STARGEL CO LTD ν. KEVIN EDWARD LUTKIN κ.α., Αγωγή αρ: 4174/2005, 3/6/2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. ΘΩΜΑ, Ε.Δ. Αγωγή αρ: 4174/2005 Μεταξύ: STARGEL CO LTD, εκ Λάρνακας Εναγόντων και
- KEVIN EDWARD LUTKIN
- PAULA LUTKIN Εναγομένων Ημερομηνία: 3/6/2008 Αίτηση ημερομηνίας: 22/5/2008 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα. Ζαχαρίου Για τους Εναγομένους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Βλάμης Εναγόμενοι 1 και 2 : Παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες - Αιτητές με την υπο εξέταση αίτηση τους επιδιώκουν την τροποποίηση του δικογράφου της «απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση». Η αιτούμενη τροποποίηση συνίσταται στην προσθήκη των ακόλουθων δύο νέων παραγράφων : Α. Δια της προσθήκης πριν την παράγραφο 1 της παραγράφου 1Α ως ακολούθως: « Οι ενάγοντες εγείρουν προδικαστική ένσταση και λέγουν ότι η παρούσα ανταπαίτηση είναι πρόωρη καθότι η διαφορά ουδέποτε παραπέμφθηκε στον επιβλέποντα μηχανικό και/ή στον κ. Ντίνο Πετεβή ως οι πρόνοιες της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί». Β. Δια της προσθήκης μετά την παράγραφο 44 της ακόλουθης παραγράφου ως παραγράφου
- «
- Οι εναγόμενοι εμποδίζονται δυνάμει της επίδικης συμφωνίας να αξιώνουν οιονδήποτε ποσόν σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγ. 9 της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας δυνάμει της οποίας η ευθύνη των εναγόντων περιορίζετο, αφού καλούντο από τους εναγόμενους, σε 12 μήνες να διορθώσουν οιονδήποτε πρόβλημα και μετά από την εν λόγω περίοδο η εργασία θεωρείται ότι διεξήχθη δεόντως και κανονικά και επιπρόσθετα σύμφωνα με τις πρόνοιες της παρα. 17 της επίδικης συμφωνίας οι εναγόμενοι όφειλαν να παραπέμψουν οιανδήποτε διαφορά στον επιβλέποντα μηχανικό και στον κ. Ντίνο Πετεβή για επιδίκαση οιουδήποτε ποσού γεγονός που ουδέποτε έπραξαν οι εναγόμενοι.» Οι εναγόμενοι εναντιώθηκαν στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: Α) Η αίτηση τροποποίησης είναι κακόπιστη και κατ΄ επέκταση αποτέλεσμα κακή τη πίστει ενεργειών (acting mala fide) από τους Ενάγοντες - Αιτητές και συνεπώς κατά πρόσβαση της υφιστάμενης νομολογίας. Β) Η αίτηση τροποποίησης των Εναγόντων - Αιτητών υπεβλήθηκε και/ή καταχωρήθηκε καταχρηστικά της δικαστικής διαδικασίας. Γ) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δημιουργούν προσθήκη νέας και επιπρόσθετης βάσης αγωγής και/ή νέων και επιπρόσθετων βάσεων αγωγών και/ή εισάγουν νέα και επιπρόσθετα επίδικα θέματα που προκαλούν αδικία και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά στους Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση, η οποια δεν αποζημιώνεται με έξοδα και σε βαθμό που να είναι αντίθετες με την υφιστάμενη νομολογία. Δ) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις παραβλάπτουν και/ή επηρεάζουν δυσμενώς τα κεκτημένα δικαιώματα των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση σε βαθμό που να είναι αντίθετες με την υφιστάμενη νομολογία επειδή, μεταξύ άλλων, τροποποιεί ουσιωδώς τα επίδικα θέματα και/ή επειδή εισάγει νέες και/ή επιπρόσθετες βάσεις αγωγών και/ή επειδή εισάγει νέα και/ή επιπρόσθετα επίδικα θέματα και/ή νέους ισχυρισμούς που στην ουσία δημιουργούν τετελεσμένες καταστάσεις. Ε) Η αίτηση τροποποίησης των Εναγόντων - Αιτητών εκτροχιάζει την προγραμματισμένη εκδίκαση της υπόθεσης και γενικά τον προγραμματισμό της. ΣΤ) Η αίτηση τροποποίησης των Εναγόντων - Αιτητών έγινε σε πολύ καθυστερημένο και/ή προχωρημένο στάδιο της δικαστικής διαδικασίας. Ζ) Το Δικαστήριο είναι δεσμευμένο και/ή υποχρεωμένο για μη εκτροχιασμό της προγραμματισμένης εκδίκασης της υπόθεσης και γενικά τον προγραμματισμό της μέσω δικής του ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 16/05/20008 και τυχόν έγκριση της αίτησης τροποποίησης των Εναγόντων - Αιτητών θα προκαλέσει αδικία στους Εναγομένους 1 και 2 - Καθ' ου η Αίτηση καθώς επίσης και διάκριση ως προς την αντιμετώπιση των διαδίκων. Η) Η αίτηση τροποποίησης των Εναγόντων - Αιτητών δεν υποστηρίζεται με κατάλληλη και επαρκή μαρτυρία και/ή δεν αποκαλύπτει λόγο και/ή επαρκή και/ή βάσιμο και/ή νόμιμο και/ή εύλογο λόγο ως προς το γιατί οι εν λόγω αιτούμενες τροποποιήσεις να γίνουν δεκτές με αποτέλεσμα οι εν λόγω αιτούμενες τροποποιήσεις να παραμένουν αδικαιολόγητες, καταχρηστικές, ατεκμηρίωτες και αβάσιμες. Θ) Η αίτηση τροποποίησης των Εναγόντων - Αιτητών δεν υποστηρίζεται με κατάλληλη και επαρκή μαρτυρία και/ή δεν αποκαλύπτει λόγο και/ή επαρκή και/ή βάσιμο και/ή νόμιμο και/ή εύλογο λόγο ως προς το γιατί οι εν λόγω αιτούμενες τροποποιήσεις δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν και/ή περιληφθούν στην πρόσφατη αίτηση τροποποίησης των Εναγόντων - Αιτητών ημερομηνίας 27/02/2008 με αποτέλεσμα οι εν λόγω αιτούμενες τροποποιήσεις να παραμένουν αδικαιολόγητες, καταχρηστικές, ατεκμηρίωτες και αβάσιμες. Ι) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποτελούν μαρτυρικό υλικό και/ή επιχειρούν την εισαγωγή μαρτυρίας και όχι απλή προσθήκη ουσιώδων γεγονότων και ως εκ τούτου δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές αφού δεν συνάδουν με τις αρχές και τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κ) Το περιεχόμενο των αιτούμενων τροποποιήσεων είναι νομικά ανεδαφικό και συνεπώς δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Νομική βάση της αίτησης αποτελεί η Δ.25 Θ1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Σύμφωνα με την επί ζητήματος νομολογία Κυπριακή και Αγγλική η εν λόγω διάταξη παρέχει μια ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο κατά τον χειρισμό αιτήσεων τροποποίησης δικογράφων. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1ΑΑΔ 934 η δυνατότητα τροποποίησης τέθηκε ως εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Αναμφισβήτητα η σύγχρονη τάση όπως βγαίνει από την σχετική νομολογία είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd
(1989)1ΑΑΔ(Ε)33 τέθηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά τον χειρισμό αιτήσεων τροποποίησης σύμφωνα με αυτές:
- Η τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη απο εκείνην που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
- Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου. Η υπο εξέταση αίτηση είναι η δεύτερη κατά σειρά αίτηση τροποποίησης που υποβάλλεται από τους ενάγοντες. Η αγωγή είχε οριστεί αρχικά για ακρόαση σε τρείς συνεχόμενες δικασίμους, συγκεκριμένα στις 25, 26 και 27/2/
- Στις 25/2/2008 η ακρόαση της υπόθεσης μετατέθηκε στις 27/2/
- Κατ' εκείνην την ημερομηνία κατεχωρήθη από τους ενάγοντες η πρώτη αίτηση τροποποίησης, η οποία είχε οριστεί από το Πρωτοκολλητείο για τις 17/3/
- Συνακόλουθα της καταχώρισης της ως άνω αίτησης υποβλήθηκε από πλευράς Εναγόντων αίτημα για αναβολή της ακρόασης της αγωγής. Το Δικαστήριο, παρά την ένσταση των εναγομένων ενέκρινε το αίτημα εις τρόπο ώστε να εδίνετο ο χρόνος για να εξεταστεί η ως άνω αίτηση τροποποίησης. Η αγωγή επαναορίστηκε για ακρόαση και πάλι σε τρείς συνεχόμενες ημερομηνίες, συγκεκριμένα στις 2, 3 και 4/6/
- Ο λόγος για τον οποίο είχαν δοθεί τρείς συνεχόμενες δικάσιμοι, όπως και την πρώτη φορά ήταν ότι (α) η υπόθεση είναι παλιά και (β) οι εναγόμενοι διαμένουν εκτός Κύπρου και θα έρχονταν από το εξωτερικό ειδικά για την υπόθεση τους. Στις 11/4/2008 το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του απέρριψε την ως άνω αίτηση τροποποίησης. Ακολούθησε η εκδίκαση αίτησης για αποκάλυψη εγγράφων η οποία καταχωρήθηκε από τους εναγόμενους, η οποία επίσης απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16/5/
- Στις 22/5/2008 οι Ενάγοντες καταχώρισαν την υπο εξέταση αίτηση, η οποία είχε οριστεί από το Πρωτοκολλητείο για πρώτη εμφάνιση στις 28/5/
- Κατ' εκείνην την ημερομηνία εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ο συνήγορος των εναγομένων, δηλώνοντας την ένστασή του στην αίτηση. Το Δικαστήριο όρισε για ακρόαση την ως άνω αίτηση κατά την πρώτη ημέρα από τις τρείς συνεχόμενες δικασίμους, εις τρόπο ώστε να αποφασίζετο πρώτα η τύχη της υπο εξέταση αίτησης. Έχω μελετήσει με προσοχή ολόκληρο το υλικό το οποίο βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την υπο εξέταση αίτηση υπάρχει ο ισχυρισμός ότι κατά την μελέτη της υπόθεσης μαζί με τον Διευθυντή των Εναγόντων για προετοιμασία της ακρόασης προ ολίγων ημερών εφάνη ότι εκ παραδρομής και παρά το ότι αναφέρεται στην υπεράσπιση ότι οι εναγόμενοι εμποδίζονται να προωθούν την ανταπαίτηση τους, δεν ελέγχθησαν με σαφήνεια οι πρόνοιες του επίδικου εγγράφου οι οποίες εμποδίζουν τους εναγομένους στις απαιτήσεις τους. Δυστυχώς όμως δεν δίνεται καμία επεξήγηση από την ενόρκως δηλούσα γιατί οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις δεν είχαν περιληφθεί στην πρώτη αίτηση τροποποίησης. Είμαι της άποψης ότι οι Ενάγοντες είχαν τον βάρος να αιτιολογήσουν την παράλειψη τους να συμπεριλάβουν τις επιδιωκόμενες με την υπο εξέταση αίτηση τροποποιήσεις στην πρώτη αίτηση τροποποίησης. Η αναφορά της ενόρκου δηλώσεως των Εναγόντων σε απλή παραδρομή δεν θα μπορούσε κατά την άποψη μου να θεωρηθεί βάσιμη δικαιολογία για την υποβολή στο στάδιο αυτό της υπό εξέταση αίτησης. Δεν παραγνωρίζω την θέση της νομολογίας μας ότι ακόμα και στις περιπτώσεις που η καθυστέρηση δεν αιτιολογείται πλήρως ή επαρκώς η τροποποίηση θα πρέπει να επιτρέπεται, εις τρόπο ώστε να αποφασίζονται όλα τα εγειρόμενα ζητήματα (βλέπε Ιωάννης Νικολάου v. Ζωή Μιλτιάδους Πολ.Ε. 96/2006 ημερομηνίας 27/7/2006). Όμως, όπως έχω ήδη αναφέρει η υπο εξέταση αίτηση δεν είναι η πρώτη αίτηση τροποποίησης που υποβάλλεται αλλά η δεύτερη κατά σειρά. Τονίζω επίσης ότι καταχωρήθηκε δέκα περίπου μέρες πριν την πρώτη απο τις τρείς συνεχόμενες ημερομηνίες κατά τις οποίες είχε αναβληθεί η ακρόαση της αγωγής, μετά την πρώτη αναβολή της. Η τυχόν αποδοχή της αίτησης θα είχε ως αποτέλεσμα την ακύρωση και των τριών δικασίμων κατά τις οποίες έχει οριστεί για εκδίκαση η αγωγή, η οποία υπογραμμίζω ότι ξαναναβλήθηκε λόγω της καταχώρησης της πρώτης αίτησης τροποποίησης. Επιπλέον, δεν παραβλέπω ότι η σύγχρονη τάση της νομολογίας μας είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμα και όταν αυτές υποβάλλονται σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας (βλέπε Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704). Από την άλλη όμως δεν παραγνωρίζω ότι το δικαίωμα για τροποποίηση δεν είναι απεριόριστο αλλά υπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Φοινιώτης (ανωτέρω) όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για τροποποίηση. Επίσης στην υπόθεση SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1ΑΑΔ 426, αναφέρθηκε ότι η δικαιολόγηση της καθυστέρησης και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του Αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην υπο εξέταση υπόθεση η παράλειψη των Εναγόντων να αιτιολογήσουν την μη συμπερίληψη των επιδιωκόμενων με την υπο εξέταση αίτηση τροποποιήσεων στην πρώτη αίτηση τροποποίησης, σε συνδυασμό με τον χρόνο που επέλεξαν να καταχωρήσουν την υπο εξέταση αίτηση, συγκεκριμένα δέκα περίπου μέρες πριν στην πρώτη από τις τρείς συνεχόμενες ημερομηνίες που έχει οριστεί για ακρόαση η αγωγή, έχει δημιουργήσει πολλά ερωτηματικά στο Δικαστήριο αναφορικά με την γνησιότητα των προθέσεων τους. Επιπλέον καμιά επεξήγηση δεν δίνεται από την ενόρκως δηλούσα αναφορικά με τον λόγο που κατέστη αναγκαία η αιτούμενη τροποποίηση σε αυτό το στάδιο, ιδιαίτερα έχοντας κατά νου ότι στο δικόγραφο της «απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση υπάρχει ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι εμποδίζονται δυνάμει συμφωνίας και/ή παραστάσεων και/ή συμπεριφοράς τους να προβάλουν την ανταπαίτηση τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων υποστήριξε ότι ο βασικός παράγοντας στον οποίο θα πρέπει να κατευθύνει την προσοχή του το Δικαστήριο είναι ότι οι εναγόμενοι δεν θα μπορούσαν να υποστούν οποιαδήποτε ζημιά από την αιτούμενη τροποποίηση η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήματα. Δεν θα συμφωνούσα με την εισήγηση αυτή. Σύμφωνα με την νομολογία μας το ζήτημα της τροποποίησης των δικογράφων επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, γνώμονας στην άσκηση της οποίας είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα απο οτιδήποτε άλλο. (Βλέπε Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1ΑΑΔ 560). Στρεφόμενος στους υπόλοιπους λόγους ένστασης ο μόνος ο οποίος κατά την άποψη μου χρήζει σχολιασμού είναι ο λόγος Γ, σύμφωνα με τον οποίο οι αιτούμενες τροποποιήσεις δημιουργούν νέα βάση αγωγής και εισάγουν νέα επίδικα θέματα. Ο λόγος αυτός δεν μπορεί να ευσταθήσει. Δεν θεωρώ ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις εγείρουν νέα βάση αγωγής. Επιπλέον όπως έχω ήδη αναφέρει, στο δικόγραφο της «απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση» των Εναγόντων υπάρχει ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι κωλύονται δυνάμει συμφωνίας και/ή παραστάσεων και/ή συμπεριφοράς να προβάλουν την ανταπαίτηση τους. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η υπο εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο απόκλισης από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων - Καθών η Αίτηση και εις βάρος των Εναγόντων - Αιτητών όπως θα υπολογιστούν απο τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. ...................................................... (ΥΠ) Θ.ΘΩΜΑ, Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο