← Κύπρος

STARGEL CO LTD ν. KEVIN EDWARD LUTKIN κ.α., Αγωγή αρ: 4174/2005, 11/4/2008

STARGEL CO LTD ν. KEVIN EDWARD LUTKIN κ.α., Αγωγή αρ: 4174/2005, 11/4/2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. ΘΩΜΑ, Ε.Δ. Αγωγή αρ: 4174/2005 Μεταξύ: STARGEL CO LTD, εκ Λάρνακας Εναγόντων και

  1. KEVIN EDWARD LUTKIN
  2. PAULA LUTKIN Εναγομένων Ημερομηνία: 11/4/2008 Αίτηση Ημερομηνίας: 27/2/2008 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα. Ζαχαρίου Για τους Εναγομένους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Βλάμης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης τους περιγράφονται ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη, ως εργολάβος οικοδομών. Αποτελεί ισχυρισμό της Έκθεσης Απαίτησης τους ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας με τους εναγόμενους, ανέλαβαν όπως προσφέρουν προς αυτούς υπηρεσίες της ειδικότητας τους, ήτοι υπηρεσίες εργολαβίας και προμήθειας συναφών υλικών για την ανέγερση κατοικίας και/ή υποστατικού, έναντι του ποσού το οποίο αναφέρουν στην Έκθεση Απαίτησης τους. Η αξίωση τους εναντίον των εναγομένων αφορά το υπόλοιπο της αμοιβής τους για εργασίες τις οποίες κατά τον ισχυρισμό τους εκτέλεσαν προς όφελος των εναγομένων. Με την υπο εξέταση αίτηση τους οι ενάγοντες επιδιώκουν να επιφέρουν μια σειρά από τροποποιήσεις στην Έκθεση Απαίτησης τους. Οι ζητούμενες τροποποιήσεις στοχεύουν κατά κύριο λόγο στην διαγραφή της περιγραφής τους ως εργολάβων οικοδομών καθώς και στην μεταβολή της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας τους με τους εναγόμενους απο συμφωνία εργολαβίας σε συμφωνία αντιπροσωπείας με βάση την οποία ανέθεσαν την εκπόνηση σχεδίων και την εκτέλεση εργοληπτικών εργασιών σε άλλη εργοληπτική εταιρεία και σε άλλα πρόσωπα φυσικά και/ή νομικά που ασχολούνται με την παροχή των συγκεκριμένων υπηρεσιών. Η αίτηση τους στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της κυρίας Κατερίνας Βουρή, υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων. Η κυρία Βουρή στην ένορκη δήλωση της αναφέρει μεταξύ άλλων ότι οι ισχυρισμοί που επιδιώκεται να τροποποιηθούν περιλήφθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης κατόπιν παρανόησης και λανθασμένης αντίληψης από τον δικηγόρο των γεγονότων που του ανέφερε ο πελάτης, κάτι το οποίο διασαφηνίστηκε μόλις στις 25/2/
  3. Οι εναγόμενοι εναντιώθηκαν στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους, την οποία καταχώρισαν προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: α) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δημιουργούν νέα η/και επιπρόσθετη βάση αγωγής. Επίσης εισάγουν νέα η/και επιπρόσθετα επίδικα θέματα. β) Η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα. γ) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις επηρεάζουν δυσμενώς κεκτημένα δικαιώματα των εναγομένων. δ) Προκαλούν αδικία και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά στους εναγόμενους. ε) Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. στ) Υποβάλλεται καθυστερημένα και σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. ζ) Δεν υποστηρίζεται με κατάλληλη και επαρκή μαρτυρία σε σχέση με τον λόγο για τον οποίο οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν αποδεκτές. η) Η αίτηση είναι παράτυπη, αδικαιολόγητη, νομικά ανυπόστατη και αβάσιμη. θ) Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη. Νομική βάση της αίτησης αποτελεί η Δ.25 Θ1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Σύμφωνα με την επί ζητήματος νομολογία Κυπριακή και Αγγλική η εν λόγω διάταξη παρέχει μια ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο κατά τον χειρισμό αιτήσεων τροποποίησης δικογράφων. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου

(1991)1ΑΑΔ 934 η δυνατότητα τροποποίησης τέθηκε ως εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Αναμφισβήτητα η σύγχρονη τάση όπως βγαίνει από την σχετική νομολογία είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd
(1989)1ΑΑΔ(Ε)33 τέθηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά τον χειρισμό αιτήσεων τροποποίησης σύμφωνα με αυτές:
  1. Η τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη απο εκείνην που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν στην ανάπτυξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Η βασική εισήγηση της κυρίας Ζαχαρίου ήταν ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιώκεται η διόρθωση κάποιων λαθών της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων. Η αντίθετη θέση του κυρίου Βλάμη ήταν ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις επιφέρουν ριζική αλλαγή της βάσης της αγωγής των εναγόντων. Θα προχωρήσω με την εξέταση των προβαλλόμενων θέσεων: α) Όσον κι αν θα συμφωνούσα με την θέση των εναγομένων ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, εντούτοις θεωρώ ότι η καθυστέρηση δεν ήταν τέτοιας μορφής εις τρόπο ώστε να αποτελούσε ανυπέρβλητο εμπόδιο στην αποδοχή των αιτούμενων τροποποιήσεων. Υπογραμμίζω ότι η αίτηση κατεχωρήθη κατά την ημέρα που είχε οριστεί από το Δικαστήριο για να ξεκινήσει η ακρόαση της αγωγής. Η υποβολή της αίτησης είχε ως αποτέλεσμα την αναβολή της ακρόασης της αγωγής. Όπως έχει τονιστεί επανειλημμένα ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός, αλλά δεν είναι απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλέπε Astor Manufacturing & Exporting Co και άλλου v. A & G Leventis Company (Nigeria) Ltd και άλλου
(1993)1 ΑΑΔ 726). Επιπλέον σε σειρά υποθέσεων επετράπη η τροποποίηση δικογράφων μετά που ακούστηκε μαρτυρία από το Δικαστήριο, εις τρόπο ώστε να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με τα δικόγραφα (βλέπε Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Λτδ
(1992)1ΑΑΔ 704). Θα μπορούσε η υπο εξέταση αίτηση να υποβάλλετο στα αρχικά στάδια της αγωγής, όμως η καθυστέρηση στην υποβολή της δεν θα μπορούσε να προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στους εναγόμενους, η οποία δεν θα μπορούσε να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Ήδη το Δικαστήριο εξέδωσε διαταγή με την οποία επιδικάστηκαν προς όφελος των εναγομένων τα έξοδα της αναβολής της ακρόασης. Ενόψει των όσων αναφέρω πιο πάνω ο υπο εξέταση λόγος ένστασης δεν μπορεί να πετύχει. β) Επιδίωξη των εναγόντων με τις αιτούμενες τροποποιήσεις είναι να αντικαταστήσουν την ισχυριζόμενη συμφωνία προσφοράς εργολαβικών υπηρεσιών από τους ιδίους προς τους εναγόμενους για την ανέγερση μιας κατοικίας, με συμφωνία αντιπροσωπείας, δυνάμει της οποίας ανέθεσαν σε τρίτα πρόσωπα την εκπόνηση σχεδίων και την εκτέλεση εργολαβικών εργασιών για την ανέγερση της κατοικίας των εναγομένων. Ζητούν επίσης την διαγραφή της περιγραφής τους ως εργολάβων οικοδομών. Αναμφιβόλως οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις εισάγουν μια εντελώς νέα βάση αγωγής και επιπλέον εισάγουν μια νέα θεώρηση της υπόθεσης τόσο σε νομικό, αλλά και σε πραγματικό θα έλεγα πλαίσιο. Δεν θα συμφωνούσα με την θέση της συνηγόρου των εναγόντων ότι επιδιώκεται απλά η διόρθωση κάποιων λαθών της Έκθεσης Απαίτησης. Αξίζει να αναφέρω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν εισάγουν απλά μια έστω διαζευκτική βάση αγωγής. Αντίθετα πρόκειται για μια ριζική αλλαγή της δομής της υπόθεσης των εναγόντων. γ) Οι εναγόμενοι με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους αξιώνουν ανταπαιτητικά εναντίον των εναγόντων αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες υπέστησαν συνεπεία αμέλειας των εναγόντων την οποία κατ' ισχυρισμό επέδειξαν κατά την εκτέλεση των ανατεθεισών σ' αυτούς εργασιών. Η αμέλεια των εναγόντων συνίσταται, κατά τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης και ανταπαίτησης σε κακοτεχνίες, ελαττωματικές εργασίες, λάθη, ατέλειες και παραλείψεις στις εκτελεσθείσες εργασίες. Συνίσταται επίσης σε πλημμελείς μελέτες και πλημμελή επίβλεψη των εκτελεσθεισών εργασιών. Επιπλέον οι εναγόμενοι προβάλλουν ισχυρισμούς οι οποίοι σχετίζονται με την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας ισχυριζόμενοι ότι οι ενάγοντες δεν ήταν εγγεγραμμένοι και αδειούχοι εργολάβοι οικοδομών παρά το ότι παρέστησαν σ' αυτούς, δόλια και με ψευδείς παραστάσεις, όπως ισχυρίζονται ότι ήταν εγγεγραμμένοι και αδειούχοι εργολήπτες. Από τα όσα αναφέρω πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι οι εναγόμενοι αποδίδουν στους ίδιους τους ενάγοντες την ευθύνη για την κατ' ισχυρισμό πλημμελή εκτέλεση των εργασιών τις οποίες ανέλαβαν να εκτελέσουν. Η προσπάθεια των εναγόντων με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις συνίσταται, κατά την άποψη μου στην μεταβολή της ιδιότητας τους αλλά και του είδους των υποχρεώσεων τις οποίες ανέλαβαν με βάση την συμφωνία τους με τους εναγόμενους. Κατ' επέκτασην και οι ευθύνες τις οποίες τυχόν υπέχουν στην κατ' ισχυρισμό πλημμελή εκτέλεση των εργασιών ανέγερσης της κατοικίας των εναγομένων δεν θα μπορούσαν να παραμείνουν οι ίδιες σε περίπτωση αποδοχής των αιτούμενων τροποποιήσεων. Η τυχόν αποδοχή των αιτούμενων τροποποιήσεων είναι φανερό ότι θα μεταθέσει, τουλάχιστον ένα μέρος των ευθυνών για τις ισχυριζόμενες κακοτεχνίες στην ανέγερση της κατοικίας των εναγομένων σε τρίτα πρόσωπα με τα οποία οι εναγόμενοι δεν είχαν οποιαδήποτε συμβατική σχέση. Αυτό όμως κατά την άποψη μου θα επηρέαζε ανεπανόρθωτα την υπεράσπιση των εναγομένων και ειδικά την ανταπαίτηση τους, την οποία προβάλλουν εναντίον των εναγόντων, στους οποίους ισχυρίζονται ότι ανέθεσαν την ανέγερση της κατοικίας τους με βάση την επίδικη σύμβαση εκτέλεσης εργολαβικών εργασιών. Υπογραμμίζω επίσης ότι οι ενάγοντες επιζητούν την διαγραφή από την Έκθεση Απαίτησης της περιγραφής τους ως εργολάβων οικοδομών. Στην υπόθεση Ανδρέα Τσαγγάρη v. Μακεδονία Γαβριηλίδου και άλλων
(2002)1 ΑΑΔ 156 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί το αίτημα του εφεσείοντα για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης του επειδή (α) υπήρχε μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και (β) με την προτεινόμενη τροποποίηση εισαγόταν ολωσδιόλου νέα βάση αγωγής. δ) Όσον αφορά τον λόγο ένστασης, τον οποίο επικαλείται η πλευρά των εναγομένων περί παράτυπης, νομικά ανυπόστατης και αβάσιμης αίτησης έχω να αναφέρω τα ακόλουθα: Ισχυρίζεται ο συνήγορος των εναγομένων ότι η αίτηση δεν επεδόθη στους εναγόμενους, κατά παράβαση των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Κατ' αρχάς θα πρέπει να αναφέρω ότι η αίτηση δεν ήταν απαραίτητο να επιδίδετο στους εναγόμενους προσωπικά. Θα ήταν αρκετό να επιδίδετο και στον συνήγορο τους, στον οποίο και απευθύνεται. Ακόμα και αν αποδεχόμουν ότι η αίτηση δεν επεδόθη στον συνήγορο των εναγομένων κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην Δ.51 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, εντούτοις θεωρώ ότι η παράβαση αυτή δεν θα μπορούσε να επιφέρει την ακυρότητα της παρούσας διαδικασίας. Στόχος της αναγκαιότητας επίδοσης είναι να περιέλθει σε γνώση του διαδίκου κάποιο νομικό διάβημα που λαμβάνεται από τον αντίδικο. Στην υπο εξέταση περίπτωση αναμφιβόλως η αίτηση των εναγόντων περιήλθε σε γνώση του συνηγόρου των εναγομένων, ο οποίος είχε την ευκαιρία να την μελετήσει και να καταχωρίσει την ένσταση του. Ισχυρίζεται επίσης ο κύριος Βλάμης ότι η ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την υπο εξέταση αίτηση γίνεται από πρόσωπο, το οποίο δεν είναι δεόντως εξουσιοδοτημένο από τους ενάγοντες και δεν γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης , ούτε αναφέρει την πηγή των πληροφοριών του. Ούτε με αυτόν τον ισχυρισμό θα συμφωνούσα. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση της ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες για να προβεί στην ένορκη δήλωση της και επιπλέον αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο από την τήρηση του φακέλου, όσο και από πληροφορίες που συνέλεξε από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση. Από τα όσα αναφέρω πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι υπάρχει πλήρης συμμόρφωση με την Δ.39 Θ2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών για την υποχρέωση αποκάλυψης της πηγής των πληροφοριών του ενόρκως δηλούντα, στις περιπτώσεις που δεν έχει ιδία γνώση για κάποια γεγονότα. Ενόψει των όσων αναφέρω πιο πάνω ο υπο εξέταση λόγος ένστασης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Η κυρία Ζαχαρίου υποστήριξε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης των εναγομένων για τον λόγο ότι η ένορκη δήλωση επί της οποίας στηρίζεται φέρει ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας καταχώρισης της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης. Η ως άνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Παρά το ότι η υπο αναφορά ένορκη δήλωση υπεγράφη πέντε μέρες πριν την ημερομηνία καταχώρισης της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης, εντούτοις είναι φανερό ότι κατεχωρήθη εκκρεμούσης της παρούσας αγωγής. Κατ' επέκταση θεωρώ ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε παράβαση της Δ.39 Θ3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Πιστεύω ότι η υπο εξέταση περίπτωση διαφοροποιείται από την υπόθεση «Αναφορικά με την αίτηση των Stavros Hotel Appartments και άλλων
(1994)1 ΑΑΔ 836». Στην υπόθεση εκείνη η ένορκη δήλωση, στην οποία στηρίχθηκε η αίτηση με βάση την οποία εξεδόθη το προσωρινό διάταγμα υπεγράφη περισσότερο από ένα μήνα πριν την καταχώριση της αγωγής. Η ένορκη δήλωση περιείχε ισχυρισμούς ως προς ενδεχόμενες επιπτώσεις συναρτημένες προς την πορεία και την κατάληξη αγωγής ανύπαρκτης και εμφάνιζε πρόσωπα ως ενάγοντες και ως εναγομένους που δεν είχαν αυτή την ιδιότητα κατά την υπογραφή της ενόρκου δηλώσεως. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε προνομιακό ένταλμα με το οποίο ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα, επικαλούμενο ως ένα από τους λόγους για την ακύρωση του το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση στην οποία στηρίχθηκε η αίτηση για έκδοση του προσωρινού διατάγματος υπεγράφη πριν την καταχώρηση της αγωγής, κατ' αντίθεση προς την Δ.39 Θ3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Τα γεγονότα της υπο εξέταση περίπτωσης είναι εντελώς διαφορετικά από τα γεγονότα της υπόθεσης που έχω προαναφέρει και ως εκ τούτου δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί να μην λάβω υπόψη μου την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των εναγόντων. Για τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η υπο εξέταση αίτηση δεν έχει περιθώριο επιτυχίας και θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - Καθ΄ ών η Aίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. ...................................................... (ΥΠ) Θ.ΘΩΜΑ, Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.