Χαράλαμπου Γεωργίου κ.α. ν. Alfa Concrete Public Company Ltd, Αρ. Αγ.: 3137/07, 16 Μαϊου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 3137/07 Μεταξύ:
- Χαράλαμπου Γεωργίου
- Ιωάννη Καραγιώργη Εναγόντων -και- Alfa Concrete Public Company Ltd Εναγομένων Αίτηση ημερ. 22/11/07 για προσωρινό διάταγμα. Ημερομηνία: 16 Μαϊου, 2008 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κος Αλ. Κουκούνης για ν' ακούσει απόφαση για κ. Τ. Κουκούνη Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Α. Χαβιαράς Ενδιάμεση Απόφαση Οι ενάγοντες δυνάμει συμφωνίας πώλησαν στην εναγόμενη εταιρεία την επιχείρηση παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος που είχαν στο χωριό Μεννόγια στη Λάρνακα, δηλαδή τη γη (τεμ. 63, αρ. εγγρ. 5787), τα υποστατικά, τον εξοπλισμό, τα μηχανήματα κλπ, αντί του ποσού των ΛΚ500.
- Η εναγόμενη εταιρεία κατέβαλε το ποσό αυτό και οι ενάγοντες μεταβίβασαν τα οχήματα και μηχανήματα, αλλά ουδέποτε μεταβίβασαν τον τίτλο ιδιοκτησίας του τεμαχίου. Ακολούθως η εναγόμενη εταιρεία τερμάτισε τη συμφωνία όταν διαπίστωσε ότι ολόκληρες οι μηχανικές εγκαταστάσεις, τα κτήρια και οι βοηθητικοί χώροι του εργοταξίου βρίσκονταν σε άλλο τεμάχιο και όχι σε εκείνο που αγόρασε. Ζήτησε δικαστική θεραπεία με την αγωγή 3979/
- Στις 20/9/07, το δικαστήριο (Κ. Κληρίδης, Π.Ε.Δ.) προέβη σε εύρημα ότι «η ενάγουσα (εδώ εναγόμενη) αγόρασε μια επιχείρηση της οποίας όλες σχεδόν οι εγκαταστάσεις βρίσκονταν, παράνομα βέβαια, εντός κυβερνητικής γης και εκτός του τεμαχίου γης όπου θα έπρεπε να ήταν ...» και «... ουσιαστικά η ενάγουσα πλήρωσε το αστρονομικό ποσό των ΛΚ500.000 για να αποκτήσει την ιδιοκτησία ενός τεμαχίου γης που δεν φαίνεται να έχει αξία και που ουδέποτε βέβαια θα αγόραζε σε αυτή ή σε άλλη τιμή, από μόνο του». Εξετάζοντας περαιτέρω το θέμα βρήκε ότι οι παραστάσεις στις οποίες προέβηκε ο εναγόμενος 1, (εδώ ενάγοντας 1), ενέπιπταν στον ορισμό του όρου «ψευδής παράσταση» που δίδεται από το άρθρο 18 του περί Συμβάσεων Νόμου, εναλλακτικά δε, έκαμε αναφορά σε κοινή πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός ως ακυρωτικό λόγο. Με αυτά τα δεδομένα, το δικαστήριο εξέδωσε δήλωση περί νόμιμης ακύρωσης της συμφωνίας και περαιτέρω διέταξε τους εναγόμενους να επιστρέψουν στην ενάγουσα το ποσό των ΛΚ500.000 ορίζοντας ως ακολούθως: «Αμέσως μετά την καταβολή του ποσού αυτού, οι ενάγοντες διατάσσονται όπως επανεγράψουν και ή μεταβιβάσουν και ή παραδώσουν προς τους εναγόμενους τα οχήματα και μηχανήματα τα οποία περιγράφονται στον Πίνακα «Α» της συμφωνίας.» Οι νυν ενάγοντες έχουν καταχωρήσει έφεση, αλλά δεν ζήτησαν αναστολή. Παρά ταύτα, μέχρι σήμερα δεν έχει υλοποιηθεί η απόφαση, δηλαδή ούτε οι ενάγοντες επέστρεψαν το ποσό, μήτε οι εναγόμενοι την γη, τα μηχανήματα κλπ. Αντ' αυτού προέκυψε νέα αντιδικία. Οι ενάγοντες έχουν καταχωρήσει την παρούσα αγωγή επικαλούμενοι παράνομη επέμβαση στο τεμάχιο και ιδιοποίηση της περιουσίας τους από την εναγόμενη εταιρεία και ζητούν επιστροφή του τεμαχίου και των αντικειμένων, αλλά και αποζημιώσεις. Παράλληλα, οι ενάγοντες ζητούν προσωρινό διάταγμα που να διατάσσει την εναγόμενη εταιρεία όπως παύσει να χρησιμοποιεί και να εκμεταλλεύεται το εν λόγω τεμάχιο γης και τα οχήματα και μηχανήματα των εναγόντων, όπως παύσουν να διεξάγουν οποιαδήποτε επιχειρηματική, εμπορική, οικονομική ή και οποιασδήποτε φύσεως δραστηριότητα εντός του εν λόγω τεμαχίου κλπ. Τα γεγονότα δεν αμφισβητούνται:- Στις 27/9/07 ο δικηγόρος τους απέστειλε επιστολή (τεκ. 5) στο δικηγόρο της εναγόμενης εταιρείας, στην οποία αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «
- Οι πελάτες μας είναι έτοιμοι να επιστρέψουν στους πελάτες σας Alfa Concrete Ltd το ποσό των ΛΚ500.000 ως διαλαμβάνει η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερ. 20/9/07, στην αγωγή 3979/
- Οι πελάτες μας καλούν τους πελάτες σας όπως εντός επτά ημερών από τη λήψη της παρούσας επιστολής ορίσουν και κοινοποιήσουν στους πελάτες μας την ημερομηνία κατά την οποία οι πελάτες σας θα είναι έτοιμοι να παραδώσουν το εργοτάξιο παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος και την κατοχή του τεμ. 63 των πελατών μας, να επανεγράψουν ή και μεταβιβάσουν επ' ονόματι των πελατών μας τα οχήματα και μηχανήματα που αναφέρονται στις σελ. 22 και 23 της απόφασης του δικαστηρίου και να παραδώσουν τα εν λόγω οχήματα και μηχανήματα στους πελάτες μας.» Ο δικηγόρος της εταιρείας απάντησε την ίδια μέρα (επιστολή, τεκ. 6) λέγοντας ότι ανέμενε να υπολογιστούν τα έξοδα, ότι ο υπεύθυνος της εταιρείας απουσίαζε, ότι αναμενόταν να επανέλθει στις 3/10/07 «οπόταν είναι δυνατό να παρατηρηθεί καθυστέρηση στις διευθετήσεις που πρέπει να γίνουν». Περαιτέρω, εξέφρασε την θέση ότι η εν λόγω επιστολή του δικηγόρου των εναγόντων (τεκ. 5) πρόσθεσε στην απόφαση «διαταγές που δεν περιέχει», και ότι «η απόφαση σαφώς προτάσσει την καταβολή του ποσού πριν την προς τους πελάτες σας μεταβίβαση των συγκεκριμένων μηχανημάτων που περιγράφει». Στις 21/11/07 ο δικηγόρος των εναγόντων επανήλθε (επιστολή, τεκ. 10) λέγοντας ότι η προθεσμία είχε παρέλθει και ότι η εναγόμενη εταιρεία παράνομα επεμβαίνει, κατέχει και χρησιμοποιεί το εργοτάξιο, τα οχήματα και τα μηχανήματα. Ο δικηγόρος της εναγόμενης απάντησε την ίδια μέρα (επιστολή, τεκ. 11) λέγοντας στο συνάδελφο του, ότι το περιεχόμενο της επιστολής του «είναι απαράδεκτο, εκτός και αν οι πελάτες σας έχουν πληρώσει στους πελάτες μου το εξ αποφάσεως χρέος τους και δεν το γνωρίζω». Με αυτά τα δεδομένα είναι η θέση των εναγόντων, όπως φαίνεται στην ένορκη δήλωση τους, ότι κάθε μέρα που περνά και δεν διεξάγουν την επιχείρηση τους υφίστανται ζημία της οποίας το μέγεθος είναι αδύνατο να υπολογίσουν. Γι' αυτό ζητούν τα εν λόγω διατάγματα από τα οποία, αντίθετα, οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν καμιά ζημία η οποία να μην μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Η άλλη πλευρά έχει ένσταση, λέγοντας ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και καταχρηστική γιατί θα έπρεπε να προηγηθεί συμμόρφωση των εναγόντων στην απόφαση στην αγωγή 3979/03, και ότι με το επιδιωκόμενο διάταγμα στοχεύουν να ανατρέψουν τη σειρά συμμόρφωσης που όρισε το δικαστήριο, ότι αυτά που τώρα ζητούνται ήταν ευχερές να προβληθούν δια ανταπαιτήσεως στην εν λόγω αγωγή οπότε υπάρχει εμπόδιο (estoppel) να προβληθούν τώρα, ότι η ενάγουσα δεν έχει καταδείξει καλή αιτία αγωγής ή συζητήσιμη υπόθεση και γενικά ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων εισηγήθηκε, σε σχέση με τον πρώτο λόγο της ένστασης, ότι μετά την ακύρωση, οι εναγόμενοι δεν έχουν δικαίωμα κατοχής και χρήσης του εργοταξίου και των μηχανημάτων. Εισηγήθηκε περαιτέρω πως δεν έχει σχέση ότι οι ενάγοντες δεν επέστρεψαν το ποσό των ΛΚ500.000, πρώτον διότι έχουν εκφράσει την πρόθεση τους να το επιστρέψουν χωρίς ανταπόκριση και χωρίς σχετική διευθέτηση από την άλλη πλευρά και δεύτερο διότι με την παρούσα αίτηση οι ενάγοντες δεν ζητούν επιστροφή της περιουσίας, δηλαδή δεν ζητούν υλοποίηση της απόφασης, αλλά απαγόρευση χρήσης της περιουσίας. «Ασχέτως αν τα κατέχουν επειδή δεν πληρώθηκαν, δεν έχουν δικαίωμα να τα χρησιμοποιούν», είπε. Συμπλήρωσε δε, λέγοντας ότι «άλλο η συμμόρφωση (αμοιβαία επιστροφή) και άλλο η παράνομη χρήση» και ότι δεν μπορούν οι εναγόμενοι να έχουν δικαίωμα από την παράνομη χρήση, την ίδια στιγμή που οι ενάγοντες υφίστανται τεράστια ζημία από την αποστέρηση της κατοχής και της χρήσης και από τη μή εκμετάλλευση της περιουσίας τους, ζημία που δεν μπορεί να υπολογιστεί. ΄Ηταν γενικά η θέση του ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και ότι υπό τις περιστάσεις το «ισοζύγιο της δυσχέρειας» βαραίνει προς την πλευρά των εναγόντων. Για τον ισχυρισμό περί κωλύματος (estoppel) απάντησε ότι δεν θα μπορούσαν οι ενάγοντες να θέσουν τα θέματα στην πρώτη αγωγή, επειδή δεν υπήρχε δυνατότητα πρόβλεψης του αποτελέσματος. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων υπέδειξε τη «σειρά» που ορίστηκε στην εν λόγω απόφαση. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι δεν ήταν αρκετή μια επιστολή με «πρόθεση πληρωμής», αλλά οι ενάγοντες όφειλαν να πληρώσουν αμέσως μετά την απόφαση. Δεν έχουν πληρώσει και κατ' ουσία ζητούν τώρα να ανατρέψουν την εν λόγω σειρά. Δεύτερο, οι θεραπείες που με την παρούσα αγωγή ζητούν θα έπρεπε να είχαν ζητηθεί διαζευκτικά στην αγωγή 3979/
- Πριν υπεισέλθω στην εξέταση της ουσίας, ένα τεχνικό ζήτημα που ήγειρε ο κ. Κουκούνης. Υπέδειξε ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση είναι προγενέστερη και αυτό είπε, αποτελεί σοβαρή παρατυπία. Δεν έχει υποστηρίξει περαιτέρω αυτή του την εισήγηση γι' αυτό προχωρώ στην ουσία. Ο σκοπός της ακύρωσης μιας συμφωνίας είναι η αποκατάσταση στο status quo ante και όπως ελέχθη από τον Bowen L.J. "there ought .... to be a giving back and a taking back on both sides".[1] Συνεπώς τέτοια θεραπεία δεν χωρεί όταν δεν υπάρχει πρακτική δυνατότητα να επέλθει restitutio in integrum. Η αποκατάσταση δεν απαιτείται να είναι επακριβής (precise), αρκεί να είναι ουσιαστική. Αποκατάσταση μπορεί να διαταχθεί ακόμα και στην περίπτωση που αγοραστής, ο οποίος ακυρώνει τη σύμβαση, είχε παρεπόμενα οφέλη από τη σύμβαση έχοντας ενδιαμέσως την κατοχή και την εκμετάλλευση του ακινήτου[2]. Εν προκειμένω το δικαστήριο έχοντας υπόψη του τα γεγονότα της υπόθεσης αναγνώρισε ότι νομίμως η εταιρεία τερμάτισε και ακύρωσε τη συμφωνία και διέταξε την αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Επιπρόσθετα ρύθμισε πρακτικά τον τρόπο και τη σειρά που θα έπρεπε να γίνει αυτή η αποκατάσταση και η εκπλήρωση των αμοιβαίων, ως εκ της ακύρωσης υποχρεώσεων. Η διαταγή του προς την εταιρεία να επιστρέψει τα αντικείμενα, δεν δόθηκε στα πλαίσια ανταπαίτησης, αλλά τέθηκε ως το αναγκαίο απότοκο της ακύρωσης της οποίας οι συνέπειες ορίζονται ως εξής[3]: «Effect of rescission. A person who rescinds a contract is entitled to be restored to the position he would have been in had the contract not been made. Hence, property must be returned, possession given up, and accounts taken of profits or deterioration.» Δεν θα υπεισέλθω στον τρόπο που άσκησε την εξουσία του το δικαστήριο, όπως δεν έχω αρμοδιότητα. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι στα πλαίσια του δικαίου της επιείκειας, που είναι δίκαιο από τη γέννηση του και τη φύση του πρακτικό, το δικαστήριο έχει ευρεία ευχέρεια να δίδει, εφαρμόζοντας τις αρχές της επιείκειας, πρακτικές λύσεις. Η απόφαση του δικαστηρίου και ειδικά σε ότι αφορά την χρηματική πτυχή ήταν αμέσως δεσμευτική (άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60). Η δέσμευση από δικαστική απόφαση εξυπακούει συμμόρφωση και όχι απλώς εκδήλωση πρόθεσης για συμμόρφωση. Οι ενάγοντες όφειλαν να συμμορφωθούν στην απόφαση και να απαιτήσουν επιστροφή των αντικειμένων και κατ' ουσία της επιχείρησης και τότε μόνο θα αποκτούσαν αγώγιμο δικαίωμα για παράνομη κατοχή κλπ εκ μέρους της άλλης πλευράς. Διατηρώντας παράλληλα τυχόν δικαιώματα τους για χειροτέρευση της περιουσίας ή άλλως πως. Αν έτσι έκαμναν οι ενάγοντες, θα μπορούσαν να ζητήσουν ενδιάμεση θεραπεία για προστασία των αντικειμένων ως του «επιδίκου αντικειμένου» («subject - matter of the action») με βάση το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 και ως εκ τούτου χωρίς υποχρέωση να στοιχειοθετήσουν ανεπανόρθωτη ζημία (βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 ). Εν πάση περιπτώσει, εδώ που επικαλούνται ανεπανόρθωτη ζημία αναφέρονται στη μη δυνάμενη να καθοριστεί απώλεια από την μη εκμετάλλευση της περιουσίας τους. Ενώ όμως, οι ενάγοντες λέγουν αυτά, ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους, σε απάντηση του ερωτήματος πώς νομιμοποιούνται οι ενάγοντες να ζητούν θεραπεία επί τη βάσει της απόφασης, χωρίς οι ίδιοι να έχουν συμμορφωθεί, τόνισε ιδιαίτερα τη θέση ότι εκείνο που ζητούν με την αίτηση δεν είναι η παράδοση των μηχανημάτων και άρα η υλοποίηση της απόφασης, αλλά η απαγόρευση χρήσης. Επικαλούμενοι όμως το ένα ή το άλλο, εκείνο που είναι φανερό είναι ότι θέλουν να παρακάμψουν τη δική τους υποχρέωση από την απόφαση, που όπως καθορίστηκε είναι πρωταρχική, οδηγώντας τους εναγόμενους στην ίδια πρακτικά θέση στην οποία θα βρίσκονταν αν παρέδιδαν το εργοτάξιο, χωρίς όμως οι ενάγοντες να έχουν πληρώσει. ΄Αρα το αγώγιμο δικαίωμα που επικαλούνται είναι όντως πρόωρο και υπ' αυτή την έννοια δεν έχουν στοιχειοθετήσει τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 (σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας) όσο κι αν σε αυτό το στάδιο «εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του», όπως ελέχθη στην T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, στην οποία ο κ. Κουκούνης παρέπεμψε. Στα ίδια πλαίσια ανακύπτει ένα περαιτέρω θέμα. ΄Εστω και αν θα συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται δικαστικά σε συνάρτηση με τις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Εκείνος που ζητά θεραπεία της επιείκειας οφείλει, για θέματα που έχουν άμεση και αναγκαία σχέση με την θεραπεία που ζητά και την επίδικη συναλλαγή, να έχει άμεμπτη συμπεριφορά. Αυτό επιβάλλει η αρχή της επιείκειας ότι «ο προσερχόμενος στην επιείκεια πρέπει να έρχεται με καθαρά χέρια» («He who comes into equity must come with clean hands») που είναι αντανάκλαση στον χώρο της επιείκειας της παρόμοιας αρχής του κοινοδικαίου ex turpi causa non oritur actio[4]. Κατ' εφαρμογή αυτής της αρχής της επιείκειας δεν είναι λ.χ. επιτρεπτή η έκδοση διατάγματος υπέρ συμβαλλομένου τη στιγμή που ο ίδιος παραλείπει να εκπληρώσει τις δικές του υποχρεώσεις από τη σύμβαση[5]. Αυτό ισχύει εν προκειμένω a fortiori, εφόσον η υποχρέωση των εναγόντων προκύπτει από δικαστική απόφαση και η παράλειψη τους τελείται κατά παράβαση του νόμου (άρθρο 47, Ν. 14/60). Τελικά θα μπορούσε να λεχθεί και ότι η αίτηση τους είναι καταχρηστική ως περιττή, εφόσον εναπόκειται στους ίδιους, όχι μόνο να παύσουν οι εναγόμενοι να χρησιμοποιούν την περιουσία, αλλά και να τους την επιστρέψουν αμέσως. Αντί να εφαρμοστεί το αποτέλεσμα της πρώτης αγωγής που δεν έχει, ως άνω, ανασταλεί, δημιουργείται αχρείαστα περαιτέρω αντιδικία με σκοπό την ανάκτηση της περιουσίας, σκοπό τον οποίο, από την άλλη, θέλουν με την έφεση να ανατρέψουν. ΄Ενδικα επί ενδίκων μέσα. Ως εκ των άνω είναι περιττό να εξεταστεί ο δεύτερος λόγος ένστασης. Εν πάση περιπτώσει αν ήταν ανάγκη, θεωρώ ότι γενικώς ομιλούντες θα μπορούσε να υπάρξει μεταγενέστερη αγωγή με τέτοιας φύσεως αιτήματα, όταν ο υπόχρεος αρνείται να αποκαταστήσει τα πράγματα από δικής του πλευράς ή όταν τίθεται θέμα αποζημιώσεων για χειροτέρευση της περιουσίας που επιστρέφεται ή άλλως πως. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.)............................. Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. [1] Newbigging v. Adam
(1886)34 Ch. D. 582, 595, Chitty on Contracts, General Principles, 26η Έκδοση, παρ. 467. [2] Wandinger v. Lake
(1977)78 D.L.R.
(3d)305, Snell's Equity, 29η ΄Εκδοση, σελ. 621, [3] Ibid. σελ. 622 [4] Snell's ανωτ. σελ. 31-32 [5] Ibid σελ. 655, Measures Bros. Ltd v. Measures [1910] 2 Ch. 248; General Billposting Co. Ltd v. Atkinson [1909] A. C. 118. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο