← Κύπρος

ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ: Λοίζος Γ. Θωμά, Αρ. Αιτ. 64/07., 23 Μαίου, 2008

ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ: Λοίζος Γ. Θωμά, Αρ. Αιτ. 64/07., 23 Μαίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A42 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ. Ενώπιον: Τ.Καρακάννα, Α.Ε.Δ., Αρ. Αιτ. 64/

  1. ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ: Λοίζος Γ. Θωμά, εκ Παραλιμνίου, Χρεώστης, και Αναφορικά με την αίτηση της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. Πιστωτών. Αίτηση ημερ. 27.3.08 για αναστολή της διαδικασίας στην αίτηση πτώχευσης. 23 Μαίου,
  2. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τονχρεώστη: Ο κ. Α.Μαθηκολώνης. Για τους πιστωτές: Η κα Γ. Ζαχαρίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Tην 31.5.07, στα πλαίσια της αγωγής 369/01 μεταξύ της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) λτδ και
  3. Τhomas Lobay Developments Ltd.,
  4. Aνδρέα Θωμά και
  5. Λοίζου Θωμά εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, για το ποσό των ΛΚ185.630,56 ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ενοικιαγοράς, πλέον δικηγορικά έξοδα. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης οι εναγόμενοι καταχώρησαν έφεση. Την 16.10.07 οι ενάγοντες, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. κατεχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν όπως εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του εναγομένου 3, Λοίζου Θωμά. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της πιο πάνω αίτησης, ο Λοίζος Θωμά διέπραξε πράξη πτώχευσης ήτοι κατά την 28.8.07 του επεδόθη πτωχευτική ειδοποίηση και αυτός παρέλειψε να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος. Ο εναγομένος-καθ΄ ου η αίτηση κατεχώρησε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής. Με την παρούσα αίτηση ο εναγόμενος, Λοίζος Θωμά, ζητά διάταγμα αναστολής της διαδικασίας για έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον της περιουσίας του, μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της έφεσης 170/07, που καταχωρήθηκε εναντίον της πρωτόδικης απόφασης στην αγωγή 369/
  6. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, την οποία υπογράφει ο αιτητής, Λοίζος Θωμά. Ο αιτητής αναφέρει στην ένορκη δήλωση του, μεταξύ άλλων, ότι η αγωγή για έκδοση διατάγματος παραλαβής έγινε «κακόπιστα» ως «καταπιεστικό μέσο» εναντίον του. Το εξ αποφάσεως χρέος είναι, σύμφωνα πάντα με τον αιτητή, εξασφαλισμένο με υποθήκες για τις οποίες το Δικαστήριο, στα πλαίσια της αγωγής 369/01, έχει εκδόσει διάταγμα εκποίησης τους, όπως επίσης και με μετοχές που είχαν ενεχυριασθεί για το σκοπό αυτό. Ο αιτητής ισχυρίζεται επίσης ότι η έφεση του έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας και η «επίδικη συμφωνία να κηρυχθεί εικονική και παράνομη και η πρωτόδικη απόφαση να ανατραπεί». Οι καθ΄ ων η αίτηση κατεχώρησαν ένσταση στην οποία ισχυρίζονται μεταξύ άλλων ότι η παρούσα αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και κακόπιστη. Κακόπιστη είναι επίσης και η έφεση που έχει καταχωρηθεί η οποία καμία πιθανότητα επιτυχίας έχει. Η αίτηση, σύμφωνα πάντα με τους καθ΄ ων η αίτηση καταχωρήθηκε «καταχρηστικά» και καμία δικαιολογία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί ο αιτητής καθυστέρησε να την καταχωρήσει. Αν εγκριθεί η παρούσα αίτηση οι καθ΄ ων η αίτηση πιστωτές θα υποστούν ζημία καθότι δεν θα προστατευθεί η περιουσία του χρεώστη, δηλαδή του αιτητή στην παρούσα διαδικασία και θα καταστρατηγθούν τα δικαιώματα των πιστωτών, όπως επίσης και το πνεύμα της πτωχευτικής διαδικασίας. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 6

(4)του περί Πτώχευσης Νόμου, Κεφ.5, το οποίο παραθέτω αυτούσιο για σκοπούς εύκολης αναφοράς. «6
(4)Οταν η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι η μη συμμόρφωση προς ειδοποίηση πτώχευσης για πληρωμή, παροχή ασφάλειας ή συμβιβασμό του εξ αποφάσεως χρέους ή ποσού που διατάχθηκε να πληρωθεί, το Δικαστήριο δύναται, αν το θεωρεί ορθό, να αναστείλει ή απορρίψει την αίτηση με τη δικαιολογία ότι εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης ή του διατάγματος.» Οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου είναι ταυτόσημες με τις πρόνοιες του Bankruptcy Act 1914, s.5
(4)[1]. Κατά πόσο η διαδικασία για έκδοση διατάγματος παραλαβής εκκρεμούσης εφέσεως θα ανασταλεί ή όχι, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του, είναι κατά πόσο η έφεση που καταχωρήθηκε είναι καλόπιστη. Στην Αγγλική απόφαση Ex p Yeatman, re Yeatman [2] διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «Βut a judgment had been obtained establishing the validity of the petitioning creditors´debt, and, in my opinion, when that is so, and the judgment has not been reversed, the Registrar has power to proceed with the hearing of the petition, if in the exercise of his judicial discretion he thinks fit to do so. But if he is satisfied that a real appeal from the judgment is pending, he ought, in my opinion, as was done in the present case, to adjourn the hearing of the petition until after the appeal shall have been disposed of." Στην πιο πρόσφατη απόφαση Re Noble[3] όπου υιοθετήθηκαν οι πάνω αρχές το Δικαστήριο προχώρησε ένα βήμα παραπέρα και είπε, μεταξύ άλλων, ότι παρά το γεγονός ότι ο Πρωτοκολλητής έχει εξουσία να εκδόσει διάταγμα παραλαβής, όταν το χρέος αποτελεί αντικείμενο έφεσης, η εξουσία αυτή δεν πρέπει να ασκείται αν αυτός ικανοποιηθεί ότι η έφεση είναι καλόπιστη (bona fide), δηλαδή η πρακτική είναι η διαδικασία να αναστέλλεται εκτός αν η έφεση που έχει καταχωρηθεί δεν είναι καλόπιστη. Σχετικό είναι επίσης το απόσπασμα στην απόφαση Heath v. Tang[4] όπου διαβάζουμε τα πιο κάτω: "Αlthough this provision confers upon the court a discretion (see Re Flatau, ex p Scotch Whisky Distillers Ltd
(1988)22 QBD 83), it has been said more than once that if the appeal appears to be bona fide the court should adjourn the petition until it has been heard: see Ex p Yeatman, re Yeatman
(1880)16 Ch D 283 and Re Noble (a bankrupt), ex p the bankrupt v. Official Receiver [1964] 2 All ER 522, [1965] Ch 129. In the ordinary case, therefore, a bankrupt will not have to seek directions under s 303
(1)of the 1986 Act for an appeal against the petitioner´s judgment unless he failed either to lodge an appeal before the hearing of the bankruptcy petition or to satisfy the registrar or judge that the appeal was bona fide." To Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν εξετάζει ποιες είναι οι πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης και κατά πόσο η εφεσιβληθείσα απόφαση θα πρέπει να ανατραπεί αλλά κατά πόσο οι λόγοι που προβάλλονται στην έφεση είναι σοβαροί, εγείρεται δηλαδή κάποιο σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι οι λόγοι έφεσης είναι επιπόλαιοι και η έφεση καταχωρήθηκε κακόπιστα τότε το αίτημα για αναστολή της διαδικασίας θα πρέπει να απορριφθεί.[5] Στην παρούσα υπόθεση, αντίγραφο της έφεσης έχει επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Η έφεση στηρίζεται σε δεκαεννιά λόγους έφεσης οι οποίοι αφορούν νομικά σημεία συμπεριλαμβανομένων και διαδικαστικών θεμάτων όπως επίσης και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η έφεση κατά την άποψη μου δεν είναι επιπόλαια (frivolous) αλλά εγείρει κάποια σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση. Οι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται επίσης, ως αναφέρω και ανωτέρω, ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα και είναι καταχρηστική. Τα δύο πιο πάνω θέματα είναι κατά την άποψη μου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλληλένδετα και ως εκ τούτου θα τα εξετάσω ταυτόχρονα. Το Δικαστήριο έχει συμφυή εξουσία να αναστείλει και ή απορρίψει κάποια δικαστική διαδικασία αν αυτή αποτελεί κατάχρηση. Η εξουσία αυτή ασκείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις όταν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η διαδικασία είναι κακόπιστη, αβάσιμη, επιπόλαιη και ή καταπιεστική. Το γεγονός ότι μια δικαστική διαδικασία δεν έχει μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας, δεν καθιστά τη διαδικασία καταχρηστική. Στο σύγγραμμα Halsbury´s διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «Αbuse of process. The most important ground on which the court exercises its inherent jurisdiction to stay proceedings is that of abuse of process. This is a power which, it has been emphasised, ought to be exercised sparingly and only in exceptional cases. It will be exercised where the proceedings are shown to be frivolous, vexatious or harassing or to be manifestly groundless or in which there is clearly no cause of action in law or in equity. The applicant for a stay on this ground must show not merely that the claimant might not, or probably would not, succeed, but that he could not possibly succeed on the basis of the pleadings and the facts of the case." Στρεφόμενη τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης παρατηρώ ότι η αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Λοίζου Θωμά καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο τη 16.10.07 και επιδόθηκε στον Λοίζο Θωμά τη 5.1.08. Η ένσταση του Λοίζου Θωμά στην πιο πάνω ένσταση καταχωρήθηκε τη 31.1.08 και η ακρόαση της αιτήσεως ορίσθηκε τη 28.3.08. H ημερομηνία 5.1.08 είναι καθοριστικής σημασίας καθότι αυτή αποτελεί και τη βάση για εξέταση του θέματος που εγείρεται. Ο χρόνος καταχώρησης της έφεσης όπως επίσης και ο χρόνος καταχώρησης της αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής είναι άνευ σημασίας, το ουσιώδες σημείο είναι πότε ο Λοίζος Θωμά έλαβε γνώση της αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου προκύπτει επίσης ότι η υπό εκδίκαση αίτηση καταχωρήθηκε τη 27.3.08, παραμονή της ακρόασης της αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής. Είναι γεγονός ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε κάπως καθυστερημένα, η καθυστέρηση αυτή όμως δεν ήταν τέτοιας έκτασης που να δικαιολογεί από μόνη της την απόρριψη της διαδικασίας. Στο σημείο αυτό δεν μπορώ να παραγνωρίζω ότι υπήρξε και μεγάλη καθυστέρηση εκ μέρους των ίδιων των πιστωτών στην επίδοση της αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής, η αίτηση επιδόθηκε στο Λοίζο Θωμά, τρεις σχεδόν μήνες μετά την καταχώρηση της. Εξετάζοντας δε τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο σύνολο τους, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καταλήγω ότι η αίτηση πρέπει να πετύχει. Εκδίδεται διάταγμα αναστολής της εκδίκασης της αίτησης, ημερ. 16.10.07 για έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Λοίζου Θωμά μέχρι την τελική εκδίκαση της έφεσης 170/07. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ του χρεώστη και εναντίον των πιστωτών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τ.Καρακάννα, Α.Ε.Δ. [1] 5
(4)When the act of bankruptcy relied on is non compliance with a bankruptcy notice to pay, secure or compound for a judgment debt, or sum ordered to be paid, the court may, if it thinks fit, stay or dismiss the petition on the ground that an appeal is pending from the judgment or order. [2]
(1880)16 Ch D 283, 289 [3] [1964] 2 All E.D. 522 [4] [1993] 4 All E.R. 694, 700 [5] Βλέπετε επίσης Williams and Hunter on Bankruptcy 19η έκδοση σελ.66. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.