← Κύπρος

SIDDHANT INDUSTRIES PRIVATE LTD ν. NS-BULGARIA LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 580/08, 16 Μαΐου 2008

SIDDHANT INDUSTRIES PRIVATE LTD ν. NS-BULGARIA LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 580/08, 16 Μαΐου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 580/08 Μεταξύ: SIDDHANT INDUSTRIES PRIVATE LTD Εναγόντων - και - 1. NS-BULGARIA LTD 2. KUM EXPORT (OVERSEAS) CO LTD 3. BOBAN POPOVIC 4. ANDREEVA GALINA Εναγομένων ________________ Αίτηση ημερομηνίας 20.3.2008 Ημερομηνία: 16 Μαΐου 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές-Ενάγοντες: Ο κ. Σταυρινίδης για κ. Παπαντωνίου. Για τους Καθ΄ ων η αίτηση-Εναγόμενους 1: Ο κ. Καϊμακλιώτης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχωρήθηκε στις 20.3.2008 οι ενάγοντες ζητούν εναντίον των εναγομένων 1 - 4, μεταξύ άλλων: «(Α) Ποσό US $ 22.976 ή το ισόποσο σε Ευρώ το οποίο οι Εναγόμενοι μαζί ή και ο καθένας ξεχωριστά απέσπασαν με δόλιο τρόπο και / ή δυνάμει ψευδών παραστάσεων και / ή απάτης και / ή δυνάμει πλαστογραφίας από τους Ενάγοντες στο διάστημα κατά ή περί τη 05-02-2008 μέχρι 4-3-2008. (Β) Αποζημιώσεις λόγω απάτης, δόλου, ψευδών παραστάσεων των εναγομένων και / ή δυνάμει συνομωσίας των Εναγομένων όλων μαζί ή μέρους αυτών με σκοπό την απόσπαση χρημάτων από τους Ενάγοντες. (Γ) Ποσό εκ US $ 122.976 και / ή το ισόποσο σε Λίρες Κύπρου και / ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ημ. 16-07-05 εκ μέρους των Εναγομένων μαζί και / ή του καθενός ξεχωριστά με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού και / ή ως ποσό παρανόμως κατακρατηθέν από τους Εναγόμενους και / ή άλλως πως. (Δ) Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για δόλο και / ή απάτη και / ή ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους των Εναγομένων. (Ε) Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις για αμέλεια και / ή πλάνη και / ή παράβαση εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων των Εναγομένων. (ΣΤ) Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις από παράβαση συμφωνίας.» Την ίδια μέρα οι ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση και εξασφάλισαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος απαγορεύον «στην εναγόμενη 1 είτε προσωπικά είτε μέσω των υπαλλήλων της και / ή υπηρετών και / ή αντιπροσώπων και / ή εκπροσώπων και / ή αξιωματούχων της και / ή μέσω οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου από του να μεταφέρει εκτός δικαιοδοσίας ή σε άλλο τραπεζικό λογαριασμό ή να διαθέσει ή να αποσύρει ή να δημιουργήσει οποιαδήποτε επιβάρυνση ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να προβούν σε οποιαδήποτε συναλλαγή σε σχέση με τον τραπεζικό λογαριασμό 0582-41-06-001855 του καταστήματος Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στη Λάρνακα με διακριτικό αριθμό ΙΒΑΝ CY35 0020 0582 0000 0041 0018 5506 και Swift: BCYPCY2N ή σε οποιοδήποτε άλλο τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ μέχρι του ποσού των Δολαρίων Η.Π.Α. USD,122,976 ή του ισόποσου σε Ευρώ ή οποιουδήποτε άλλου νομίσματος μέχρι την τελεία αποπεράτωση της παρούσας αγωγής και / ή μέχρι νεοτέρας οδηγίας του Σεβαστού Δικαστηρίου». Τη διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ αμφισβητεί η εναγομένη 1. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 32 και 42 του περί Δικαστηρίου Νόμου 14 / 60, στα άρθρα 4, 5, 7, 9 του Κεφ. 6, στη Δ.48 Θ. 1 - 4 και 7 - 9 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο κοινοδίκαιο, στις αρχές που σχετίζονται με διατάγματα τύπου mareva, στο δίκαιο της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή της ενάγουσας κου Vineet Agrawal στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα ασχολείται με σιδεροκατασκευές - πυλώνες για παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και τηλεπικοινωνίας, εισαγωγή και εκμετάλλευση τέτοιων προϊόντων και άλλες συναφείς εργασίες στην Ινδία. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην Κύπρο. Καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, η Εναγόμενη 1 παρουσιάστηκε ως μητρική εταιρεία (Holding Company) της Εναγόμενης 2 και ότι συνδεόταν με την Εναγόμενη 2 και ενεργούσε για λογαριασμό της. Η Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία η οποία, όπως έμαθε αργότερα, είναι εγγεγραμμένη στο Μπαρμπείντος και είναι θυγατρική εταιρεία της Εναγόμενης 1 και συνδεδεμένη εταιρεία με την Εναγόμενη 1 (Holding Company). Από έρευνες μέσω του διαδικτύου που ήταν και η μόνη πηγή πληροφοριών του ο Εναγόμενος 3 εμφανίζεται ως ο διευθυντής της NSB Group στο οποίο ανήκει και η Εναγόμενη 1. (Αντίγραφο σχετικής ιστοσελίδας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3). Κατά τον Οκτώβριο του 2007 εκδήλωσαν ενδιαφέρον για συνεργασία με εταιρεία που κατασκευάζει ψευδάργυρο, εκτός Ινδίας, σε σχέση με την κατασκευή των πυλώνων. Του σύστησαν την εναγόμενη 2 η οποία προμηθευόταν ψευδάργυρο από εργοστάσιο στην Ιταλία. Στα μέσα Οκτωβρίου του 2007 διαπραγματεύτηκαν με την Εναγομένη 1 για να αγοράσουν ποσότητα ψευδάργυρου. Κατά τις αρχές Ιανουαρίου 2008, η Εναγόμενη 2 τους υπέβαλε προσφορά, δια μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας την οποία αποδεχτήκαν. Στις 25-01-2008, κατάληξαν σε συμφωνία με την Εναγομένη 2 για την αγορά 50 μ/τόνων στην τιμή των USD2.400 ανά μ/τόνο συνολικού ποσού USD120.000. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4 η συμφωνία ημ. 25-01-2008 η οποία υπεγράφη από την Ενάγουσα και την εναγόμενη 2 δια μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, στην παρουσία των αντιπροσώπων της Εναγόμενης 2. Σύμφωνα με την Εναγόμενη 2, η συμφωνηθείσα ποσότητα ψευδαργύρου θα φορτώνετο από την Ιταλία και τελικός προορισμός ήταν το λιμάνι JNFT κοντά στο Μομπάι της Ινδίας, που είναι η έδρα της ενάγουσας. Η πληρωμή του εμπορεύματος σύμφωνα με τον σχετικό όρο (όρο 6) της συμφωνίας θα καταβαλλόταν ως ακολούθως: (Α) με έμβασμα USD12.000 ως προκαταβολή με την υπογραφή και την έκδοση pro forma invoice. (Β) το υπόλοιπο 90% με την φόρτωση του εμπορεύματος από την Ιταλία, αφού πρώτα επιβεβαιωθεί η φόρτωση με την αποστολή όλων των σχετικών ακόλουθων εγγράφων ηλεκτρονικά: ι) Bill of Lading, Τεκμήριο 5.
  2. ii)LME WAREHOUSE CERTIFICATE, Τεκμήριο 6. iii) packing list, Τεκμήριο 7.
  3. iv)TUV CERTIFICATE, Τεκμήριο 8.
  4. v)Mill test report, Τεκμήριο 9. (Γ) Η πληρωμή όλων των τιμολογίων κατ΄ απαίτηση της Εναγομένης 2 θα γινόταν με έμβασμα σε λογαριασμό που διατηρούσε η Εναγόμενη 1, η οποία παρουσιαζόταν ως θυγατρική της Εναγόμενη 1 στο Διεθνές Τμήμα (International Banking Unit) της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, σε κατάστημα στη Λάρνακα. Η πληρωμή των USD 12.000 έγινε στις 5.2.2008 στον πιο πάνω λογαριασμό με αρ. ΙΒΑΝ CY35 0020 0582 0000 0041 0018 5506 και Swift: BCYPCY2N. Επισυνάπτεται απόδειξη πληρωμής ως Τεκμήριο 10. Στις 19-02-2008 η Εναγομένη 2 τους ειδοποίησε μέσω των αντιπροσώπων της στην Ινδία ότι η φόρτωση του ψευδάργυρου έγινε στις 19-02-2008 και απέστειλε ηλεκτρονικά τα σχετικά έγγραφα. Για σκοπούς φόρτωσης ειδοποιήθηκαν ότι θα στέλλονταν 51.24 μ/τόνοι ψευδάργυρου αξίας USD122976, γεγονός που αποδεχτήκαν. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 11 αντίγραφο τιμολογίου που απέστειλε η Εναγόμενη 2 στην Ενάγουσα ημ. 18-02-2008. Η ημερομηνία άφιξης του πλοίου υποτίθεται ότι θα ήταν, όπως τον πληροφόρησε αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1, στις 10-03-2008 στο λιμάνι JNFT κοντά στο Μομπάι της Ινδίας. Στις 29-02-2008 απέστειλαν το ποσό των USD 108.000 και το ποσό των USD 2976 την 04-03-2008 στον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η Εναγομένη 1 στην Κύπρο καθ΄ υπόδειξη της Εναγομένης 2. Επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 12 και 13 αντίγραφα απόδειξης πληρωμής. Τα πρωτότυπα έγγραφα τα οποία ανέμεναν ουδέποτε τους αποστάληκαν και ούτε το εμπόρευμα έφθασε ποτέ την πιο πάνω ημερομηνία. Από έρευνα που έκανε διαπίστωσε ότι η γερμανική ναυτιλιακή εταιρεία SACO SHIPPING GmbH θα μετέφερε το εμπόρευμα στο λιμάνι JNFT. Από επικοινωνία μαζί της πληροφορήθηκε ότι ουδέποτε υπήρξε τέτοια παραγγελία (βλ. Τεκμήριο 14). Αντιλήφθηκε ότι έπεσε θύμα απάτης αφού τα έγγραφα που του απέστειλαν ηλεκτρονικά ήταν πλαστά και μέχρι σήμερα δεν παράλαβε τα πρωτότυπα ούτε το εμπόρευμα. Η μη παραλαβή τους έχει δημιουργήσει και πρόβλημα με τις δικές τους υποχρεώσεις έναντι των πελατών τους. Μόλις διαπίστωσε την απάτη ενήργησε άμεσα (βλ. Τεκμήριο 15) και με συμβουλή της πρεσβείας της Κύπρου στην Ινδία αφίχθηκε στην Κύπρο στις 18.3.2008. Ως δικαιούχος του λογαριασμού που διατηρεί η εναγόμενη 1 στον οποίο έγινε το έμβασμα των USD122.976 φαίνεται η εναγόμενη 2 ενώ τα χρήματα εμβάστηκαν στον εν λόγω λογαριασμό για λογαριασμό της εναγόμενης 2. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι είναι φανερό από τη φύση της υπόθεσης ότι το ποσό το όποιο αποστείλαν και καταθέσαν στο λογαριασμό της εναγόμενης 1 καθ΄ υπόδειξη της εναγόμενης 2 μπορεί να μεταφερθεί σε άλλους λογαριασμούς της ή να γίνει ανάληψη του ανά πάσα στιγμή. Είναι επίσης φανερός ο άμεσος υπαρκτός κίνδυνος να αποξενωθεί το ποσό αυτό από το συγκεκριμένο λογαριασμό της εναγόμενης 1 και του είναι άγνωστο αν η εταιρεία αυτή έχει οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχεία στην Κύπρο. Αναφέρει επίσης ότι η εναγόμενη 1 διατηρεί λογαριασμό στο International Banking Unit που υποδηλοί εταιρεία διεθνών δραστηριοτήτων ενώ η εναγόμενη 2 έχει έδρα το Μπαρμπείντος και δεν απαντούν στα τηλεφωνήματα τους. Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα υπάρχει άμεσος ορατός κίνδυνος να μην ικανοποιήσει η Ενάγουσα την απαίτηση της και να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά ενόψει τόσο της απάτης που διαπράχθηκε σε βάρος της όσο και του γεγονότος ότι είναι πολύ πιθανό οι Εναγόμενοι να μην έχουν οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο. Οι καθ΄ ων η αίτηση στις 7.4.2008 καταχώρησαν ένσταση, η οποία βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ. 1, 2, 3 και 4

(1)
(2), 5 - 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 32
(1)
(2),
(3), 43, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 9
(1)-
(4)καθώς επίσης στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η ένσταση είναι οι ακόλουθοι: · Οι αιτητές δεν έρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ή / και έχουν αποκρύψει ουσιώδη και βασικά γεγονότα με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου και την εξασφάλιση με δόλιο τρόπο του προσωρινού διατάγματος. · Οι αιτητές δεν προβάλλουν οποιοδήποτε λόγο ή / και οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να αποδεικνύει το κατεπείγον ή άλλες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος με μονομερή αίτηση. · Οι αιτητές επιδιώκουν με την παρούσα αίτηση θεραπεία η οποία αν ευδοκιμήσει θα καταστήσει άνευ ουσίας την αγωγή. · Οι αιτητές δεν παρουσιάζουν κανένα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. · Δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγόμενης
  1. · Δεν αποδεικνύεται σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής τους. · Δεν υπάρχει κίνδυνος αδυναμίας παροχής πλήρους δικαιοσύνης στο μέλλον. · Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση φαίνονται στην ένορκο δήλωση του κου Slobodan Popovich, διευθυντή των καθ΄ ων η αίτηση - εναγομένων, από τη Λάρνακα. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Αρνείται ότι η εναγόμενη 1 παρουσιάστηκε ως μητρική εταιρεία και ότι συνδεόταν με την εναγόμενη 2 και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είχε συναντηθεί με τους διευθυντές ή άλλους αντιπροσώπους της ενάγουσας. Είναι ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχος της εναγόμενης 1 (βλ. Τεκμήριο 1) και ουδέποτε είχε οποιαδήποτε συναλλαγή ή άλλη συνάντηση με την ενάγουσα. Ουδέποτε δε παρουσίασε την εταιρεία του ως μητρική εταιρεία της εναγόμενης 2 και ισχυρίζεται ότι ο ισχυρισμός είναι ψευδής και παραπλανητικός . Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 και 3 πιστοποιητικά μετόχων και διευθυντών της εναγομένης 2 που αποδεικνύουν ότι ούτε η εναγόμενη 1 ούτε ο ίδιος προσωπικά έχει οποιαδήποτε σχέση με την εναγόμενη
  2. Ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει την πηγή της γνώσης του ότι η εναγόμενη 1 είναι μητρική της εναγόμενης 2 και ο ισχυρισμός του είναι αόριστος και αναληθής. Είναι ο διευθυντής της εναγόμενης 1 και ο μοναδικός της μέτοχος και ονομάζεται SLOBODAN POPOVICH και όχι BOBAN POPOVIC. Αναφορικά δε με την κίνηση των λογαριασμών της εταιρείας του οι οποιεσδήποτε πληροφορίες έχουν ληφθεί παράνομα και αντισυνταγματικά αφού δεν αποκαλύπτεται ο τρόπος λήψεως τους και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. «Οι δήθεν αυτές πληροφορίες αποτελούν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος και η πηγή πληροφόρησης (Δικηγόροι) την οποίαν επικαλούνται δεν είναι αρμόζουσα πηγή πληροφόρησης για τέτοιες πληροφορίες ή εν πάση περιπτώσει δεν αποκαλύπτουν από πού έχουν πληροφορηθεί αυτά» αναφέρει επί λέξει ο ενόρκως δηλών. Διαψεύδει ότι η εναγόμενη 1 ή ο ίδιος είχαν οποιαδήποτε διαπραγμάτευση με την ενάγουσα για αγορά ψευδάργυρου και δεν γνωρίζει πως έχει διαμειφθεί η μεταξύ των εναγόντων και εναγομένων 2 συμφωνία της οποίας δεν γνωρίζει το περιεχόμενο. Αρνείται ότι η εναγόμενη 1 έχει παρουσιασθεί ποτέ ως μητρική της εναγομένης 2 στο Διεθνές Τμήμα της Τράπεζας Κύπρου. Ο ισχυρισμός αυτός είναι ανυπόστατος και παραπλανητικός και ουδόλως στοιχειοθετείται με οποιαδήποτε μαρτυρία ή στοιχεία αλλά απλά γίνεται επίκληση του με αόριστη αναφορά. Σε σχέση με το έμβασμα των USD12.000 ο ενόρκως δηλών αναφέρει αυτολεξεί στην παράγραφο 12: «Έχει εμβασθεί στο λογαριασμό της εταιρείας το ποσό των USD120.000 και αυτό αποτελεί υποχρέωση της 2ης εναγόμενης εταιρείας προς την 1η εναγόμενη εταιρεία. Επαναλαμβάνω ότι καμιά συγγενική σχέση έχουν ως εταιρείες αυτές μεταξύ τους αλλά απλά ως έμποροι εισαγωγείς διαφορών οινοπνευματωδών ποτών έχουμε πωλήσει σ΄ αυτούς εμπόρευμα αξίας USD120,000 (αντίγραφα των τιμολογίων επισυνάπτω ως Τεκμήριο 4). Με τη συναλλαγή αυτή η εναγόμενη 2 εταιρεία ανέλαβε υποχρέωση να εμβάσει το ποσό αυτό στο λογαριασμό μας στην Τράπεζα Κύπρου και ως εκ τούτου καλόπιστα έχουμε αποδεχθεί το έμβασμα αυτό ως υποχρέωση της 2ης εναγόμενης εταιρείας για την πώληση που έχουμε κάνει σ΄ αυτούς.» Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι με βάση την ένορκη δήλωση οι οποιεσδήποτε συμφωνίες μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 2 διενεργήθηκαν εκτός Κύπρου. Το έμβασμα στο λογαριασμό τους έχει γίνει από την Ινδία και θεωρεί ότι τα Δικαστήρια της Κύπρου δεν έχουν δικαιοδοσία εκδικάσεως της παρούσας υπόθεσης και δικαίωμα έκδοσης τέτοιου Διατάγματος. Έχει εμβασθεί σε λογαριασμό της εταιρείας τους το ποσό των USD120,000 δυνάμει υποχρεώσεως της εναγόμενης 2 προς την εναγόμενη 1 και καμιά απολύτως απόδειξη ή μαρτυρία έχει παρουσιασθεί η οποία να αναμιγνύει την εταιρεία τους στη συναλλαγή αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Λόγω των πιο πάνω, ο λογαριασμός δεν μπορεί να παραμείνει παγοποιημένος. Το διεκδικούμενο ποσό, εν πάση περιπτώσει δεν είναι η μοναδική κατάθεση. Ισχυρίζεται ότι με το λογαριασμό αυτό η εναγόμενη 1 ασκεί τις επαγγελματικές της υποχρεώσεις. Η συνέχιση της παγοποίησης αυτής έχει καταδικάσει την επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρείας και η συνέχιση ισχύος του Διατάγματος αυτού θα προκαλέσει ανεπανόρθωτες ζημιές στην εταιρεία. Εν πάση δε περιπτώσει η εταιρεία ασκεί επαγγελματικές δραστηριότητες στην Κύπρο, έχει αρκετά εισοδήματα και δεν μπορεί να συνεχίσει η ισχύς του παρόντος Διατάγματος. Ισχυρίζεται επίσης ότι καμία βάση αγωγής δεν έχει αποδειχθεί εναντίον της εναγόμενης 1 αλλά απλώς οι ενάγοντες γνωρίζοντας τον λογαριασμό που είχαν εμβάσει τα χρήματα δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας θέλησαν με τον τρόπο αυτό και χωρίς στοιχεία ή αποδείξεις να αναμείξουν την εναγόμενη 1 η οποία καλόπιστα ως τρίτος δέχθηκε το έμβασμα αυτό δυνάμει άλλης συναλλαγής για να πετύχουν το Διάταγμα. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατά την ακρόαση της αίτησης περιορίστηκαν σε αγορεύσεις χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντα. Θα αναφερθώ σε αυτές στη συνέχεια όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να αναφέρω έχοντας υπόψη την αγόρευση του συνηγόρου της ενάγουσας ότι η αναφορά στην ένορκη δήλωση σε διαπραγμάτευση με την εναγόμενη 1 (παράγραφος 9) και σε πληροφόρηση από αντιπρόσωπο της (παράγραφο 14) πρέπει να αφορούν τυπογραφικά λάθη. ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ Από την κυπριακή νομολογία είναι φανερό ότι τα κυπριακά Δικαστήρια, με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 έχουν εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα τύπου mareva. Το θέμα πραγματεύτηκε διεξοδικά ο Μ.Μ. Νικολάτος, Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στο σύγγραμμα του «Παρεμπίπτοντα Διατάγματα». Στις σελίδες 11 - 12 η εξουσία των Δικαστηρίων συνοψίσθηκε ως εξής: «Τα Δικαστήρια έχουν εξουσία, κάτω από κατάλληλες περιστάσεις να εκδίδουν διατάγματα παρεμποδίζονται δοσοληψίες σχετικά με λεφτά ή κινητά, που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας και των οποίων η μεταφορά εκτός δικαιοδοσίας ή η σπατάλη, θα καθιστούσε μάταιη μια μελλοντική απόφαση. Κατά την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας τα Δικαστήρια πρέπει κατά τη γνώμη μου να λαμβάνουν υπόψη μεταξύ άλλων (α) τη μόνιμη κατοικία του εναγόμενου (β) τον κίνδυνο μεταφοράς της κινητής περιουσίας εκτός δικαιοδοσίας ή σπατάλης της και (γ) την οικονομική κατάσταση του εναγόμενου και τον κίνδυνο αυτός να μην μπορέσει να ικανοποιήσει μια μελλοντική απόφαση εναντίον του, σε περίπτωση μεταφοράς της περιουσίας εκτός δικαιοδοσίας ή σπατάλης αυτή.» Στην υπόθεση Poltava Petroleum Company v.
  3. MEXANA OIL LIMITED κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1301 ο Καλλής Δ. Προέβη σε διεξοδική παράθεση της σχετικής νομολογίας και των σχετικών με την έκδοση διαταγμάτων τύπου mareva παραγόντων στις σελίδες 1315-1320. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο μέρος της πλούσιας μελέτης του: «Στην Nemitsas Industries Ltd v. S & S Maritime Lines Ltd and Others
(1976)1 C.L.R. 302 (απόφαση Α. Λοϊζου, Δ. - όπως ήταν τότε), μετά που είχε διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 χορηγήθηκε διάταγμα τύπου Mareva σε σχέση με χρηματικό ποσό το οποίο ήταν κατατεθειμένο σε τράπεζα. Κρίθηκε ότι τυχόν απόσυρση του ποσού ή μετακίνηση του εκτός Κύπρου θα είχε σαν συνέπεια να μην μπορούν «να το ανακτήσουν οι ενάγοντες και να υποστούν μεγάλη αδικία την οποία το Δικαστήριο είχε εξουσία ν΄ αποτρέψει».. Στην Sunoil Bunkering Limited v. Jaouhar Maritime Transport Co. Ltd
(1987)1 C.L.R. 627 (απόφαση Στυλιανίδη, Δ. - όπως ήταν τότε) επαναβεβαιώθηκε ο σκοπός του διατάγματος τύπου Mareva. Λέχθηκε: «Ο σκοπός του διατάγματος τύπου Mareva είναι η διατήρηση περιουσιακών στοιχείων, περιλαμβανομένου και πλοίου που βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας, για να καταστεί δυνατό για τον ενάγοντα να προχωρήσει με την εκτέλεση όταν εκδίδεται απόφαση του δικαστηρίου υπέρ του". Η Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 C.L.R. 182, 187 (απόφαση Δημητριάδη, Δ.) αποτέλεσε ακόμη μια απόφαση δικαστηρίου με μονομελή σύνθεση στην οποία χορηγήθηκε διάταγμα τύπου Mareva. Κρίθηκε: "Εκτός αν χορηγηθεί παρεμπίπτον διάταγμα, σε περίπτωση που οι ενάγοντες πετύχουν, υπάρχει κίνδυνος πριν από την εκτέλεση οι εναγόμενοι να μετακινήσουν τα χρήματα τους εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων" (Βλ. και Linmare Shipping Co. v. Roustani
(1979)1 C.L.R. 37). Διάταγμα τύπου Mareva εκδόθηκε και στην Πρόδρομος Κωνσταντίνου Λτδ και άλλοι ν. Του Πλοίου "Nikolay Markin" κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 122 (απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε). Υποδείχθηκε ότι η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος τύπου Mareva, βάσει του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, αναγνωρίσθηκε στην Pastella Marine (πιο πάνω). Επισκόπηση της πορείας της νομολογίας και της εξέλιξης της δικαστικής πρακτικής στην έκδοση από τα Κυπριακά και Αγγλικά Δικαστήρια διαταγμάτων τύπου Mareva έγινε και στην Α.B.P. Holdings κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 (απόφαση Αρτεμίδη, Δ.). Στην Αγγλία είναι καλώς θεμελιωμένο ότι διάταγμα τύπου Mareva χορηγείται σε σχέση με απειλούμενη εξαφάνιση περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας (Intraco Ltd v. Notis Shipping Corporation
(1981)2 Lloyd΄s Rep. 256, Ashtiani v. Kashi
(1986)3 W.L.R. 647). Στην Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412, 1422 λέχθηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολο της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Στην PCW (Underwriting Agencies) Ltd v. Dixon (PS)
(1983)2 Lloyd΄s Rep. 197, 201 λέχθηκε ότι αν και ο ενάγων δεν χρειάζεται να αποδείξει άνομη πρόθεση το δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι: «Σκοπός της δικαιοδοσίας δεν είναι η εξασφάλιση προτεραιότητας για τον ενάγοντα, ακόμη λιγότερο, να τιμωρήσει τον εναγόμενο για ισχυριζόμενα παραπτώματα του. Ο μοναδικός σκοπός ή δικαιολογία για το διάταγμα τύπου Mareva είναι να αποτρέψει την απόσπαση με απάτη του προϊόντος της αγωγής των εναγόντων σε περίπτωση επιτυχίας της, είτε με το να μεταφέρει ο εναγόμενος τα περιουσιακά του στοιχεία στο εξωτερικό ή με το να τα εξαφανίσει εντός της δικαιοδοσίας.» Η απουσία πρόθεσης για αποξένωση περιουσίας έχει αναγνωρισθεί επανειλημμένα από τη δική μας νομολογία. Στην πρόσφατη απόφαση στην C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιϊα «Λεωνίκ» Λτδ, Πολιτική 'Εφεση 11013/13.6.2001, η οποία αφορούσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος απαγορευτικού της αποξένωσης ακινήτου, το οποίο δεν αποτελούσε το αντικείμενο της αγωγής, έγινε επισκόπηση της σχετικής επί του θέματος νομολογίας. Τονίσθηκε από τον Κωνσταντινίδη, Δ.: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (Βλ. Lakatamitis, ανωτέρω, στη σελ. 525)...... 'Οπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου, Π. στην Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 54 εκδίδεται το διάταγμα 'ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων'. Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782. 'Οπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ. 785, εκείνο που απαιτείται είναι 'η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος'.» (Βλ. και Παντελίδη ν. Πιερή, Πολιτική 'Εφεση 10121/13.11.1998). Στην Niedersachsen, The (πιο πάνω) υποδεικνύεται ότι ο ενάγων πρέπει να προσάψει «στέρεη μαρτυρία» προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι η απόφαση δεν θα ικανοποιηθεί. Στο βιβλίο "Mareva Injunctions Law and Practice" των Steven Gee και Geraldine Mary Andrews υποδεικνύεται ότι εφόσον η κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα δικά της περιστατικά είναι αδύνατο να τεθούν γενικοί καθοδηγητικοί κανόνες ως προς το πως και πότε ικανοποιείται αυτό το αποδεικτικό βάρος. Ωστόσο - συνεχίζουν οι ευπαίδευτοι συγγραφείς - μερικοί από τους παράγοντες οι οποίοι δυνατόν να είναι σχετικοί είναι οι εξής: "
(1)The nature of the assets which are the proposed subject of the injunction, and the ease or difficulty with which they could be disposed of or dissipated. The plaintiff may find it easier to establish the risk of dissipation of a bank account, or of moveable chattels, than the risk of the defendant disposing of real estate, eg his house or office..
(2)The nature and financial standing of the defendant΄s business.
(3)The length of the defendant΄s establishment in business. Stronger evidence of potential dissipation will be needed where the defendant is a long-established company with a reasonable market reputation than where little or nothing is known or can be ascertained about it.
(4)The domicile or residence of the defendant ...
(5)If the defendant is a foreign company, partnership, or trader, the country in which it has been registered or has its main business address, and the availability or non-availability of any machinery for reciprocal enforcement .........
(6)The defendant΄s past or existing credit record...
(7)Any expressed intention on the part of the defendant as to his future dealings with his English assets.
(8)Connections between a defendant company and other companies which have defaulted on arbitration awards or judgments .
(9)The defendant΄s behaviour in response to the plaintiff΄s claims: a pattern of evasiveness, or unwillingness to participate in the litigation or arbitration, or raising thin defences after admitting liability, or total silence, may be factors which assist the plaintiff." Τα κριτήρια και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε αίτηση για διάταγμα στη βάση του Α.32 του Ν.14/60 μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
  1. Πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη.
  2. Να υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία.
  3. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα. Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το Α.32 του Νόμου 14/60 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 CLR 557 και Πουργουρίδη v. Θέμιδος Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ.
  1. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Έχει πάγια νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο, μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει και να εξετάσει την ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, που έχει επηρεάσει το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα μπορούσε να μην το είχε εκδώσει. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση αναμφίβολα με την αγωγή. Εγείρεται αυταπόδεικτα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Μια εκ των διαζευκτικών βάσεων της αγωγής αφορά παράβαση σύμβασης για την οποία διεκδικούνται αποζημιώσεις. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση κρίνω ότι από όσα προβάλλονται με την ένορκη δήλωση της ενάγουσας (χωρίς βέβαια να αξιολογείται) διαφαίνεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Προκύπτει εμφανώς από το Τεκμήριο 4 ότι με βάση τη συμφωνία ημερομηνίας 25.1.2008 η εναγόμενη 2 θα προμήθευε την ενάγουσα με ψευδάργυρο έναντι του ποσού των USD 120.
  2. (Βλ. Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση) καθώς και ότι η πληρωμή όλων των τιμολογίων θα γινόταν με έμβασμα στο λογαριασμό της NS Bulgaria Ltd στην Τράπεζα Κύπρου, ο αριθμός του οποίου φαίνεται στη συμφωνία. Όπως αναφέρεται στη συμφωνία «All invoice payment for account of KUM Export (Overseas) Co Ltd, Building 9, Harbour Business Park Bridgetown, Saint Michael, Barbados will be done on holding company account of «NS Bulgaria Ltd», Gr. Afxentiou Ave, 6023 Larnaca, Cyprus, IBANCy35 0020 0582 0000 0041 0018 5506, with institution: Bank of Cyprus Plc, IBU L/ca, swift: BCYPCY2N". Οι πληρωμές έγιναν σύμφωνα με τις αποδείξεις Τεκμήρια 12 και
  3. Στο Τεκμήριο 11 φαίνεται ως δικαιούχος (beneficiary) του ποσού του τιμολογίου των Λ.Κ.122.976 η NS Bulgaria Ltd για λογαριασμό της εναγόμενης 2 (for account of KUM Export (Overseas) Co Ltd). Από την ένορκη δήλωση της ενάγουσας προκύπτει, περαιτέρω, ότι το εμπόρευμα δεν παραλήφθηκε ποτέ. Η προέλευση του ποσού στο λογαριασμό της εναγόμενης 1 δεν αμφισβητήθηκε από αυτήν: Ο διευθυντής της ενάγουσας δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με τα εμβάσματα της εταιρείας του και συνεπώς η θέση του ότι το έμβασμα προήλθε από την ενάγουσα δεν αντικρούστηκε. Ο διευθυντής της εναγόμενης ισχυρίστηκε στην ένορκη δήλωση του πως εμβάστηκε το ποσό των USD 120.000 στο λογαριασμό της εναγόμενης 1 το οποίο «αποτελούσε υποχρέωση της εναγόμενης 2 προς την εναγόμενη 1», επισυνάπτοντας τιμολόγια, Τεκμήριο 4, από τα οποία φαίνεται, κατά τον ισχυρισμό του, ότι πώλησαν στην εναγόμενη 2 εμπορεύματα της πιο πάνω αξίας. Διαφαίνεται από τα πιο πάνω ότι ο ενόρκως δηλών δέχεται πως έχει γίνει έμβασμα, USD120.000 στο λογαριασμό της εναγόμενης
  4. Θεωρώ, περαιτέρω, σκόπιμο να αναφέρω ότι από την παράγραφο 19 προκύπτει παραδοχή της εναγόμενης 1 ότι οι ενάγοντες έμβασαν το εν λόγω ποσό. Τα έγγραφα του Τεκμηρίου 4 δεν δεικνύουν οποιοδήποτε έμβασμα στον επίδικο λογαριασμό και δεν έχουν συνδεθεί με οποιοδήποτε τέτοιο έμβασμα, αφού άλλωστε φαίνεται να πρόκειται για τιμολόγια. Συνεπώς η αποδεικτική αξία που μπορεί να τους προσδοθεί είναι μηδαμινή. Τα περί εμβάσματος δυνάμει υποχρεώσεων της 2ης εναγόμενης προς την πρώτη εναγόμενη εταιρεία συνεπώς τέθηκαν χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης της εναγόμενης
  5. Κατ΄ επέκταση δεν έχει συνδεθεί η κατ΄ ισχυρισμό υποχρέωση της εναγόμενης 2 με το λογαριασμό της εναγόμενης 1 και το έμβασμα της ενάγουσας. Συναφώς αναφέρω ότι οι εναγόμενοι 1 δεν έχουν αμφισβητήσει ότι φαίνεται ως δικαιούχος του λογαριασμού τους η εναγόμενη
  6. Έχοντας εξετάσει τις πιο πάνω προϋποθέσεις θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολο της υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ της ενάγουσας θα μείνει ανικανοποίητη. Ο πρώτος παράγοντας είναι η φύση του αντικειμένου του διατάγματος. Πρόκειται για χρηματικό ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό το οποίο πολύ εύκολα μπορεί να μεταφερθεί στο εξωτερικό με συνέπεια να είναι δύσκολος αν όχι αδύνατος ο εντοπισμός του και η ανάκτηση του. Ο δεύτερος παράγοντας σχετίζεται με τη φύση, την υπόσταση και τον τρόπο λειτουργίας της εναγόμενης
  7. Από το Τεκμήριο 1 που έχει παρουσιάσει η εταιρεία φαίνεται ότι κατά το 2005 το εγγεγραμμένο γραφείο της ήταν στη Σόφια Βουλγαρίας και ότι ιδιοκτήτης, διευθυντής και μοναδικός μέτοχος της είναι ο Slobodan Popovich, κάτοικος Γιουγκοσλαβικού διαβατηρίου. Η χώρα μόνιμης κατοικίας του είναι άγνωστη, άγνωστο είναι και το κατά πόσο έχει οποιαδήποτε εισοδήματα στην Κύπρο. Έχω δε υπόψη μου τη φύση του επίδικου λογαριασμού. Παρόλο δε που στην ένορκη δήλωση του ο διευθυντής της εναγομένης 1 αναφέρει ότι ασκεί επαγγελματικές δραστηριότητες στην Κύπρο δεν δίδει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σε πιο μέρος της Κύπρου ή τι είδους εργασίες διεξάγει. Συνεπώς πρόκειται για άγνωστη στην Κύπρο εταιρεία. Θεωρώ, περαιτέρω, ότι οι βάσεις της αγωγής και γενικά όσα αποδίδονται στους ενάγοντες αποτελούν επίσης σχετικούς παράγοντες. Κρίνω ότι τα πιο πάνω δημιουργούν βάσιμο κίνδυνο ότι η τυχόν απόφαση εναντίον των εναγομένων θα παραμείνει ανικανοποίητη. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του διευθυντή της εναγόμενης 1 περί πρόκλησης ζημιάς στην εταιρεία του αυτοί έχουν τεθεί αόριστα και ούτε συνάδουν με τους ισχυρισμούς του ότι στον επίδικο λογαριασμό υπάρχουν και άλλες καταθέσεις. Έχοντας εξετάσει την ουσία του διατάγματος θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο υφίσταται οποιοσδήποτε αυτοτελής λόγος ακύρωσης του διατάγματος. ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Ένας από τους λόγους ένστασης είναι ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας. Το θέμα δικαιοδοσίας επιλύθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka DP
(1999)1 Α.Α.Δ. 225 όπου αποφασίστηκε ότι η εκδίκαση θέματος δικαιοδοσίας ως θέμα της αίτησης για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι επιτρεπτή. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από τις σελ. 11 - 12: «Στην παρούσα υπόθεση το πρωτόδικο δικαστήριο είχε την ευχέρεια να θεωρήσει πως ενδείκνυται να δικαστεί ως πρώτο το δικαιοδοτικό ζήτημα. Μπορούσε όμως και να προσανατολιστεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όπως αναφέρεται στο Mareva Injunctions - Law and Practice των Gee and Andrews στη σελ. 42 ενυπάρχει πάντοτε η δυνατότητα παροχής ενδιάμεσης θεραπείας σε διαδικασία στην οποία ο εναγόμενος αμφισβητεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, μέχρις ότου διαγνωστεί τελικά το βάσιμο της αμφισβήτησης. Εκείνο που δεν μπορούσε να κάμει ήταν η εκδίκαση του δικαιοδοτικού ζητήματος ως θέματος της αίτησης για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος.» Τα πιο πάνω απαντούν στην ένσταση του συνηγόρου. Η εξέταση του θέματος δεν είναι του παρόντος. ΕΠΕΙΓΟΝ Το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα πάνω σε μονομερή βάση. Το θέμα δεν προωθήθηκε κατά την αγόρευση παρά το ότι έχει τεθεί στην ένσταση. Θεωρώ ότι έχει εγκαταληφθεί. Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι η ενάγουσα έχει καταδείξει το επείγον της αίτησης της. ΑΠΟΚΡΥΨΗ Αποτέλεσε βασικό ισχυρισμό των εναγομένων ότι οι αιτητές έχουν αποκρύψει ουσιαστικά γεγονότα. Στην αγόρευση του ο κ. Καϊμακλιώτης εξειδίκευσε, αναφερόμενος μεταξύ άλλων, κυρίως στο γεγονός ότι η ενάγουσα δεν απεκάλυψε τη ρήτρα δικαιοδοσίας/διαιτησίας, η οποία αποτελούσε ουσιώδη όρο του συμβολαίου, με αναφορά στην αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 29/05, Μιτσίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ και Του πλοίου M/V "EKATERINA". Έχει νομολογηθεί ότι μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ανατρέπει τη βάση του Διατάγματος. Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 λέχθηκαν, στη σελ. 602 - 603: «Όπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90 - 30/5/96), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ΄ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Ουσιώδες είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ΄ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας, με αναφορά στα επίδικα θέματα της αίτησης όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν. 14/60 καθώς και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος. Η σχετική ρήτρα διαιτησίας φαίνεται στο συμβόλαιο, Τεκμήριο 4, της ένορκης δήλωσης των αιτητών ως Article 8. Η δεύτερη παράγραφος του εν λόγω άρθρου, διαβάζει ως ακολούθως: «In the course of execution of this contract all disputes not reaching an amicable agreement shall be settled by the Economic Court in India, subject to the terms and conditions of ICC. The charges for arbitration shall be borne by the losing party.» Κρίνω ότι το υπό εξέταση θέμα που εξετάζω απαντάται ευκρινώς από την ισχύουσα νομολογία. Στην υπόθεση Interpartemental Concern Uralmetrom v. Bezuno Ltd
(2004)1 A.Α.Δ. 557 με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία αποφασίστηκε ότι η ύπαρξη όρου για διαιτησία θεωρείται ουσιώδης όρος και πρέπει να γίνεται πλήρης και δίκαιη αποκάλυψη τούτου σε περίπτωση υποβολής μονομερούς αίτησης στο Δικαστήριο. Δεν είναι δε αρκετό να επισυναφθεί απλώς το έγγραφο που προβλέπει για διαιτησία. Το καθήκον αποκάλυψης τέτοιου όρου παρατίθεται στη σελίδα 560 της υπόθεσης Interpartemental, πιο πάνω: «Το καθήκον τους ήταν να αναφερθούν ρητά στην ένορκη δήλωση στην ύπαρξη του όρου για διαιτησία ή να παραπέμψουν ειδικά στον όρο στην επισυνημμένη στην ένορκη δήλωση σύμβαση. Και μάλιστα να εξηγήσουν γιατί δεν έγιναν διαβήματα για την υλοποίηση της διαιτησίας, στοιχείο που οπωσδήποτε θα λαμβανόταν υπόψη στην κρίση του Δικαστηρίου κατά πόσο θα εξέδιδε το ενδιάμεσο διάταγμα.» Η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε ύπαρξη όρου στη σύμβαση για παραπομπή της όποιας διαφοράς προκύψει από αυτή σε διαιτησία στο Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου και Βιομηχανίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω θεωρώ ότι δεν ήταν αρκετό να επισυναφθεί απλώς η σύμβαση που προέβλεπε για τη διαιτησία αλλά οι αιτητές όφειλαν όχι μόνο να επισημάνουν τον όρο αυτό στην ένορκη δήλωση τους αλλά και να εξηγήσουν γιατί δεν έγιναν διαβήματα για την υλοποίηση της διαιτησίας, παρά την ύπαρξη του πιο πάνω όρου, γιατί δηλαδή οι αιτητές προτίμησαν τα κυπριακά Δικαστήρια. Με βάση τα πιο πάνω δέχομαι τη θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι απεκρύβη από το Δικαστήριο ουσιώδες γεγονός το οποίο θα πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εναντίον της συνέχισης του προσωρινού διατάγματος. Το διάταγμα ημερομηνίας 20.3.2008 ακυρώνεται. Έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ........... Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.