← Κύπρος

Ανδρέα Σαρρή ν. Ανδρέα Καλλέγια κ.α., Αρ. Αγωγής: 4730/03, 7 Μαΐου 2008

Ανδρέα Σαρρή ν. Ανδρέα Καλλέγια κ.α., Αρ. Αγωγής: 4730/03, 7 Μαΐου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4730/03 Μεταξύ: Ανδρέα Σαρρή Ενάγοντος -και-

  1. Ανδρέα Καλλέγια
  2. Δομνίκης Παπανικολάου
  3. Μαρίας Μορφάκη Εναγομένων ____________________ Ημερομηνία: 7 Μαΐου 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Η κα Μ. Μικελλίδου. Για τους Εναγόμενους: Ο κ. Α. Ποιητής. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον των εναγομένων ποσό Λ.Κ.50.000 ως αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστη λόγω του δόλου και / ή ψευδών παραστάσεων και / ή της συνομωσίας και συμπεριφοράς των εναγομένων και / ή της κλοπής και / ή οικειοποίησης των περιουσιακών του στοιχείων και του αποκλεισμού του από την κατοχή, χρήση, διαχείριση και εκμετάλλευση της επιχείρησης της μπυραρίας και την παράνομη έξωση του από αυτήν. Περαιτέρω, αξιώνει το πιο πάνω ποσό λόγω της παράβασης της συμφωνίας ενοικίασης της εναγόμενης 3 με τον ενάγοντα και τον εναγόμενο 1 και / ή λόγω της παράβασης της συμφωνίας συνδιαχείρισης της μπυραρίας από τον εναγόμενο
  4. Αξιώνει επίσης τιμωρητικές αποζημιώσεις, τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α.. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης ο εναγόμενος 1 διατηρούσε επιχείρηση μπυραρίας στο δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας, Ακίνητα Μορφάκη, κατάστημα 3, το οποίο ενοικίαζε από την εναγόμενη 3, ιδιοκτήτρια. Η εναγόμενη 2 ήταν φίλη και / ή μνηστή και / ή σύζυγος του εναγόμενου
  5. Δυνάμει συμφωνίας που έγινε κατά ή περί την 12.11.1993 μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1, με την πλήρη γνώση και συγκατάθεση της εναγόμενης 3, ο ενάγοντας ανέλαβε εξ ολοκλήρου τη διαχείριση της επιχείρησης της μπυραρίας του εναγόμενου
  6. Σε αντάλλαγμα της ανάληψης της διαχείρισης της επιχείρησης της μπυραρίας και της κατοχής του καταστήματος στο οποίο στεγαζόταν αυτή, ο ενάγοντας ανέλαβε να πληρώνει στον εναγόμενο 1 το ποσό των Λ.Κ.400,00 μηνιαία και στην εναγόμενη 3 το ποσό των Λ.Κ.500,00 μηνιαία ως ενοίκιο. Ο ενάγοντας παρέλαβε την κατοχή και ανέλαβε τη διαχείριση της μπυραρίας και πλήρωνε κανονικά τον εναγόμενο 1 και την εναγόμενη 3 τα πιο πάνω ποσά. Κατά ή περί τον Νοέμβριο 1994 συμφωνήθηκε μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1, με την πλήρη γνώση και συγκατάθεση της εναγόμενης 3, όπως διαχειριστούν από κοινού την μπυραρία υπό μορφή επιχείρησης κοινών συμφερόντων και / ή άτυπου συνεταιρισμού και / ή συνδιαχείρισης. Υπεύθυνος για την τήρηση των λογαριασμών και τις πληρωμές ήταν ο εναγόμενος
  7. Προς εκτέλεση της συμφωνίας αυτής ο ενάγοντας θα κατέβαλλε στον εναγόμενο 1 Λ.Κ.200,00 το μήνα ως δικαίωμα συνδιαχείρισης της επιχείρησης της μπυραρίας και επιπλέον το ποσό του ενοικίου που του αναλογούσε, πράγμα που έπραττε. Κατά ή περί τον Νοέμβριο 1995 ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 1 συμφώνησαν όπως ο ενάγοντας γίνει συνιδιοκτήτης των περιουσιακών στοιχείων και της επιχείρησης της μπυραρίας κατά το ήμισυ μαζί με τον εναγόμενο 1, αντί του συμφωνηθέντος ποσού των Λ.Κ.13.000,00 το οποίο ο ενάγοντας κατέβαλε πλήρως προς τον εναγόμενο
  8. Ο ενάγοντας, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, κατέστη συνιδιοκτήτης στα περιουσιακά στοιχεία της μπυραρίας που περιγράφονται στην παράγραφο 10 της έκθεσης απαίτησης. Στη συνέχεια ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 1 συμφώνησαν προφορικά με την εναγόμενη 3 να ενοικιάσουν και ενοικίασαν το διπλανό κατάστημα της μπυραρίας με αριθμό 4 για σκοπούς επέκτασης και ανακαίνισης της. Κατά ή περί τον Ιούνιο 1996 υπέγραψαν με την εναγόμενη 3 ενοικιαστήριο έγγραφο για την ενοικίαση των καταστημάτων 3 και 4 μέχρι το έτος
  9. Σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ Νοεμβρίου 1995 και Μαΐου 1997 ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 1 προέβησαν σε ανακαινίσεις της μπυραρίας πληρώνοντας από μισά το συνολικό ποσό των Λ.Κ.21.581,70 σεντ, δηλαδή από Λ.Κ.10.790,
  10. Επίσης προέβησαν στην αγορά του επιπρόσθετου εξοπλισμού και / ή επίπλων και / ή συσκευών αντί του συνολικού ποσού των Λ.Κ.12.107,00 σεντ για την εξασφάλιση του οποίου ο ενάγοντας πλήρωσε το ποσό των Λ.Κ.6.053,50 σεντ για το μερίδιο της συνιδιοκτησίας του. Ο πιο πάνω εξοπλισμός περιγράφεται στην παράγραφο 13 της έκθεσης απαίτησης. Η επιχείρηση της μπυραρίας ήταν κερδοφόρα και ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 1 λάμβαναν μηνιαίο μισθό εκτός από το κέρδος που αναλογούσε στον καθένα τους. Κατά ή περί τον Απρίλιο 1997 ο εναγόμενος 1 άρχισε να αναμιγνύει την εναγόμενη 2 στη λειτουργία της μπυραρίας και να δημιουργεί προβλήματα στις σχέσεις και τη συνεργασία του με τον ενάγοντα. Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο 1997 ο εναγόμενος 1, χωρίς τη γνώση και / ή τη συγκατάθεση του ενάγοντα και χωρίς οποιοδήποτε δικαίωμα και / ή παράνομα, παρέδωσε στην εναγόμενη 3 τα κλειδιά και την κατοχή της μπυραρίας μαζί με όλα τα περιουσιακά της στοιχεία, τα μισά των οποίων ανήκαν στον ενάγοντα. Η εναγόμενη 3 προέβη σε αλλαγή των κλειδαριών της μπυραρίας και κατά ή περί την 10.9.1997 προέβη σε ενοικίαση της μπυραρίας στην εναγόμενη 2, η οποία συνέχισε τη λειτουργία της επιχείρησης της μπυραρίας από κοινού και / ή σε συνεργασία με τον εναγόμενο 1, παρά τις καταγγελίες και τις διαμαρτυρίες του ενάγοντα. Ο ενάγοντας πλήρωσε συνολικά για τον εξοπλισμό και τις ανακαινίσεις και γενικά για να γίνει συνιδιοκτήτης της μπυραρίας το ποσό των Λ.Κ.29.844,35 μαζί δε με τον αέρα, την καλή φήμη και πελατεία (goodwill) η αξία του μεριδίου του ενάγοντα και / ή των περιουσιακών του στοιχείων και / ή της συνιδιοκτησίας του στην επίδικη μπυραρία κατά τον ουσιώδη χρόνο ξεπερνούσαν το πόσο των Λ.Κ.50.000 σεντ. Είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 1 άρχισε να δημιουργεί προβλήματα στις σχέσεις του με τον ενάγοντα με στόχο την υφαρπαγή των περιουσιακών στοιχείων και της επιχείρησης της μπυραρίας από τον ενάγοντα και προς τούτο συνεργάστηκε με τις εναγόμενες 2 και
  11. Στην παράγραφο 21 της έκθεσης απαίτησης του ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 1 και οι εναγόμενες 2 και 3 «από κοινού και / ή εκάτερος τούτων μετήλθαν δόλο και / ή ψευδείς παραστάσεις και / ή συνόμωσαν μεταξύ τους με σκοπό να καταδολιεύσουν τον ενάγοντα προκαλώντας του ζημιά για δικό τους όφελος.» Οι λεπτομέρειες δόλου και ψευδών παραστάσεων φαίνονται στην παράγραφο
  12. Ενόψει των πιο πάνω ο ενάγοντας ζήμιωσε, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης Λ.Κ.50.000 τουλάχιστον και οι εναγόμενοι 1 - 3 καρπώθηκαν το ποσό αυτό και / ή κατέστησαν κατά το ποσό αυτό πλουσιότεροι σε βάρος του ενάγοντα χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα και ή για αντάλλαγμα που δεν πραγματοποιήθηκε ή που έληξε πρόωρα. Περαιτέρω, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι εζημίωσε κατά το πιο πάνω ποσό των Λ.Κ.50.000,00 σεντ ένεκα της εκ μέρους της εναγόμενης 3 παράβασης της συμφωνίας ενοικίασης με τον ενάγοντα και τον εναγόμενο 1 και / ή ένεκα της παράνομης έξωσης του από την εναγόμενη 3 και / ή ένεκα της παράβασης της συμφωνίας συνδιαχείρισης της μπυραρίας από τον εναγόμενο
  13. Στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση τους οι εναγόμενοι ήγειραν προδικαστική ένσταση ότι η υπόθεση δεν μπορούσε να προχωρήσει γιατί καλύπτετο από δεδικασμένο. Το παρών Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 8.5.2007 απόρριψε την εν λόγω προδικαστική ένσταση. Οι εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται ότι η αρχική συμφωνία 12.11.1993 περιήλθε σε γνώση της εναγόμενης 3 την οποία συνέχιζε να πληρώνει ο εναγόμενος
  14. Αρνούνται δε ότι ο ενάγοντας ανέλαβε να πληρώνει τα ποσά της έκθεσης απαίτησης στους εναγομένους 1 και
  15. Οι εναγόμενοι αρνούνται επίσης ότι συμφωνήθηκε η από κοινού διαχείριση της μπυραρίας υπό μορφή άτυπου συνεταιρισμού, ότι ο ενάγοντας θα κατέβαλλε δικαίωμα διαχείρισης και ποσό ενοικίου και ότι θα γινόταν συνιδιοκτήτης της επιχείρησης και των περιουσιακών στοιχείων με την καταβολή Λ.Κ.13.
  16. Ισχυρίζονται ότι ο συνεταιρισμός δεν ενεγράφη και η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει, ότι συμφωνία ενοικίασης πέραν του ενός χρόνου που δεν είναι γραπτή είναι άκυρη και ο ενάγοντας δεν μπορεί να έχει δικαίωμα επί οποιωνδήποτε αντικειμένων. Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι ο ενάγοντας κατέβαλε τα μισά λεφτά της ανακαίνισης και πρόσθετου εξοπλισμού η οποιαδήποτε άλλα ποσά. Αρνούνται δε ότι κατέβαλε τις Λ.Κ.13.
  17. Ισχυρίζονται ότι ο συνεταιρισμός χρωστούσε πολλά ενοίκια στην εναγόμενη 3 γι΄ αυτό ο εναγόμενος 1 και ο ενάγων συμφώνησαν μεταξύ τους να παραδοθεί η κατοχή του υποστατικού στην 3ην εναγόμενη για να μη δημιουργηθούν περισσότερα έξοδα. Οι εναγόμενοι αρνούνται τις παραγράφους 20 και 21 της εκθέσεως απαιτήσεως και αρνούνται ότι προέβησαν σε δόλο ή ψευδείς παραστάσεις όπως ισχυρίζεται ο ενάγων ή με οιονδήποτε τρόπο. Αρνούνται επίσης τις ισχυριζόμενες ή οποιεσδήποτε ζημιές του ενάγοντα. Ο εναγόμενος 1 αξιώνει ανταπαιτητικά Λ.Κ.13.669,47 (50% του καταβληθέντος ποσού) στο κατάστημα που δεν είναι πλέον δικό του, Λ.Κ.8.000 που έχουν καταβληθεί στην 3ην εναγόμενη ως ενοίκια, νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α.. Η εναγόμενη 3 στην έκθεση υπεράσπισης της αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με τον ενάγοντα. Το ενοίκιο το παραλάμβανε από τον εναγόμενο 1 ως μοναδικό ενοικιαστή της. Επειδή καθυστερούσε αρκετά ενοίκια αποδέχθηκε Λ.Κ.8.000 για εξόφληση όλων των καθυστερημένων αφού δε παράδωσε τα κλειδιά, συνήψαν άλλη συμφωνία με την εναγόμενη
  18. Περαιτέρω, αρνείται ότι προέβη σε δόλο ή ψευδείς παραστάσεις «όπως ισχυρίζεται ο ενάγων ή με οποιοδήποτε τρόπο». Αξιώνει δε ανταπαιτητικά δήλωση του Δικαστηρίου ότι «η αναφερόμενη συμφωνία ενοικίασης είναι άκυρη», νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α.. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο ενάγοντας, Μ.Ε.
  19. Γνώρισε τον εναγόμενο 1 το καλοκαίρι του
  20. Ο εναγόμενος 1 ήταν ιδιοκτήτης της μπυραρίας «Whispers». Επειδή ο ενοικιαστής του θα έφευγε γύρευε ενοικιαστή για την μπυραρία. Συμφώνησαν προφορικά να ενοικιάσει την μπυραρία για 4 χρόνια, στις 12.11.
  21. Ιδιοκτήτης του καταστήματος 3, ακίνητα Μορφάκη στο οποίο στεγαζόταν η μπυραρία, ήταν η εναγόμενη
  22. Την γνώρισε και της ανέφερε πως θα της πλήρωνε ο ίδιος το ενοίκιο και για ποιο λόγο. Η συμφωνία ήταν για Λ.Κ.400 μηνιαίως στον εναγόμενο 1 για την επιχείρηση και Λ.Κ.500 στην εναγόμενη
  23. Πλήρωνε την τελευταία με επιταγές δικές του και του έβγαζε απόδειξη επ΄ ονόματι του. Μετά τον πρώτο χρόνο, δηλαδή τον Οκτώβριο του 1994, ο εναγόμενος 1 του πρότεινε να μπουν συνέταιροι, να πληρώνει δηλαδή το 50% της επιχείρησης στον εναγόμενο 1 (Λ.Κ.200) και από κοινού το ενοίκιο στην εναγόμενη
  24. Η εναγόμενη 3 ενημερώθηκε σχετικά. Με την έναρξη της συνεργασίας άνοιξαν κοινό λογαριασμό στο Νέο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Κάτω Βαρωσίων Λτδ. Κατέθεσε καταστάσεις λογαριασμών ημερομηνίας 19.11.1997 ως Τεκμήριο
  25. Κατέθεσε, επίσης αντίγραφο της πρώτης σελίδας φορολογικής δήλωσης ως Τεκμήριο 2 για να υποστηρίξει τη θέση του ότι «γράφτηκαν μαζί στο Φ.Π.Α.». Πριν το τέλος του 1995, τον Οκτώβριο, ο εναγόμενος 1 του ζήτησε «να μπει συνιδιοκτήτης». Του έφερε στοιχεία και του έγραψε τι περιείχε η επιχείρηση και την αξία των υλικών (Τεκμήριο 3) και συμφώνησαν να του δώσει ο ενάγοντας Λ.Κ.13.000 για να είναι συνέταιροι και συνιδιοκτήτες κατά το ήμισυ. Τις Λ.Κ.13.000 τις ξόφλησε με επιταγή στο όνομα του, Λ.Κ.12.969,47 (Τεκμήριο 4). Από το εν λόγω ποσό οι Λ.Κ.9.969 πήγαν στον κοινό λογαριασμό και οι Λ.Κ.3.000 στου εναγόμενου
  26. Με βάση τους υπολογισμούς του με τα μισά λεφτά στον κοινό λογαριασμό, δηλαδή Λ.Κ.4.500 συν τις Λ.Κ.3.000 που δόθηκαν στον εναγόμενο 1 συν Λ.Κ.4.800 που του χρωστούσε ο εναγόμενος 1 συν Λ.Κ.1.200 που πλήρωσε το σύστημα μουσικής με επιταγή δική του έχει ξοφλήσει τον εναγόμενο
  27. Όταν έγινε ο άτυπος συνεταιρισμός συμφώνησαν με την εναγομένη 3 να νοικιάσουν και το κατάστημα 4 για Λ.Κ.
  28. Έκλεισαν το κατάστημα και άρχισαν ανακαίνιση. Κατέθεσε ενδεικτικά το Τεκμήριο 5, απόδειξη για το Δεκέμβριο
  29. Τα λεφτά του ταμείου τα κρατούσε ο εναγόμενος
  30. Συνολικά οι ανακαινίσεις κόστισαν Λ.Κ.21.200 περίπου. Κατέθεσε αποδείξεις και τιμολόγια για ξυλουργικές εργασίες, άνθη, μπόγιες, υλικά οικοδομής, είδη υγιεινής, Τεκμήρια 6 - 27 και 31 - 40 και τρεις επιταγές Τεκμήρια 28 - 30 τις οποίες πλήρωσε από δικά του λεφτά επειδή «ήρθαν πίσω». Η ανακαίνιση ξεκίνησε στις 12-13.11.95 και διήρκησε μέχρι και πριν τα Χριστούγεννα. Η πρώτη ανακαίνιση κόστισε Λ.Κ.21.500 περίπου ενώ η δεύτερη Λ.Κ.12.000 (έπιπλα). Σε ερώτηση πως πληρωνόταν απάντησε επί λέξει «είχαμε μισθό και τέλος κάθε χρόνου τα μοιράζαμε». Έπαιρναν Λ.Κ.500 ο καθένας. Το ταμείο ήταν χρεωμένο στον εναγόμενο 1 ο οποίος έπαιρνε όσα ήθελε ενώ ο ενάγοντας πληρωνόταν «με κολλούες», δηλαδή, όπως εξήγησε, ο ίδιος δεν είχε πρόσβαση στο ταμείο, ζητούσε από τον εναγόμενο 1 λεφτά και όταν τα έπαιρνε υπέγραφε ένα χαρτί με το όνομα του και το ποσό. Μεταξύ των ετών 1994 - 1995 που έκλεισαν τα βιβλία ο εναγόμενος 1 «έκανε κατάχρηση από τα λεφτά του Λ.Κ.4.800». Η συνεργασία παρουσίασε σοβαρά προβλήματα όταν ο εναγόμενος 1 γνώρισε την εναγόμενη 2, την οποία αρραβωνιάστηκε το 1996, η οποία επενέβαινε στις αποφάσεις της επιχείρησης και δημιουργούσε προβλήματα. Βρήκε πελάτη για να πωλήσει τη μπυραρία του αλλά η εναγόμενη 2 δεν δέχθηκε. Αρχές Αυγούστου ο εναγόμενος 1 του είπε ότι θα έκλεινε τη μπυραρία και ο μάρτυρας διαφώνησε. Την επομένη ο εναγόμενος 1 άλλαξε όλες τις κλειδαριές και ο ενάγοντας δεν μπορούσε να μπει μέσα. Μαζί με το φίλο του έκοψαν τις κλειδωνιές. Ο εναγόμενος 1 κάλεσε Αστυνομία στην οποία ο ενάγοντας έδειξε το συμβόλαιο ενοικίασης. Τα συμβόλαια τα υπέγραψαν τον Μάιο - Ιούνιο 1996 με τον εναγόμενο 1 και την εναγόμενη 3 για τα καταστήματα 3 και 4 για πέντε χρόνια. Το συμβόλαιο δεν το έχει γιατί μαζί με όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας του το πήραν. Αρχές Σεπτεμβρίου 1997 ξαναέκλεισαν την μπυραρία και άλλαξαν κλειδαριές. Παράνομα νοίκιασε η εναγόμενη 3 τα καταστήματα στην εναγόμενη 2 μεταφέροντας τη δική του εγγύηση (Λ.Κ.500) από το ενοικιαστήριο έγγραφο. Ο ίδιος έδωσε προσωπικά συνολικά στην επιχείρηση Λ.Κ.35.000 για το 50%. Η επιχείρηση είχε πάρα πολλή δουλειά και αυτό φαίνεται από τις καταστάσεις που πήρε ο λογιστής του από τις εταιρείες που αγόραζαν ποτά. Κατά το ΄95 - ΄96 με βάση τις αγορές έπρεπε να είχαν Λ.Κ.43.700 καθαρά κέρδη. Η εναγόμενη 3 γνώριζε ότι ήταν συνέταιροι με τον εναγόμενο
  31. Η μπυραρία δεν χρωστούσε πολλά ενοίκια. Ο Δεκέμβριος ΄96 ήταν ξοφλημένος. Η επιχείρηση ήταν κερδοφόρα και πίστευε πως τα ενοίκια ήταν όλα πληρωμένα. Ήρθε στα χέρια του η απόδειξη μέχρι τέλος 12/96 (Τεκμήριο 5). Σε ερώτηση αν η συμφωνία συνιδιοκτησίας και άτυπου συνεταιρισμού ήταν προφορική, απάντησε επί λέξει «όχι δεν ήταν, ήταν και γραπτή κάναμε συμβόλαιο στο γραφείο του κ. Ποιητή κάμαμε συμβόλαιο για από το 1996 - 2000 περίπου τέσσερα χρόνια που ήταν το συμβόλαιο». Σε ερώτηση πότε έγινε η συμφωνία με τον εναγόμενο 1 απάντησε ότι η συμφωνία έγινε στις 12.11.93 και ήταν προφορική για τέσσερα χρόνια και μετά έγινε γραπτώς όπως εξήγησε. Η εναγομένη 3 γνώριζε για το συνεταιρισμό από 12.11.93 μόλις έκαναν τη συμφωνία με τον εναγόμενο
  32. Ο ίδιος την πλήρωνε από δικό του cheque book. Μετά όταν έγιναν συνιδιοκτήτες την πλήρωναν από τον κοινό λογαριασμό. Τους έβγαζε αποδείξεις και στα δύο ονόματα. Σε σχέση με την μπυραρία υπάρχουν και άλλες αποδείξεις τις οποίες δεν τους έδωσε ο λογιστής. Η μπυραρία ήταν κερδοφόρα και με δόλιο τρόπο τον έβγαλαν έξω. Στο σχέδιο ήταν και η εναγόμενη
  33. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο συνεταιρισμός ήταν προφορικός και μετά τον έκαναν και γραπτώς. Τον έγραψαν στο Φ.Π.Α. και άνοιξαν και κοινό λογαριασμό. Δεν τον έγραψαν στον Έφορο Εταιρειών. Σε ερώτηση αν φαίνονται πληρωμές ενοικίων στο Τεκμήριο 1 για το 1997 απάντησε ότι θα φέρει τη Σ.Π.Ε.. Ο ίδιος δεν μπορεί να πει. Σε ερώτηση αν ήθελε να κάνει συμφωνία με ένα άνθρωπο που του πήρε Λ.Κ.4.800 απάντησε θετικά. Το εν λόγω ποσό είναι γραμμένο σε ένα μπλε βιβλίο. Του υποδείχθηκαν οι αποδείξεις: η απόδειξη Τεκμήριο 6 αφορά λεφτά που πλήρωσε με δική του επιταγή. Το Τεκμήριο 7 πληρώθηκε με μετρητά από τη συνεργασία από τον εναγόμενο
  34. Δεν γνωρίζει αν πλήρωσε με δικά του μετρητά ή του συνεταιρισμού. Το Τεκμήριο 14 και 15 δεν τα πλήρωσαν οι ίδιοι. Για τα Τεκμήρια που πληρώθηκαν με επιταγές, π.χ. τα Τεκμήρια 18 και 19 δεν έχει τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού. Τα μετρητά είναι γραμμένα στο βιβλίο. Δέχθηκε υποβολή ότι όπου γράφει «cash» κάνει υπόθεση ότι τα πλήρωνε ο εναγόμενος 1 από τις εισπράξεις στο ταμείο και όπου γράφει επιταγή μπορεί να κοιτάξει στις καταστάσεις λογαριασμού και αυτό ισχύει για όλες τις αποδείξεις. Ο ίδιος έβαλε Λ.Κ.32.000 (το 50% του συνεταιρισμού), δικά του λεφτά. Όταν του ζητήθηκε να δείξει οποιοδήποτε λογαριασμό που να δείχνει ότι αποσύρθηκαν οι Λ.Κ.32.000 είπε ότι ο εναγόμενος 1 του χρωστούσε Λ.Κ.4.800, Λ.Κ.9.000 σε κοινό λογαριασμό, Λ.Κ.3.000 στο όνομα του. Τις Λ.Κ.21.000 τα πλήρωσαν από μισά από την επιχείρηση και μετέπειτα Λ.Κ.12.
  35. Σε ερώτηση οι Λ.Κ.21.000 από ποιο λογαριασμό της επιχείρησης βγήκαν απάντησε ότι πλήρωνε από τον κοινό λογαριασμό. Φαίνονται τα ποσά στην κατάσταση λογαριασμού. Αρνήθηκε πως δεν φαίνονται. Αρνήθηκε υποβολή ότι ουδέποτε ο εναγόμενος 1 του χρωστούσε Λ.Κ.4.
  36. Το ποσό «το είδε» και ο λογιστής. Σε υποβολή ότι ουδέποτε συνάντησε την εναγόμενη 3 απάντησε πως την γνώρισε στις 12.11.93 κατά τη συμφωνία. Σε υποβολή ότι ουδέποτε έκαναν γραπτή συμφωνία απάντησε πως την έκαναν στο γραφείο του συνηγόρου. Για το 1996 με βάση τις αγορές φαίνεται ότι η μπυραρία είχε κέρδος. Στο Τεκμήριο 1 φαίνεται πως το υπόλοιπο είναι χρεωστικό. Μέσα στο 1996 η εταιρεία είχε κέρδος. Οι εισπράξεις ήταν πιστωμένες στον ενάγοντα, τα λεφτά πρέπει να τα κατάθετε. Αν δεν έβαζε τις καταθέσεις στην Τράπεζα θα ήταν πλην (Τεκμήριο 1). Τον προτιθέμενο αγοραστή της επιχείρησης τον παρουσίασε στον εναγόμενο
  37. Αρνήθηκε ότι ουδέποτε υπήρχε. Το Τεκμήριο 42 που είναι επιταγές τους ήταν «refer to drawer», δεν είχαν μέσα. Λεφτά είχε αλλά δεν τα κατάθεσε ο εναγόμενος
  38. Θα τα εξηγήσει ο λογιστής του. Ο Μ.Ε.2 ήταν ο Παύλος Παπακώστας, υπάλληλος στη ΣΠΕ Μακράσυκας από το
  39. Μετά που κλήθηκε να καταθέσει κατατέθηκαν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: Ο ενάγοντας διατηρούσε λογαριασμό στη ΣΠΕ Μακράσυκας από το 1993 μαζί με το Δημήτρη Φωκά. Από αυτό το λογαριασμό έχουν πληρωθεί στο όνομα της Μαρίας Δ. Ηλία, δέκα επιταγές για το ποσό των Λ.Κ.500 η κάθε μια από τις 12.12.93 για κάθε μήνα μέχρι και τις 12.9.94, οι οποίες εξαργυρώνονταν είτε από τη Μαρία Δ. Ηλία είτε από κάποια Φωτούλλα Μορφάκη είτε στην Τράπεζα Κύπρου είτε στη ΣΠΕ Μακράσυκας. Επίσης εξαργυρώθηκε μια επιταγή, ημερομηνίας 25.11.94 πληρωτέα στην ΑΗΚ για Λ.Κ.319,
  40. Ο λογαριασμός έκλεισε το
  41. Οι έντεκα επιταγές της ΣΠΕ Μακράσυκας κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως Τεκμήριο
  42. Ο Μ.Ε.3 ήταν ο Κωστάκης Χαραλάμπους. Το επάγγελμα του είναι οι ξυλουργικές εργασίες. Τέλος του 1995 εργάστηκε στην μπυραρία «Whispers». Γνώριζε ότι ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 1 είναι συνέταιροι. Τον πλήρωσε ο ενάγοντας Λ.Κ.2.500 σε μετρητά. Δεν έχει εντοπίσει την απόδειξη. Αντεξεταζόμενος του υπεβλήθη ότι στις 15.12.95 ο εναγόμενος 1 του έκδωσε επιταγή Λ.Κ.2.500 με αριθμό 34481729 και απάντησε ότι θυμάται ότι τον πλήρωσε μετρητά, Τεκμήριο
  43. «Μπορεί να την άλλαξε την επιταγή και εδώσαν μου τα cash» είπε επί λέξει. Ο ενάγοντας είναι πρώτος ξάδελφος του κουμπάρου του. Ο Μ.Ε.4 ήταν ο Παναγιώτης Λάμπρου, ελαιοχρωματιστής. Με τον ενάγοντα γνωρίζονται από μικροί. Για χατίρι του ενάγοντα μπογιάτισε αφιλοκερδώς την μπυραρία, το 1995, κατά την ανακαίνιση της. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τα οικονομικά της μπυραρίας. Ήταν πάντως πάντα γεμάτη. Ο Μ.Ε.5, Δημήτρης Λεοντίου, είναι φίλος του ενάγοντα και πελάτης της μπυραρίας. Μπογιάτιζε τη μπυραρία αφιλοκερδώς το
  44. Πήγαινε στην μπυραρία τόσο πριν όσο και μετά την ανακαίνιση. Είχε κόσμο πολύ, ήταν σχεδόν γεμάτη. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε πως ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει το φίλο του αλλά είπε την αλήθεια. Ο ίδιος δεν ξέρει αν η μπυραρία ήταν κερδοφόρα, ξέρει πως είχε κόσμο. Ο Μ.Ε.6, Μιχάλης Σταυρίδης, είναι τραπεζικός υπάλληλος στην υπηρεσία «recoveries» της Τράπεζας Κύπρου. Στις 4.12.2005 η Τράπεζα Κύπρου έδωσε δάνειο στον ενάγοντα. Εκδόθηκε επιταγή Λ.Κ.12.969,47 σεντ όνομα του, Τεκμήριο
  45. Σχετικό συμβόλαιο και απόδειξη κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 44 και 45, αντίστοιχα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στις 16.7.98 το χρέος ξοφλήθηκε. Ο Μ.Ε.7, Ανδρέας Γιαννακού, είναι λογιστής - ελεγκτής. Ο ενάγοντας του ανέφερε ότι είχε πρόβλημα με το συνέταιρο του και του ζήτησε τη βοήθεια του. Κανόνισαν συνάντηση γύρω στο Μάιο 1997 όπου γνώρισε τον εναγόμενο
  46. Το πρόβλημα που είχαν ο ενάγοντας με τον εναγόμενο 1 αφορούσε τη διοίκηση της μπυραρίας. Κατέληξαν να κοστολογηθεί η μπυραρία. Θα την αγόραζε ο ένας από τους δύο. Ζήτησε στοιχεία και από τους δύο, έλαβε στοιχεία ως προς το πως πληρώθηκαν τα λεφτά από τον ενάγοντα και πώς έγινε ο συνεταιρισμός. Ο εναγόμενος 1 του παρουσίασε το βιβλίο στο οποίο κατέγραφε τις εισπράξεις και τι πληρωμές. Ο εναγόμενος 1 του είπε ότι ο ενάγοντας είχε να παίρνει Λ.Κ.4.800 από την προηγούμενη συνεργασία. Το ποσό εκείνο παρέμεινε έναντι της συμφωνηθείσας τιμής Λ.Κ.13.
  47. Από δάνειο που έκανε παρέμειναν Λ.Κ.12.969,
  48. Από αυτά κατατέθηκαν Λ.Κ.9.469,47 στην μπυραρία, Λ.Κ.3.000 στον προσωπικό λογαριασμό του εναγόμενου 1 και Λ.Κ.500 στον προσωπικό λογαριασμό του ενάγοντα. Πλήρωσε και Λ.Κ.1.200 μουσικά όργανα. Αυτά τα λεφτά χρησιμοποιούνταν για ανακαίνιση της μπυραρίας. Ζήτησε καταστάσεις λογαριασμού για το κόστος της ανακαίνισης και ο εναγόμενος 1 του παρουσίασε το Τεκμήριο
  49. Ζήτησε μετά τις αποδείξεις από το λογιστή της εταιρείας για να έχει πλήρη εικόνα. Μετά από επεξεργασία ετοίμασε για το έτος 1996 κατάσταση υποτιθέμενων κερδών της εταιρείας, Τεκμήριο
  50. Εξήγησε ότι σε σχέση με το Τεκμήριο 48 ζήτησε καταστάσεις λογαριασμού και ανταποκρίθηκαν οι ΚΕΟ και Carlsberg. Με βάση τον τιμοκατάλογο και τις αγορές Τεκμήρια 50, 51, ετοίμασε τις εισπράξεις που έπρεπε να έχει η μπυραρία. Τα έξοδα ήταν Λ.Κ.16.253 και τα καθαρά έσοδα Λ.Κ.43,
  51. Πήρε και τις αποδείξεις διαφόρων μηνών για τα ενοίκια, Τεκμήρια 52 -
  52. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ενάγοντας πλήρωσε συνολικά Λ.Κ.18.449,47 για να εισέλθει στον συνεταιρισμό. Γνωρίζοντας τις αγορές (εισπράξεις) και τα έξοδα υπολογίζει το κέρδος. Αν δεν υπάρχουν στα χέρια του οι εισπράξεις τις υπολογίζει. Δεν είχε στοιχεία για το stock και γι΄ αυτό δέχθηκε πως το αρχικό ήταν το ίδιο με το τελικό. Εκείνα που δήλωναν στα βιβλία ήταν λιγότερα από τις αγορές άρα αυτή η κατάσταση είναι μικρότερη από τι έπρεπε να ήταν οι εισπράξεις. Με βάση τα τιμολόγια της ΚΕΟ για το 1995 και 1996 ένα ποσό 60% αγοράζετο χωρίς να δίδεται στο λογιστή. Σε ερώτηση αν η βάσανος που χρησιμοποίησε δεν ήταν σωστή και ο εναγόμενος 1 έπρεπε να κέρδιζε περισσότερα απάντησε θετικά. Ο Μ.Ε.7 σε υποβολή ότι όλα τα στοιχεία που είχε ήταν ελλιπή και ότι έκανε υπόθεση ως προς τα κέρδη απάντησε τα ακόλουθα: «Εγώ κατέθεσα από την αρχή ότι δούλεψα με βάση τα στοιχεία που είχα στα χέρια μου τα οποία όπως είπα και προηγουμένως μόνο με μία τριβή που είχα κάμει από την ΚΕΟ στα χέρια μου είχα αποδείξεις μόνο για τα έτη 95 και 96, Λ.Κ.1.340,48 ενώ οι καταθέσεις που μου είχε στείλει η ΚΕΟ ήταν Λ.Κ.3.662,
  53. Αυτό δείχνει ότι πραγματικά τα στοιχεία που είχα ήταν ελλιπή.» Αρνήθηκε ότι τα στοιχεία ήταν ελλιπή γιατί τα έπαιρνε μόνο από τον ένα συνέταιρο. Τα περισσότερα τα πήρε από το λογιστή. Πήρε από τον ενάγοντα τιμές πωλήσεως που δεν υπήρχαν στον τιμοκατάλογο και τους μισθούς. Για οτιδήποτε δεν είχε στοιχεία αναγκάστηκε να λάβει πληροφορίες. «Τα στοιχεία ήταν στα χέρια σας» είπε. Η Μ.Ε.8 ήταν η Χρύσω Πρωτογύρου. Ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 1 διατηρούσαν κοινό λογαριασμό στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Κάτω Βαρωσίων Λτδ. Ο λογαριασμός ξοφλήθηκε στις 20.9.2001 (Τεκμήριο 65). Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι είχε τεθεί ως εγγύηση γραμμάτιο του εναγόμενου 1, Τεκμήριο 69 το οποίο κατάσχαν στις 17.2.2000 προς όφελος του κοινού λογαριασμού. Η εξόφληση κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  54. Ο Μ.Ε.9, Ανδρέας Κατσιώνης, μαζί με τον ενάγοντα έσπασαν τις κλειδωνιές της μπυραρίας. Ο εναγόμενος 1 κάλεσε Αστυνομία η οποία από τις καταθέσεις διαπίστωσε ότι δεν έσπασαν τις κλειδαριές παράνομα. Η δουλειά της μπυραρίας αυξήθηκε λόγω του κόσμου που έφερε ο Μ.Ε.
  55. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η δουλειά αυξήθηκε και γιατί επεκτάθηκε το μαγαζί. Ο Μ.Υ.1 ήταν ο εναγόμενος
  56. Το Τεκμήριο 1 αφορά τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσαν με τον ενάγοντα στο Νέο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Κάτω Βαρωσίων Λτδ. Ο εν λόγω λογαριασμός ήταν πάντα αρνητικός, αρκετές δε φορές είχαν υπερβεί το όριο. Το Τεκμήριο 3 δεν το αναγνώρισε. Δεν γράφτηκε από τον ίδιο. Το ποσό της επιταγής του Τεκμηρίου 4 δόθηκε από τον ενάγοντα για να μπει συνέταιρος. Οι Λ.Κ.9.000 κατατέθηκαν στον κοινό λογαριασμό, Τεκμήριο 1, και οι υπόλοιπες Λ.Κ.3.000 στο δικό του. Επομένως από τις Λ.Κ.9.000 οι Λ.Κ.4.500 ήταν το όφελος του. Με την εναγόμενη 3 δεν έγινε γραπτή συμφωνία, της είχε λεχθεί ότι είχαν προχωρήσει σε συνεταιρισμό. Του υπεδείχθησαν τα Τεκμήρια 6 -
  57. Εξήγησε για ένα προς ένα ποια από αυτά πληρώθηκαν από το δικό του λογαριασμό, ποια από το ταμείο της μπυραρίας σε μετρητά και ποια από τον κοινό λογαριασμό με επιταγή. Το Τεκμήριο 42 αφορά επιταγές που επεστράφησαν, του κοινού λογαριασμού. Το Τεκμήριο 47 δεν γράφτηκε η προήλθε από τον ίδιο. Από το Τεκμήριο 51 φαίνεται ότι οι αγορές της μπυραρίας μειώθηκαν σχεδόν 50%. Τα Τεκμήρια 65 - 70 αφορούν τον κοινό λογαριασμό που ανοίχθηκε. Ο ίδιος κατέθεσε ως εγγύηση προσωπικό του γραμμάτιο το οποίο δεσμεύτηκε για να εξοφληθεί ο εν λόγω λογαριασμός. Σύμφωνα με το Μ.Υ.1 αν η επιχείρηση είχε κέρδος περίπου Λ.Κ.43.000 «θα ήταν βλάκας να βάλει συνέταιρο στο 50% για Λ.Κ.13.000». Δεν έχουν κατατεθεί όλες οι αποδείξεις που αφορούν τη μπυραρία. Οι υπόλοιπες βρίσκονται στην κατοχή του λογιστή του συνεταιρισμού. Το ταμείο το κρατούσε ο ίδιος. Ο ενάγοντας του οφείλει περίπου Λ.Κ.5.000 από τα ποσά που έπρεπε να πληρώσει με βάση τη συμφωνία συνεταιρισμού. Η ανακαίνιση στοίχισε Λ.Κ.28.000 περίπου, έδωσαν από Λ.Κ.12.
  58. Τα υπόλοιπα δόθηκαν από την επιχείρηση. Ο ενάγοντας έδωσε Λ.Κ.4.500 στον κοινό λογαριασμό και Λ.Κ.3.000 στο δικό του. Τους αναλογούσαν Λ.Κ.12.000 γι΄ αυτό του οφείλει Λ.Κ.5.
  59. Όταν τερματίστηκε η ενοικίαση χρωστούσαν Λ.Κ.7.
  60. Περαιτέρω, χρωστούσαν στους προμηθευτές καθώς και αρκετές επιταγές. Η ενοικίαση τερματίστηκε λόγω υπερβολικών χρεών. Ο συνεταιρισμός δεν μπορούσε να συνεχίσει. Όταν δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στα χρέη αποφάσισαν να παραδώσουν το κατάστημα που είχε παραμείνει κλειστό. Έγινε πρόταση και στους δύο να πληρώσουν τα χρέη και να το αναλάβουν. Μετά από δύο μήνες αποφάσισαν ο ίδιος και η γυναίκα του με τη βοήθεια του πεθερού του να πληρώσουν τα χρέη και να αναλάβουν την επιχείρηση. Δεν τα κατάφεραν και τελικά παράδωσαν το κατάστημα. Τα τελευταία δύο χρόνια η επιχείρηση ήταν ζημιογόνα. Αντεξεταζόμενος ρωτηθείς γιατί ανέφερε στην έκθεση υπεράσπισης του (παράγραφος 10) ότι ο ενάγων ουδέποτε κατέβαλε τις Λ.Κ.13.000 απάντησε ότι του είχε καταβάλει μέρος, απέμεναν Λ.Κ.5.000 περίπου. Τα ενοίκια ήταν Λ.Κ.8.
  61. Οι επιταγές του Τεκμηρίου 42 είχαν όλες επιστραφεί. Στον κοινό λογαριασμό δεν υπήρχαν λεφτά. Σε ερώτηση πώς γίνεται το Δεκέμβριο 1995 να είχαν μπει Λ.Κ.9.000 και μετά να μην υπάρχουν απάντησε ότι όταν είχαν κάνει την ανακαίνιση είχαν εκδώσει επιταγές μεγαλύτερες των Λ.Κ.9.
  62. Κατάθεσε σχετικά το Τεκμήριο 71 (επιταγές 344817714-719, επιταγή 34481721-724 και επιταγή 344817729). Κατέληξε στο ποσό των Λ.Κ.13.000 βασιζόμενος «σε ένα μεγάλο μέρος» στην περιουσία που υπήρχε στο κατάστημα, έπιπλα, μηχανήματα, στοκ και τα λοιπά. Σίγουρα «έκανε κάτι αναλυτικό». Το Τεκμήριο 3 δεν το έχει ξαναδεί και αρνήθηκε υποβολή ότι ο ίδιος το έδωσε τον εναγόμενο
  63. Δέχεται ότι οι Λ.Κ.3.000 μπήκαν στο λογαριασμό του. Στις 12.11.93 υπενοικίασε το κατάστημα στον ενάγοντα και πιστεύει ότι η εναγόμενη 3 το γνώριζε. Ο ενάγοντας πλήρωνε το ενοίκιο στον εναγόμενο 1 και ο τελευταίος στην εναγόμενη
  64. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο ενάγοντας πλήρωνε τα ενοίκια. Το Τεκμήριο 43 ήταν επιταγές πληρωτέες από Σαρρή και Φωκά και η απόδειξη έβγαινε στο όνομα του εναγόμενου
  65. Είχαν υπενοικιάσει το μαγαζί. Οι συμφωνίες ήταν δύο. Η πρώτη συμφωνία ήταν να ενοικιάσει το κατάστημα και η δεύτερη να μπει συνέταιρος. Τη συγκεκριμένη περίοδο η μπυραρία ήταν βιώσιμη. Ουδέποτε υπογράφτηκε συμφωνία ενοικίασης στο γραφείο του κ. Ποιητή με την εναγόμενη 3, τον ενάγοντα και τον εναγόμενο
  66. Δεν υπάρχει έτσι συμβόλαιο. Το ποσό που πλήρωναν στην εναγόμενη 3 ήταν Λ.Κ.850 και το είσπραττε από την επιχείρηση, τον κοινό λογαριασμό ή μετρητά. Δέχθηκε ότι τα περιουσιακά στοιχεία της παραγράφου 10 της έκθεσης απαίτησης βρίσκονταν στην μπυραρία. Σε υποβολή ότι δεν όφειλε οποιαδήποτε ενοίκια αφού τα είχαν ήδη πληρώσει με τον ενάγοντα κατέθεσε το Τεκμήριο 72 στο οποίο φαίνεται η υπογραφή του κάτω δεξιά και ότι τα ενοίκια Λ.Κ.5.100 για το 1997 είχαν πληρωθεί κατά το 1997 από τον πεθερό του. Το Τεκμήριο 72 το έγραψε ο σύζυγος της εναγόμενης 3 και το υπόγραψε ο ίδιος. Όταν ο ενάγοντας αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να πληρώσει τις ζημιές της μπυραρίας «σηκώστηκε και έφυγε» και επέστρεψε μετά τον Οκτώβριο
  67. Την τελευταία φορά που πήγε στο κατάστημα ο ενάγοντας πήρε τα λεφτά από το ταμείο και έφυγε. Έφυγε πριν μπουν οι κλειδαριές. Το κατάστημα έμεινε κλειστό περίπου δύο μήνες και το ξαναενοικίασε 1 - 2 μήνες μετά την παράδοση. Έγινε σύμβαση με τη σύζυγο του, εναγόμενη 2, και την εναγόμενη
  68. Αρνήθηκε ότι η μπυραρία ήταν κερδοφόρα και γι΄ αυτό την ήθελε για τον ίδιο και την εναγόμενη
  69. Έδωσε ότι είχε και δεν κατάφερε να την στηρίξει. Σε ερώτηση γιατί οι αποδείξεις των ενοικίων έβγαιναν τόσο στο όνομα του όσο και του ενάγοντα αφού κατά τον ισχυρισμό του το συμβόλαιο ενοικίασης ήταν μόνο επ΄ ονόματι του απάντησε ότι ο σύζυγος της εναγόμενης 3 γνώριζε ότι «στην επιχείρηση ήταν και ο κ. Σαρρής». Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα τη μαρτυρία τους καταλήγω στα πιο κάτω: Ο Μ.Ε.1 δεν με έχει πείσει ότι το σύνολο των ισχυρισμών του ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η μαρτυρία του διέπετο από γενικότητα και αοριστία και σε πολλά σημεία στερείτο πειστικότητας και ήταν υπερβολική. Κατ΄ αρχήν θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ότι από το σύνολο της μαρτυρίας δεν διαφαίνεται το τι συμφωνήθηκε μεταξύ του και του εναγόμενου 1 στα πλαίσια του κατά τον ισχυρισμό του άτυπου συνεταιρισμού ή της συνδιαχείρισης. Διατηρώ με βάση τη μαρτυρία του σοβαρές αμφιβολίες αν ο ίδιος γνώριζε ή είχε αντιληφθεί τι ακριβώς είχε συμφωνηθεί μεταξύ του και του εναγόμενου
  70. Οι όροι των κατ΄ ισχυρισμό συμφωνιών και μεταξύ αυτών και πώς θα μοιράζονταν τα κέρδη ή τα χρέη παρέμειναν άγνωστοι. Περαιτέρω, ο μάρτυρας δεν ήταν σαφής ως προς το κατά πόσο η συμφωνία στην οποία αναφέρθηκε ήταν προφορική. Η θέση του πως ήταν «και γραπτή» μόνο σύγχυση προκαλεί. Θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ότι ούτε και στην έκθεση απαίτησης δικογραφούνται οι οποιοιδήποτε όροι της κατ΄ ισχυρισμό συμφωνίας. Η θέση του ότι με την καταβολή των Λ.Κ.13.000 θα καθίστατο και συνέταιρος, όχι μόνο συνιδιοκτήτης «κατά το ήμισυ» δεν δικογραφείται. Από τη μαρτυρία δε του Μ.Ε.1 δέον να σημειωθεί ότι δεν προκύπτει η πληρωμή των Λ.Κ.200 της παραγράφου 8 της έκθεσης απαίτησης, προς τον ενάγοντα. Ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1 ότι ο εναγόμενος 1 λόγω κατάχρησης του χρωστούσε Λ.Κ.4.800 πλην του ότι δεν είναι δικογραφημένος και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη δεν συνάδει με την επιθυμία του να συνάψει συμφωνία μαζί με τον εναγόμενο
  71. Επί του προκειμένου αναφέρω ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει σαφώς από πού προέκυψε το πιο πάνω ποσό για το οποίο ήταν σίγουρος ότι ξεγελάστηκε. Οφείλω δε να σημειώσω ότι στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Ε.1, άγνωστο γιατί, άφησε να εννοηθεί ότι τα ποσά των αποδείξεων Τεκμήρια 6 - 40 που κατέθεσε, πληρώθηκαν από τον ίδιο. Όμως κατά την αντεξέταση του ανέτρεψε την πιο πάνω θέση του. Τα μετρητά υποθέτει πως πληρώθηκαν από τον εναγόμενο 1, από τις εισπράξεις του ταμείου όσο δε αφορά τις επιταγές μπορεί να ανατρέξει κάποιος στις καταστάσεις λογαριασμού. Οι τελευταίες δεν κατατέθηκαν. Εν πάση περιπτώσει, οι πιο πάνω αποδείξεις δεν αποδεικνύουν το ποσό που πληρώθηκε για την ανακαίνιση της μπυραρίας εφόσον όχι μόνο είναι σε αριθμό ελλιπείς αλλά δεν είναι σίγουρο ποιες από αυτές δόθηκαν σε σχέση με την μπυραρία, για ποιο σκοπό και από ποια λεφτά. Συνεπώς τα ποσά που κατ΄ ισχυρισμό δαπανήθηκαν σε ανακαινίσεις ή αγορά εξοπλισμού παρέμειναν μετέωρα. Το ίδιο και ο ισχυρισμός του ότι τα ενοίκια για το 1997 ήταν πληρωμένα αφού βασίστηκε σε εικασίες. Συναφώς αναφέρω ότι η σύναψη δανείου από μέρους του ύψους Λ.Κ.12.969,47 η οποία υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία του Μ.Ε.6 και η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση γίνεται αποδεκτή. Το ίδιο και η κατάθεση μέρους του ποσού στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 1 και στο λογαριασμό του εναγόμενου, αφού αυτό το μέρος της μαρτυρίας προκύπτει παραδεκτό και από τις δύο πλευρές. Πέραν των πιο πάνω ποσών σε σχέση με τα υπόλοιπα ποσά της απαίτησης η μαρτυρία του μάρτυρα ήταν νεφελώδης και στερείτο πειστικότητας. Ενδεικτικό της ασυνέπειας της μαρτυρίας του ήταν ότι ενώ ο ίδιος ισχυριζόταν ότι έδωσε στην επιχείρηση συνολικά Λ.Κ.35.000, ποσό που δεν τεκμηρίωσε, ο Μ.Ε.7, μόνο σε Λ.Κ.18.449 αναφέρθηκε. Έχω περαιτέρω την εντύπωση ότι τα περί κακιάς αρραβωνιαστικιάς (εναγόμενης 2) και τα περί δόλου για απομάκρυνση του δεν βρίσκουν έρεισμα στη μαρτυρία του, και ήταν επίσης νεφελώδη και στερούνται πειστικότητας. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι υπήρχε αγοραστής για την μπυραρία δεν συνάδει με τη μαρτυρία του Μ.Ε.7 ότι είτε ο εναγόμενος είτε ο ενάγοντας θα αγόραζαν τη μπυραρία. Οι Μ.Ε.2, Μ.Ε.3, Μ.Ε.4, Μ.Ε.5, Μ.Ε.6, Μ.Ε.8 και Μ.Ε.9 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκαναν καλή εντύπωση όμως στη μαρτυρία τους μόνο μηδαμινή βαρύτητα μπορεί να δοθεί αφού τίποτε δεν προσθέτει στη μαρτυρία του ενάγοντα. Ο Μ.Ε.7 ο οποίος κλήθηκε ως εμπειρογνώμονας δεν μπορώ να πω ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Πρέπει πρωτίστως να αναφερθεί ότι στο Τεκμήριο 47 το οποίο κατέθεσε δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα. Όπως ο μάρτυρας ανέφερε το εν λόγω έγγραφο του δόθηκε από το Μ.Ε.
  72. Παρέμεινε άγνωστο από ποιον ετοιμάστηκε και από ποιον προκύπτουν οι αριθμοί που αναφέρονται σ΄ αυτό. Το έγγραφο δεν έχει συσχετιστεί καθόλου με την υπόθεση. Προκαλεί δε απορία το γεγονός ότι από το Μ.Ε.7 ο οποίος σύμφωνα με τη μαρτυρία του είχε τις σχετικές αποδείξεις δεν ζητήθηκε να προβεί σε οποιουσδήποτε υπολογισμούς σε σχέση με τα ποσά των ανακαινίσεων ή των επίπλων που αξιώνει ο ενάγοντας. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι στο Μ.Ε.1, που σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.7, του έδωσε το έγγραφο δεν υπεδείχθη το Τεκμήριο για να εξηγήσει το περιεχόμενο του. Όσο δε αφορά το Τεκμήριο 48, ο Μ.Ε.7 δεν εξήγησε με βάση ποιους υπολογισμούς κατέληξε στο ποσό των Λ.Κ.43.
  73. Αξιοσημείωτο είναι δε το γεγονός όχι μόνο ο μάρτυρας δεν ανέφερε από πού προέκυψε το ποσό των εξόδων (Λ.Κ.16.253) αλλά πουθενά στο Τεκμήριο 48 δεν φαίνεται το ποσό αυτό το οποίο είναι άκρως ουσιώδες, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, για να υπολογιστεί το κέρδος. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του τα αναγκαία στοιχεία ή επιστημονικά κριτήρια για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα αλλά και η μαρτυρία του μάρτυρα είναι ασυνεπής. Δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ούτε ο Μ.Υ.1 με έπεισε για την αλήθεια ή τη συνέπεια των θέσεων του. Η μαρτυρία του ήταν διάχυτη από ανακρίβειες και αοριστίες. Η θέση του ότι ο ενάγων του όφειλε Λ.Κ.5.000, έχοντας πληρώσει Λ.Κ.12.000 δεν συνάδει με την παράγραφο 10 της έκθεσης υπεράσπισης του ότι ουδέποτε καταβλήθηκαν οι Λ.Κ.13.
  74. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 διέπετο από ασάφεια και ως προς την επιχειρηματική σχέση του με τον ενάγοντα. Δεν προκύπτει ευκρινώς, παρά τη μακρά μαρτυρία του, τι ακριβώς συμφώνησε με τον ενάγοντα. Και με ποιο σκοπό θα πλήρωνε ο ενάγοντας τις Λ.Κ.13.
  75. Συνεπώς η θέση του ότι ο ενάγοντας του οφείλει «περίπου Λ.Κ.5.000 από τα ποσά που έπρεπε να πληρώσει με βάση τη συμφωνία συνεταιρισμού» τέθηκε αόριστα και χωρίς οποιοδήποτε υπόβαθρο. Θεωρώ σκόπιμο, περαιτέρω, να σημειώσω ότι ενώ αρχικά ανέφερε ότι τα οφειλόμενα ενοίκια στην εναγόμενη 3 ήταν Λ.Κ.8.000, ως ήταν και η ανταπαίτηση του, στη συνέχεια κατέθεσε το Τεκμήριο 72 με βάση το οποίο φαίνεται να οφείλονταν Λ.Κ.5.
  76. Όμως η βαρύτητα που μπορεί να δοθεί στο Τεκμήριο 72 είναι μηδαμινή. Ο Η. Γεωργίου που σύμφωνα με τον ισχυρισμό του το συνέταξε δεν ήρθε στο Δικαστήριο να καταθέσει και παρέμεινε άγνωστο σε ποια στοιχεία βασίστηκε για να ετοιμάσει το Τεκμήριο
  77. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι η θέση του μάρτυρα κατά την κυρίως εξέταση του ότι αποφάσισαν με τον ενάγοντα να παραδώσουν το κατάστημα που είχε παραμείνει κλειστό η οποία εμπεριέχει το στοιχείο της συναίνεσης και από τους δύο τους δύσκολα συμβιβάζεται με τα όσα ανέφερε στην αντεξέταση του, ότι δηλαδή ο ενάγοντας πήρε λεφτά από το ταμείο και έφυγε και ότι χρειάστηκε η βοήθεια της Αστυνομίας για να μην ξαναπλησιάσει ο ενάγοντας στη μπυραρία. Δέον να σημειωθεί ότι τα πιο πάνω προβλήθηκαν για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του μάρτυρα και θεωρώ ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Στερείται πειστικότητας και η θέση του Μ.Υ.1 ότι ενώ το ενοικιαστήριο έγγραφο ήταν μόνο στο όνομα του οι αποδείξεις έβγαιναν και στο όνομα του ενάγοντα. Πλην των πολλών ασαφειών, κενών και ανακριβειών στη μαρτυρία του εναγόμενου 1 διέκρινα και σύγχυση όσων αφορά την ενοικίαση της μπυραρίας από τη μια και τη διαχείριση της από την άλλη. Το ίδιο παρατήρησα και σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Ε.
  78. Και η μαρτυρία του Μ.Υ.1 ήταν ασαφής και νεφελώδης όσον αφορά τα συνολικά ποσά των ανακαινίσεων και τα χρέη της μπυραρίας τα οποία είχε χαρακτηρίσει ως υπερβολικά και σε βαθμό που καμιά βαρύτητα να μην μπορεί να της προσδοθεί. Το ίδιο αφορά και το πώς κατέληξε στο ποσό των Λ.Κ.13.
  79. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα ουσίας. Συνεπώς ο ενάγοντας ο οποίος είχε το βάρος απόδειξης απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του. Όσον αφορά την ανταπαίτηση του εναγόμενου ούτε αυτή μπορεί να επιτύχει αφού ούτε η μαρτυρία του εναγόμενου έγινε αποδεκτή. Κατά συνέπεια, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά την ανταπαίτηση, και αυτή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.