Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. MK PETROU DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Αγ.: 1293/06, 16 Μαϊου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 1293/06 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων -και-
- M.K. PETROU DEVELOPERS LTD
- Μάριου Πέτρου
- Κατερίνα Πέτρου Εναγομένων Μονομερής αίτηση ημερ. 11/10/07 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Ημερομηνία: 16 Μαϊου, 2008 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους - Αιτητές: Καμμιά εμφάνιση για κο Χ''Παναγιώτου Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κα Ε. Ανδρέου ΑΠΟΦΑΣΗ Το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο επιδόθηκε στους εναγομένους στις 26/5/
- Δεν καταχώρησαν εμφάνιση. Στις 19/6/06 οι ενάγοντες έλαβαν ερήμην απόφαση. Με την παρούσα αίτηση τους ημερ. 11/10/07 οι εναγόμενοι ζητούν παραμερισμό της απόφασης. Προϋπόθεση για τον παραμερισμό νομότυπης, όπως εν προκειμένω, απόφασης είναι η αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Παράλληλα, αναμένεται εξήγηση τόσο για την παράλειψη εμφάνισης, όσο και για την τυχόν καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό. Μάλιστα, όταν η καθυστέρηση είναι τέτοια που να καταδεικνύει αδιαφορία σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας, η αίτηση δυνατό να απορριφθεί έστω και αν αποκαλύπτεται υπεράσπιση (Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1997, Ανδρέου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1596). ΄Ετσι, παρά το ότι πρωταρχική προϋπόθεση είναι η αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης «η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του.» (Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26). «Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας, και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγομένου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή» (Milouca, ανωτ.). Η σημασία της καθυστέρησης έχει εξηγηθεί ευκρινέστατα από τον τότε Πρόεδρο Γ. Μ. Πική στην Πεγιώτης v. Κωμοδρόμου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1601 ως ακολούθως: «Η αιτιολόγηση οποιασδήποτε καθυστέρησης εκ μέρους του εναγομένου να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία του, είναι επιβεβλημένη. ΄Ομως τέτοια παράλειψη δεν συνιστά αυτοτελή ή ανεξάρτητο λόγο για την απόρριψη αίτησης για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, όπου ο εξαιτούμενος τον παραμερισμό της αποκαλύπτει συζητήσιμη υπεράσπιση. Η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει αφ' εαυτής λόγο για απόρριψη αίτησης για παραμερισμό της απόφασης όταν προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας.» Εν προκειμένω, για την παράλειψη των εναγομένων να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης, ο εναγόμενος 2 που είναι διευθυντής της εναγόμενης 1 και πρώην σύζυγος της εναγόμενης 3 αναφέρει ότι όταν έλαβαν το κλητήριο ένταλμα αποτάθηκε στο δικηγόρο κ. Ανδρέα Μαθηκολώνη στις 16/6/06, ότι υπέγραψε έντυπο διορισμού του ως δικηγόρου προσωπικά και για την εταιρεία του και ότι του ανέφερε ότι θα προσερχόταν και η πρώην σύζυγος του για τον ίδιο σκοπό στις 20/6/06, όπως και έγινε. Εκείνη την ημέρα ή την επομένη, κάποια γραμματέας από το γραφείο του κ. Μαθηκολώνη επιχείρησε να καταχωρήσει το σημείωμα εμφάνισης οπότε πληροφορήθηκε ότι είχε εκδοθεί απόφαση. Ο κ. Μαθηκολώνης ενημέρωσε σχετικά τους εναγόμενους και τους εξήγησε ότι υπήρχε η δυνατότητα καταχώρησης αίτησης παραμερισμού. Η αίτηση όμως καταχωρίστηκε 16 μήνες μετά. Η καθυστέρηση από μόνη της είναι μεγάλη. Είναι χαρακτηριστικό ότι καθυστέρηση 8,5 μηνών χαρακτηρίστηκε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου
(2001)1 Α.Α.Δ. 457, από το Ανώτατο Δικαστήριο ως «μακρά καθυστέρηση». ΄Ετσι το ερώτημα είναι κατά πόσο οι λόγοι που επικαλούνται οι εναγόμενοι είναι ικανοί ώστε να δικαιολογήσουν μια τέτοια καθυστέρηση. Λέγουν ότι ο κ. Μαθηκολώνης τους ανάφερε ότι θα ερχόταν σε επαφή με τους ενάγοντες για τυχόν διευθέτηση της υπόθεσης με την αποκοπή ενός μεγάλου ποσού το οποίο θεωρούσαν ως υπερχρεώσεις «διαφορετικά θα προχωρούσε το ταχύτερο δυνατό σε αίτηση παραμερισμού της απόφασης». Τους είπε ακόμα ότι προσπάθησε να έρθει σε επαφή με κάποιο υπάλληλο των εναγόντων αλλά λόγω των θερινών διακοπών αυτό δεν έγινε κατορθωτό είτε γιατί οι υπάλληλοι απουσίαζαν είτε γιατί ο κ. Μαθηκολώνης βρισκόταν σε διακοπές. Τελικά, ο κ. Μαθηκολώνης διευθέτησε συνάντηση με τον υπάλληλο των εναγόντων κ. Μάκη Μπύρο τον Οκτώβρη του
- Σ' αυτή τη συνάντηση πρόβαλαν την θέση ότι υπήρξαν μεγάλες υπερχρεώσεις και ο κ. Μπύρος ζήτησε γραπτώς τις απόψεις τους. Στη συνέχεια οι εναγόμενοι με συμβουλή του κ. Μαθηκολώνη ανέθεσαν την υπόθεση στο λογιστή κ. Λουκά Παπαλλή, ο οποίος ετοίμασε κατάσταση με τα ποσά που έλαβαν οι εναγόμενοι, τους τόκους και τα έξοδα. Στις 18/1/07 ο κ. Μαθηκολώνης με βάση αυτή την κατάσταση απέστειλε επιστολή στους ενάγοντες (τεκμ. 2) με την οποία προσφέρθηκε το ποσό των ΛΚ375.000 προς πλήρη εξόφληση. Ας σημειωθεί εδώ ότι το ποσό της απόφασης είναι ΛΚ558.709,35 πλέον τόκοι και έξοδα. Περί τις αρχές Φεβρουαρίου 2007 ο κ. Μαθηκολώνης ενημέρωσε τους εναγόμενους ότι η απάντηση των εναγόντων ήταν αρνητική, αλλά θα έκαμνε μια τελευταία προσπάθεια για διευθέτηση, άλλως «θα προχωρούσε το συντομότερο σε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης». ΄Οταν ανέφερε αυτά στον εναγόμενο 2, ο τελευταίος είπε στον κ. Μαθηκολώνη ότι έπρεπε να προχωρήσουν το ταχύτερο, όμως ο κ. Μαθηκολώνης του είπε να μην ανησυχεί και να του δώσει χρόνο 2-3 μηνών. Τον Απρίλιο 2007 όμως ο κ. Μαθηκολώνης αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα υγείας και όταν επέστρεψε, παρόλη την πίεση που του άσκησε ο εναγόμενος 2, επικαλούμενος φοβερό όγκο εργασίας είπε ότι θα ετοίμαζε την αίτηση κατά τις θερινές διακοπές του
- Ο εναγόμενος 2 ανέμενε μέχρι το τέλος Αυγούστου του 2007 οπότε και ανέθεσε την υπόθεση, στις 10/9/07 σε άλλο δικηγόρο ο οποίος καταχώρησε στις 11/10/07 την παρούσα αίτηση. Με αυτά τα δεδομένα οι εναγόμενοι εισηγούνται ότι «με την πρώτη ευκαιρία αφού ο κ. Μαθηκολώνης καθυστερούσε να προχωρήσει με την αίτηση για παραμερισμό προχώρησαν στο να βρουν άλλο δικηγόρο και καμιά αμέλεια δεν επέδειξαν». Οι ενάγοντες από την άλλη εισηγούνται ότι υπάρχει μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση που καταδεικνύει αδιαφορία σε βαθμό περιφρόνησης της διαδικασίας. Είναι η θέση τους ότι το καλοκαίρι του 2006 ο κ. Μπύρος δεν ενημερώθηκε για οποιαδήποτε πρόθεση των εναγομένων για συζήτηση της υπόθεσης και αντίθετα στις 16/8/06 εξέδωσαν ένταλμα κατάσχεσης κινητών και στις 26/8/06 προχώρησαν σε εγγραφή της επίδικης απόφασης επί των ακινήτων των εναγομένων. Επίσης έχουν καταθέσει αιτήσεις εκποίησης των επιδίκων υποθηκών. Συνάντηση έλαβε χώρα τον Οκτώβρη του 2006, όμως από τον Ιανουάριο του 2007 ο κ. Μαθηκολώνης γνώριζε το αρνητικό αποτέλεσμα. ΄Ετσι, είναι η θέση τους ότι με τυχόν παραμερισμό της απόφασης θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα τους. Ανεξήγητη καθυστέρηση υποβολής αίτησης παραμερισμού, 16 μήνες μετά την έκδοση της απόφασης, θεωρήθηκε αυτοτελής λόγος απόρριψης της αίτησης στην υπόθεση Κάτια Χριστοφόρου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 86 εφόσον αποτελούσε κατάφωρη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Τα δικαιώματα δε του αντιδίκου κρίνονται σε συνάρτηση με την εκ του Συντάγματος διασφάλιση του δικαιώματος κάθε ανθρώπου για διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο (΄Αρθρο 30.2 Συντάγματος, και Siberia Air v. Βρασίδα Πουλλικά
(2005)1 Α.Α.Δ. 893). Καθυστέρηση 16 μηνών οδήγησε σε απόρριψη της αίτησης, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, στην υπόθεση «Βοθροτέξ» Λτδ v. Πραξιτέλη Φαντάκη
(2001)339, όπου διαπιστώθηκε ότι ήταν πρόδηλο πως η αίτηση του εναγομένου στόχευε αποκλειστικά στην αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης. Ως άνω δε, καθυστέρηση 8,5 μηνών θεωρήθηκε μακρά (Λαϊκή v. Ιακώβου, ανωτ.). ΄Οπως μακρά θεωρήθηκε καθυστέρηση 2,5 μηνών στην υπόθεση Πεγιώτης ανωτέρω, όχι όμως σε βαθμό που να υποδήλωνε αφεαυτής καταφρόνηση της διαδικασίας. Εν προκειμένω οι εναγομένοι, όπως προκύπτει από τα δικά τους λεχθέντα δεν φαίνεται να είχαν συναίσθηση της έννοιας της δικαστικής απόφασης και των εξ αυτής υποχρεώσεων τους. Δια του δικηγόρου τους προσπαθούν να συζητήσουν τα πράγματα με τέτοιο τρόπο ως να μην υπήρχε η απόφαση. Υποβάλλουν πρόταση επτά μήνες μετά την απόφαση προσφέροντας ποσό κατά πολύ χαμηλότερο και λαμβάνουν αρνητική απάντηση τον Φεβρουάριο του 2007 όπως οι ίδιοι λέγουν ή τον Ιανουάριο όπως λέγει η άλλη πλευρά. Ούτε η προηγούμενη καθυστέρηση είναι δικαιολογημένη, αλλά η καθυστέρηση από τον χρόνο εκείνο και μετά, είναι έξω από κάθε λογικά πλαίσια. Εκείνο που με σαφήνεια προκύπτει είναι πως οι εναγομένοι αντιμετώπισαν χαλαρά και με άνεση το πρόβλημα και με εκκρεμούσες τις διαδικασίες για εκτέλεση της απόφασης αποφάσισαν να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση 16 μήνες μετά. Η κωλυσιεργία που αποδίδουν στο δικηγόρο τους, δεν τους βοηθά. Η ευθύνη ήταν δική τους. Η υποχρέωση τους από την δικαστική απόφαση ήταν άμεση (άρθρο 47 του περί Δικαστηρίου Νόμου Ν. 14/60). Η αντίδραση τους καθόλου άμεση. Δέχθηκαν, όπως λέγουν, την θέση του δικηγόρου τους ότι για ένα ολόκληρο καλοκαίρι δεν έγινε κατορθωτό να βρεθεί ένας αρμόδιος υπάλληλος. Δέχθηκαν ακόμη να αφήσουν το θέμα σε εκκρεμότητα επειδή ο δικηγόρος τους βρισκόταν σε διακοπές. ΄Αφησαν τα πράγματα να κυλήσουν με εξαιρετική βραδύτητα μέχρι τον χρόνο που έλαβαν αρνητική απάντηση. ΄Εκτοτε δε, περιέπεσαν σε πλήρη αδράνεια, έχοντας απλώς τη δήλωση του δικηγόρου τους ότι δεν πρέπει να ανησυχούν. ΄Εστω και αν μεσολάβησε η ασθένεια του κ. Μαθηκολώνη που δεν γνωρίζουμε για πόση περίοδο τον έθεσε εκτός εργασίας, είναι σαφές ότι και πάλι οι εναγόμενοι δεν αντιμετώπισαν με την απαιτούμενη σοβαρότητα και υπευθυνότητα το ζήτημα. Η θέση τους ότι «με την πρώτη ευκαιρία αφού ο κ. Μαθηκολώνης καθυστερούσε να προχωρήσει, προχώρησαν να βρουν άλλο δικηγόρο να προχωρήσει» δεν βρίσκει καθόλου έρεισμα στα γεγονότα που οι ίδιοι επικαλούνται. Η όλη τους συμπεριφορά στοιχειοθετεί αδικαιολόγητη αδιαφορία για τη δικαστική διαδικασία και τα δικαιώματα των αντιδίκων τους σε βαθμό που να μην είναι επιτρεπτό τώρα να λάβουν την θεραπεία που ζητούν, έστω και αν θα αποκάλυπταν συζητήσιμη υπεράσπιση. Υπό τις περιστάσεις η αναβίωση της αντιδικίας θα συνιστούσε όχι μόνο παραβίαση των δικαιωμάτων των εναγόντων αλλά και κατάχρηση της διαδικασίας υπό την έννοια που εξήγησε ο Lord Diplock στην Hunter v. Chief Constable of West Midlands and another
(1981)3 All E.R. 727, 729, εφόσον η συμπεριφορά των εναγομένων θα μπορούσε να περιαγάγει την απονομή της δικαιοσύνης σε ανυποληψία μεταξύ των ορθώς σκεπτομένων ανθρώπων («... or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right-thinking people»). Εν πάση περιπτώσει θα συζητήσω και το ζήτημα της συζητήσιμης υπεράσπισης. Η θέση των εναγομένων είναι ότι οι ενάγοντες χρέωναν τον λογαριασμό τους με έξοδα και δικαιώματα τα οποία με βάση τη συμφωνία τους ημερ. 9/10/96 δεν έπρεπε να χρεώνουν και ότι σύμφωνα με μελέτη του κ. Παπαλλή οι ενάγοντες χρέωσαν τους εναγόμενους με το «αστρονομικό» ποσό των ΛΚ101.877 ως έξοδα και δικαιώματα των εναγόντων, «πράγμα εντελώς παράνομο, παράτυπο και πέρα από κάθε λογική». Πέραν τούτου ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες χρέωναν τόκο πέραν των συμφωνηθέντων. Τελικά το αποτέλεσμα, λέγουν, είναι ότι ενώ η εναγόμενη 1 έλαβε από τους ενάγοντες ΛΚ971.391 και πλήρωσαν ΛΚ870.000, οι ενάγοντες ζητούν «ΛΚ558.709,35 πλέον ΛΚ383.137,24 πράγμα εντελώς απαράδεκτο» (βλ. παρ. 19 ένορκης δήλωσης εναγομένου 2). Αυτό, όμως θα πρέπει να πούμε εξ αρχής, είναι λάθος. Οι ενάγοντες δεν ζητούν ΛΚ383.137,24 πέραν των ΛΚ558.709,35, αλλά ΛΚ558.709,35 πλέον τόκους επί ποσού ΛΚ383.137,
- Πέραν τούτου, ο κ. Παπαλλή στη δική του ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην αίτηση, αναφέρει ότι «ετοίμασε μελέτη που δείχνει την κίνηση του λογαριασμού και για να γίνει αυτή η μελέτη του παραδόθηκαν διάφορα έγγραφα από τον εναγόμενο 2, οι συμφωνίες με τους ενάγοντες και τα ποσά που εγίνονταν ανάληψη από την εναγόμενη 1 ως και οι καταθέσεις και οι καταστάσεις λογαριασμών τους». Παρουσίασε μια σχετική κατάσταση - πίνακα και καταλήγει στο ότι: «οι χρεώσεις δε των τόκων έγιναν με βάση τον τόκο που εχρέωναν οι ενάγοντες, έστω και με αυτά τα δεδομένα φαίνεται ότι οι ενάγοντες χρέωσαν με πέραν των ΛΚ300.000 μεγαλύτερο ποσό από τους εναγομένους από το ποσό που ζητούν με την πιο πάνω αγωγή τους και την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον των εναγομένων». Το νόημα της παραπάνω κατάληξης είναι ακατάληπτο. Οι ενάγοντες χρέωσαν ΛΚ300.000 πέραν του ποσού που ζήτησαν με την αγωγή; Οι ενάγοντες με την αγωγή τους ζητούν ΛΚ300.000 πέραν των οφειλομένων; Η κατ' ισχυρισμό υπεράσπιση των εναγομένων στηρίζεται στην μαρτυρία Παπαλλή. Είναι με αυτή την υπεράσπιση που θέλουν να ανατρέψουν δικαστική απόφαση 16 μήνες μετά την έκδοση της; Αλλ' έστω ότι η θέση τους είναι ότι έγιναν αντισυμβατικές υπερχρεώσεις ΛΚ300.
- Πώς εξηγούν το ζήτημα; Η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων στην αγόρευση της εισηγήθηκε ότι «δεν δίδεται ικανοποιητική εξήγηση για το εν λόγω συμπέρασμα και κατ' επέκταση ο ισχυρισμός περί υπερχρεώσεων παραμένει μετέωρος και αυθαίρετος και δεν μπορεί να δοθεί σε αυτόν βαρύτητα». ΄Εχει δίκαιο. Σε αυτό το στάδιο βέβαια ο εναγόμενος δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά να στοιχειοθετήσει συζητήσιμη υπεράσπιση. Αυτό δεν μπορεί να γίνει με γενικόλογη αναφορά περί του ότι μελετήθηκαν τα έγγραφα, και προκύπτουν παράνομα, παράτυπα και αστρονομικά ποσά. Το συζητήσιμο της υπόθεσης τους οι εναγόμενοι θα έπρεπε να το στοιχειοθετήσουν με συγκεκριμένες αναφορές στη συμφωνία και το λογαριασμό. Ως εκ των άνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.)............................ Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο