1 έδωσε οδηγίες στην Τράπεζα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής. Ο εναγόμενος 1 ανταπαιτεί δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πιο πάνω επιταγή «είναι άκυρη και άνευ νομίμου ανταλλάγματος». ΜΑΡΤΥΡΙΑ Στην παρούσα υπόθεση κατέθεσαν τέσσερις μάρτυρες και κατατέθηκαν δύο Τεκμήρια. Με την συναίνεση και των δύο πλευρών την υπόθεση του άρχισε πρώτα ο εναγόμενος 1, Ιωάννου Παναγιώτης. Είναι πλανόδιος μανάβης. Γνωρίζει τον εναγόμενο 2, με τον οποίο είχαν συνεργασία. Από τον εναγόμενο 2 αγόραζε καρύδια, ελιές και ελαιόλαδο. Το καλοκαίρι του 2003 παράγγειλε στον εναγόμενο 2 700 κιλά καρύδια και ελαιόλαδο τα οποία άξιζαν Λ.Κ.3.000, όσο ήταν το ποσό της επιταγής την οποία έκδωσε μεταξύ 22 - 28.6.2003 για να ΄χει περιθώριο 3 μηνών να εξαργυρωθεί για να ελέγξει το εμπόρευμα. Έδωσε την επιταγή στον εναγόμενο 2 για να προκρατήσει το εμπόρευμα. Ένα μήνα αργότερα ο εναγόμενος 2 του ανέφερε ότι τα καρύδια ήταν «κουφά» και δεν έκαναν για κατανάλωση και το ελαιόλαδο είχε πωληθεί. «Σχίζω την επιταγή και να συνεργαστούμε του χρόνου» του είπε ο εναγόμενος
- Την επομένη πήγε στην Τράπεζα και έδωσε γραπτές οδηγίες να σταματήσει η επιταγή αφού πρώτα έδωσε προφορικές. Με τον εναγόμενο 2 έχει καλές σχέσεις. Μετά που του κίνησαν την αγωγή ο εναγόμενος 2 του είπε πως δεν ήξερε που ήταν η επιταγή. Την είχε πετάξει. Δεν γνωρίζει την ενάγουσα και δεν είχε μαζί της οποιαδήποτε συναλλαγή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι από το 1983 εκδίδει επιταγές πριν παραλάβει το εμπόρευμα. Όταν δεν του παρέδωσε ο εναγόμενος 2 ζήτησε την επιταγή αλλά ο εναγόμενος 2 του είπε πως την είχε πετάξει. Σε ερώτηση γιατί ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι του είπε «θα τη σχίσω» απάντησε πως του είπε πως δεν την είχε πάνω του, ήταν στο ερμάρι, θα την έσχιζε και θα την πετούσε. Σε ερώτηση γιατί δεν την ζήτησε απάντησε ότι μέχρι τότε γνώριζε πως εξαργυρώνοντας την επιταγή η Τράπεζα ρωτούσε πού τη βρήκες. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 1 ως την επιταγή των Λ.Κ.3.000, ημερομηνίας 22.8.2003, που έδωσε στον εναγόμενο
- Η υπογραφή στο πίσω μέρος δεν ανήκει στον εναγόμενο 2, την γνωρίζει, αφού την είδε πολλές φορές. Την είδε σε τρία, βασικά, έγγραφα. Είχε βοηθήσει τον εναγόμενο 2 στο παρελθόν να συμπληρώσει τα τρία έγγραφα, πριν την έκδοση της επιταγής. Θυμόταν την υπογραφή του εναγόμενου 2 μετά από πέντε χρόνια γιατί ο εναγόμενος 2 ήταν αγράμματος και σε τέτοιες περιπτώσεις «πάντα προσέχεις τι γράφει». Με τον εναγόμενο 2 είναι ακόμη φίλοι. Σε ερώτηση αν του ζήτησε το λόγο μετά την αγωγή απάντησε πως ο εναγόμενος 2 του είπε ότι η επιταγή παίχτηκε στην «πράσινη τσόχα», ο εναγόμενος 2 είχε παίξει ζάρι, τα έχασε όλα, τα έβαλε όλα στο τραπέζι μετά είδαν την επιταγή και ο εναγόμενος 2 τους είπε πως η επιταγή ήταν «σταματημένη». Αρνήθηκε υποβολή ότι την επιταγή δεν την πήρε η ενάγουσα με αυτόν τον τρόπο. Ήταν σίγουρος, εξάλλου, ο εναγόμενος 2 δεν αγόρασε οτιδήποτε από την ενάγουσα. Ο εναγόμενος 2 δεν τον ξεγέλασε και δεν του είπε ψέματα, αυτός ήταν ο λόγος που δεν πήρε νομικά μέτρα εναντίον του. Ο εναγόμενος 2 του είχε πει πως θα έσχιζε και θα πετούσε την επιταγή, προφανώς όμως την είχε αφήσει στο πορτοφόλι του. Ο δεύτερος μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν ο υπεύθυνος τρεχούμενων λογαριασμών στη Σ.Π.Ε. Μακράσυκας. Κατέθεσε ότι ο εναγόμενος ο οποίος διατηρούσε κοντά τους τρεχούμενο λογαριασμό έδωσε γραπτές οδηγίες, Τεκμήριο 2, για τη μη πληρωμή της επιταγής, Τεκμήριο
- Τους είχε αναφέρει ότι υπήρξε παράβαση συμφωνίας. Στις 22.8.2003 η επιταγή παρουσιάστηκε για εξαργύρωση και δεν πληρώθηκε. Μπήκε η σχετική σφραγίδα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στις 18.8.2003 ο εναγόμενος παρουσιάστηκε προσωπικά στην Τράπεζα, όπως του ανέφερε συνάδελφος του. Ο πρώτος μάρτυρας για την ενάγουσα (Μ.Ε.1) ήταν ο σύζυγος της. Είναι ιδιοκτήτης φάρμας αλόγων. Η σύζυγος του διατηρεί καφενείο έξω από την πόρτα του λιμανιού. Τον εναγόμενο 2 τον γνωρίζει, αυτός του έφερε την επιταγή. Ο εναγόμενος 1 ήταν μαζί του καθώς και ο αδελφός του και μια κοπέλα. Ήταν η πρώτη φορά που είδε τον εναγόμενο
- Ο εναγόμενος 2 ήταν πελάτης του καφενείου για 6 - 7 μήνες. Τους ζήτησε να του αλλάξουν μια επιταγή Λ.Κ.3.
- Επειδή ήδη χρωστούσε Λ.Κ.1.000 στη γυναίκα του αποφάσισαν να του την αλλάξουν. Την οπισθογράφησε ο εναγόμενος 2 και ο εναγόμενος 1 είπε στην ενάγουσα πως θα έπαιρνε τα λεφτά της επειδή ήταν φθαρτέμπορας. Του έδωσαν Λ.Κ.2.000 και άφησαν τις Λ.Κ.1.000 για το χρέος. Όταν η ενάγουσα την πήρε στην Τράπεζα της είπαν πως δεν μπορούσαν να την εξαργυρώσουν. Πήρε τηλέφωνο τον εναγόμενο 1, ο οποίος του είπε πως σταμάτησε την επιταγή και να περιμένει 2 - 3 μέρες να του δώσουν λεφτά και να πάρουν την επιταγή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι την επιταγή τους την έδωσαν μερικές μέρες πριν τις 22.8.
- Είδε τον εναγόμενο 2 να την υπογράφει. Τόσο ο εναγόμενος 2 όσο και ο εναγόμενος 1 τον διαβεβαίωσαν ότι θα πληρωθεί. Τηλεφώνησε στον εναγόμενο 1 πολλές φορές και όχι μόνο τη μέρα που δεν εξαργυρώθηκε η επιταγή. Ο εναγόμενος 2 όταν του ζήτησε τα λεφτά του είπε πως θα τα κανόνιζε με τον εναγόμενο 1 να του δώσει άλλη επιταγή. Η Μ.Ε.2 ήταν η ενάγουσα. Ο εναγόμενος 2 της έδωσε το Τεκμήριο
- Μαζί του ήταν ο εναγόμενος
- Της ζήτησε να του αλλάξει την επιταγή. Την οπισθογράφησε μπροστά της. Του έδωσε Λ.Κ.2.000 και κράτησε Λ.Κ.1.000 που της χρωστούσε. Πήρε την επιταγή στην Τράπεζα, της είπαν δεν έχει λεφτά. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι τον εναγόμενο 2 τον ήξερε από 7 - 10 μήνες πριν. Του είχε δώσει και προηγουμένως λεφτά και της τα επέστρεψε. Τον εναγόμενο 1 τον είδε για πρώτη φορά τον Αύγουστο του
- Ο εναγόμενος 2 τη ρώτησε αν μπορούσε να του αλλάξει την επιταγή γιατί ήταν του κύριου που ήταν μαζί του. Σε ερώτηση γιατί όταν υπέγραψε δεν του ζήτησε να της δώσει στοιχεία απάντησε «μπορεί να έκανα λάθος». Δεν γνώριζε πού έμενε. Ο άντρας της γνώριζε το τηλέφωνο του. Στο τέλος της υπόθεσης οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν. Θα αναφερθώ στις αγορεύσεις όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν και αφού εξέτασα τη μαρτυρία τους καταλήγω στα πιο κάτω: Ο Μ.Υ.1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια. Η μαρτυρία του ήταν νεφελώδης, αντιφατική και στερείτο πειστικότητας. Ο ισχυρισμός του ότι ο εναγόμενος 2 του ανέφερε ότι δεν θα του παρέδιδε το εμπόρευμα ένα μήνα μετά την έκδοση της επιταγής, δηλαδή τον Ιούλιο του 2003 και ότι γι΄ αυτό σταμάτησε την επιταγή την επόμενη δεν συνάδει χρονικά με τη θέση του ότι σταμάτησε την επιταγή στις 18.8.2003, ούτε και με το Τεκμήριο
- Στη μαρτυρία του μάρτυρα σε σχέση με όσα κατά τον ισχυρισμό του του λέχθηκαν από τον εναγόμενο 2 ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί. Πλην του ότι ο εναγόμενος 2 δεν ήρθε στο Δικαστήριο να καταθέσει, από τη μαρτυρία του μάρτυρα δεν διαφαίνεται ποια απ΄ όλες ακριβώς ήταν η δήλωση του εναγόμενου 2 προς αυτόν. Η ποικιλομορφία δε των εκδοχών που έδωσε ο εναγόμενος 1 σε σχέση με το τι του είπε ο εναγόμενος 2 ότι έκανε με την επιταγή αποστερούν αυτές από κάθε ίχνος πειστικότητας και είναι ενδεικτικές της ασυνέπειας που χαρακτήριζε τη μαρτυρία του εναγόμενου
- Είναι αξιοσημείωτο ότι παρά τις πιο πάνω εκδοχές που παρέθεσε ο εναγόμενος 1 αναμένει από το Δικαστήριο να πιστέψει τη θέση του ότι ο εναγόμενος 2 δεν του είπε ψέματα. Ούτε και η θέση του ότι δεν αναγνώρισε την υπογραφή του εναγόμενου 2 στην επιταγή Τεκμήριο 1 ήταν πιστευτή, έχοντας υπόψη ότι όπως ο ίδιος ανέφερε είχε δει την υπογραφή του πιο πάνω περίπου τρεις φορές πριν από πέντε χρόνια. Χωρίς κανένα ενδοιασμό απορρίπτω τη μαρτυρία του εναγόμενου
- Ο Μ.Υ.2 ήταν μάρτυρας τυπικός. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του η οποία ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Ο Μ.Ε.1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν σταθερός στις απαντήσεις του και με έπεισε για την αλήθεια των θέσεων του. Κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και ότι είπε την αλήθεια. Παρά τη μακρά και πιεστική αντεξέταση του η μαρτυρία του ουδόλως κλονίστηκε. Καλή εντύπωση μου έκανε και η ενάγουσα. Εξιστόρησε τα γεγονότα με τρόπο απλό και πειστικό. Κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και είπε την αλήθεια. Δεν έχω εντοπίσει κανένα στοιχείο ασυνέπειας ή αντιφατικότητας στη μαρτυρία της. Αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Με βάση τα πιο πάνω βρίσκω ότι μερικές μέρες πριν τις 22.8.2003 ο εναγόμενος 2 έδωσε την επιταγή, Τεκμήριο 1, αφού την οπισθογράφησε μπροστά της, στην ενάγουσα. Μαζί του ήταν και ο εναγόμενος
- Ο εναγόμενος 2, ο οποίος ήταν πελάτης του καφενείου της για 6 - 7 μήνες ζήτησε από την ενάγουσα να του αλλάξει την επιταγή που ήταν του εναγόμενου
- Η ενάγουσα κράτησε Λ.Κ.1.000 που της χρωστούσε και του έδωσε Λ.Κ.2.
- Όταν η ενάγουσα πήγε στην Τράπεζα στις 22.8.2003 για να εξαργυρώσει την επιταγή της είπαν πως δεν μπορούσαν να την εξαργυρώσουν. Ο σύζυγος της ενάγουσας τηλεφώνησε στον εναγόμενο 1 ο οποίος του είπε πως την σταμάτησε και να περιμένει 2 - 3 μέρες για να του δώσουν λεφτά. Στις 22.8.2003 η επιταγή παρουσιάστηκε για εξαργύρωση και δεν πληρώθηκε. Μπήκε σχετική σφραγίδα «οδηγίες να μη πληρώσουμε την επιταγή». Οι οδηγίες δόθηκαν γραπτώς από τον εναγόμενο 1 στις 18.8.2003 σε υπάλληλο της Σ.Π.Ε. Μακράσυκας. Κατόπιν εξέτασης του επίδικου εγγράφου διαπιστώνω ότι πληρεί τις προϋποθέσεις των άρθρων 73 και 3 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 και της νομολογίας. Ο όρος «επιταγή» ερμηνεύεται στο άρθρο 73 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 ως ακολούθως: «
- Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει». Ο ορισμός της συναλλαγματικής, όπως αυτός εκτίθεται στο άρθρο 3
(1)του Νόμου είναι ο ακόλουθος: «Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.» Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία (άρθρο 30
(1)του πιο πάνω Νόμου). Κάθε κάτοχος συναλλαγματικής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο (άρθρο 30
(2)). Το άρθρο 29, καθορίζει τον κάτοχο κατά προσήκοντα τρόπο: «29 -
(1)Νομιμοποιημένο κομιστής είναι ο κάτοχος ο οποίος έλαβε συναλλαγματική, συμπληρωμένη και κανονική στην όψη της, με τους πιο κάτω όρους, δηλαδή - (α) Ότι έγινε κάτοχος αυτής προτού αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη και χωρίς ειδοποίηση ότι προηγουμένως δεν τιμήθηκε, αν τέτοια ήταν η περίπτωση∙ (β) ότι αυτός έλαβε τη συναλλαγματική καλή τη πίστει και για αξία και ότι κατά το χρόνο κατά τον οποίο η συναλλαγματική μεταβιβάστηκε σε αυτόν, αυτός δεν είχε ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο του προσώπου το οποίο μεταβίβασε αυτή.
(2)...
(3)...» Σύμφωνα με το άρθρο 2, «κάτοχος» σημαίνει το δικαιούχο ή πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του ή τον κομιστή αυτών. Στην υπόθεση Vasos Charalambides Ltd v. Πάμπου Ψαρά
(2000)1 Α.Α.Δ. 849, στη σελίδα 851, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 30 του πιο πάνω Νόμου: «Το Τεκμήριο που δημιουργείται μεταθέτει στους ώμους των εναγομένων το βάρος απόδειξης (Ρωμανός v. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991, Georghiades v. Antoniou and Another
(1984)1 C.L.R. 155 και Patsalides v. Afsharian
(1965)1 C.L.R. 134. Βλέπε επίσης Papaellina v. Epco (Cyprus) Ltd
(1967)1 C.L.R. 338)» Στην υπόθεση Ρωμανός v. Χρυσάνθου (ανωτέρω) στη σελίδα 994 αποφασίστηκε ότι το άρθρο 30
(1)του Νόμου δημιουργεί μαχητό Τεκμήριο υπέρ του κατόχου συναλλαγματικής, πως έδωσε δηλαδή αντιπαροχή για την έκδοση της, η κατάρριψη του οποίου βαραίνει αυτόν που επικαλείται την έλλειψη αντιπαροχής. Το Τεκμήριο του εκ πρώτης όψεως κατόχου κατά προσήκοντα τρόπο ενεργοποιείται αφού αποδειχθεί ο ισχυρισμός ότι ο ενάγων είναι κάτοχος της επιταγής. (Βλ. Vasos Charalambides Ltd (ανωτέρω)). Στην υπόθεση Μάριου Παπαγεωργίου v. 1. Πληροφορική και Πολιτιστική Εταιρεία ο «Λόγος» Λτδ και 2. Κυριακίδη Ρήσσου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1344, τα γεγονότα ήταν επιγραμματικά τα ακόλουθα: Οι εφεσίβλητοι αρ. 1 εξέδωσαν επιταγή επί Τραπέζης Κύπρου Λτδ., για το ποσό των Λ.Κ.4.312,99 σεντ προς όφελος και στο όνομα του εφεσίβλητου αρ.
- Αυθημερόν ο εφεσίβλητος αρ. 2 οπισθογράφησε την επιταγή στο όνομα κάποιου κ. Άκη Γεωργίου ο οποίος και τελικά την παρέδωσε στον εφεσείοντα έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος. Ο εφεσείων παρουσίασε την επιταγή στην Τράπεζα Κύπρου η οποία όμως τον παρέπεμψε σε Τράπεζα όπου διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό. Ο εφεσείων παρουσίασε την επιταγή στην Τράπεζα του (Lombard) η οποία και την εξαργύρωσε. Αργότερα, μετά από 3 - 4 μέρες η Lombard πληροφόρησε τον εφεσείοντα ότι χρέωσε τον λογαριασμό του με το ποσό της επιταγής γιατί αυτή είχε ακυρωθεί (stop payment) από τους εφεσίβλητους αρ.
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την απαίτηση του εφεσείοντα με το εξής σκεπτικό:- «Δεν υπάρχει μαρτυρία πως όταν πληρώθηκε η επιταγή αυτή ήταν «stop payment» ότι δηλαδή η πληρωμή ήταν εκ λάθους. Δεν υπάρχει μαρτυρία πως η Τράπεζα Κύπρου δεν πλήρωσε την επιταγή καθόλου ή έστω πως δεν την πλήρωσε πριν γίνει «stop payment». Δεν υπάρχει μαρτυρία πως η πληρωμή στον ενάγοντα ήταν απλή πίστωση με την προϋπόθεση εκκαθάρισης της επιταγής. Αντίθετα ο ίδιος είπε ότι έγινε «confirmed» η επιταγή. Άλλωστε δεν ήταν καν πίστωση. Ο ίδιος είπε ότι πληρώθηκε την επιταγή.» Το Εφετείο, παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση είπε τα ακόλουθα: «Και οι δύο εφεσίβλητοι ρητά παραδέχονται ότι οι εφεσίβλητοι αρ. 1 με εντολή τους σταμάτησαν την πληρωμή της επίδικης επιταγής (stop payment). Περαιτέρω ουδαμώς αμφισβήτησαν το γεγονός ότι ο εφεσείων ήταν, καλή τη πίστει, νόμιμα κομιστής της επιταγής. Τα δεδομένα αυτά δεν τα έλαβε υπόψη το πρωτόδικο Δικαστήριο. Επιχείρησε δε, με δικούς του συλλογισμούς, να διαπιστώσει πότε έγινε «stop payment» η επιταγή πριν από την πίστωση και προσωρινή εξαργύρωση της προς τον εφεσείοντα ή μετά. Αλλά αυτό το ερώτημα ήταν τελικά χωρίς σημασία αφού ο εφεσείων δεν εισέπραξε το αντίτιμο της επιταγής αφού λογαριασμός του στην Τράπεζα Lombard χρεώθηκε με το αντίστοιχο ποσό. Είναι δε γι΄ αυτό το λόγο που ο εφεσίβλητος αρ. 2 αποδεχόμενος τα γεγονότα πλήρωσε στον εφεσείοντα έναντι του ποσού της επιταγής Λ.Κ.3.000 και ανέλαβε υποχρέωση όπως εντός καθορισμένου χρόνου να πληρώσει στον εφεσείοντα το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.1.312,99 σεντ. Ο εφεσείων, ως καλόπιστος κομιστής της επιταγής, προέβη στις συνήθεις ενέργειες για την εξαργύρωση της επιταγής κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Καμιά από τις πράξεις του δεν είχε σκοπό να παραβλάψει τα συμφέροντα των εφεσίβλητων ή της Τράπεζας.» Με βάση τα πιο πάνω, θεωρώ ότι έχει αποδειχθεί ότι η ενάγουσα είναι κάτοχος της οπισθογραφημένης επιταγής. Περαιτέρω, κρίνω, ότι δεν έχει καταρριφθεί με αξιόπιστη μαρτυρία το Τεκμήριο της εκ πρώτης όψεως κατόχου κατά προσήκοντα τρόπο, ή ότι δόθηκε αντιπαροχή για την έκδοση της επιταγής. Η επιταγή είναι συμπληρωμένη και κανονική στην όψη της και δεν είναι ληξιπρόθεσμη. Η ενάγουσα την απέκτησε δε καλή τη πίστει και για αξία αφού τόσο το προηγούμενο χρέος του εναγόμενου 2 των Λ.Κ.1.000 όσο και οι Λ.Κ.2.000 μετρητά που του δόθηκαν συνιστούν αντιπαροχή που έχει αξία με βάσει το άρθρο 27 του Κεφ.
- Η ενάγουσα προέβηκε στις συνηθισμένες ενέργειες για εξαργύρωση της επιταγής όμως δεν είσπραξε το αντίτιμο της αφού ο εναγόμενος 1 είχε σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (stop payment). Κατά συνέπεια, εκδίδω απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου 1 για € 5.125,80 (Λ.Κ.3.000) με νόμιμο τόκο από 9.6.2005 πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα αφού τα θέματα που ηγέρθησαν σ΄ αυτή εκδικάστηκαν στα πλαίσια της αγωγής. (Υπ.) ........................................ Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο