← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΡΟΥΛΛΗΣ ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ ΛΤΔ ν. CROWN RESORTS LTD, Αρ. Αγωγής: 2083/05, 23/04/2008

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΡΟΥΛΛΗΣ ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ ΛΤΔ ν. CROWN RESORTS LTD, Αρ. Αγωγής: 2083/05, 23/04/2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2083/05 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΡΟΥΛΛΗΣ ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων - και - CROWN RESORTS LTD, εκ Λάρνακας Εναγομένων και Δυνάμει ειδοποίησης ημερομηνίας 28.06.07 σύμφωνα με το άρθρο 19

(4)του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 Μ. ΚΡΑΣΙΑΣ ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων - και - CROWN RESORTS LTD, εκ Λάρνακας Εναγομένων Ημερομηνία: 23/04/2008 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Χατζησέργης (Για να ακούσει απόφαση η κα Σούρπη) Για Εναγομένους: κος Χατζηχριστοδούλου (Για να ακούσει απόφαση η κα Παπαλεοντίου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Λευκωσία. Διατηρεί κρεοπωλείο στη Λευκωσία και ασχολείται με την πώληση, επεξεργασία και μεταποίηση κρεάτων. Οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Λάρνακα και ασχολείται με επιχειρήσεις ξενοδοχείων και εστιατορίων μεταξύ των οποίων και το ξενοδοχείο ELA-MARIS HOTEL και εστιατόριο εντός αυτού όπου προωθούν και πωλούν φαγητά με την ονομασία BENIGANS. Οι εναγόμενοι αφού επισκέφθηκαν πρώτα τους ενάγοντες στη Λευκωσία και τους ανάφεραν ότι ήθελαν να συνεργαστούν στην συνέχεια συναντήθηκαν στον Πρωταρά όπου αφού τους παρέδωσαν το Τεκμήριο 1, ήτοι γραπτές οδηγίες συγκεκριμένων κρεατοπαρασκευασμάτων, που οι ενάγοντες θα ετοίμαζαν για τους εναγόμενους, συμφώνησαν για τα είδη, τον τρόπο ετοιμασίας και την τιμή του κάθε είδους. Με βάση αυτή την συμφωνία οι ενάγοντες δια του Διευθυντή και ιδιοκτήτη Μιχάλη Κρασιά, κατόπιν παραγγελίας των εναγομένων ετοίμασαν και παρέδωσαν στους εναγομένους και δη στον Γαβριήλ Γαβριήλ υπεύθυνο της κουζίνας του ELA-MARIS HOTEL στον Πρωταρά, τα προϊόντα που αναφέρονται στα τιμολόγια αρ. 601, 602, 603, 604, 605 και 606 κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίας 07.06.04, 10.06.04, 14.06.04, 06.07.04, 22.07.04 και 10.08.04 τα οποία τιμολόγια υπέγραψε ως παραλήπτης ο Γαβριήλ Γαβριήλ. Τα πρώτα τρία τιμολόγια, ήτοι αρ. 601 έως 603, εξοφλήθηκαν με επιταγή ημερομηνίας 12.09.04, τα δύο τιμολόγια αρ. 604 και 605 εξοφλήθησαν με επιταγή ημερομηνίας 31.10.04 ενώ το τιμολόγιο 606 δεν εξοφλήθηκε. Εδώ έγκειται και η διαφωνία των εναγομένων οι οποίοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε παρήγγειλαν δια μέσου του Γαβριήλ Γαβριήλ που είχε και την αποκλειστική ευθύνη των παραγγελιών τα προϊόντα που αναφέρονται στο τιμολόγιο αρ. 606 και ούτε παρελήφθησαν αυτά αλλά ούτε και υπέγραψε το τιμολόγιο αυτό ο Γαβριήλ Γαβριήλ όπως έπραξε με τα υπόλοιπα τιμολόγια. Ο Μιχάλης Κρασιάς ο οποίος ήταν ο μοναδικός μάρτυρας που έδωσε μαρτυρία για τους ενάγοντες, αφού μόνο αυτός, ως διευθυντής και ιδιοκτήτης, γνώριζε τα γεγονότα, στην ένορκη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι αφού του έδωσε την παραγγελία ο Γαβριήλ, στις 10.08.04 παρέδωσε τα προϊόντα σ΄ αυτόν ο οποίος τα παρέλαβε και υπόγραψε το τιμολόγιο αρ.
  1. Ο Μ.Υ.1 Οικονομικός Διευθυντής των εναγομένων στην μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι για πρώτη φορά έλαβε γνώση του τιμολογίου αρ. 606 μετά που κινήθηκε και επιδόθηκε η αγωγή και αφού ζήτησε από τους ενάγοντες το επίδικο τιμολόγιο. Το τιμολόγιο αυτό το έδωσε σε υφιστάμενους του για να ερευνήσουν τι συμβαίνει μ΄ αυτό αλλά το παρουσίασε και στον Γαβριήλ Γαβριήλ ο οποίος του ανάφερε ότι δεν παράγγειλε και δεν παρέλαβε τα προϊόντα που αναφέρονται στο τιμολόγιο αρ. 606 αλλά ούτε και το υπόγραψε. Από την έρευνα των υφιστάμενων του κατά τον ισχυρισμό του Μ.Υ.1 προέκυψε ότι δεν υπήρχε τέτοιο τιμολόγιο. Στο αντίγραφο όμως του τιμολογίου που είχε στην κατοχή του και παρέδωσε στους υφιστάμενους του για να προβούν σε έρευνα και το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 από τον Μ.Υ.1 αναγράφεται με μολύβι η λέξη «Unpaid» δηλαδή «απλήρωτο» την οποίαν ανέγραψε υφιστάμενος του. Σε σχετική ερώτηση γιατί ο υφιστάμενος ανέγραψε την λέξη unpaid και όχι οτιδήποτε άλλο, απάντησε «γιατί δεν γνωρίζει νομικά». Παρατηρώ ότι μπορεί ίσως να μην γνωρίζει νομικά ο υφιστάμενος του Μ.Υ.1 αλλά σίγουρα μπορούσε να γράψει τον πραγματικό λόγο για το τι συνέβηκε με το τιμολόγιο αυτό, που δεν είναι άλλος παρά η διαπίστωση του ότι δεν πληρώθηκε. Άλλωστε, ο Μ.Υ.1 δεν μπορεί να ερμηνεύσει τι εννοούσε ο υφιστάμενος του που εξέτασε το θέμα του τιμολογίου. Οι εναγόμενοι είχαν την ευκαιρία, αν ήθελαν, να παρουσιάσουν το υφιστάμενο τους πρόσωπο ως μάρτυρα για να εξηγήσει εάν εννοούσε κάτι άλλο, εκτός από ότι σημαίνει η λέξη unpaid, και ταυτόχρονα να δοθεί η δυνατότητα στην υπεράσπιση να τον αντεξετάσει. Δεν το έπραξαν. Επίσης, υπάρχει μια μεγάλη αντίφαση του Μ.Υ.1 με τον Μ.Υ.
  2. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι παρουσίασε το τιμολόγιο αρ. 606 στον Μ.Υ.2 κατά την διάρκεια της έρευνας του και ο Μ.Υ.2 του ανέφερε ότι δεν προέβη σε τέτοια παραγγελία, ούτε παρέλαβε τα προϊόντα που αναφέρονται στο τιμολόγιο αρ. 606 ούτε το υπέγραψε. Ο Μ.Υ.2 όμως στην δική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ανάφερε ότι για πρώτη φορά είδε το τιμολόγιο αρ. 606 στο Δικαστήριο όταν ήλθε να δώσει μαρτυρία. Επομένως πώς ήταν δυνατό να είχε παρουσιάσει το τιμολόγιο αρ. 606 στον Μ.Υ.2 κατά την έρευνα του και να διαπίστωσε ότι δεν το υπόγραψε ο Μ.Υ.2 και κατ΄ επέκταση δόθηκαν και οι σχετικές οδηγίες για ετοιμασία της υπεράσπισης στην οποία αναφέρεται ότι δεν υπόγραψε το τιμολόγιο αρ. 606 ο Μ.Υ.2 όταν ο ίδιος ο Μ.Υ.2 είπε ότι το είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Ο Μ.Υ.2 Γαβριήλ Γαβριήλ στην μαρτυρία του ενώ ανάφερε ότι η υπογραφή του είναι πάντα η ίδια, όταν του υποδείχθηκε η υπογραφή του στο τιμολόγιο αρ. 601 και αυτές των τιμολογίων αρ. 603 και αρ. 604 συμφώνησε ότι οι υπογραφές στα τρία τιμολόγια δεν ήταν ίδιες, όπως δεν ήταν ίδια και αυτή του τιμολογίου αρ. 606 με την διαφορά ότι όσον αφορά το τιμολόγιο αρ. 606 επέμενε ότι δεν ήταν δική του. Κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του ο Μ.Υ.2 τουλάχιστον για δέκα πέντε
(15)φορές απάντησε δεν θυμούμαι και μάλιστα μερικές ερωτήσεις ήταν ουσιαστικές, όπως για τον χρόνο συνεργασίας των εναγόντων με τον ΜΙΝΤΙΚΙ και την έναρξη αγοράς ιδίων προϊόντων μ΄ αυτά που παρασκεύαζαν οι ενάγοντες γι΄ αυτούς και πότε διακόπηκε η συνεργασία των εναγομένων με τους ενάγοντες. Ο Μ.Ε. κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του ήταν σαφής, ειλικρινής, ευθύς, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και ήταν σταθερός κατά την αντεξέταση και γι΄ αυτό αποδέχομαι την μαρτυρία του. Οι Μ.Υ.1 και 2 δεν μου έκαναν καλή εντύπωση. Δεν ήταν ειλικρινείς, σαφείς και ευθείς, και δεν είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Πέραν των ήδη αναφερθέντων μου δημιούργησαν έντονα την εντύπωση ότι ήρθαν στο Δικαστήριο να πουν ψέματα και να παραπλανήσουν το Δικαστήριο υπερασπιζόμενοι, κατά λανθασμένη εντύπωση, πάση θυσία τα συμφέροντα αυτών που τους εργοδοτούν. Απορρίπτω και δεν αποδέχομαι την μαρτυρία τους. Με βάση την μαρτυρία που αποδέχθηκα, ήτοι αυτή του Μ.Ε. Μιχάλη Κρασιά, βρίσκω ότι στα πλαίσια της συνεργασίας των εναγόντων μετά των εναγομένων όπως κατεγράφηκε στην αρχή της απόφασης μου που άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε αλλά αποτελούσε κοινό έδαφος των διαδίκων, ο Μ.Υ.2 Γαβριήλ Γαβριήλ υπεύθυνος στην κουζίνα του ELA-MARIS HOTEL που πωλούνται φαγητά με την ονομασία BENIGANS παράγγειλε τα καταγραφέντα στο τιμολόγιο αρ. 606 προϊόντα τα οποία ο Μ.Ε. παρέδωσε στον Μ.Υ.2 ο οποίος αφού τα παρέλαβε, υπόγραψε το τιμολόγιο αρ. 606. Το τιμολόγιο αρ. 606, όπως άλλωστε είναι παραδεκτό από τους εναγομένους, ουδέποτε πληρώθηκε μέχρι σήμερα. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησαν να εξηγήσω και να αναλύσω, κρίνω ότι οι ενάγοντες κατόρθωσαν να αποδείξουν την πώληση και παράδοση προϊόντων στους εναγομένους με την έκδοση σχετικού τιμολογίου που υπογράφηκε τόσο από τον Μ.Ε. ως παραδώσα εκ μέρους των εναγόντων όσο και από τον Μ.Υ.2 ως παραλήπτη για τους εναγομένους αντί του ποσού των Λ.Κ.818,20σεντ αντίστοιχο ποσό σε ευρώ €1.397,98σεντ. Η εισήγηση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι η μαρτυρία που δόθηκε από τον Μ.Ε. δεν καλύπτεται από την παράγραφο 4 της Ε/Α δεν με βρίσκει σύμφωνο. Από μια προσεκτική μελέτη, έστω και εάν δεν διατυπώνεται με τον καλύτερο τρόπο, είναι σύμφωνη με τα λεχθέντα από τον Μ.Ε. Επομένως οι ενάγοντες έχουν αποδείξει και επιτύχει στην υπόθεση τους και ως εκ τούτου δικαιούνται σε απόφαση για το ως άνω ποσό. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των Λ.Κ.818,20σεντ €1.397,98σεντ με νόμιμο τόκο και έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον: Ν.Γερολέμου, Ε.Δ., Αρ. Αγωγής: 1561/04 Μεταξύ: R.T.D. TALOS Ltd, εκ Λευκωσίας Αλέξανδρο Μιχαηλίδη, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και Χρύσανθου Μαρδαπίττα Εναγομένου Ημερομηνία: 22 / 04 / 08 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα Αμερικάνου για Γιώργο Γιάγκου και Σία (Για να ακούσει απόφαση ο κος Μιχαήλ) Για Εναγόμενο: ουδείς Εναγόμενος: Απών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες με κλητήριο ένταλμα γενικώς οπισθογραφημένο (Δ.2 Κ.1) το οποίο καταχωρήθηκε στις 19.05.04 αξιώνουν εναντίον του εναγομένου (α) γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για λίβελο, δυσφήμηση και ζημιογόνες ψευδολογίες σε βάρος τους που έχουν δημοσιοποιηθεί με επιστολή του εναγομένου ημερομηνίας 30.03.04 στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στην Επίτροπο Διοικήσεως, στο Τμήμα Προγραμματισμού, στον Πρόεδρο και τα μέλη του Κοινοβουλίου και στο Ίδρυμα Τεχνολογίας. (β) Τιμωρητικές αποζημιώσεις (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει στον εναγόμενο να δημοσιεύσει λιβέλους, δυσφημήσεις ή ζημιογόνες ψευδολογίες σε βάρος των εναγόντων. (δ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία (ε) Τόκο και έξοδα. Επειδή δεν ανεβρίσκετο ο εναγόμενος για να του επιδοθεί η αγωγή, κατόπιν αίτησης ημερομηνίας 15.02.05 από τους ενάγοντες, εξεδόθη από το Δικαστήριο διάταγμα ημερομηνίας 02.03.05 υποκατάστατης επίδοσης τους, μέσω δημοσίευσης σε μια καθημερινή εφημερίδα με δυνατότητα καταχώρησης εμφάνισης εντός 30 ημερών από την δημοσίευση και σε περίπτωση μη εμφάνισης του εντός της αναφερθείσας προθεσμίας οποιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση στην αγωγή, θα θεωρείται ότι επιδόθηκε αν αναρτηθεί στον πίνακα του Δικαστηρίου για περίοδο πέντε
(5)ημερών. Το κλητήριο ένταλμα δημοσιεύθηκε την 01.04.05. Στις 05.10.05 καταχωρήθηκε αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης έκθεσης απαίτησης για περίοδο επτά
(7)ημερών από την σύνταξη του διατάγματος η οποία ορίσθηκε στις 17.10.
  1. Κατά την ημέρα αυτή εκδόθηκε σχετικό διάταγμα. Το διάταγμα συντάχθηκε στις 07.11.05 και η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 10.11.
  2. Στις 23.11.05 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση για απόφαση η οποία ορίστηκε στις 05.12.
  3. Επειδή οι ενάγοντες δεν ήταν έτοιμοι να αποδείξουν την υπόθεση τους, αυτή ορίστηκε ξανά για απόδειξη στις 16.01.
  4. Για τον ίδιο λόγο κατόπιν σχετικού αιτήματος, ορίστηκε στις 08.02.06, 09,03,06 και 10.04.06, 18.05.06, 19.06.06 και 20.09.06 ότε ο δικηγόρος των εναγόντων απέσυρε την αίτηση άνευ βλάβης. Καταχωρήθηκε για δεύτερη φορά ίδια αίτηση στις 25.09.06 και η αγωγή ορίστηκε γι΄ απόδειξη στις 16.10.06 αλλά και πάλι επειδή δεν ήταν έτοιμοι οι ενάγοντες να αποδείξουν την υπόθεση τους, κατόπιν σχετικού αιτήματος, ορίστηκε στις 16.11.06, 18.12.06, 23.01.07 και 13.02.07 ότε και πάλι ο δικηγόρος των εναγόντων απέσυρε την αίτηση άνευ βλάβης. Στη συνέχεια, αφού στάληκε σχετική ειδοποίηση από το Πρωτοκολλητείο προς τον δικηγόρο των εναγόντων ότι εάν δεν προωθείτο η αγωγή εντός δέκα τεσσάρων
(14)ημερών θα απορρίπτετο, καταχώρησε στις 29.05.07 για Τρίτη φορά αίτηση γι΄ απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης η οποία ορίστηκε στις 13.06.
  1. Κι΄ αυτή η αίτηση όπως και οι άλλες δύο είχε την ίδια τύχη. Αφού ζητήθηκε αναβολή και δόθηκε γιατί δεν ήταν έτοιμοι να την αποδείξουν, ορίστηκε στις 18.09.07 και 23.10.07 για απόδειξη, οπότε και πάλι αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Επειδή και πάλι δεν προωθείτο η αγωγή, το Δικαστήριο με ειδοποίηση ημερ. 17.01.08 όρισε την αγωγή την 01.02.08 για οδηγίες. Κατ΄ αυτήν την ημερομηνία αφού παρουσιάσθηκε ο συνήγορος των εναγόντων, η αγωγή ορίστηκε για απόδειξη. Έτσι μετά από δύο χρόνια και τρεις μήνες περίπου από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης, επιτέλους οι ενάγοντες καταχώρησαν ένορκες δηλώσεις και έγγραφα επισυναπτόμενα μ΄ αυτές προς απόδειξη της αγωγής. Ήτοι Ένορκη Δήλωση καταχώρησε ο ενάγοντας 2, Αλέξανδρος Μιχαηλίδης, ο Κώστας Κονής πρώην Διευθυντής του Ιδρύματος Τεχνολογίας Κύπρου και η Νέβη Αγαπίου ασκούμενη δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου των εναγόντων, η οποία μετάφρασε από τα αγγλικά στα ελληνικά το κατ΄ ισχυρισμό δυσφημιστικό δημοσίευμα. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Ο ενάγοντας 2 είναι Διευθυντής της ενάγουσας
  2. Ο ενάγοντας 2 διετέλεσε Λειτουργός Α στο Ίδρυμα Τεχνολογίας Κύπρου (Ι.Τ.Κ.) μέχρι το
  3. Στις 26.07.1999 κατόπιν απόφασης του Υπουργού Οικονομικών διορίστηκε ως εθνικό Σημείο Επαφής (Ε.Σ.Ε.) για την θεματική ενότητα «Προώθηση της καινοτομίας και ενθάρρυνσης της συμμετοχής των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε δραστηριότητες έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης» του Πέμπτου Προγράμματος πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 1998-
  4. Τον Σεπτέμβριο του 2000 ιδρύει την ενάγουσα 1 η οποία ειδικεύεται στην παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών προς ιδιωτικές επιχειρήσεις και υπηρεσίες του Δημοσίου, σχετικά με θέματα έρευνας, καινοτομίας, μεταφοράς τεχνολογίας, μικρομεσαίων επιχειρήσεων και περιφερειακής ανάπτυξης. Ακολούθως ο ενάγοντας 2 διορίζετε ως Ε.Σ.Ε. για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στο 6ο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα πλαίσιο για την περίοδο 2002-
  5. Ο εναγόμενος ο οποίος ήταν σύμβουλος επιχειρήσεων, διαπιστευμένος στο Ι.Τ.Κ., στις 30.03.04 απέστειλε γραπτό κείμενο στην αγγλική γλώσσα, ως αυτό καταγράφεται στην παράγραφο 9(a), (b), (c), (d) της Έκθεσης Απαίτησης (Ε/Α) στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και κοινοποίηση στα μέλη της Βουλής, Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, Επίτροπο Διοικήσεως, Τμήμα Προγραμματισμού και Ι.Τ.Κ., το οποίο σύμφωνα με τους ενάγοντες αποδίδει σ΄ αυτούς ότι καταχράστηκαν τις διαδικασίες και πέτυχαν με διαβλητές διαδικασίες και με δόλιο τρόπο και σε συνάρτηση με εμπλοκή υψηλών κρατικών αξιωματούχων, να διοριστούν ως Ε.Σ.Ε. με μόνο σκοπό την αποκόμιση οικονομικού οφέλους. Επίσης ότι εκμεταλλεύθηκε την θέση του ο ενάγοντας 2 στο Ι.Τ.Κ. με σκοπό να δημιουργήσει την δική του εταιρεία και αποκόμιση οφέλους πετυχαίνοντας έτσι να διοριστεί ως Ε.Σ.Ε. και ότι είναι αδίστακτοι και κερδοσκόποι. Ο Κώστας Κονή, στην ένορκη δήλωση του, αναφέρει ότι διετέλεσε Διευθυντής του Ι.Τ.Κ. από το 1992 έως το
  6. Η επίδικη επιστολή παραλήφθηκε μέσω τηλεομοιότυπου στο γραφείο του από την ιδιαιτέρα γραμματέα του η οποία έλαβε γνώση του περιεχομένου της και διαβάστηκε απ΄ αυτόν ο οποίος αντελήφθηκε ότι αναφέρετο στους ενάγοντες και ότι απέδιδε σ΄ αυτούς, δυσφημίζοντας τους, όσα αντιλήφθηκε και ο ενάγοντας 2 και αναφέρονται ανωτέρω. Η επιστολή αυτή ως αναφέρει περιήλθε σε γνώση και άλλων υπαλλήλων του Ι.Τ.Κ. η οποία αποτέλεσε αντικείμενο σχολιασμού οι οποίοι έλεγαν «όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά». Στον ίδιο δε ο οποίος τον είχε πολύ ψηλά, δημιουργήθηκαν αμφιβολίες για τις ικανότητες του επαγγέλματος και το ήθος των εναγόντων. Τέλος διαπιστώνει ότι επειδή ο ενάγοντας 2, όπως και αυτός αναφέρει στην ένορκη δήλωση του, διαπίστωσε κάποιες σοβαρές παρατυπίες του εναγομένου προς το Ι.Τ.Κ., ο εναγόμενος είχε εμπάθεια προς το πρόσωπο του ενάγοντα 2 και προσπάθησε με κάθε τρόπο να βλάψει την φήμη και τις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Η επίδικη επιστολή έτυχε χειρισμού, ως φαίνεται, από τον Πανίκο Πούρο, Γενικό Διευθυντή του Γραφείου Προγραμματισμού ο οποίος απέστειλε σχετικό σημείωμα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και κοινοποίηση στον Υπουργό Οικονομικών, Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, Επίτροπο Διοίκησης, Γενικό Διευθυντή της Βουλής, με παράκληση να ενημερώσει τον Πρόεδρο και τα Μέλη της, Γενικό Διευθυντή Ι.Τ.Κ. και Χρύσανθο Μαρδαπίττα. Η δικηγόρος των εναγόντων με την αγόρευση της εισηγείται ότι έχει αποδειχθεί το αστικό αδίκημα της δυσφήμησης με την μαρτυρία που προσκομίστηκε και ως εκ τούτου το Δικαστήριο πρέπει να εκδώσει απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου ως η αξίωση και δη για το ποσό των €20.
  7. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η δυσφήμιση εδράζεται επί των άρθρων 17 μέχρι και 24 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμων, Κεφ.
  8. Στο άρθρο 17
(1)του Κεφ. 148 καθορίζονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δυσφήμησης ως πιο κάτω: «17
(1)Η δυσφήμιση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους, ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης, περιλαμβανόμενης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημοσιεύματος το οποίο (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση, ή τη θέση του ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους, «Έγκλημα» σημαίνει ποινικό αδίκημα ή άλλη αξιόποινη πράξη με βάση οποιοδήποτε νομοθέτημα που ισχύει στη Δημοκρατία, καθώς επίσης και πράξη που τελέσθηκε σε άλλη χώρα η οποία αν τελείτο στη Δημοκρατία θα ήταν αξιόποινη. Όσον δε αφορά στην σκοπιμότητα ή γνώση του δημοσιεύματος προνοούνται τα εξής στο εδάφιο
(2)του άρθρου 17: Εδ. 2: Η ευθύνη την οποία υπέχει το πρόσωπο για δυσφημιστική δήλωση δεν είναι μικρότερη για μόνο το λόγο ότι (α) προβαίνει σε αυτή υπό μορφή επανάληψης ή φημολογίας (hearsay) ή (β) αναφέρει έγκαιρα ή μεταγενέστερα την πηγή στην οποία στηρίζεται η δήλωση που έγινε ή (γ) τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 19, 20 και 21, πιστεύει τη δήλωση ως αληθινή (δ) δεν σκόπευε στην πραγματικότητα να προβεί σε αυτή ή να δημοσιεύσει αυτή για τον Ενάγοντα και ότι αφορούσε αυτόν ή (ε) τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 22, αγνοούσε την ύπαρξη του Ενάγοντα. Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη αυτές ή παρόμοιες περιστάσεις κατά την επιδίκαση αποζημίωσης. Σε σχέση δε με την περίπτωση κατά την οποία το δυσφημιστικό νόημα δεν αποδίδεται ευθέως με το δημοσίευμα αναφέρονται τα εξής στο Άρθρο 17 εδ. 4: Εδ. 4
(4)Δυσφήμιση διαπράττεται και αν ακόμη το δυσφημιστικό της νόημα δεν εκφράζεται ευθέως ή πλήρως αρκεί αν το νόημα αυτό, και η αναφορά του σε αυτό που φέρεται ότι είναι δυσφημούμενο δύνανται να συναχθούν είτε από αυτή την ίδια την δυσφημιστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από το ένα και μερικά από το άλλο. Στο Άρθρο 18 προνοούνται τα ακόλουθα: «Άρθρο 18
(1)Πρόσωπο δημοσιεύει δυσφημιστικό δημοσίευμα αν προκαλεί τέτοια χρήση του εντύπου, γραπτού, ζωγραφιάς, ομοιώματος, χειρονομιών, λόγων ή άλλων ήχων ή άλλων μέσων, με τα οποία μεταδίδεται το δυσφημιστικό δημοσίευμα, είτε με έκθεση, ανάγνωση, απαγγελία, περιγραφή, παράδοση, κοινοποίηση, διανομή, επίδειξη, έκφραση, εκφώνηση ή άλλως πως, ώστε το δυσφημιστικό νόημα αυτού να περιέρχεται ή να ενδέχεται να περιέλθει σε γνώση οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή (α) Αυτού που δυσφημείται από αυτό ή (β) του συζύγου ή της συζύγου αυτού που δημοσίευσε τη δυσφημιστική δήλωση κατά τη διάρκεια γάμου.
(2)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, κοινοποίηση με ανοικτή επιστολή ή ταχυδρομικό δελτάριο, ανεξάρτητα αν αποστέλλεται προς αυτόν που δυσφημείται ή προς άλλο, συνιστά δημοσίευση.» Εν πρώτοις θα ήθελα να αναφέρω ότι η δυσφήμιση (defamation) διαχωρίζεται σε λίβελο (libel) και συκοφαντία (slander). Ο λίβελος διαπράττεται με δυσφημιστικό γραπτό κείμενο, φωτογραφίες, εικόνες κ.λ.π. ενώ η συκοφαντία συνήθως γίνεται δια λόγων ή χειρονομιών. Από τα λίγα πιο πάνω που έχω περιγράψει γίνεται κατανοητό ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το Δικαστήριο εξετάζει την περίπτωση λιβέλου δια εγγράφου δημοσιεύματος σε επιστολή. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης είναι (α) η δημοσίευση (β) η οποία πρέπει να αναφέρεται στο πρόσωπο του Ενάγοντα και (γ) να είναι δυσφημιστική. Από την αρχή θα πρέπει να λεχθεί ότι σε αγωγή λιβέλου οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν αποτελούν τα ουσιώδη γεγονότα και πρέπει να καταγραφούν στην Ε/Α (βλ. British Data v. Removats
(1996)3 ALL E.R. 707). Το επίδικο δημοσίευμα καταγράφεται στην παράγραφο 9 της Ε/Α ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 5 και έχει ως ακολούθως: Mr Tasos Papadopoulos Honorable President of the republic of Cyprus Ref.: National Contact Point for SME΄s Dear President, It came under my attention an unprecedented abuse of authority by public servants in an effort to provide "help" to a private company. The so call National Contact Point for SME΄s under the 6th framework program was underhanded by government departments to a private company called Dalos Ltd. This transfer of authority was done in a mysterious way for the benefit or the interest of the said company and some high - ranking public servants. Once one of the employers of the institute having decided to form his own company was given as a present by the authority of our planning bureau the right to represent our Not a bat present at all? This action was carried out incomplete secrecy without even making the interest of the government to transfer this right to private sector publicly in order to allow other organization to claim the above right. Today our National interest is represented by a private company whose main interest is to increase their own profit trough this position and without offering the benefit to the objective purpose. This serious abuse of authority cannot continue to be unnoticed especially when other organizations in order to benefit from this scheme fall victims of Dalos Ltd private interest. I trust your judgment and believe in your authority to examine this public abuse of authority for the benefit of a few and return the authority into government management control. Yours Sincerely Eur Ing Dr. Chrys Mardapittas. RC, CMC BSc. PhD, CEng. MIMEng, MIEE, MASQC, MAQMCI, MIMCI, MICA Operations Manager CC Honorable Minister of Commerce, Industry and Trade Mr Lilika Republic of Cyprus Ombudsman Department of Planning Bureau All Members of Parliament Institute of Technology Έχοντας υπόψη την Ε/Α και δη την παράγραφο 9 της Ε/Α και τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από τον Ενάγοντα και δη το Τεκμήριο 5, καταλήγω ότι αυτή καλύπτεται από το Τεκμήριο 5. Ποια έννοια ή τι υπονοείται ή πως μπορούσε να εκληφθεί το δημοσίευμα Τεκμήριο 5, κατά την άποψη του Ενάγοντος φαίνεται στην παράγραφο 11 της Ε/Α, την οποία δεν θεωρώ σκόπιμο να την επαναλάβω. Α. Το Δυσφημιστικό δημοσίευμα να αφορά τον Ενάγοντα Αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελίωση αγώγιμου δικαιώματος ότι η δυσφημιστική δήλωση αφορά τον Ενάγοντα (βλ. Knufer v. London Express Newspaper Ltd
(1944)1 ALL E.R. 495 και το έθεσε ως εξής ο λόρδος Atkin " .... in order to be actionable the defamatory words must be understood to be published of and concerning the plaintiff". Ίδια ήταν η αντίκρυση και από τον Λόρδο Denning στην μεταγενέστερη υπόθεση Hayward v. Thompson and others
(1981)3 ALL E.R. 450, 456 όπου ειπώθηκαν τα επόμενα "One thing is of the essence in the law of libel. It is that the words should be defamatory and untrue and should be published "of and concerning the plaintiff". Στην Κύπρο η αρχή αυτή υιοθετήθηκε σε σειρά υποθέσεων και δη στην υπόθεση «Αλήθεια» Εκδοτική Εταιρεία ΛΤΔ και άλλοι ω. Λεωνίδα
(1997)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 550 καθώς και στην υπόθεση Αρέστης Χαραλάμπους ν. Γεώργιου Βασιλείου,
(2000), 1 (Β) ΑΑΔ 1395. (Β) Το Δημοσίευμα πρέπει να είναι δυσφημιστικό Η (γ) προϋπόθεση έχει άμεση σχέση με τις λέξεις ή τις φράσεις, ή το κείμενο μερικώς ή στο σύνολο του που χρησιμοποιήθηκαν. Συνηθισμένη και φυσική σημασία των λέξεων ή του δημοσιεύματος Περί τούτου του θέματος πρέπει να λεχθεί ότι το Δικαστήριο δεν αντικρίζει και δεν ερμηνεύει το δημοσίευμα με αυστηρά νομικό τρόπο για να κρίνει εάν στοιχειοθετείται η δυσφήμιση. Αλλά αποτελεί θέμα πραγματικό ότι οι λέξεις ή το κείμενο μερικώς ή στο σύνολο του ήταν δυνατό να εκληφθεί ως τέτοιο από το μέσο κοινό λογικό άνθρωπο (βλ. Lewis & another v. Daily Telegraph Ltd
(1963)2 ALL E.R. 151, 155. Στην υπόθεση ΗΝΩΜΕΝΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΣ ΛΤΔ ν. ΜΗΝΑ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑ
(1990)1 ΑΑΔ σελ. 244 αναλύεται το ζήτημα της φυσικής και συνήθης έννοιας των λέξεων και του δημοσιεύματος και αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 250: «Το βασικό θέμα που εγείρεται στην παρούσα έφεση και κατά πόσον ο εφεσίβλητος με την παράγραφο 18 της έκθεσης απαιτήσεως καθορίζει τη φυσική και συνήθη έννοια των κατ΄ ισχυρισμό δυσφημιστικών λέξεων που χρησιμοποιήθηκαν στα διάφορα δημοσιεύματα ή κατά πόσον με την πιο πάνω παράγραφο εισάγει μια δευτερεύουσα δυσφημιστική έννοια, ένα δυσφημιστικό υπαινιγμό, που να δημιουργείται από το συσχετισμό ή τη σύνδεση εξωγενών γεγονότων, που γνωρίζει ο αναγνώστης, με τις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν στα πιο πάνω δημοσιεύματα. Στην πρώτη περίπτωση, η φυσική και συνήθης έννοια των λέξεων περιλαμβάνει εκτός από την κατά κυριολεξία έννοια και την συμπερασματική που είναι συμφυής με την κατά κυριολεξία έννοια. Αυτή η συμφυής συμπερασματική έννοια ονομάζεται ψευδοϋπαινιγμός (popular or false innuendo). Στην δεύτερη περίπτωση έχουμε το νομικό η αληθινό υπαινιγμό (legal or true innuendo). (η υπογράμμιση είναι δική μου) Στην υπόθεση Εκδοτική Εταιρεία «Θεμέλιο ΛΤΔ & Άλλοι ν. Τάκη Καζολίδη
(1991)1 ΑΑΔ 607 αποφασίστηκε ότι: «(α) Εφόσον ο Εφεσίβλητος βάσισε την υπόθεσή του εξ ολοκλήρου στην συνηθισμένη και φυσική σημασία των λέξεων και στην εντύπωση που αυτές θα δημιουργούσαν στον κοινό λογικό αναγνώστη, δηλαδή σε πλασματικό innuendo, και όχι σε πραγματικό innuendo, δεν χρειαζόταν μαρτυρία άλλων εξωτερικών γεγονότων. (β) Παρόλο ότι η συνηθισμένη σημασία των λέξεων είναι η ίδια για τον μη νομικό όπως και τον νομικό, εν τούτοις ο μη νομικός πολύ πιο εύκολα αποκομίζει εντυπώσεις ή εξυπονοεί κάτι από ένα δημοσίευμα, παρά ο νομικός. (γ) Εξετάζοντας το δημοσίευμα με βάση τα πιο πάνω τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι κοινός λογικός αναγνώστης θα αποκόμιζε την εντύπωση ότι ο Εφεσίβλητος ήταν αναμεμειγμένος σε υποθέσεις εμπορίας ναρκωτικών και ότι από αυτά απέκτησε του, ήσαν απόλυτα ορθά». Στην υπόθεση Λεωνίδα ανωτέρω στην οποία εξετάζεται και το ζήτημα της συνηθισμένης και φυσικής σημασίας των λέξεων και του ψευδοϋπαινιγμού και του αληθινού υπαινιγμού λέχθηκαν αυτά που ανάφερα πιο πάνω καθώς και τα εξής στη σελίδα 556 «Η νομολογία στην οποία μας παρέπεμψε ο κ. Πουργουρίδης δείχνει ότι η εξωτερική μαρτυρία καθίσταται απαραίτητη μόνο στις περιπτώσεις που το λιβελογράφημα δεν «φωτογραφίζει» απευθείας τον δυσφημούμενο». Χρήσιμη είναι και η υπόθεση Στυλιανού Παπαδοπούλου ν. Χριστοδούλου Γιάλλουρου, Πολ. Έφεση 10599, ημερ. 14.05.01. Στην υπόθεση Μιχάλης Ατταλίδης ν. Χρίστος Ροδούλης, Πολιτικής Έφεση 10697, ημερ. 21.06.02 στη σελίδα 7 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές με βάση τις οποίες κρίνεται κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, είναι ευρέως νομολογημένες και θεωρούμε περιττό να τις επαναλάβουμε. Αρκεί να πούμε ότι το κριτήριο είναι ποια θα ήταν η αντίληψη του ορθά σκεπτόμενου συνηθισμένου κοινού πολίτη (Byrne v. Diane
(1937)1 Κ.Β. 833, Gatley on Libel and Slander 8η έκδοση σελ. 52-50 και Tassos Papadopoulos v. Kirix Publishing Ltd
(1963)CLR 290), όπως αναφέρεται και στην πρωτόδικη απόφαση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα συγγράμματα και τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει το κατά πόσο ένα κείμενο είναι δυσφημιστικό ή όχι, με βάση τη λογική του ερμηνεία, αποδίδοντας τόσο στην ολότητα του όσο και σε συγκεκριμένες λέξεις και φράσεις τη συνηθισμένη φυσική τους έννοια, όπως θα την αντιληφθούν λογικοί άνθρωποι με συνηθισμένη ευφυΐα και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη πιθανολογήσεις που κάποιος θα μπορούσε να εξαγάγει, χωρίς αυτές να είναι λογικές. Στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού και Χαράλαμπου Ταλιαδώρου, Πολ. Έφεση 11047 ημερ. 12.11.02 ειπώθηκαν τα εξής στη σελίδα 7: «Οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν ευσταθούν. Τα επίδικα δημοσιεύματα είναι σαφώς δυσφημιστικά, ενώ η συνήθης και φυσική έννοια των λέξεων που χρησιμοποιήθηκαν οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι οι εφεσίβλητοι ήταν ένοχοι βασανισμού. Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί η φράση «εκτός από τη συγκάλυψη των ευθυνών της Αστυνομίας στο φονικό της Χλώρακας, υπήρξε και η γνωστή απόφαση του κακουργιοδικείου Λευκωσίας το οποίο αθώωσε και απάλλαξε τους δύο επικεφαλείς του ΤΑΕ Λεμεσού για τα φρικτά, μεσαιωνικού τύπου, βασανιστήριο που υπέστη στο τμήμα τους ανακρινόμενος ο Δήμος Δημοσθένους». Τα υπό εξέταση δημοσιεύματα δεν είναι δυσφημιστικά μόνο στο συγκεκριμένο σημείο. Δυσφημίζουν τους εφεσίβλητους και σε άλλα σημεία». Ως τελικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από τα πιο πάνω κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή δεν είναι δυσφημιστικό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου το οποίο κρίνει το όλο θέμα ως πραγματικό, αποδίδοντας στις λέξεις ή το κείμενο τη συνήθη και φυσική τους σημασία ως θα την αντίκριζε ο μέσος συνηθισμένος λογικός άνθρωπος και δεν έχει σημασία εάν ένας αναγνώστης θα εδέχετο το δημοσίευμα ως αληθινό ή ψεύτικο και ούτε έχει επίσης σημασία η ερμηνεία ή έννοια ή το νόημα που αποδίδουν οι διάφοροι μάρτυρες στο δημοσίευμα (βλ. Τάσσος Παπαδόπουλος ν. Kyrix Publishing Co Ltd
(1963)2 AAΔ 90 και Harvey v. French 1832 1 Cr. 11). Eπομένως σταθερό κριτήριο είναι κατά πόσο ο συνηθισμένος κοινός λογικός πολίτης θα μπορούσε να αντιληφθεί το δημοσίευμα ως δυσφημιστικό (βλ. Capital & County΄s Bank v. Henty
(1882)7 A.C. σελ. 745). Το Δικαστήριο όταν εξετάζει ένα τέτοιο θέμα δεν λαμβάνει υπόψη μόνο την ετυμολογία των λέξεων αλλά και την έννοια και σημασία τους όπως αυτή αναδύεται σε σχέση και σύνδεση με το χρόνο, τον τόπο και γενικά τα περιστατικά που τις περιβάλλουν αλλά και την επικρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα (βλ. Tidmore v. Mills
(1947)32 Ala, AP. 243). Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν έχουν αποδειχθεί τα τρία (α), (β), (γ) συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της δυσφήμησης. (α) ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ Από την ενώπιον μου μαρτυρία και δη του ενάγοντα 2 ότι η υπογραφή στην επιστολή είναι του εναγομένου και ενόψει της μη εμφάνισης και αμφισβήτησης ότι την επιστολή την υπόγραψε ο εναγόμενος, βρίσκω ότι την επιστολή την υπόγραψε ο εναγόμενος. Με βάση πάλι την ενώπιον μου μαρτυρία, βρίσκω ότι η επιστολή αποστάληκε μόνο στο Ι.Τ.Κ. και στο Γραφείο Προγραμματισμού. Τούτο το εύρημα μου εξάγεται από το γεγονός ότι όσον αφορά το Ι.Τ.Κ. υπάρχει η μαρτυρία που προέρχεται από την ένορκη δήλωση του Κώστα Κονή ο οποίος ήταν Διευθυντής του Ι.Τ.Κ. από το 1992 έως το 2007 ήτοι κατά τον ουσιώδη χρόνο αφού η επιστολή στάληκε στις 30.04.04 και όσον αφορά το Γραφείο Προγραμματισμού από το Τεκμήριο 6 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση του ενάγοντα
  1. Από το Ι.Τ.Κ. βρίσκω ότι το διάβασε μόνο ο Κώστας Κονής αφού δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το διάβασε άλλο πρόσωπο. Η αναφορά του Κώστα Κονή στην ένορκη δήωση του ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου της επιστολής η ιδιαιτέρα γραμματέας του, της οποίας σημειώνω το όνομα δεν αναφέρεται, δεν μπορεί να ευσταθίσει αφού η επιστολή είναι γραμμένη στην αγγλική γλώσσα και πουθενά στην ένορκη δήλωση του Κώστα Κονή δεν αναφέρεται ότι η ιδιαιτέρα γραμματέας του γνωρίζει την αγγλική γλώσσα. Όσον αφορά την αναφορά του ότι η επιστολή περιήλθε και στη γνώση άλλων υπαλλήλων του Ι.Τ.Κ. δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού δεν αναφέρεται πόσους υπαλλήλους έχει το Ι.Τ.Κ., ποιοι είναι αυτοί, εάν γνωρίζουν την αγγλική γλώσσα, πώς και με ποιο τρόπο έλαβαν γνώση του περιεχομένου της επιστολής. Σε σχέση με το Γραφείο Προγραμματισμού, βρίσκω ότι έλαβε γνώση ο Πανίκος Πούρος, ο οποίος ήταν ο Γενικός Διευθυντής του Γραφείου Προγραμματισμού, αφού με το σημείωμα προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Τεκμήριο 6, στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2, επισυνάπτεται και η επίδικη επιστολή. Το γεγονός ότι το Τεκμήριο 6, απευθύνεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και κοινοποιείται στον Υπουργό Οικονομικών, Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, Επίτροπο Διοικήσεως, Γενικό Διευθυντή της Βουλής με παράκληση να ενημερώσει τον Πρόεδρο και Μέλη της Βουλής και τον Γενικό Διευθυντή του Ι.Τ.Κ. δεν σημαίνει πρώτον ότι στάληκε σ΄ όλους αυτούς, είτε το Τεκμήριο 6 είτε η επίδικη επιστολή, αφού δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει αυτό το γεγονός και πολύ περισσότερο δεν υπάρχει μαρτυρία ότι παραλήφθηκε απ΄ αυτούς. Δεν βρίσκω ότι η επιστολή αποστάληκε από τον εναγόμενο στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και πολύ περισσότερο ότι παραλήφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, Επίτροπο Διοίκησης και τον Πρόεδρο και μέλη της Βουλής αφού δεν υπάρχει καμία μαρτυρία που να αποδεικνύει αυτό το γεγονός. Ακόμη και εάν αποστάληκε και παραλήφθηκε δεν υπάρχει μαρτυρία ότι παραλήφθηκε από τα συγκεκριμένα πρόσωπα. Επίσης ότι τα πρόσωπα αυτά γνωρίζουν την αγγλική γλώσσα και έτσι έλαβαν γνώση του περιεχομένου της επίδικης επιστολής. Όσο εύλογα και αν μπορεί να υποτεθούν κάποια γεγονότα, αυτά παραμένουν στη σφαίρα του υποθετικού εάν δεν αποδειχθούν με μαρτυρία. Επομένως εύρημα μου είναι ότι έγινε η δημοσίευση της επίδικης επιστολής και έλαβαν γνώση μόνο ο Κώστας Κονής και ο Πανίκος Πούρος και κανένα άλλο πρόσωπο. (β) ΤΟ ΔΥΣΦΗΜΗΣΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΝΑ ΑΦΟΡΑ ΤΟΥΣ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ Πρέπει να αναφέρω ότι διαβάζοντας κάποιος το δημοσίευμα και μάλιστα τις δύο πρώτες και τις τρεις τελευταίες γραμμές της επιστολής διαπιστώνει ότι η επιστολή στόχο και σκοπό έχει την εξέταση θέματος κατάχρησης εξουσίας εκ μέρους δημοσίων υπαλλήλων. Τούτο βέβαια φαίνεται και από την δεύτερη παράγραφο στην οποία αναφέρεται ότι το Ε.Σ.Ε. ανατέθηκε στην ιδιωτική εταιρεία Dalos Ltd με μυστηριώδη τρόπο για το όφελος ή το συμφέρον αυτής της εταιρείας και κάποιων υψηλά ιστάμενων δημόσιων υπαλλήλων. Μέχρι εδώ δεν φαίνεται ούτε να αναφέρεται στην ενάγουσα 1 ούτε στον ενάγοντα 2 αλλά στην Dalos Ltd και σε δημόσιους υπαλλήλους. Επίσης η αναφορά σε μυστηριώδη τρόπο αναφέρεται στους δημόσιους υπαλλήλους. Το όφελος όπως και το συμφέρον δεν εξειδικεύεται ούτε σε οικονομικό ούτε σε οτιδήποτε άλλο απτό. Στην Τρίτη παράγραφο αναφέρεται στο Ι.Τ.Κ. και του αποδίδει ότι χειρίσθηκε την συγκεκριμένη θέση κατά τρόπο ανεξάρτητο. Επομένως αφορά το Ι.Τ.Κ. και δεν αποδίδεται σ΄ αυτό οτιδήποτε μεμπτό. Απεναντίας του αποδίδει αντικειμενικότητα. Με την τέταρτη παράγραφο αποδίδει στο Γραφείο Προγαμματισμού σφάλμα στο να δώσει την θέση Ε.Σ.Ε. σε κάποιο υπάλληλο του Ι.Τ.Κ. που ίδρυσε δική του εταιρεία, γεγονός που επιβεβαιώνει και ο ενάγοντας
  2. Επομένως δεν επιπλήττει τους ενάγοντες. Με την πέμπτη παράγραφο απλά παραπονείται ότι η θέση Ε.Σ.Ε. δόθηκε με μυστικότητα από το δημόσιο χωρίς να δείξει ενδιαφέρον η κυβέρνηση να δώσει αυτό το δικαίωμα στον ιδιωτικό τομέα για να μπορεί να διεκδικηθεί η θέση από ιδιώτες. Επομένως δεν κατηγορεί τους ενάγοντες για οτιδήποτε. Στην έκτη παράγραφο κατηγορεί ουσιαστικά το δημόσιο ή/και την Κυβέρνηση ότι άφησε να εκπροσωπείται το εθνικό συμφέρον από μία ιδιωτική εταιρεία της οποίας το κύριο ενδιαφέρον είναι να αυξήσει το δικό της κέρδος μέσα από αυτή τη θέση και χωρίς να προσφέρει το πλεονέκτημα στον αντικειμενικό σκοπό. Άρα αποδίδει στην ιδιωτική εταιρεία, την Dalos Ltd, ότι πρωτίστως ενδιαφέρεται για το δικό της κέρδος μέσα απ΄ αυτή τη θέση. Όμως πουθενά δεν αναφέρεται ότι το κέρδος είναι οικονομικό. Θα έλεγα ένεκα της ειδίκευσης της εταιρείας και τις προσφερόμενες υπηρεσίες απ΄ αυτήν στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα ότι από την θέση της ως Ε.Σ.Ε. όντως αποκόμιζε ουσιαστικό όφελος και κέρδος που αποκρυσταλλώνεται στην εμπειρία που αποκτά από αυτή τη θέση. Τούτο άλλωστε, διαπιστώνεται και από τον Πανίκο Πούρο στο σχετικό σημείωμα του προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Στην έβδομη παράγραφο αναφέρεται και πάλι σε κατάχρηση εξουσίας, και εννοεί από τους δημόσιους υπαλλήλους, και αποδίδει στην Dalos Ltd ότι για να επωφεληθούν και άλλοι οργανισμοί από το αναφερθέν σχέδιο γίνονται θύματα του προσωπικού συμφέροντος της Dalos Ltd. Άρα και εδώ αναφέρεται στην Dalos Ltd και όχι στους ενάγοντες. Προφανώς όμως εκείνο που ισχυρίζονται οι ενάγοντες είναι ότι όταν αναφέρεται ο εναγόμενος στην επίδικη επιστολή σε υπάλληλο του Ι.Τ.Κ. που μόλις ίδρυσε δική του εταιρεία του δόθηκε η θέση, τούτο σκιαγραφεί, φωτογραφίζει και δακτυλοδείχνει τον ίδιο και την εταιρεία του. Πρώτα απ΄ όλα να σημειώσω ότι ο Πανίκος Πούρος στο σημείωμα του, Τεκμήριο 6, στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2, υποθέτει ότι ο εναγόμενος αναφέρεται στον ενάγοντα αφού στην δεύτερη παράγραφο της σελίδας 6, χρησιμοποιεί την φράση «Η μεταφορά στην οποία μάλλον θα αναφέρεται ο κ. Μαρδαπίττας αφορά τη διατήρηση του κ. Μιχαηλίδη ως Ε.Σ.Ε. και μετά από την παραίτηση του από το ίδρυμα τεχνολογίας». Δεν κάνει καμία αναφορά για την ενάγουσα
  3. Από αυτά καταδεικνύεται ότι δεν είναι σίγουρος ότι ο εναγόμενος αναφέρεται ή και υπονοεί τον ενάγοντα 2 και σίγουρα δεν αναφέρεται ότι ο εναγόμενος υπονοεί την ενάγουσα
  4. Ο Κώστας Κονής δεν λέει την αλήθεια όταν αναφέρεται ότι ο ενάγοντας 2 ίδρυσε την εταιρεία RTD TALOS LTD όταν απεχώρησε από το Ι.Τ.Κ. αφού ο ίδιος ο ενάγοντας 2 στην παράγραφο 4 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει ότι ήταν λειτουργός του Ι.Τ.Κ. μέχρι το 2000 και στην παράγραφο 5 δηλώνει ότι την ενάγουσα 1 την ίδρυσε το Σεπτέμβριο του
  5. Δεν εξηγεί πως αντιλήφθηκε ότι ο εναγόμενος 1 με την επιστολή του αναφέρεται στους ενάγοντες. Επίσης δεν αναφέρει πως γνωρίζει ότι γνωρίζει για την ενάγουσα
  6. Ούτε και αναφέρει ποιες είναι οι παρατυπίες που έκανε ο εναγόμενος και διαπίστωσε ο ενάγοντας 2 και ένεκα τούτου έχει εμπάθεια εναντίον του ενάγοντα 2 ο εναγόμενος. Ούτε ποιες είναι οι προσπάθειες και οι τρόποι που ο εναγόμενος προέβη για να βλάψει την φήμη και τις επαγγελματικές δραστηριότητες του ενάγοντα
  7. Μάλιστα λαμβάνοντας υπόψη την πανομοιότυπη αντίληψη περί του δημοσιεύματος, δηλαδή της επίδικης επιστολής, όπως καταγράφεται στην ένορκη του δήλωση και αυτού του ενάγοντα 2, το μόνο συμπέρασμα που μπορώ να εξάξω είναι ότι προσχεδίασε μαζί με τον ενάγοντα 2 τι ακριβώς να αντιληφθεί περί τούτου και το μόνο που θέλει και επιδιώκει με την ένορκη του δήλωση είναι να βοηθήσει τον ενάγοντα 2 και την εταιρεία του, ενάγουσα
  8. Γι΄ αυτούς τους λόγους δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του όπως αυτή περιλαμβάνεται στην ένορκη δήλωση του. Όσον αφορά τον ενάγοντα 2 δεν αναφέρει πως ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι όταν ο εναγόμενος αναφέρεται στην εταιρεία Dalos Ltd και σε υπάλληλο του Ι.Τ.Κ. υπονοεί τον ίδιο και την εταιρεία RTD TALOS LTD, αφού η επίδικη επιστολή στάληκε στις 30.03.04 ήτοι πέραν των τριών
(3)χρόνων από τον καιρό που έφυγε από την Ι.Τ.Κ. Ούτε εξηγεί πως οι παραλήπτες αντελήφθηκαν ότι αναφέρεται σ΄ αυτόν και την ενάγουσα
  1. Επίσης όσον αφορά τους παραλήπτες της επίδικης επιστολής που ο ίδιος ισχυρίζεται, δεν αναφέρει ούτε εξηγεί πως γνωρίζει ότι οι άλλοι παραλήπτες αντελήφθηκαν το περιεχόμενο της επιστολής με τον τρόπο που τον περιγράφει στην παράγραφο
  2. Ούτε βέβαια επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του, από την μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το σημείωμα, Τεκμήριο 6, στην ένορκη δήλωση του που έγινε από τον Πανίκο Πούρο ήταν συνεπεία διαταγής του Προέδρου της Δημοκρατίας και ότι αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για τους ενάγοντες. Με όλα όσα πιο πάνω αναλύω και εξηγώ, κρίνω ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι το δημοσίευμα αφορά αυτούς. (γ) ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΦΗΜΗΣΤΙΚΟ Στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, στην παράγραφο 9 της Ε/Α αναγράφεται ολόκληρο το κείμενο του δημοσιεύματος το οποίο αποδεικνύεται από το Τεκμήριο 5 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση του ενάγοντος 2 και όχι μόνο. Στην παράγραφο 11 της Ε/Α καταγράφεται ο ισχυρισμός τι εννοείται ή πως θα μπορούσε να εκληφθεί το δημοσίευμα. Με την απόρριψη της μαρτυρίας του Κώστα Κονή και μη ύπαρξης μαρτυρίας ότι άλλα πρόσωπα παρέλαβαν και/ή διάβασαν το δημοσίευμα ή ύπαρξης μαρτυρίας πώς αντιλήφθηκαν το δημοσίευμα, μοναδικός μάρτυρας που παραμένει για να εξεταστεί πως αντιλήφθηκε το συγκεκριμένο δημοσίευμα είναι ο ίδιος ο ενάγοντας
  3. Όμως σε καμία παράγραφο της ένορκης δήλωσης του δεν αναφέρεται πως ο ίδιος αντιλήφθηκε το δημοσίευμα. Η μοναδική παράγραφος της ένορκης δήλωσης του που καταπιάνεται και ασχολείται με αυτό το ζήτημα είναι η παράγραφος 14 της ένορκης δήλωσης του, αλλά σ΄ αυτές τις παραγράφους καταγράφεται πως οι λέξεις και φράσεις του δημοσιεύματος έγιναν αντιληπτές από τους παραλήπτες, που όπως ανάφερα προηγουμένως δεν υπάρχει μαρτυρία ότι παρέλαβαν ή διάβασαν το δημοσίευμα. Τα όσα καταγράφονται στις παραγράφους 17, 19 και 20 είναι η κατάληξη και οι συνέπειες που προκλήθηκαν προς τα πρόσωπα των εναγόντων και προήλθαν από το δημοσίευμα, για το όποιος όμως όπως αναφέρει πιο πάνω δεν ανάφερεται στην ένορκη δήλωση του ο ενάγοντας 2 πως το εξέλαβε ή πως το εννόησε, ή πως το ερμήνευσε ή τι υπονοείται γι΄ αυτούς. Επομένως δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου καμία μαρτυρία περί τούτου. Η απόδειξη της ύπαρξης και δημοσίευσης του δημοσιεύματος από τον εναγόμενο δεν οδηγεί από μόνη της και χωρίς μαρτυρία σε απόδειξη όλων των ισχυρισμών του ενάγοντος που περιλαμβάνονται στην Ε/Α. Εν πάση περιπτώση, το σύνολο του περιεχομένου του δημοσιεύματος, αντικειμενικά κρινόμενο, αποτελεί μια μομφή, κατακραυγή, καταγγελία ή/και στιλήτευση κατά της Κυβέρνησης και των δημόσιων υπαλλήλων που χειρίστηκαν το θέμα διορισμού του Ε.Σ.Ε., εξού και αναφέρεται σε κατάχρηση εξουσίας στην αρχή και στο τέλος της επιστολής και με παράκληση να εξεταστεί τούτο το θέμα και εισήγηση για επιστροφή της εξουσίας αυτής σε κυβερνητικό έλεγχο. Η μόνη αναφορά που φαίνεται να καταλογίζει, όχι παράνομη πράξη αλλά άσχημη συμπεριφορά βρίσκεται στην προτελευταία παράγραφο του δημοσιεύματος. Αυτή όμως η αναφορά δεν συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά εκείνα τα οποία είναι απαραίτητα για να αναχθεί και να αναγνωριστεί ως δυσφήμηση. Να ξεκαθαρίσω ότι όσον αφορά νομικά πρόσωπα ή εταιρείες, δύναται να είναι υποκείμενα δυσφήμησης μόνο σε περίπτωση απόδειξης ειδικής ζημιάς δυνάμει του άρθρου 7 του Κεφ.
  4. Τούτο όμως δεν ισχύει αν το δημοσίευμα πλήττει την αξιοπιστία και υπόληψη τους σε σχέση με την διεξαγωγή των εμπορικών ή άλλων δραστηριοτήτων τους σε βαθμό που η δυσφήμηση να στοιχειοθετεί ταυτόχρονα και επιζήμια ψευδολογία βλέπε I.C.P. (Cyprus) Ltd v. Times Newspapers Ltd and other
(1972)4 J.S.C. 455 και Bullen & Leake & Jacobs Precedents of Pleadings 33η έκδοση σελ. 621. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει η επιζήμια ψευδολογία να εμπίπτει στις περιπτώσεις του άρθρου 25 εδάφιο 2 του Κεφ. 148 για τις οποίες δεν απαιτείται απόδειξη ειδικής ζημιάς. Το άρθρο 7 του Κεφ. 148 προνοεί: «Οργανισμός με νομική προσωπικότητα δεν λαμβάνει αποζημίωση σε σχέση με αστικό αδίκημα εκτός αν εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά. Το άρθρο 25 του Κεφ. 148 έχει ως ακολούθως: Εδάφιο
(1)Επιζήμια ψευδολογία συνίσταται στην κακόβουλη δημοσίευση ψευδούς δήλωσης προφορικά ή άλλως πως που αφορά (α) Το επάγγελμα, το επιτήδευμα, την εργασία, ενασχόληση ή τη θέση άλλου ή (β) τα αγαθά άλλου ή (γ) τον τίτλο κυριότητας άλλου: Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), κανένας δεν τυγχάνει αποζημίωσης για επιζήμια ψευδολογία, εκτός αν εξαιτίας αυτής υπέστη ειδική ζημιά.
(2)Σε αγωγή βάση του εδαφίου
(1), δεν επιβάλλεται ο ισχυρισμός ή η απόδειξη ειδικής ζημιάς (α) αν οι λέξεις επί των οποίων στηρίζεται η αγωγή σκοπεύουν να προκαλέσουν στον ενάγοντα απώλεια αποτιμητή σε χρήμα και δημοσιεύονται εγγράφως ή με οποιοδήποτε άλλο πάγιο τρόπο ή (β) αν οι πιο πάνω λέξεις σκοπεύουν να προκαλέσουν στον ενάγοντα απώλεια αποτιμητή σε χρήμα σε σχέση με οποιαδήποτε θέση την οποία αυτός κατέχει ή επάγγελμα, ενασχόληση, επιτήδευμα ή εργασία η οποία ασκείται από αυτόν κατά το χρόνο της δημοσίευσης
(3)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού «δημοσίευση» έχει την έννοια την οποία απέδωσε στον όρο αυτό το άρθρο 18 σε αναφορά με δυσφημιστικό δημοσίευμα. Για να στοιχειοθετηθεί το αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας, χρειάζεται να αποδειχθεί (α) η δημοσίευση (β) η οποία να είναι ψευδής (γ) να έγινε κακόβουλα και (δ) η ύπαρξη ειδικής ζημιάς εκτός των περιπτώσεων που αναφέρονται στο εδάφιο 2 του άρθρου 25 του Κεφ. 148. Η επιζήμια ψευδολογία είναι μια ψευδής δήλωση που αναφέρεται για κάποιο άλλο πρόσωπο η οποία δεν επηρεάζει την υπόληψη του αλλά όμως του προκαλεί ζημία στα εμπορικά του συμφέροντα. Στην υπόθεση Shophocles S. Soteriades v. Andrew Gites
(1965)1 C.L.R. 71 o εναγόμενος έστειλε σε διάφορα πρόσωπα μια εγκύκλιο επιστολή που άρχιζε ως εξής: «Ως γνωρίζετε ο Littlewoods ηγόρασε του Σιέρμανς και τώρα το κουπόνι Σιέρμανς έπαυσε να εκδίδεται αλλά συμπεριλαμβάνεται εις το κουπόνι των Littlewoods. Οι Διευθυνταί του οίκου Littlewoods οίτινες μας επισκέφθησαν προ μηνός, αναγνωρίσαντες την τιμία και σημαντική εργασίαν του γραφείου μου, με εδιόρισαν ως κύριον αντιπρόσωπον των» Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή για δυσφήμηση αλλά δέχθηκε ότι αποδείχθηκε η αγωγή για επιζήμια ψευδολογία και εξέδωσε απόφαση εναντίον του εναγομένου για αποζημιώσεις εκ Λ.Κ.150. Στην έφεση που υπέβαλε ο εναγόμενος, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση για τους εξής λόγους: (α) Διότι τα γεγονότα ήσαν τέτοια που δεν ήταν σαφές ότι το λεκτικό μιας εγκυκλίου επιστολής που εξέδωσε ο εναγόμενος και το οποίο έδωσε την αφορμή για την αγωγή, ήταν ψευδές και (β) κι΄ αν ακόμα ήταν ψευδές, δεν υπήρχε μαρτυρία που να δείχνει ότι ο εναγόμενος ενήργησε κακόβουλα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, κι΄ αν ακόμα δεχθεί το Δικαστήριο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 25
(1)του Κεφ. 148 (α), (β) και (γ) όπως τις κατέγραψα ανωτέρω δεν έχει αποδειχθεί η τέταρτη (δ) προϋπόθεση ήτοι η ειδική ζημιά αφού καμία μαρτυρία δεν υπάρχει προς τούτο που να αποδεικνύει ότι μη διορισμός των εναγόντων ως Ε.Σ.Ε. ήταν εξ αιτίας αυτής της επιστολής. Η νεφελώδης αναφορά του ότι κάποιοι αρμόδιοι του είπαν ότι δεν τους διόρισαν ως Ε.Σ.Ε. το 2007 για να μην γίνουν τα ίδια, χωρίς να αναφέρει τουλάχιστον το όνομα τους δεν αποτελεί ικανοποιητική μαρτυρία για απόδειξη τούτου του γεγονότος. Επίσης σε σχέση με άλλες αναφορές του στην ένορκη δήλωση τίποτε το συγκεκριμένο δεν αναφέρεται. Εάν πάλι το συσχετίζουν με το άρθρο 25
(2)τούτο και πάλι δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί αφού ο ίδιος ο ενάγοντας 2 στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι κανένα οικονομικό κέρδος δεν είχαν από τον διορισμό τους ως Ε.Σ.Ε. Εάν το συσχετίζουν με άλλες αναφορές της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα 2 σε καμία δεν αναφέρεται συγκεκριμένα τι οικονομικό κέρδος απώλεσαν. Τέλος να αναφέρω ότι η Ε/Α καταχωρήθηκε στις 10.11.05 και όποια γεγονότα, σε σχέση με ζημιά, προέκυψαν μετά την ημερομηνία αυτή, δεν καλύπτονται από τις έγγραφες προτάσεις της Ε/Α. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ειδική ζημία και η επιζήμια ψευδολογία εναντίον της ενάγουσας 1 και ως εκ τούτου δεν δικαιούται σε αποζημιώσεις. Κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι το δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό και ούτε πλήττει την φήμη, την υπόληψη και το ήθος των εναγόντων και προπαντός ότι εκτέθηκαν σε γενικό μίσος, ειρωνεία, περιφρόνηση και χλευασμό όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας 2 στην ένορκη δήλωση του. Θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται το δημοσίευμα και τα άλλα προς τα οποία ήθελε να κοινοποιηθεί, άσχετα από το εύρημα του Δικαστηρίου που πιο πάνω αναφέρεται ότι το μόνο πρόσωπο που αποδείχθηκε ότι το παρέλαβε ήταν ο Διευθυντής του Ι.Τ.Κ. ο οποίος δεν έγινε πιστευτός, είναι όλα πρόσωπα εξουσίας που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχουν λόγο για τα δρώμενα με το συγκεκριμένο ζήτημα. Επομένως κρίνω με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα δύο (β) και (γ) στοιχεία, όπως τα καθόρισα ανωτέρω, του αστικού αδικήματος της δυσφήμησης και όσον αφορά την επιζήμια ψευδολογία που αφορά την ενάγουσα 1 το τέταρτο (δ) συστατικό στοιχείο όπως το καθόρισα ανωτέρω και ως εκ τούτου οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να αποδείξουν την υπόθεση τους και θα πρέπει να απορριφθεί. Προς πληρότητα της απόφασης θα προχωρήσω να υπολογίσω τις αποζημιώσεις που θα εδικαιούντο οι ενάγοντες εάν επιτύγχαναν στις αγωγές τους. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Ο λίβελος είναι ένα από τα αστικά αδικήματα στα οποία ο Ενάγων (φυσικό πρόσωπο) δικαιούται αποζημιώσεις άσχετα με το εάν έχει αποδείξει ή όχι πραγματική ζημιά. Γι΄ αυτό δε και στις κατάλληλες περιπτώσεις, όταν ζητείται απαγορευτικό διάταγμα, εφ΄ όσον ενδείκνυται εκδίδεται ούτως ώστε να παύσει ο Εναγόμενος να ασχολείται με τον Ενάγοντα. Η επιδίκαση αποζημιώσεως στα πλαίσια λιβέλου δεν είναι εύκολο έργο, τουναντίον, θα έλεγα ότι είναι δύσκολο έργο αφού η αποκατάσταση της υπόληψης και της τιμής του προσώπου θα πρέπει να επέλθει δια μέσου του χρήματος. Η δικηγόρος των εναγόντων με επίκληση αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου εισηγήθηκε ότι η αποζημίωση θα πρέπει να είναι του ύψους των €20.000. Θα αναφερθώ σε αποφάσεις που το δημοσίευμα έγινε σε εφημερίδες όπου τα πρόσωπα που λαμβάνουν γνώση είναι πάρα πολλά για να καταδειχθεί ότι το ποσό που εισηγείται η κα Αμερικάνου είναι εξωπραγματικό. Οι αρχές αποζημιώσεων έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μεταξύ αυτών και οι υποθέσεις P. Cacoyiannis v. Kyrou
(1976)12 J.S.C. 1883, Constantinides v. Koureas
(1978)1 C.L.R. 139, General Press v. Christofides
(1981)1 CLR 190, Glafx v. Loizia
(1984)1 CLR 729 και Cacogiannis v. Papadopoulos CLR Vol. XVIII 205. Στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική εταιρεία Λτδ ν. Ανδρέα Νικολάου
(1993)1 ΑΑΔ σελ. 285, όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η απολογία που έγινε στο Δικαστήριο και μετά την εγκατάλειψη των υπερασπίσεων της αλήθειας του γεγονότος, του εντίμου σχολίου και ότι το δημοσίευμα δεν αναφέρετο στον Ενάγοντα, δεν ήταν άνευ όρων ούτε συνιστούσε ανάκληση, επικροτήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η απολογία έχει ως σκοπό να αμβλύνει τα τρωθέντα αισθήματα του δυσφημισθέντος και να επανορθώσει σ΄ όποιο βαθμό είναι δυνατό τη ζημιά που προκλήθηκε με το δυσφημιστικό δημοσίευμα στην υπόληψη του Ενάγοντα και να αποκαταστήσει τη φήμη του στον κοινωνικό χώρο. Στην περίπτωση μας δεν υπήρχε απολογία εκ μέρους του Εναγομένου. Στην υπόθεση Ηνωμένοι Δημοσιογράφοι Δίας Λτδ και άλλοι ν. Σταύρου Ναθαναήλ
(1993)1 ΑΑΔ 893 το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την πρωτόδικη απόφαση στην οποία αναφέρετο ότι ελήφθη υπόψη στην επιδίκαση αποζημιώσεων, η αυξημένη εκτίμηση της υπόληψης που έχει σήμερα ο πολίτης στην κοινωνία. Στην υπόθεση «ΑΛΗΘΕΙΑ» ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ΚΑΙ ΑΛΛΗ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη ως παράγοντες περιοριστικούς στο ύψος των αποζημιώσεων ότι οι εφεσείουσες προσφέρθηκαν σε απολογία σε περίπτωση καταδίκης από το Δικαστήριο και δεύτερο πως ο Ενάγων δεν απέδειξε και ούτε υπέστη καμία ζημιά στη σταδιοδρομία του ή οτιδήποτε άλλο. Το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε την πιο πάνω καθοδήγηση και στις δύο περιπτώσεις, λανθασμένη, και ανάφερε για τη δεύτερη περίπτωση που μας ενδιαφέρει ότι δεν απαιτείται να επέλθει πράγματι αυτό το είδος της βλάβης. Επανέλαβε δε ότι αντικείμενο της δικαστικής προστασίας είναι η προσωπικότητα και η αξία του ανθρώπου παραπέμποντας στην υπόθεση Ναθαναήλ ανωτέρω. Στην υπόθεση Λεωνίδα ανωτέρω έγινε και αναφορά ότι το δημοσίευμα δεν ήταν σε περίοπτη θέση στην πρώτη σελίδα αλλά σε εσωτερική σελίδα. Συνάμα όμως αναφέρει τα εξής: «Η εφημερίδα όμως αυτή έχει παγκύπρια κυκλοφορία. Η κατηγορία που εκτοξεύθηκε κατά του Ενάγοντα είναι από τις πιο σοβαρές. Και την κάμνει ακόμη πιο σοβαρή η ιδιότητα που είχε ο Ενάγων. Είναι από τις περιπτώσεις που το δημοσίευμα προκαλεί βαθύ ρήγμα στην τιμή και υπόληψη ενός ανθρώπου. Ας σημειωθεί πως ο εφεσίβλητος ήταν ευρύτατα γνωστός γιατί εκτός από αξιωματικός της αστυνομίας υπήρξε και πρωταθλητής της σφαιροβολίας». Η αποζημίωση αυξήθηκε από Λ.Κ.600 σε Λ.Κ.2.000. Σχετικοί παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος των αποζημιώσεων είναι μεταξύ άλλων,
(1)ότι η δυσφημιστική δήλωση έγινε υπό μορφή επανάληψης,
(2)έγινε αναφορά στην πηγή της και ο δηλώσας πίστευε στην αλήθεια της,
(3)η θέση του Ενάγοντα στην κοινωνία,
(4)η έκταση και η μορφή του δημοσιεύματος,
(5)η γενικότερη συμπεριφορά του Εναγομένου πριν και μετά την δυσφήμιση,
(6)ο τρόπος διεξαγωγής της υπεράσπισης,
(7)η τυχόν απολογία,
(8)η πρόκληση ειδικών ζημιών,
(9)η αποτυχία υπεράσπισης της αλήθειας (βλ. ICP (Cyprus) Ltd v. Times Newspapers Ltd and anothers
(1972)4 J.S.C. 455, Φαλκονέττι και Cacoyianni ανωτέρω. Στην υπόθεση Αλέκου Κωνσταντινίδη και άλλων ν. Τάσσος Παπαδόπουλος,
(1999)1(Β) ΑΑΔ 922 που κάνει αναφορά στην υπόθεση Ναθαναήλ και καταγράφει σχετικό απόσπασμα απ΄ αυτή για την υπόληψη του πολίτη αναφέρει και τα πιο κάτω: «Στην υπόθεση που εξετάζουμε έναν σημαίνον στέλεχος της δημόσιας ζωής του τόπου λοιδορήθηκε και χλευάστηκε με αχαρακτήριστη κακοήθεια και χυδαιότητα, που προκαλεί αποστροφή. Τέτοιου είδους τραυματισμούς της ψυχής, του ήθους και της υπόληψης του πολίτη πρέπει να βρίσκει αντιμέτωπο το νόμο, στην πλήρη του έκταση για να αποκατασταθεί και εμπεδωθεί η δικαιοσύνη». Αύξησε δε το ποσό των αποζημιώσεων από Λ.Κ.12.000 σε Λ.Κ.20.
  1. Σχετική της αντίκρυσης του θέματος των αποζημιώσεων είναι και η υπόθεση Στυλιανού Παπαδόπουλου ν. Χριστοδούλου Γιάλλουρου, Πολ. Έφ. 10599 ημερ. 14.05.01, και η υπόθεση Μιχάλη Ατταλίδη ν. Χρίστος Ροδούλης, Πολ. Έφ. 10897 ημερ. 21.06.
  2. Στην υπόθεση Λάζαρου Μαύρου ανωτέρω το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε ότι το ποσό των Λ.Κ.4.000 που επιδικάσθηκε υπέρ κάθε εφεσίβλητου ήταν πολύ χαμηλό και εάν κατεχωρείτο αντέφεση θα το πολλαπλασίαζε. Λέχθηκε δε και τούτο στις τελευταίες γραμμές της τελευταίας σελίδας της απόφασης: «Δεν είναι αποδεκτό να κηλιδώνεται ελαφρά τη καρδιά η υπόληψη κάποιου και ο αδικοπραγών να μην αισθάνεται στο τέλος τις συνέπειες της πράξης του». Στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ και άλλου ν. Ανδρέα Αλωνεύτη
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1863 μπορεί να δόθηκε αποζημίωση εκ Λ.Κ.30.000 και Λ.Κ.5.000 υπό μορφή τιμωρητικών αποζημιώσεων που επιδίκασε το πρωτόδικο Δικαστήριο επικυρώθηκε αλλά εκεί υπήρχαν ιδιαίτερες περιστάσεις. Ο ενάγων 2 είναι διπλωματούχος Μηχανικός Μετάλλων - Μεταλλουργός του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και αναγορεύτηκε σε διδάκτορα Μηχανικό. Μέχρι το 2000 ήταν Λειτουργός Α στο ίδρυμα Τεχνολογίας Κύπρου. Δημοσίευσε στον Τύπο, άρθρα και εργασίες. Το δημοσίευμα δεν είναι ακραίο και απεστάλη και έλαβαν γνώση μόνο δύο
(2)πρόσωπα ως εξάγεται από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία από τον Πανίκο Πούρο για την κρίση του για την υπόληψη και την αξιοπρέπεια του Ενάγοντα μετά που διάβασε την επιστολή. Ο κύριος Κώστας Κονή, δεν έγινε πιστευτός και θεωρήθηκε από το Δικαστήριο ότι προέβη στην ένορκη δήλωση του για να βοηθήσει τους ενάγοντες. Εν πάση περιπτώση από την ένορκη δήλωση του φαίνεται απλά ότι δημιουργήθηκε σ΄ αυτόν απλά αμφιβολία για τις ικανότητες, τον επαγγελματισμό και το ήθος των εναγόντων και τίποτε περισσότερο. Αφού έλαβα υπόψη μου τις αρχές που διέπουν το θέμα των αποζημιώσεων, τις παραμέτρους και τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου όπως παρουσιάσθηκαν και ανέλυσα αμέσως πιο πάνω, κρίνω ότι το ποσό των €500 είναι δίκαια και εύλογη αποζημίωση για τον ενάγοντα 2. Οι ενάγοντες ζητούν με την αξίωση τους τιμωρητικές ή παραδειγματικές (exemplary) αποζημιώσεις λόγω της σοβαρότητας του περιεχομένου του λιβελογραφήματος. Η συνήγορος των Εναγόντων δεν ενδιέτριψε επί της αξίωσης αυτής και θεωρώ ότι εγκαταλείφθηκε η αξίωση αυτή εκ μέρους των Εναγόντων. Αλλά και αν θεωρήσω ότι εξακολουθεί να βρίσκεται υπό κρίση για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω και χωρίς να κρίνω αναγκαίο ότι θα πρέπει να παραθέσω τις αρχές επί του θέματος αυτού, δηλαδή των τιμωρητικών και παραδειγματικών αποζημιώσεων, κρίνω ότι η συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι μία απ΄ αυτές (βλ. Παπακόκκινου ν. Κάνθερ
(1982)1 ΑΑΔ 65, 74-79 και Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.α. ν. Ανδρέα Αλωνεύτη
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1863. Επομένως θα απέρριπτα αυτή την αξίωση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους όπως προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η αγωγή των Εναγόντων 1 και 2 δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπογρ.). ........ N. Γερολέμου, E.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.