← Κύπρος

Volodymyr Sorokin ν. Χρίστου Χριστοφή κ.α., Αρ. Αγωγής: 2808/03, 16 Απριλίου, 2008

Volodymyr Sorokin ν. Χρίστου Χριστοφή κ.α., Αρ. Αγωγής: 2808/03, 16 Απριλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2808/03 Μεταξύ: Volodymyr Sorokin Ενάγοντος -και-

  1. Χρίστου Χριστοφή
  2. Τασούλας Αναστάση Χριστοφή Εναγομένων Αίτηση ημερ. 29/11/07 για προσθήκη εναγομένων και τροποποίηση Ημερομηνία: 16 Απριλίου, 2008 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Φούλιας Για τον Εναγόμενο 1: κ. Αντ. Φράγκος Για τον Εναγόμενο 2: Καμμιά Εμφάνιση Για Sorrano Auto Motors Ltd: κ. Αντ. Φράγκος Για Νέο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Κάτω Βαρωσίων Λτδ: κ. Αντ. Φράγκος για κα Χρ. Αργυρού Για Γενικό Εισαγγελέα: κα Δ. Παπαμιλτιάδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η επίδικη διαφορά πηγάζει από σύμβαση πώλησης μιας οικίας από τους εναγόμενους στον ενάγοντα και είναι απλή. Ο ενάγοντας επικαλείται παράβαση της υποχρέωσης των εναγομένων να του παραδώσουν και να του μεταβιβάσουν την οικία ως τα συμφωνηθέντα και ζητά, έχοντας καταθέσει τη σύμβαση στο Κτηματολόγιο, ειδική εκτέλεση ή, διαζευκτικά, αποζημιώσεις. Οι εναγόμενοι λέγουν ότι εκείνος που παρέβη τη σύμβαση ήταν ο ενάγοντας επειδή αρνήθηκε να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος και ζητούν «διάταγμα του δικαστηρίου που να τερματίζει την σύμβαση εξ υπαιτιότητας του ενάγοντα»[1] και αποζημιώσεις ή, διαζευκτικά, το υπόλοιπο του τιμήματος. Αυτά, κατά τα δικόγραφα που συμπληρώθηκαν τον Σεπτέμβρη του
  3. Ο ενδιάμεσος χρόνος παρήλθε άπρακτος με την υπόθεση να ορίζεται για ακρόαση ή για οδηγίες. Τελικά, στις 29/11/07, τρία και πλέον χρόνια μετά την συμπλήρωση των δικογράφων και πέντε εσχεδόν χρόνια από την καταχώρηση της αγωγής προέκυψε η παρούσα αίτηση με την οποία ο ενάγοντας ζητά την προσθήκη τριών νέων εναγομένων (της Sorrano Auto Motors Ltd, που παρακάτω θα αναφέρεται ως "η Sorrano", του Νέου Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Κάτω Βαρωσίων Λτδ που παρακάτω θα αναφέρεται ως «το Συνεργατικό» και του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για ενέργειες του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λάρνακας) και τροποποίηση της αγωγής. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έγινε από δικηγόρο του Γραφείου των δικηγόρων του ενάγοντα με εξουσιοδότηση του τελευταίου. Αυτό προκάλεσε την ένσταση των άλλων διαδίκων που ισχυρίστηκαν ότι η ομνύουσα δικηγόρος δεν είχε θετική γνώση. Δεν προέκυψε όμως ουσιαστικό πρόβλημα, εφόσον δεν χρειάστηκε να αντεξεταστεί και οι δικηγόροι προχώρησαν με αγορεύσεις. Πάντως, η ένορκη δήλωση από δικηγόρο δεν είναι επιθυμητή και μάλιστα, εν προκειμένω, δεν έχει εξηγηθεί γιατί να μην προβεί σε ένορκη δήλωση ο ίδιος ο διάδικος (βλ. In re Efthymiou [1987] 1 CLR 329). Η τροποποίηση και η προσθήκη εναγομένων ζητείται σε σχέση με γεγονότα που ανέκυψαν μετά την αγωγή. Ειδικότερα, το ακίνητο εβαρύνετο με δύο προγενέστερες υποθήκες προς εξασφάλιση χρεών των εναγομένων: (α) Την υποθήκη Υ421/2000 υπέρ της Alpha Bank, η οποία στις 10/3/2004 εξασφάλισε εναντίον του νυν εναγομένου 1 και στις 23/2/2005 εναντίον της νυν εναγομένης 2 αποφάσεις για ΛΚ54.955,48 με τόκους και έξοδα και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης, με αναστολή του διατάγματος πώλησης σε ότι αφορά την εναγόμενη 2 μέχρι 23/8/
  4. (β) Την υποθήκη Υ1039/2001 υπέρ του Συνεργατικού. Το Συνεργατικό κατάθεσε αίτηση πώλησης του ενυποθήκου στις 18/3/2004 αφού προηγουμένως έδωσε την προνοούμενη ειδοποίηση από το άρθρο 37

(1)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/65προς τους εναγομένους ως υπερήμερους ενυπόθηκους οφειλέτες για το ποσό των ΛΚ50.533,20 πλέον τόκους. Αίτηση για πώληση υπέβαλε και η Alpha Bank. Το Κτηματολόγιο στις 24/3/2005 έστειλε ειδοποίηση στην Alpha Bank, στο Συνεργατικό, στους εναγόμενους αλλά και στον ενάγοντα ορίζοντας ημερομηνία πώλησης με δημόσιο πλειστηριασμό στις 8/5/2005 με επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης τις ΛΚ175.
  1. Στην ειδοποίηση σημειώνεται προς τους εναγόμενους ότι το χρέος τους προς στην Alpha Bank ανερχόταν σε ΛΚ72.408 και προς το Συνεργατικό, σε ΛΚ126.
  2. Η πώληση δεν έγινε στις 8/5/2005 και ο ενάγοντας - αιτητής δεν εξηγεί το λόγο. Είναι στις ενστάσεις που φαίνεται ότι στη Γενική Αίτηση 44/2005 με αίτημα του ιδίου του ενάγοντα εκ συμφώνου ανεστάλη η πώληση ημερ. 8/5/2005 και ορίστηκε ως νέα ημερομηνία η 4/12/2005 με την ίδια επιφυλαχθείσα τιμή. Ακολούθησε νέα ειδοποίηση του Κτηματολογίου και προς τον ενάγοντα για τη νέα ημερομηνία με σημείωση προς την Alpha Bank ότι το λαβείν της ήταν πλέον ΛΚ78.135 και προς το Συνεργατικό, ότι ήταν ΛΚ132.
  3. Ο ενάγοντας παρέστη στον πλειστηριασμό. Μοναδικός ενδιαφερόμενος ήταν η Sorrano η οποία και αγόρασε το ακίνητο στην επιφυλαχθείσα ως άνω τιμή. Μοναδικός μέτοχος, διευθυντής και γραμματέας της Sorrano είναι ο εναγόμενος
  4. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση συμπληρώνεται με την αναφορά ότι η Sorrano πλήρωσε την προκαταβολή με επιταγή που δεν τιμήθηκε, ενώ δεν προχώρησε ούτε στην πληρωμή του υπολοίπου μέχρι τις 30/12/
  5. Η συνέχεια φαίνεται στην ένσταση του Γενικού Εισαγγελέα. Η Sorrano κατέβαλε τα οφειλόμενα στις 9/1/2006 και το εκπλειστηρίασμα διανεμήθηκε στους δικαιούχους. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι υπήρξε συμπαιγνία μεταξύ του εναγόμενου 1, της Sorrano και του Συνεργατικού όπως συμπεριλάβουν στο ενυπόθηκο χρέος των εναγομένων 1 και 2 προσωπικά χρέη του εναγομένου 1 έτσι ώστε κατά τη δημοπρασία με τη συνδρομή του Κτηματολογίου που ανέχθηκε ή και αμέλησε να αναβάλει ή και να ακυρώσει τη διαδικασία πώλησης, να πλειοδοτήσει μόνο η Sorrano στο ποσό της επιφυλαχθείσας τιμής και με τον τρόπο αυτό αφενός μεν να παραμείνει το ακίνητο ουσιαστικά στον εναγόμενο 1 αφού ήταν ο μόνος μέτοχος της Sorrano και αφετέρου να καλυφθούν όλα τα χρέη του ακόμα και τα μή εξασφαλισμένα με την υποθήκη Υ1039/2001 προς όφελος και του Συνεργατικού που αυταπόδεικτα θα κέρδιζε αφού θα ελάμβανε και τα μή εξασφαλισμένα χρέη του εναγόμενου
  6. Ειδικότερα, σε σχέση με το Κτηματολόγιο ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο δημοπράτης θα έπρεπε να ζητήσει οδηγίες από το Διευθυντή του Κτηματολογίου ή και να αναβάλει τη δημοπρασία αλλά, αντ' αυτού εντελώς παράτυπα, καταχρηστικά, αμελώς και κατά παράβαση των κανονισμών αποδέχθηκε την μοναδική προσφορά. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το γεγονός πως η επιταγή με την προκαταβολή δεν τιμήθηκε, αυτόματα και χωρίς καμιά άλλη ενέργεια επέφερε την ακυρότητα της πώλησης. Αυτά τα ονομάζει παρατυπίες ή και πράξεις που έρχονται σε αντίθεση με τη νομοθεσία και τους περί Πωλήσεως Κανονισμούς του
  7. Ζητά να τροποποιήσει την αγωγή για να προσθέσει τους παραπάνω ισχυρισμούς και να ζητήσει δηλώσεις ή και απόφαση εναντίον των παλαιών και των νέων εναγομένων ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 και η Sorrano σε συνεννόηση και σε συμπαιγνία με το Συνεργατικό, με την ανοχή και την αμελή συμπεριφορά του Κτηματολογίου, παρουσίασαν το ενυπόθηκο χρέος των εναγομένων 1 και 2 προς το Συνεργατικό ως πολύ μεγαλύτερο από το πραγματικό με αποτέλεσμα να καταστήσουν τη θέση του ενάγοντα επαχθέστερη ή μειονεκτική ή και να του στερήσουν το δικαίωμα να πληρώσει τα ενυπόθηκα χρέη ώστε το κατατεθειμένο πωλητήριο να αποκτήσει προτεραιότητα και να καθίσταται εφικτή η επιδίωξη ειδικής εκτέλεσης του. Περιπλέον, για να ζητήσει δήλωση ότι τα πιο πάνω έγιναν προς ζημία του ενάγοντα. Περαιτέρω για να ζητήσει δήλωση ή και απόφαση του δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας δικαιούται ειδική εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου σε βάρος της σημερινής εγγεγραμμένης ιδιοκτήτριας, της Sorrano. Τέλος, για να ζητήσει δήλωση ή και απόφαση ότι η πώληση που έγινε στις 4/12/2005 είναι άκυρη και διάταγμα που να την ακυρώνει. Ο εναγόμενος 1 και οι προτιθέμενοι εναγόμενοι έχουν όλοι ένσταση. Εγείρουν μεταξύ άλλων ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας το οποίο, ως εκ της φύσης του, πρέπει να εξεταστεί κατά πρώτο λόγο. Αποκαλύπτουν ότι ο ενάγοντας καταχώρησε την αγωγή 602/07 εναντίον των ιδίων προσώπων. Με την αγωγή του αυτή ο ενάγοντας ζητά δηλώσεις ίδιες με εκείνες που επιδιώκει να προσθέσει στην παρούσα αγωγή και μάλιστα και πάλι με σκοπό «να καθίσταται εφικτή η επιδίωξη ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας μέσω της ήδη καταχωρηθείσας αγωγής του εναντίον των εναγομένων 1 και 2 με αρ. 2808/03 Ε. Δ. Λάρνακας η οποία εκκρεμεί». Υπάρχει περιπλέον η αγωγή 4709/05 εναντίον του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας και της Sorrano με την οποία ζητείται η ακύρωση της μεταβίβασης που έγινε δυνάμει της αναγκαστικής πώλησης ημερ. 4/12/
  8. Είναι η θέση του εναγόμενου 1 ότι αν εγκριθεί το αιτούμενο διάταγμα θα προωθούνται για τον ίδιο σκοπό τρεις ξεχωριστές διαδικασίες με ταυτόσημες αξιώσεις και ταυτόσημα επίδικα θέματα. Ο ενάγοντας αφενός δεν απεκάλυψε την ύπαρξη των άλλων αγωγών και αφετέρου δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη και την εκκρεμότητα τους. Ούτε έδωσε εξήγηση γι' αυτό το φαινόμενο. Η επιδίωξη του ίδιου σκοπού με διαφορετικά ένδικα μέσα συνιστά κατάχρηση (βλ. In re Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ. 911). Δεν μπορεί να επιτραπεί τροποποίηση που το αποτέλεσμα της θα είναι η κατάχρηση της διαδικασίας του δικαστηρίου. Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα, δήλωσε ότι ο τελευταίος, αν δοθεί τώρα άδεια για τροποποίηση, «δεσμεύεται να αποσύρει αμέσως τις άλλες αγωγές». Αποδέχεται έτσι, κατ' ουσία, το αυτόδηλο ότι τίθεται θέμα κατάχρησης. Δικαίωμα επιλογής, γενικώς ομιλούντες, υπάρχει. ΄Ομως ο κρίσιμος χρόνος είναι τώρα που εξετάζεται το ζήτημα (βλ. Beogradska ανωτ.). Δεν μπορεί να προστεθεί και τρίτη απαίτηση με αντινομική μάλιστα συνέργεια του δικαστηρίου επί τω ότι και μόνο ο καταχρώμενος διάδικος δηλώνει πως θα αποσύρει τις άλλες αγωγές. Αλλά, καταχρηστική είναι η αίτηση και για άλλο λόγο. Ο ενάγοντας γνώριζε τα γεγονότα που θέλει τώρα να προσθέσει εδώ και χρόνια. Η καθυστέρηση κατά γενικό κανόνα δεν είναι από μόνη της λόγος να μην επιτραπεί στην κατάλληλη περίπτωση μια τροποποίηση ή η προσθήκη διαδίκου. ΄Ομως, «όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής» και μετά την έναρξη της δίκης «η διακριτική ευχέρεια ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου» (Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 A.A.D. (E) 33, 37). Εν προκειμένω, η καθυστέρηση είναι ήδη από μόνη της πάρα πολύ μεγάλη. Μια απλή διαφορά που ανέκυψε πριν από έξι χρόνια, βρίσκεται στα δικαστήρια πέντε σχεδόν χρόνια. Η αγωγή ορίστηκε 15 φορές για οδηγίες και 7 φορές για ακρόαση μέχρι τις 23/11/07. Την ημέρα εκείνη, αντί για ακρόαση, κατατέθηκαν από κοινού τεκμήρια. Λίγες μέρες μετά καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση. ΄Ετσι, ο ενάγοντας αντί να προωθήσει επιτέλους την επίλυση της διαφοράς, ζητά τώρα και μόνο να προσθέσει εκείνα που θεωρεί αναγκαία. Τα οποία εκτρέπουν την προδιαγραφείσα μέχρι σήμερα πορεία της δίκης με νέους διάδικους και νέα διαφορετικά και πολύ ευρύτερα θέματα, υπό συνθήκες που να τίθεται θέμα παραβίασης των δικαιωμάτων των εναγομένων για δίκη σε εύλογο χρόνο, οι οποίοι μάλιστα έχουν ως άνω ανταπαίτηση. Η αίτηση είναι αβάσιμη και για ένα άλλο θεμελιακό λόγο. Η τροποποίηση δικογράφου ανατρέχει στον αρχικό χρόνο. Το υφιστάμενο δικόγραφο δεν αντικαθίσταται, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει τροποποιημένο (Σοφοκλέους v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 81). Ως εκ τούτου δεν είναι νοητό, γεγονότα που έπονται χρονικά της ΄Εκθεσης Απαίτησης ημερ. 28/7/2003 να περιληφθούν στην ΄Εκθεση Απαίτησης. Εν πάση περιπτώσει σημειώνονται και τα ακόλουθα: Η ευχέρεια του δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.25, κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ενώ η ευχέρεια να προστεθεί εναγόμενος, από τις πρόνοιες της Δ.9, κ.10. Ως προς το ζήτημα της τροποποίησης, η σύγχρονη τάση είναι ότι μια τροποποίηση πρέπει κατ' αρχή να επιτρέπεται αν είναι αναγκαία προς το σκοπό καθορισμού των πραγματικών διαφορών και αποτελεσματικής δικαιοσύνης, έστω κι αν διαπιστώνεται, ως άνω, αμέλεια ή καθυστέρηση. Νοουμένου όμως ότι δεν θα προκληθεί δυσχέρεια στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με την καταβολή των εξόδων και ότι δεν πρόκειται για κακόπιστη ή αχρείαστη τροποποίηση ή για τροποποίηση που τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα (βλ. Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 394, Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 37, παρ. 272, The Annual Practice 1958, 1, 621 επόμ.). Ευρεία είναι και η ευχέρεια προσθήκης διαδίκου με σκοπό, και πάλιν, να καταστεί αποτελεσματική η εκδίκαση όλων των επίδικων διαφορών μεταξύ όλων όσοι δυνατόν να επηρεάζονται. Κατά την ευρύτερη ερμηνεία δεν απαιτείται ταυτότητα των επιδίκων θεμάτων ή της μαρτυρίας. Αρκεί η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα να είναι στα ίδια πλαίσια, έτσι ώστε το δικαστήριο να αποφασίσει πλήρως επί των δικαιωμάτων όλων των μερών (Hepa Underwriting Management Ltd v. Αγροτική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών
(1997)1 Α.Α.Δ 773). Παρά την ευρύτητα της ευχέρειας του δικαστηρίου, η παρούσα δεν είναι η κατάλληλη περίπτωση για να δοθούν όσα ζητούνται. Τα επίδικα θέματα όχι μόνο δεν θα διευκρινιστούν αλλά θα περιπλακούν και μάλιστα κατά τρόπο αχρείαστο και αντινομικό για τους ακόλουθους λόγους: Ο ενάγοντας ζητά, ως άνω, ειδική εκτέλεση ή αποζημιώσεις. Από το ιστορικό όμως που παρέλειψε να παραθέσει, προκύπτει πως η εκποίηση της οικίας έγινε όχι μόνο εν γνώσει του, αλλά με την συμμετοχή του, εφόσον η ημερομηνία πώλησης καθορίστηκε στα πλαίσια της δικής του αίτησης και εκ συμφώνου. Με αυτό τον τρόπο φαίνεται εκ πρώτης όψεως να έχει επιλέξει ως θεραπεία εναντίον των εναγομένων 1 και 2 τις αποζημιώσεις. Τη δε απαίτηση για ειδική εκτέλεση εναντίον τους, επιδιώκει να την υποκαταστήσει με απαίτηση για ειδική εκτέλεση εναντίον της Sorrano, ή εν πάση περιπτώσει, επιδιώκει να προσθέσει τέτοια απαίτηση εναντίον της Sorrano. Βασική, όμως, προϋπόθεση για ειδική εκτέλεση σύμβασης για πώληση γης είναι η ύπαρξη γραπτής σύμβασης μεταξύ του αγοραστή και του πωλητή και η εγγραφή της στο κτηματολόγιο (ο περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος, Κεφ. 232). Εν προκειμένω δεν υπάρχει σύμβαση μεταξύ του ενάγοντα και της Sorrano. Ο ενάγοντας βέβαια επικαλείται, θέλοντας να ζητήσει ειδική εκτέλεση εναντίον της Sorrano, τις αρχές της επιείκειας και τη δημιουργία καταπιστεύματος προς όφελος του έναντι της Sorrano. ΄Ομως, δικαίωμα επί ακινήτου δημιουργείται δυνάμει καταπιστεύματος μόνο με την κατάθεση γραπτής σύμβασης στο Κτηματολόγιο στα πλαίσια του Κεφ. 232, η οποία και μόνο καθιστά τον αγοραστή δυνητικά ιδιοκτήτη ως εξ επαγωγής επισπευματοδόχο κατά το δίκαιο της επιείκειας (Χρίστου v. Γεωργίου
(1999)1 Α.Α.Δ. 940). Η δεύτερη θεραπεία που ζητείται να προστεθεί είναι η ακύρωση της πώλησης ημερ. 4/12/2005 για παράβαση του νόμου και των κανονισμών, την οποία ο ενάγοντας επικαλείται χωρίς συγκεκριμενοποίηση. Η πώληση ενυποθήκου ρυθμίζεται από το Ν. 9/65και από τον περί Πωλήσεως Διαδικαστικό Κανονισμό, Δ. Ν. Τόμος ΙΙ, σελ. 109, όπως τροποποιήθηκε. Ο ενάγοντας δεν αναφέρει ποίο άρθρο παραβιάστηκε και πώς. Ενώ η ένσταση του Γενικού Εισαγγελέα συνοδεύεται από ένορκη δήλωση κτηματολογικής λειτουργού στην οποία παρατίθεται πλήρως το ιστορικό της πώλησης και περιέχεται αναφορά ότι η πώληση έγινε κανονικά σύμφωνα με τους νόμους και τους κανονισμούς. Για να επιτρεπόταν τροποποίηση σε αυτό μάλιστα το στάδιο, θα έπρεπε να υπάρχουν λεπτομέρειες και συγκεκριμένες αναφορές, τέτοιες, ώστε να είναι σαφές ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται να τεθούν προς πλήρη επίλυση οι πραγματικές διαφορές των διαδίκων. Εν πάση περιπτώσει, οι πράξεις και αποφάσεις του Διευθυντή του Κτηματολογίου στα πλαίσια του Νόμου 9/65 προσβάλλονται με το ένδικο μέσο της έφεσης που προβλέπεται στο άρθρο 51, κατά τρόπο ανάλογο με την διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 και όχι με αγωγή. Δεν μπορεί να επιτραπεί τροποποίηση δια της οποίας να εισαχθεί ένα ανυπόστατο διαδικαστικό μέτρο. Ποία όμως είναι η απαίτηση εναντίον του Συνεργατικού; Ζητούνται διάφορες δηλώσεις με καταληκτική θεραπεία τη δήλωση ότι «τα πιο πάνω έγιναν προς ζημία του ενάγοντα». Δεν εγείρεται όμως απαίτηση για αποζημιώσεις. Οι αναγνωριστικές δηλώσεις δεν μπορούν να είναι χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα. Εν πάση περιπτώσει, το βασικό επιχείρημα του ενάγοντα εναντίον του Συνεργατικού είναι, ως άνω, ότι συμπεριέλαβαν και μή εξασφαλισμένα χρέη του εναγόμενου 1. Αυτή η εισήγηση υποθέτω ότι προκύπτει από το ότι ενώ στην ειδοποίηση προς τους οφειλέτες για εκποίηση της υποθήκης δυνάμει του άρθρου 37
(1)του Ν. 9/65 το Συνεργατικό έκανε λόγο, ως άνω, για ΛΚ50.533,20, το χρέος που δηλώθηκε κατά την πώληση ήταν ΛΚ132.888. Εξηγήσεις δίδει στην ένορκη δήλωση της υπάλληλος του Συνεργατικού λέγοντας ότι οι εναγόμενοι υπέγραψαν χρεωστικό γραμμάτιο για ΛΚ100.000 πλέον τόκους και επισυνάπτοντας το γραμμάτιο, την υποθήκη για ΛΚ100.000 πλέον τόκους και την κατάσταση λογαριασμού που υπέβαλαν στο Κτηματολόγιο. Εν πάση περιπτώσει, δεν γίνεται αντιληπτό το πώς θα επηρεαζόταν ο ενάγοντας. Η πώληση έγινε στην επιφυλαχθείσα τιμή. Η τιμή αυτή καθορίζεται από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό με βάση την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας (βλ. άρθρο 4 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμου, Ν. 82/2002)ανεξάρτητα από το χρέος που θα επικαλεστεί ο ενυπόθηκος δανειστής. Η τιμή μάλιστα εν προκειμένω, επιφυλάχθηκε, ως άνω, εν γνώσει και συναινούντος του ενάγοντα στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 44/2005 και είναι σ' αυτή την τιμή που πωλήθηκε το ακίνητο. Πώς επηρεάστηκε ο ενάγοντας, δεν γίνεται αντιληπτό. Θέλει να εισάξει, ως άνω, και τον ισχυρισμό ότι «του στέρησαν το δικαίωμα να πληρώσει τα ενυπόθηκα χρέη ώστε το κατατεθειμένο πωλητήριο να αποκτήσει προτεραιότητα». Αυτό όμως, ήταν θέμα που θα μπορούσε να συμφωνήσει με το Συνεργατικό. Δεν το έπραξε. Οπότε προχώρησε η εκποίηση. Είναι γι' αυτούς τους λόγους που όλα όσα θέλει να εγείρει ο ενάγοντας είναι αχρείαστα και αντινομικά και θα περιπλέξουν χωρίς πρακτική ανάγκη μια εκκρεμοδικία πέντε χρόνων για ένα απλό θέμα, για μια παράβαση σύμβασης. Για το οποίο, αν έχει δίκαιο, μπορεί να λάβει απόφαση αν μη τι άλλο για αποζημιώσεις, με καλές προοπτικές εκτέλεσης εφόσον, όπως γνωρίζει, ο εναγόμενος 1 έχει όλες τις μετοχές της Sorrano και η Sorrano είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου. ΄Ετσι θα μπορούσε ενδεχομένως να αντιμετωπίσει και το τέχνασμα, όπως είναι η θέση του, του εναγόμενου 1 να κρυφτεί πίσω από τη Sorrano. Αυτά βέβαια αφορούν τον ενάγοντα. Αλλά τελικά προκύπτουν αχρείαστες και ατέρμονες διαδικασίες σε βάρος του δικαστικού χρόνου. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του ενάγοντα και υπέρ των εναγομένων 1 και 2, της Sorrano Auto Motors Ltd, του Νέου Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Κάτω Βαρωσίων Λτδ και του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............................ Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. [1] Βέβαια, όπως σημειώνεται στο σύγγραμμα Snell΄s Equity, 29η έκδοση, σελ. 696: «Rescission is thus not strictly a judicial remedy but the act of the party entitled to rescind». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.