Panaortou Associates Ltd ν. Αντώνη Επαμεινώνδα Σολογιάννη, Αρ. Αγωγής: 3064/07, 7/4/2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. ΘΩΜΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3064/07 Mεταξύ: Panaortou & Associates Ltd, City House Λεωφόρος Αρτέμιδος 4, Λάρνακα Εναγόντων και Αντώνη Επαμεινώνδα Σολογιάννη (ΑΔΤ 814442), Αγίας Ειρήνης 38, Τίμη, Πάφος Εναγομένου Ημερομηνία: 7/4/2008 Αίτηση ημερομηνίας: 20/11/07 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Φούλιας Για τον Εναγόμενο - Καθ' ού η Αίτηση: κ. Φωτίου Ενδιάμεση Απόφαση Οι ενάγοντες στις 26/11/2007 εξασφάλισαν, μετά από μονομερή αίτηση τους διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο απαγορεύετο στον εναγόμενο από του να πωλήσει, μεταβιβάσει, αποξενώσει, υποθηκεύσει ή/και επιβαρύνει δύο ακίνητα του τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς πιο κάτω:
- Οικόπεδο με αριθμό εγγραφής 2/593, Φ/ΣΧ 45/58W1, Τμήμα2, Τεμάχιο 502, μερίδιο το ΟΛΟ, περιοχή Χλώρακα, στην Πάφο, εντός του οποίου υπάρχει μια διώροφη κατοικία.
- Οικόπεδο με αριθμό εγγραφής 0/719, Φ/ΣΧ 51/6104V01, Τμήμα 1, Τεμάχιο 317, μερίδιο το ΟΛΟ, στο χωριό Τίμη της Πάφου εντός του χωριού, εντός του οποίου υπάρχει μια ισόγεια κατοικία. Τα γεγονότα στα οποία βασίστηκε η υπο εξέταση αίτηση εκτίθενται σε δύο ένορκες δηλώσεις του Διευθυντή των εναγόντων Χρίστου Παναόρτου. Στην ένορκη δήλωση του η οποία συνοδεύει την υπο εξέταση αίτηση ο κύριος Παναόρτου ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη και δραστηριοποιούνται στη διαχείριση χώρων εστιατορίων και διασκέδασης στη Πάφο και σε άλλες πόλεις. Ο εναγόμενος ζει και εργάζεται στη Πάφο και ασχολείται με την λειτουργία και διαχείριση καφετεριών και άλλων χώρων διασκέδασης. Στα πλαίσια των δοσοληψιών του με τους ενάγοντες ο εναγόμενος εξέδωσε και παρέδωσε προς τους ενάγοντες τρείς επιταγές της MARFIN Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Λίμιτεδ, ημερομηνίας 30/6/07, 28/7/07 και 25/8/07 για το συνολικό ποσό των £41.
- Οι πιο πάνω επιταγές παρουσιάστηκαν δεόντως για πληρωμή στην Τράπεζα επί της οποίας εξεδόθησαν αλλά δεν τιμήθηκαν για τον λόγο ότι ο λογαριασμός του εκδότη τους παγοποιήθηκε - ΚΑΠ ή /και λόγω έλλειψης κεφαλαίων. Απο πληροφορίες που συνέλεξε από την Τράπεζα του εναγόμενου στη Πάφο αυτός έχει απλήρωτες και άλλες επιταγές αξίας δεκάδων χιλιάδων λιρών. Επίσης απο πληροφορίες που συνέλεξε απο επιχειρηματίες στη Πάφο, στους οποίους χρωστά σημαντικά ποσά από τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, προκύπτει ότι ο εναγόμενος προτίθεται να πωλήσει την πιο πάνω ακίνητη ιδιοκτησία του και να εγκαταλείψει την Κύπρο. Η ακίνητη περιουσία του εναγόμενου, η οποία περιγράφεται πιο πάνω είναι η μοναδική του περιουσία, η οποία μπορεί να εξασφαλίσει την ικανοποίηση της απαίτησης των εναγόντων. Η άρνηση του εναγόμενου να συμμορφωθεί με τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων και των δικηγόρων τους για πληρωμή αφήνει πολλά ερωτηματικά για το αν πράγματι έχει τη θέληση να τιμήσει τις επίδικες επιταγές. Αν ο εναγόμενος δεν εμποδιστεί με δικαστικό διάταγμα να πωλήσει την πιο πάνω ακίνητη περιουσία του θα είναι αδύνατο στο μέλλον να ικανοποιηθεί η απαίτηση των εναγόντων. Στην συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, την οποία καταχώρησε μετά από άδεια του Δικαστηρίου ο κύριος Παναόρτου ισχυρίζεται ότι κατόπιν πληροφοριών και έρευνας του στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου πληροφορήθηκε ότι η αξία των ως άνω περιγραφομένων ακινήτων του εναγομένου ανέρχεται στο συνολικό ποσό των ΛΚ116.
- Περαιτέρω πληροφορήθηκε ότι το συνολικό ποσό δανείων που οφείλει ο εναγόμενος ανέρχεται στο ποσό των ΛΚ144.
- Αναζήτησε προσωπικά τον εναγόμενο και περί τα μέσα Οκτωβρίου 2007 είχε επικοινωνία με τον πατέρα του εναγόμενου, ο οποίος του ανέφερε ότι ο εναγόμενος μετέβηκε στο εξωτερικό για περίοδο μιας εβδομάδας. Αφού παρήλθε ο ως άνω χρόνος προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον εναγόμενο, όμως παρά τις προσπάθειες του ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε. Ο εναγόμενος εναντιώθηκε στην συνέχιση της ισχύος του διατάγματος. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης του, την οποία καταχώρησε προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Ο εναγόμενος ουδέν ποσό οφείλει στους ενάγοντες.
- Η επίδικη διαφορά δύναται να εκδικασθεί μόνο από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου καθότι οι επίδικες επιταγές έχουν εκδοθεί στα πλαίσια παραχώρησης χρήσης - πώλησης επιχείρησης μουσικοχορευτικού κέντρου το οποίο κείται στον Δήμο Γεροσκήπου της Επαρχίας Πάφου όπου και ήταν πληρωτέες.
- Δεν υπάρχει το στοιχείο του κατεπείγοντος.
- Δεν υπάρχει το στοιχείο της πιθανότητας επιτυχίας.
- Δεν υπάρχει το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
- Οι ενάγοντες δεν έχουν εκπληρώσει τους όρους εγγύησης που έχει θέσει το Δικαστήριο για την έκδοση και ισχύ του επίδικου Διατάγματος. Ας σημειωθεί ότι κατά την ακρόαση της αίτησης απεσύρθη από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου ο λόγος ένστασης υπ΄ αριθμό
- Στην ένορκη δήλωση του, η οποία υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης του ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει κανένα ποσό στους ενάγοντες. Αντίθετα οι ίδιοι οι ενάγοντες του οφείλουν το ποσό των ΛΚ50.000 ή €85.500, το οποίο τους κατέβαλε αχρεωστήτως και παρανόμως στα πλαίσια παράνομης σύμβασης παραχώρησης χρήσης - πώλησης επιχείρησης Μουσικοχορευτικού Κέντρου, το οποίο βρίσκεται στον Δήμο Γεροσκήπου και το οποίο οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνταν να του πωλήσουν - παραχωρήσουν αφού αυτό ανήκε στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. Η επίδικη διαφορά δύναται να εκδικαστεί μόνο από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου για το λόγο ότι αφορά σύμβαση η οποία έλαβε χώρα στην επαρχία Πάφου και οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν (έναντι του τιμήματος) στην επαρχία Πάφου και ήταν πληρωτέες στην επαρχία Πάφου. Δεν τίθεται καν ισχυρισμός από τους ενάγοντες ότι οι επίδικες επιταγές ήταν πληρωτέες στην επαρχία Λάρνακας προς νομιμοποίηση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι θα απαλλοτριώσει την ακίνητη περιουσία του δεν έχει κανένα πραγματικό έρεισμα. Στηρίζεται μόνο σε ανακριβείς πληροφορίες, χωρίς να αναφέρονται τα ονόματα των προσώπων που έδωσαν τις πληροφορίες αυτές, εις τρόπο ώστε να μπορεί να εξεταστεί η μαρτυρία τους από το Δικαστήριο. Επιπλέον στην ένορκη δήλωση του κυρίου Παναόρτου δεν διαφαίνεται το στοιχείο του κατεπείγοντος, ούτε επεξηγείται η καθυστέρηση των έξι μηνών στην καταχώριση της παρούσας αγωγής. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ Η υπο εξέταση αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν14/60), στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.48 Θ 1-4, 8 και 9 στις σύμφυτες εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd 16 CLR 122 αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο στο αντικείμενο της αγωγής. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι v. Κιταλίδης και άλλων (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Ν14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates κ.α.,
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον Αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο απο το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του. Θα προχωρήσω στην συνεξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 υπό το πρίσμα του μαρτυρικού υλικού το οποίο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν αποφασίζει οριστικά επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων (Jonitexo v. Adidas (ανωτέρω) και Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Απο τους ισχυρισμούς τόσο της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων όσο και της ενόρκου δηλώσεως του Διευθυντή των εναγόντων, η οποία συνοδεύει την υπο εξέταση αίτηση προκύπτει ότι η αξίωση των εναγόντων αναμφιβόλως στηρίζεται στις τρείς επιταγές τις οποίες εξέδωσε προς όφελος τους ο εναγόμενος επί της MARFIN ΛΑΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.41,750. Οι υπο αναφορά επιταγές, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κύριου Παναόρτου επεστράφησαν απλήρωτες για τον λόγο ότι ο λογαριασμός του εναγομένου παγοποιήθηκε (ΚΑΠ) ή/και λόγω ελλείψεως κεφαλαίων. Ας σημειωθεί ότι ο εναγόμενος στην ένορκη δήλωση του δεν αντικρούει ούτε και αμφισβητεί τους ως άνω ισχυρισμούς των εναγόντων. Αντίθετα παραδέχεται την έκδοση των επίδικων επιταγών προς όφελος των εναγόντων. Αυτό το οποίο αμφισβητεί ο εναγόμενος στην ένορκη δήλωση του είναι το αντάλλαγμα για το οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Ειδικώτερον ισχυρίζεται ότι οι επιταγές εκδόθηκαν στα πλαίσια παράνομης σύμβασης με τους ενάγοντες για την παραχώρηση χρήσης - πώλησης επιχείρησης μουσικοχορευτικού κέντρου το οποίο βρίσκεται στον Δήμο Γεροσκήπου, το οποίο οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να του πωλήσουν ή παραχωρήσουν καθότι αυτό ανήκε στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. Είμαι της άποψης ότι το στάδιο αυτό δεν είναι το κατάλληλο για την επίλυση των ως άνω ισχυρισμών του εναγομένου. Πιστεύω ότι οι ισχυρισμοί του εναγομένου περί παρανομίας της σύμβασης στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές θα πρέπει να αφεθούν για να εξεταστούν στο πλαίσιο της ακρόασης της αγωγής, όταν το Δικαστήριο θα αποφασίσει οριστικά επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Ισχυρίζεται ο εναγόμενος στην παράγραφο 2Δ της ενόρκου δηλώσεως του ότι θα έπρεπε οι ενάγοντες να εξηγούσαν ποιό ήταν το καλό και νόμιμο αντάλλαγμα, όπως ισχυρίζονται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης τους. Δεν θα συμφωνούσα με την ως άνω άποψη. Σύμφωνα με την νομολογία μας δημιουργείται εκ του νόμου μαχητό τεκμήριο υπέρ του κατόχου συναλλαγματικής, ότι έδωσε αντιπαροχή για την έκδοση της, η κατάρριψη του οποίου βαραίνει αυτόν που επικαλείται την έλλειψη αντιπαροχής (βλέπε Ρωμανός v. Χρυσάνθου
(1991)1ΑΑΔ 991). Συμφώνως του άρθρου 73 του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 η επιταγή είναι συναλλαγματική. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του κεφ. 262, ο κάτοχος συναλλαγματικής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έδωσε αξιόλογη αντιπαροχή γι΄ αυτήν. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω θεωρώ ότι οι ενάγοντες δεν είχαν κανένα βάρος να αποδείξουν ποιό ήταν το καλό και το νόμιμο αντάλλαγμα για την έκδοση των επίδικων επιταγών. Στο σημείο αυτό παρενθετικά θα ήθελα να αναφέρω ότι ακόμα και στην περίπτωση που γινόταν αποδεκτός ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να του παραχωρήσουν την χρήση του μουσικοχορευτικού κέντρου επειδή αυτή ανήκε σε τρίτο πρόσωπο πιστεύω ότι δεν επρόκειτο για παράνομη σύμβαση. Στο άρθρο 23 του περί συμβάσεων νόμου, κεφ 149 καθορίζονται οι περιπτώσεις όπου μια σύμβαση θεωρείται παράνομη. Η συμφωνία την οποία επικαλείται ο εναγόμενος δεν εμπίπτει σε καμμία από τις περιπτώσεις του άρθρου 23 του Κεφ. 149. Το δεύτερο ζήτημα που εγείρει ο εναγόμενος, το οποίο σχετίζεται με την ικανοποίηση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 είναι η αναρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Ο εναγόμενος στην ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ότι η σύμβαση, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές έλαβε χώρα στην επαρχία Πάφου και επιπλέον οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν και ήταν πληρωτέες στην επαρχία Πάφου. Κατ' επέκταση αρμοδιότητα για να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση κέκτηται, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του εναγόμενου, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Κατ' αρχάς θα πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι η αξίωση των εναγόντων δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ εναγόντων και εναγομένου αλλά στην έκδοση των τριών επίδικων επιταγών από τον εναγόμενο προς όφελος των εναγόντων. Είναι γεγονός ότι ούτε στην Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων, ούτε και στις ενόρκους δηλώσεις του Διευθυντή τους γίνεται αναφορά στον τόπο έκδοσης και πληρωμής των επίδικων επιταγών. Ούτε οι επίδικες επιταγές επισυνάφθηκαν ως τεκμήριο στις ενόρκους δηλώσεις του Διευθυντή των εναγόντων, εις τρόπο ώστε από το σώμα τους να διαφαίνετο το υποκατάστημα της πληρώτριας Τράπεζας επί του οποίου εξεδόθησαν. Από την άλλη ο Διευθυντής των εναγόντων στην ένορκη δήλωση του η οποία συνοδεύει την υπο εξέταση αίτηση αναφέρει ρητά ότι ο εναγόμενος ζει και εργάζεται στην Πάφο. Το άρθρο 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν14/60) προνοεί μεταξύ άλλων ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θα έχει δικαιοδοσία να εκδικάζει οιανδήποτε αγωγή εφόσον ο εναγόμενος κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής διαμένει ή διεξάγει επάγγελμα εντός της επαρχίας δια την οποία το Δικαστήριο καθιδρύθη. Επιπλέον έχω παρατηρήσει ότι ούτε στην Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων αλλά ούτε και στις ένορκες δηλώσεις του Διευθυντή τους γίνεται αναφορά στον τόπο που βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο τους. Η παράλειψη όμως αυτή δεν θα μπορούσε να ήταν μοιραία για την υπόθεση των εναγόντων στην περίπτωση που αποφάσιζα ότι επρόκειτο για οφειλή πληρωτέα στον τόπο του εγγεγραμμένου γραφείου τους. Στον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος της υπο εξέτασης αγωγής περιγράφεται ως διεύθυνση των εναγόντων η λεωφόρος Αρτέμιδος στην Λάρνακα. Σύμφωνα με την Δ.2 Θ3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών κλητήριο ένταλμα το οποίο παρουσιάζεται για σφράγιση θα πρέπει να περιλαμβάνει, εκτός των άλλων στοιχείων το πλήρες όνομα του ενάγοντα και του εναγόμενου καθώς και την πλήρη διεύθυνση του ενάγοντα και του εναγομένου. Όπως είναι νομολογημένο ο προσδιορισμός του ενάγοντα και του εναγομένου καθώς και η πλήρης διεύθυνση τους προβλέπονται από την Δ.2 Θ3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών ως συστατικά στοιχεία της οντότητας και της ταυτότητας τους. Η διεύθυνση του ενάγοντα τον διακρίνει από συνώνυμα άτομα. Αποτελεί στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας του. Στην περίπτωση εταιρείας, το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας αποτελεί την διεύθυνση της (βλέπε Sartas Importers - Distriubutors Ltd v. Ανδρέα Μαρουλλή
(2003)1ΑΑΔ 1446). Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρω ότι ο εναγόμενος στην ένορκη δήλωση του δεν αμφισβητεί ούτε την οντότητα, ούτε την ταυτότητα της ενάγουσας εταιρείας. Ο Διευθυντής των εναγόντων στην ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ότι οι επίδικες επιταγές δεν τιμήθηκαν από την Τράπεζα επί της οποίας εξεδόθησαν για τον λόγο ότι ο λογαριασμός του εναγόμενου παγοποιήθηκε (ΚΑΠ) ή/και λόγω έλλειψης κεφαλαίων. Υπογραμμίζω ότι ο ως άνω ισχυρισμός του κύριου Παναόρτου δεν σχολιάστηκε, ούτε αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο. Επιπλέον ο Διευθυντής των εναγόντων στην ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος παραλείπει να τιμήσει τις επίδικες επιταγές, παρά τις οχλησεις των ίδιων των εναγόντων ή των δικηγόρων τους. Φυσικά παρά τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα θεωρώ ότι στην υπο εξέταση περίπτωση δεν θα μπορούσε να ισχύσει η αρχή ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να αναζητήσει τον δανειστή του και να τον πληρώσει, είτε στον τόπο της εργασίας του, είτε στον τόπο της διαμονής του (βλέπε Kyriacos Theofanous v. Artemis Georgiou
(1969)1 CLR 203 και Sartas Importers - Distributors Ltd v. Ανδρέα Μαρουλλή (ανωτέρω)). Ο λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να ισχύσει η ως άνω αρχή είναι ότι οι επίδικες επιταγές ήταν πληρωτέες από την Τράπεζα επί της οποίας εξεδόθησαν και όχι από τον ίδιο τον εναγόμενο, εις τρόπο ώστε να είχε υποχρέωση να αναζητήσει τους ενάγοντες στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου τους, η οποία περιγράφεται στον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος για να τους πληρώσει. Συμφώνως του άρθρου 73 του Κεφ.262 επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται προς τραπεζίτη, πληρωτέα εν όψει. Επιπλέον θα πρέπει να παραπέμψω στο άρθρο 45(δ) του Κεφ.262 στο οποίο καθορίζεται ο τόπος εμφάνισης της συναλλαγματικής για πληρωμή. Όπως είναι νομολογιακά καθιερωμένο η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προσδιορίζεται από τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση (βλέπε Sevegep Ltd v. United Sea Transport
(1989)1 (E) AAΔ.729 και Μούρτζινος v. Global Cruises Lt
(1992)1 ΑΑΔ 1160). Στην υπο εξέταση υπόθεση δυστυχώς οι ενάγοντες παρέλειψαν να προσδιορίσουν είτε στην Έκθεση Απαίτησης τους, είτε στις ενόρκους δηλώσεις του Διευθυντή τους τα γεγονότα εκείνα τα οποία θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν την αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Η αποτυχία των εναγόντων να στοιχειοθετήσουν την δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος συνεπάγεται και την αποτυχία τους να ικανοποιήσουν τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Φυσικά παρά την πιο πάνω διαπίστωση μου θα εξετάσω και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
- Στην ένορκη του δήλωση, η οποία συνοδεύει την υπο εξέταση αίτηση ο Διευθυντής των εναγόντων ισχυρίζεται ότι τα δύο οικόπεδα του εναγομένου, τα οποία δεσμεύτηκαν από το Δικαστήριο είναι τα μοναδικά περιουσιακά του στοιχεία, τα οποία μπορεί να εξασφαλίσουν την ικανοποίηση της απαίτησης των εναγόντων. Ισχυρίζεται επίσης ότι απο πληροφορίες που συνέλεξε από επιχειρηματίες στην Πάφο στους οποίους χρωστά σημαντικά ποσά, προκύπτει ότι ο εναγόμενος προτίθεται να πωλήσει τα ως άνω οικόπεδα και να εγκαταλείψει την Κύπρο. Στην συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ο κύριος Παναόρτου ισχυρίζεται ότι κατόπιν έρευνας του στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου πληροφορήθηκε ότι η αξία των δύο ως άνω περιγραφομένων ακινήτων του εναγομένου είναι περίπου ΛΚ116.000 συνολικά. Πληροφορήθηκε επίσης ότι το συνολικό ποσό δανείων που οφείλει ο εναγόμενος ανέρχεται στις ΛΚ144.
- Ας σημειωθεί ότι ο εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση δεν αμφισβητεί τους ως άνω ισχυρισμούς του κύριου Παναόρτου, με εξαίρεση τις πληροφορίες του κύριου Παναόρτου για επικείμενη αποξένωση της ακίνητης περιουσίας του, τις οποίες χαρακτηρίζει τουλάχιστον ως ανακριβείς και για τον λόγο αυτό δεν αναφέρονται, όπως ισχυρίζεται τα ονόματα των προσώπων που έδωσαν τις πληροφορίες αυτές. Στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Center) Limited v. Σκυροποιΐα «Λεωνικ» Λιμιτεδ
(2001)1 ΑΑΔ 785 αναφέρθηκε ότι δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Στην υπο εξέταση υπόθεση έχοντας κατά νού αφενός μεν ότι τα δύο οικόπεδα του εναγόμενου είναι η μοναδική του περιουσία, αφετέρου δε ότι το συνολικό ποσό των δανείων του εναγομένου ξεπερνά κατά πολύ την συνολική αξία των ως άνω οικοπέδων θεωρώ τον κίνδυνο επιβάρυνσης ή αποξένωσης από τον εναγόμενο των ως άνω οικοπέδων του κάτι περισσότερο από ενδεχόμενο. Αν δε τελικώς ο εναγόμενος επιβαρύνει ή διαθέσει τα ως άνω οικόπεδα του αναμφιβόλως η μη ικανοποίηση της απαίτησης των εναγόντων θα είναι σχεδόν βέβαιη. Έχοντας κατά νου τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι οι ενάγοντες πέτυχαν να ικανοποιήσουν την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Απομένει να εξεταστεί ο λόγος ένστασης του εναγόμενου για την μη συνδρομή του στοιχείου του κατεπείγοντος. Στην ένορκη του δήλωση ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν διαφαίνεται το στοιχείο του κατεπείγοντος στην ένορκη δήλωση του Διευθυντή των εναγόντων, ούτε επεξηγείται η καθυστέρηση των έξι μηνών στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Όπως είναι νομολογημένο το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του κεφ. 6 (βλέπε Αναφορικά με την αίτηση των Stavros Hotel Appartments Ltd και άλλων
(1994)1 ΑΑΔ 836 και Ahmat Zein και άλλου v. Παράσχου Κ. Καμπανέλλα Λτδ
(2000)2 ΑΑΔ 606). Κατ' αρχάς δεν θα συμφωνούσα ότι οι ενάγοντες καθυστέρησαν έξι μήνες να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή. Τονίζω ότι η τρίτη κατά σειρά επιταγή ήταν πληρωτέα στις 25/8/
- Το κλητήριο ένταλμα και η υπο εξέταση αίτηση φέρουν ημερομηνία 20/11/
- Είναι λοιπόν φανερό ότι η παρούσα αγωγή κατεχωρήθη σε διάστημα λιγότερο των τριών μηνών από την ημερομηνία πληρωμής της τελευταίας επιταγής. Πιστεύω ότι το χρονικό διάστημα που παρήλθε μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής δεν ήταν τέτοιας μορφής εις τρόπο ώστε να αφαιρεί από την αίτηση το στοιχείο του κατεπείγοντος. Εν πάση περιπτώσει ο Διευθυντής των εναγόντων στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του επεξηγεί ότι περί τα μέσα Οκτωβρίου 2007 κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε με τον πατέρα του εναγόμενου πληροφορήθηκε ότι ο εναγόμενος βρισκόταν στο εξωτερικό για περίοδο μιας εβδομάδας. Μετά την πάροδο του ως άνω χρόνου προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον εναγόμενο όμως παρά τις προσπάθειες του ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε. Οι ως άνω ισχυρισμοί του Διευθυντή των εναγόντων, οι οποίοι θα πρέπει να τονίσω ότι δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς εναγομένου αποτελούν κατά την άποψη μου ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη των εναγόντων να αποταθούν στο Δικαστήριο αμέσως μετά την επιστροφή ως απλήρωτης της τελευταίας κατά σειρά επιταγής. Έχοντας κατά νου τα όσα περιγράφω αμέσως πιο πάνω θεωρώ ότι ο υπο εξέταση λόγος ένστασης δεν μπορεί να πετύχει. Για τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η υπο εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Συνακόλουθα και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 26/11/07 θα πρέπει να ακυρωθεί. Όσον αφορά τα δικηγορικά έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο απόκλισης από τον γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου - Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 26/11/07 ακυρώνεται. .............................................. (ΥΠ) Θ.ΘΩΜΑ, Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο