← Κύπρος

ITALCATENA IMPORTS - EXPORTS LTD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΗΜΑΝΣΗΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΜΕΤΑΛΛΑ, Αρ. Αγωγής: 3778/05, 19/06/2008

ITALCATENA IMPORTS - EXPORTS LTD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΗΜΑΝΣΗΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΜΕΤΑΛΛΑ, Αρ. Αγωγής: 3778/05, 19/06/2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3778/05 Μεταξύ: ITALCATENA IMPORTS - EXPORTS LTD Ενάγουσα - και - ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΗΜΑΝΣΗΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΜΕΤΑΛΛΑ Εναγομένου Ημερομηνία: 19/06/2008 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Γ. Χριστοφίδης (για να ακούσει απόφαση ο κ. Φρεναρίτης) Για Εναγόμενο: κος Παπαχαραλάμπους (για να ακούσει απόφαση ο κ. Σκορδής) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή αξιώνει εναντίον του εναγομένου την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.2.328,43σεντ ήτοι σε ΕΥΡΩ €561.16σεντ, με τόκους και έξοδα, το οποίο καταβλήθηκε στον εναγόμενο στις 09.10.04 για την σήμανση αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα που εισήχθησαν νομίμως, σφραγισμένα και/ή σεσημασμένα από χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθ΄ ότι το άρθρο 25 του Περί Κυπριακού Οργανισμού Σήμανσης Αντικειμένων από Πολύτιμα Μέταλλα Νόμο 179/91 ως αυτός έχει τροποποιηθεί είναι σε αντίθεση με το άρθρο 30 και νυν 28 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή το Κοινοτικό Κεκτημένο γιατί από την 01.05.04 η Κυπριακή Δημοκρατία κατέστη πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ζητούνται επίσης τρεις δηλώσεις από το Δικαστήριο, ήτοι (α) ότι το άρθρο 25 του Ν179/91 είναι αντίθετο με το άρθρο 30 νυν 28 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (β) ότι το άρθρο 25 του Ν179/91 δημιουργεί ποσοτικούς περιορισμούς και/ή μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος και/ή εμπόδια στην ελεύθερη διακίνηση Πολύτιμων Αντικειμένων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή καθιστά τις εισαγωγές δυσχερέστερες και/ή δαπανηρότερες και (γ) ότι η εμπορία αντικειμένων και/ή τεχνουργημάτων από πολύτιμα μέταλλα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη δεν μπορεί να απαγορεύεται στην περίπτωση κατά την οποία τα τεχνουργήματα και/ή αντικείμενα αυτά έχουν σφραγιστεί από ανεξάρτητο οργανισμό στο κράτος μέλος εξαγωγής. Δεν προσκομίστηκε οιαδήποτε μαρτυρία αλλά δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα, Τεκμήριο 1, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, και κατατέθηκε κατάλογος παραδεκτών εγγράφων, Τεκμήριο 2 και τέσσερα εκ συμφώνου παραδεκτά έγγραφα ως τεκμήρια, ήτοι ως Τεκμήριο 3, αντίγραφο απόδειξης ημερομηνίας 09.10.04 για το ποσό των Λ.Κ.2.393, ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 25.07.05, ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο επιστολής ημερ. 04.08.05 και ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 05.08.

  1. Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, τα Ευρήματα μου είναι τα ακόλουθα:
  2. Η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με το κεφάλαιο
  3. Η Ενάγουσα μεταξύ άλλων διεξάγει εργασίες εισαγωγής, πώλησης και διάθεσης αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα.
  4. Ο εναγόμενος είναι νομικό πρόσωπο το οποίο καθιδρύθηκε με βάση τον Περί Κυπριακού Οργανισμού Σήμανσης Αντικειμένων από Πολύτιμα Μέταλλα Νόμο του
  5. Την 09.10.2004 η Ενάγουσα πλήρωσε στον Εναγομένο ποσό Λ.Κ.328.43σεντ για την σήμανση αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα που αγοράσθησαν και εισήχθησαν νομίμως σφραγισμένα και έτοιμα προϊόντα προς διάθεση και πώληση από την Ιταλία.
  6. Το ποσό των Λ.Κ.328,43σεντ εισπράχθηκε από τον Εναγόμενο ο οποίος εξέδοσε σχετική απόδειξη, ήτοι Τεκμήριο
  7. Η διαδικασία αυτή ακολουθείτο για πολλά χρόνια και ειδικότερα από την ημερομηνία λειτουργίας της Ενάγουσας αφού για να μπορέσει να διαθέσει αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα που εισάγονταν σφραγισμένα από το εξωτερικό έπρεπε να σφραγιστούν υποχρεωτικά και από τον Εναγόμενο διαφορετικά η πώληση τέτοιων αντικειμένων ήταν παράνομη και κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας.
  8. Μετά την πιο πάνω πληρωμή η Ενάγουσα εταιρεία και διάφοροι άλλοι συνάδελφοι τους ενημερώθηκαν από το Επιστημονικό Επιμελητήριο Λάρνακας (ΕΒΕΛ) πως μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση είχαν καταργηθεί όλοι οι εισαγωγικοί δασμοί και ταρίφες και έξοδα και πως θα μπορούσαν να προμηθεύονται πλέον από χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα χωρίς την καταβολή οιονδήποτε επιβαρύνσεων.
  9. Ως εκ τούτου οι Δικηγόροι τους την 25.07.2005 απέστειλαν σχετική επιστολή, Τεκμήριο 4, με την οποία ζήτησαν εκ μέρους της Ενάγουσας όπως επιστραφούν τα ποσά τα οποία είχαν καταβάλει στον Εναγομένο για προϊόντα που σημάνθηκαν την 08.10.
  10. Ειδικότερα η Ενάγουσα ζήτησε την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.2.393 που ήταν η αξία των αντικειμένων που πληρώθηκαν την 09.10.
  11. Την 04.08.2005 ο Εναγόμενος με επιστολή του, Τεκμήριο 5, ενημέρωσε την ενάγουσα πως η επιστολή ημερομηνίας 25.07.2005 λήφθηκε από αυτό και πως θα λάμβανε απάντηση επί της ουσίας το συντομότερο.
  12. Την 05.08.2005 η δικηγόρος του εναγομένου έστειλε επιστολή στους δικηγόρους της ενάγουσας, Τεκμήριο 6, η οποία λήφθηκε την ίδια ημερομηνία από τους Δικηγόρους της Ενάγουσας με την οποία αναφέρετο πως η σφράγιση και η είσπραξη έγινε σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και γενικά αρνήθηκε την επιστροφή των λεφτών που είχαν πληρωθεί. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο δικηγόρος της ενάγουσας στην εμπεριστατωμένη αγόρευση του εισηγείται ότι: (α) η αγωγή εδράζεται και/ή έχει ως αιτία αγωγής το άρθρο 72 του Περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ 149 αφού το αναφερθέν ποσό καταβλήθηκε συνεπεία πλάνης. (β) δεν πρόκειται για εκτελεστή διοικητική πράξη η ενέργεια του εναγομένου να χρεώσει την ενάγουσα με το αναφερθέν ποσό το οποίο πλήρωσε αλλά πρόκειται για διαφορά οικονομικής φύσεως που εμπίπτει στο ιδιωτικό δίκαιο ως πράξη διαχείρισης και όχι εξουσίας και ως εκ τούτου η επίδικη διαφορά δεν εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 146

(1)του Συντάγματος αλλά στην δικαιοδοσία των Πολιτικών Δικαστηρίων, (γ) σε καμία περίπτωση δεν έχει παραιτηθεί του δικαιώματος της για διεκδίκηση του επίδικου ποσού επειδή κατέβαλε το ως άνω ποσό ανεπιφύλακτα για το λόγο ακριβώς που αναφέρεται και ανωτέρω, ήτοι καταβλήθηκε λόγω πλάνης, (δ) το άρθρο 25 του Νόμου 179/91 είναι αντίθετο με το άρθρο 30 νυν 28 της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο. Αφού επικαλέσθηκε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, τα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικράτειας και νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.) ζήτησε από το Δικαστήριο όπως εκδώσει απόφαση ως η αξίωση με έξοδα σε βάρος του εναγομένου. Από την άλλη με την λιτή αλλά ενδιαφέρουσα αγόρευση του ο συνήγορος του εναγομένου εισηγείται ότι πρόκειται για εκτελεστή διοικητική πράξη που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 146
(1)του Συντάγματος και αφού δεν έχει ακυρωθεί, η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή καθ΄ ότι το Πολιτικό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο. Μετά την επίκληση σχετικής νομολογίας, ζήτησε από το Δικαστήριο όπως απορρίψει την αγωγή με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας. Προέχει η εξέταση της θέσης του εναγομένου ότι η πράξη του εναγομένου αποτελεί διοικητική πράξη η οποία προσβάλλεται μόνο με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146(ι) του Συντάγματος ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου το οποίο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης αυτής της φύσεως υποθέσεων και δεν παρέχεται δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Η αποδοχή της θέσης του εναγομένου θα σημάνει και το τέλος της υπόθεσης με απόρριψη της. (Βλ. Pouros v. Attorney General
(1980)1 C.L.R. 411, Director of Customs and Excisers v. Grecian Hotels Enterprises Ltd
(1985)1 C.L.R. 476, West Park Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία, Αναθ. Έφεση 759 ημερ. 08.04.79, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ και άλλοι ν. Γενικός Εισαγγελέας και άλλοι
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, Shoham (Cyprus) Ltd v. Αρχής Λιμένων Κύπρου,
(2000)1 ΑΑΔ 404, D.E.L. KIRZAIS TOURIST ENTERPRISES LTD κ.α. ν. Σ.Α.Λ.Α.
(2000)1 ΑΑΔ 1946, Philippa Estates Ltd κ.α. v. Σ.Α.Λ.Α.,
(2001)1 ΑΑΔ 1026 και Καρέσιου ν. Καραπίττα κ.α.
(2002)338. Έχω την εντύπωση ότι η απάντηση στο θέμα που απασχολεί το Δικαστήριο και καλείται να αποφασίσει μπορεί να αναζητηθεί στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 Α.Α.Δ. σελ. 892 και δη στις σελίδες 892 έως 894 όπου και το σχετικό απόσπασμα που ακολουθεί: «Η Αρχή Λιμένων είναι οργανισμός δημόσιου δικαίου στον οποίο έχει εναποτεθεί κρατική ευθύνη και εξουσία για τη λειτουργία και διαχείριση των λιμένων της Δημοκρατίας. Οι λιμένες συνιστούν σημεία ελέγχου εισόδου και εξόδου ατόμων και εμπορευμάτων στη Δημοκρατία. Η διαχείριση τους συνιστά σημαντική κρατική λειτουργία, συνυφασμένη με την κυριαρχία του κράτους στο χώρο της επικράτειας της Πολιτείας (βΒλ. Ports Authority v. Republic
(1983)3 C.L.R. 385, και Republic v. Cyprus Ports Authority
(1986)3 C.L.R 117). Το κοινό έχει άμεσο συμφέρον στην ευόδωση των σκοπών της Αρχής και ανάλογο ενδιαφέρον για την καλή λειτουργία της. Οι πράξεις της Αρχής Λιμένων, όπως και εκείνες κάθε δημόσιας αρχής ή οργάνου, που σχετίζονται με την προώθηση ή εκπλήρωση των δημόσιων σκοπών που έχουν εναποτεθεί σ΄ αυτή, συνιστούν πράξεις εξουσίας, δηλαδή πράξεις που εκπηγάζουν από την άσκηση των εξουσιών της Αρχής. Πράξεις αυτής της κατηγορίας - πράξεις εξουσίας - ανάγονται και επενεργούν στο πεδίο του δημόσιου δικαίου, οι αρχές του οποίου διέπουν την υπόστασή τους. Εφόσον είναι εκτελεστές, δηλαδή γενεσιουργοί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, υπόκεινται σε αναθεώρηση από το Ανώτατο Δικαστήριο στο οποίο παρέχεται, βάσει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος, αποκλειστική αρμοδιότητα για τον έλεγχο της εγκυρότητάς τους. Η λειτουργία δημόσιας αρχής ή οργάνου δεν περιορίζεται μόνο στο πεδίο του δημόσιου δικαίου επεκτείνεται και στο ιδιωτικό δίκαιο οποτεδήποτε η αρχή ενεργεί για την προστασία του ταμιευτικού της συμφέροντος (fiscus). Οι πράξεις αυτές χαρακτηρίζονται ως πράξεις διαχείρισης. Έρεισμα για τον καταρτισμό ή σύναψη πράξης διαχείρισης, αντλείται όχι από τη δημόσια εξουσία αρχής ή οργάνου, αλλά από τα περιουσιακά τους δικαιώματα βάσει του αστικού δικαίου. Πράξεις διαχείρισης δημόσιας αρχής επενεργούν στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου και αποτελούν αντικείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων κατά το αστικό δίκαιο. Στις πράξεις διαχείρισης εμπίπτουν και συμβάσεις αναφορικά με τη διάθεση και εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας δημόσιας αρχής. Η ισοτιμία των συμβαλλομένων είναι ένα από τα χαρακτηριστικά πράξεων διαχείρισης οποτεδήποτε παίρνουν τη μορφή «σύμβασης» άλλο είναι η αποβολή, εκ μέρους της Αρχής, του μανδύα της εξουσίας στον καταρτισμό τους. Πράξεις διαχείρισης διαστέλλονται από πράξεις εξουσίας, ανάλογα με το σκοπό για τον οποία εκδίδονται και τα συστατικά τους στοιχεία. Στην Κύπρο, έχει κατ΄ επανάληψη αναγνωριστεί ότι στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και κατ΄ ακολουθία στην αποκλειστική του αρμοδιότητα, υπάγονται μόνο εκτελεστές πράξεις δημόσιων αρχών που επενεργούν στον τομέα του δημόσιου δικαίου (Βλ. μεταξύ άλλων, Αchilleas Hadjikyriakou v. Theologia Hadjiapostolou 3 R.S.C.C. 89, Savvas Yianni Valana v. Republic 3 R.S.C.C. 91). Εμπειρική υπήρξε η προσέγγιση στην ταξινόμηση των διοικητικών πράξεων ως προς το πεδίο δικαίου, δημόσιο ή ιδιωτικό, στο οποίο επενεργούν. Η ουσία και όχι ο τύπος ή η μορφή την οποία λαμβάνει η πράξη, συνιστά το κριτήριο για την κατάταξή τους σε πράξεις εξουσίας ή πράξεις διαχείρισης. Η διάκριση των δύο τομέων δικαίου και τα κριτήρια για το διαχωρισμό τους, απασχόλησαν το Ανώτατο Δικαστήριο ειδικά στην Antoniou and Others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 623, και Machiouzarides v. Republic
(1985)3 C.L.R. 2342. O σκοπός για τον οποίο λαμβάνεται η απόφαση, ή γίνεται πράξη σε συνάρτηση με τις εξουσίες δημόσιας αρχής, αποτελεί το γνώμονα για την ταξινόμησή τους στο ένα ή το άλλο πεδίο του δικαίου. Εφόσον η πράξη ανάγεται ή σχετίζεται με την επίτευξη των σκοπών δημόσιας αρχής ή οργάνου, αυτή επενεργεί στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Δημόσιος σκοπός είναι εκείνος για τον οποίο εξ αντικειμένου το κοινό ή τμήμα που έχουν εκ της φύσεως των πραγμάτων συμφέρον στην ευόδωσή του. Στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου εμπίπτουν όχι μόνο πράξεις διαχείρισης δημόσιας αρχής ή οργάνου, αλλά και μονομερείς πράξεις κρατικής εξουσίας που έχουν ως αντικείμενο τη ρύθμιση ή διακανονισμό δικαιωμάτων στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου (Βλ. The Greek Registar of Co-Operative Societies v. Nicos Nicolaides
(1965)3 C.L.R. 164). Γνώμονα για τη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των επηρεαζομένων, σ΄ αυτό το πεδίο λειτουργίας δημόσιας αρχής ή οργάνου, συνιστούν οι σχετικές αρχές του ιδιωτικού δικαίου και όχι η προώθηση οποιουδήποτε δημόσιου σκοπού τον οποίο η Αρχή είναι επιφορτισμένη να προάγει. Σ΄ αυτή την κατηγορία ανήκουν, όπως έχει νομολογηθεί, αποφάσεις των κτηματολογικών αρχών, ρυθμιστικές δικαιωμάτων ακίνητης ιδιοκτησίας, καθώς και αποφάσεις άλλων αρχών που αφορούν συμβατικά ή περιουσιακά δικαιώματα σε κινητά (Βλ. μεταξύ άλλων, Savvas Yianni Valana v. Republic (ανωτέρω) (διόρθωση λάθους στα κτηματολογικά μητρώα). Αchilleas Hadjikyriakou v. Theologia Hadjiapostolou and Others (ανωτέρω) (επίλυση συνοριακής διαφοράς). Τheocharis Charalambides v. Republic, 4 R.S.C.C. 24 (καθορισμός ημερομηνίας για την καταναγκαστική πώληση περιουσίας). George Asproftas v. Republic
(1973)3 C.L.R. 366 (αίτηση για εγγραφή ακινήτου). Hellenic Bank v. Republic
(1986)3 C.L.R. 481 (εγγραφή υποθήκης βάσει του περί Εταιρειών Νόμου). Elias Petrou and Others v. The New Co-Operative Society of Karpashia 3 R.S.C.C. 58 (εγγραφή μελών στο μητρώο συνεργατικών). Photiades v. Republic
(1988)3 C.L.R. 2084 (ανανέωση συνεταιρισμού)». Στην υπόθεση Shoham (Cyprus) Ltd v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2000)1 Α.Α.Δ. 404, 411, 412 ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Κατά την εξέταση του κατά πόσο μια πράξη της διοίκησης εμπίπτει εντός της δυνάμει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος δικαιοδοσίας πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη η φύση και ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης πράξης ή απόφασης. Αυτό το θέμα πρέπει να εξετάζεται επί της ουσίας και υπό τις περιστάσεις της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η υπόσταση του Οργάνου το οποίο έλαβε την απόφαση καθώς και οι περιστάσεις λήψης της. Είναι δυνατό για το ίδιο Οργανισμό να ενεργεί είτε εντός της σφαίρας του ιδιωτικού δικαίου ή εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου, ανάλογα με τη φύση της πράξης του. Αυτό που αποτελεί τον σημαντικό και αποφασιστικό παράγοντα είναι η φύση και ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης λειτουργίας, αντικείμενο της προσφυγής. Όπου η λειτουργία του διοικητικού οργάνου έχει σαν πρωταρχικό σκοπό την προαγωγή δημοσίου σκοπού αυτός ο σκοπός έχει θεωρηθεί σαν χαρακτηριστικό πράξης ή απόφασης εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου (βλ. Greek Registrar of the Co-Operative Societies etc. v. Nicolaides
(1965)3 CLR 164, 170, 171 και Vakana v. Republic 3 R.S.C.C. 91). To ότι μια πράξη η οποία πρωτίστως επηρεάζει ιδιωτικά δικαιώματα μπορεί να ενταχθεί στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου λόγω κάποιου ιδιαίτερου συμφέροντος του κοινού στη σωστή εφαρμογή της συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης έχει τονιστεί στην Republic v. M.D.M. Estate Development Ltd
(1982)3 CLR 642, 655 (απόφαση Ολομέλειας). Αυτό που είναι σχετικό για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης είναι κατά πόσο σε σχέση με τη συγκεκριμένη λειτουργία οι εφεσίβλητοι ενεργούσαν με την ιδιότητα «οργάνου», αρχής ή προσώπου ασκούντων εκτελεστή ή διοικητικήν λειτουργία», εντός της έννοιας του αρ. 146.1 του Συντάγματος (Βλ. Stamatiou v. The Electricity Authority of Cyprus, 3 R.S.C.C. 44, 45-46». Επίσης στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. σελίδα 225 και δη στις σελίδες 231 έως 233 γίνεται λόγος για τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηριστεί και ενταχθεί μια ενέργεια ως πράξη δημοσίου δικαίου. Στην υπόθεση Director of Customs v. Grecian Hotels Enterprises Ltd
(1985)3 C.L.R. 476 η ενέργεια του Τμήματος Τελωνείων να απαιτήσει πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.3.472 ως εισαγωγικό δασμό για μάρμαρα που εβρίσκοντο σε αποθήκη (bonded) που είχαν πωληθεί σε δημόσιο πλειστηριασμό σύμφωνα με διάταγμα του Ναυτοδικείου, θεωρήθηκε ως απόφαση εντός της σφαίρας του δημόσιου Δικαίου. Στην υπόθεση WestP Park Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία, Αναθ. Έφ. 759, ημερ. 08.04.79 η εκτίμηση και επιβολή τελών σύμφωνα με τον Περί Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Νόμο (Τέλη και δικαιώματα) από το Κτηματολόγιο θεωρήθηκε ότι συγκαταλέγετε στη σφαίρα του δημόσιου δικαίου. Στην υπόθεση Pastilles (No.1) v. Republic
(1966)3 C.L.R. 589 διαφορά από σύμβαση παροχής νερού από το κράτος σε ιδιώτη θεωρήθηκε ότι εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Στην υπόθεση Δημήτρης Γεωργίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(1985)3 Α.Α.Δ 424 επόμενα, απόφαση πλειοψηφίας, αποφασίσθηκε, αφού γίνεται αναφορά σε τι συνίσταται η πράξη δημοσίου Δικαίου και σε τι ιδιωτικού δικαίου ενέργεια οργάνου δημόσιου Δικαίου, ότι η ενέργεια της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου να διακόψει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος σε υποστατικό του εφεσείοντος δεν αποτελεί δημόσια εξουσία αλλά εξουσία που παρέχεται από τη σύμβαση που υπογράφει μεταξύ τους. Ο κανονισμός 19 που ενσωματώνεται στη σχετική συμφωνία δημιουργεί μονομερές συμβατικό δικαίωμα για διακοπή του ρεύματος, το οποίο η Αρχή μπορεί να ασκήσει χωρίς επηρεασμό άλλων θεραπειών που διαθέτει για είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Πρωταρχικός σκοπός της διακοπής παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στην υπόθεση από την Αρχή ήταν ο διακανονισμός και η προστασία των δικαιωμάτων της σύμφωνα με τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου. Η Αρχή δεν ενήργησε σαν διοικητικό όργανο, αλλά στην προσπάθεια της να διασφαλίσει τα συμβατικά της δικαιώματα, και η μεμονωμένη πράξη της δεν επηρέαζε οποιονδήποτε άλλο εκτός από τον εφεσείοντα. Στην προσφυγή Σταυρούλα Σπύρου ν. Υπουργού Εσωτερικών Αρ. 162/01 ημερομηνίας 14.07.03 αποφασίστηκε από τον Δικαστή Ηλιάδη, ότι η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Επιλογής & Κριτηρίων του Υπουργείου Εσωτερικών να ακυρώσει την έγκριση μεταστέγασης στην αιτήτρια και να ζητήσει την επιστροφή της καταβολής ύψους Λ.Κ.500, δεν εμπίπτει στη σφαίρα δημοσίου δικαίου καθ΄ ότι το θέμα αφορά τη συμβατική σχέση των δύο μερών και ανάγεται στη σφαίρα ιδιωτικού δικαίου. Η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά διάθεση κρατικής ακίνητης περιουσίας και δεν αντανακλά σκοπούς γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, αλλά απευθύνεται σε μια ιδιώτη η οποία παραβεί τις συμβατικές τις υποχρεώσεις. Στην προσφυγή Κυριακού Α. Παναγή ν. Κυπριακή Δημοκρατία Αρ. 1547/99 ο Δικαστής Νικήτας με αναφορά στην υπόθεση Charalambides v. Republic
(1982)3 C.L.R. 403 και Takes v. Republic
(1982)3 C.L.R. 680 στις οποίες είχε κριθεί ότι η απόρριψη εγγραφής χαλίτικης γης σε ιδιώτη ήταν πράξη διαχείριση κρατικής περιουσίας και σαν τέτοια δεν μπορούσε να υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο και αφού επεσήμανε την σημαντική διαφορά με την Charalambides και κάνοντας αναφορά στην υπόθεση Holy Monastery of Kakos & Another v. Republic
(1988)3 C.L.R. 1240 στην οποία η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου να μην παραχωρήσει δημόσιο δρόμο στον αιτητή κρίθηκε ότι εμπίπτει στην σφαίρα του δημόσιου δικαίου και προσβάλλεται με προσφυγή, κατέληξε ότι η παραχώρηση κρατικής γης ιδιαίτερα επειδή εμπλέκεται και προϋφιστάμενος δημόσιος δρόμος, αποτελεί έκφραση της δημόσιας διοικητικής δράσης που κινείται στα πλαίσια του δημόσιου δικαίου, γεννώντας διαφορά η επίλυση της οποίας ανήκει, κατά το άρθρο 146 του Συντάγματος, στο Ανώτατο Δικαστήριο και όχι στη δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Στην προσφυγή Μαρίας Γεωργίου Γερασίμου ν. Γενικού Εισαγγελέα Αρ. 1007/97 ή αιτήτρια ζήτησε να της παραχωρηθεί μέρος του δημόσιου αδιέξοδου πεζόδρομου. Η αίτηση της απορρίφθηκε. Ο Δικαστής Παπαδόπουλος στην απόφαση του ανέφερε ότι το άρθρο 18 του ΚΕΦ. 224 και ο Κανονισμός 13 δεν θεσπίσθηκαν για να προστατεύσουν ιδιωτικά συμφέροντα αλλά θεσπίστηκαν για να προστατεύσουν το δημόσιο συμφέρον. Ο εναγόμενος οργανισμός καθιδρύθηκε ως νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου με τον Νόμο 179/91 (Βλ. άρθρο 3). Σκοπός του οργανισμού είναι η ανάπτυξη και προαγωγή του θεσμού της σήμανσης αντικειμένων, ιδιαίτερα στις έξι περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του Νόμου 179/91, μεταξύ των οποίων η εξέταση, έλεγχος και σήμανση των αντικειμένων μέσω εργαστηρίων ή άλλων διευκολύνσεων. Αρμοδιότητα του Οργανισμού είναι η ευθύνη να προβαίνει σε όλες τις κατάλληλες ενέργειες, ώστε να διασφαλίζεται η ορθή εφαρμογή του Νόμου (Βλ. άρθρο 5
(1)). Για επίτευξη των σκοπών του Οργανισμού, το Διοικητικό του Συμβούλιο, επιπρόσθετα με οποιεσδήποτε άλλες αρμοδιότητες παρέχονται σ΄ αυτό από άλλες διατάξεις του νόμου, έχει τις αρμοδιότητες που καταγράφονται και προνοούνται στο άρθρο 7
(1)(α) έως (ιγ) και
(2). Από το σύνολο των διατάξεων του Νόμου 179/91 ως έχει τροποποιηθεί μπορεί να εξαχθεί ή συνάγεται ότι ο Κυπριακός Οργανισμός Σήμανσης Αντικειμένων και Πολύτιμων Μετάλλων είναι οργανισμός δημόσιου δικαίου στον οποίο έχει εναποτεθεί κρατική ευθύνη και εξουσία για την εξασφάλιση σ΄ ολόκληρη την Κυπριακή Δημοκρατία ομοιόμορφης και ενιαίας αντιμετώπισης θεμάτων που σχετίζονται με αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα μέσα από την δημιουργία της έγκρισης εργαστηρίων, μητρώου κατασκευαστών και κοσμηματοπωλών, εξέτασης, ελέγχου, σήμανσης και σφράγισης αντικειμένων, έτσι ώστε το αγοραστικό και καταναλωτικό κοινό να τυγχάνει προστασίας. Καταδεικνύεται λοιπόν ότι το κοινό έχει άμεσο συμφέρον στην ευόδωση των σκοπών του οργανισμού και ανάλογο ενδιαφέρον για την ορθή και καλή λειτουργία του. Παραπέμπω σε μερικές από τις σχετικές πρόνοιες που στηρίζουν τις πιο πάνω θέσεις του Δικαστηρίου, ήτοι τα άρθρα 19, 20, 21, 22, 24 και 25 του Ν179/
  1. Οι πράξεις του Εναγόμενου Οργανισμού όπως και κάθε άλλου δημόσιου οργάνου ή δημόσιας αρχής, που σχετίζονται με την προώθηση και εκπλήρωση των σκοπών που έχουν εναποτεθεί σ΄ αυτόν, συνιστούν πράξεις εξουσίας. Πράξεις αυτής της μορφής και φύσης, δηλαδή πράξεις εξουσίας, ανάγονται στο πεδίο δημόσιου δικαίου, οι αρχές του οποίου διέπουν την υπόστασή τους. Τέτοια πράξη ήταν και η ενέργεια του οργανισμού όταν στις 23.05.05 προέβη στην σφράγιση των αντικειμένων και εξέδωσε το Τεκμήριο
  2. Η πράξη του αυτή είναι εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία υπόκειται σε αναθεώρηση, ως αποκλειστική αρμοδιότητα του, στο Ανώτατο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος. Η κρίση μου αυτή υποστηρίζεται και από την πολύ πρόσφατη απόφαση στην προσφυγή ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΧΡΥΣΟΧΟΩΝ - ΑΡΓΥΡΟΧΟΩΝ V. ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΣΗΜΑΝΣΗΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΜΕΤΑΛΛΑ, αρ. 926/05 στην οποία ο Δικαστής Ερωτοκρίτου ανάφερε τα ακόλουθα: «Στην προκειμένη περίπτωση το περιεχόμενο της Εγκυκλίου συνιστά εκτελεστή πράξη, εφόσον δηλώνεται απερίφραστα η βούληση του οργάνου με την οποία παράγονται έννομα αποτελέσματα. Δεν συμφωνώ με τη συνήγορο των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι άμεσο έννομο αποτέλεσμα θα δημιουργείτο μόνο στην περίπτωση που ένα από τα μέλη των Αιτητών παρουσίαζε αντικείμενο προς σφράγιση, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του. Η απόφαση των Καθ΄ ων η Αίτηση για την σφράγιση αντικειμένων από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ανακοινώθηκε με την μέθοδο της Εγκυκλίου, παρήγαγε άμεσα έννομα αποτελέσματα και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν συμβουλευτικής φύσης. Δεν αναμενόταν οτιδήποτε άλλο. .............................. Όμως στην προκειμένη περίπτωση με την εγκύκλιο δεν γινόταν απλή ενημέρωση, αλλά στην ουσία ανακοινωνόταν εκτελεστή πράξη της διοίκησης να επιβάλει σφράγιση αντικειμένων που εισάγονταν από ορισμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικράτειας (1929-1959) σελ. 240)» Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι με την σφράγιση των αντικειμένων που περιγράφονται στο Τεκμήριο 3 παρήχθησαν έννομα αποτελέσματα ως εκτελεστή διοικητική πράξη. Δεν θα συμφωνήσω με το δικηγόρο της ενάγουσας, ότι επειδή τα τέλη που επιβλήθηκαν δυνάμει κανονισμών, σύμφωνα με το άρθρο 7(θ) του Νόμου 179/91, δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη. Η αναφορά του σε συγκεκριμένες αποφάσεις και συγκεκριμένα πορίσματα από την νομολογία του Συμβουλίου της Επικράτειας δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην δική μας υπό εξέταση περίπτωση για τον απλούστατο λόγο ότι ο εναγόμενος οργανισμός, αφού γίνει ο έλεγχος από το εργαστήριο, και σημειώνω εδώ ότι «εργαστήριο» σημαίνει αναλόγως της περίπτωσης είτε τον Διευθυντή, Προϊστάμενο, ή μέλος του προσωπικού, είτε τον τόπο που διεξάγονται εργασίες του Οργανισμού (άρθρο 2), διατηρούσε την δυνατότητα μη σφράγισης των αντικειμένων του Τεκμηρίου 3, εφόσον, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του Νόμου 179/91, έκρινε ότι δεν ανταποκρίνονταν ή δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις που θέτουν οι σχετικές διατάξεις για σφράγιση τους. Σχετικό για την ευθύνη του εναγόμενου οργανισμού, έναντι πράξεων του εργαστηρίου, που υποστηρίζει την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου είναι και το άρθρο 18
(4)του Ν.179/91. Η πρόνοια και μόνο συγκεκριμένων τελών, αναλόγως των αντικειμένων, δεν καταδεικνύει αφ΄ εαυτού, ότι η επιβολή συγκεκριμένου ποσού αποτελεί ενέργεια που εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου, αφού προηγείται αυτής η πράξη της σήμανσης και σφράγισης ως πράξη εξουσίας κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του εναγόμενου Οργανισμού και ως εκ τούτου αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη που εμπίπτει στην σφαίρα του δημόσιου δικαίου. Η αναγραφή στο Τεκμήριο 3 ότι από την 1/12/04 δεν θα επιβάλλεται Φ.Π.Α. για σφραγίσεις και εγγραφές, καταδεικνύει την ορθότητα της πιο πάνω θέσης του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή παρεμβάλλεται εκτελεστή διοικητική πράξη. Μόνο με την θετική αντίκρυση από τον εναγόμενο οργανισμό επιβάλλονται και τα σχετικά τέλη. Η φύση και ο χαρακτήρας είναι που εντάσσει μια πράξη στην μία ή στην άλλη κατηγορία δηλαδή στην σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου ή του δημόσιου δικαίου. Η συγκεκριμένη περίπτωση είναι διαφορετική από αυτές που εξετάστηκαν στις προσφυγές Γαβριηλίδης & Υιοί Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1996)4ΑΑΔ 1723, Παξιόλα ν. Δημοκρατίς
(1999)4 ΑΑΔ 334, Α.Ο.Ο.Μ. Γαλαξίας Παραγωγές ν. Δήμος Στροβόλου
(2006)4 ΑΑΔ, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 772, Καλαπολίκκης ν. Δημοκρατίας
(2001)3 ΑΑΔ 818, Ελευθερίου ν. Δημοκρατίας
(2001)3 ΑΑΔ 880, Αγγελή ν. Δημοκρατίας Υπόθεση Αρ. 294/02, ημερομ. 23.05.03, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1991)3 ΑΑΔ 470, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ ν. Επιτροπεία του Υδατικού Έργου Πολεμιδιών και Γερμασόγειας κ.α. Αρ. Υπο. 230/95, ημερ. 22/05/97 και Εκδοτικός Οίκος Δίας ν. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Αρ. Υπ. 1042/99, ημερ. 20/10/00 γιατί σ΄ αυτές δεν παρεμβλήθηκε εκτελεστή διοικητική πράξη. Με όλα όσα, πιο πάνω, προσπάθησα να αναλύσω και εξηγήσω, κρίνω ότι η ενέργεια του Οργανισμού, ως ανωτέρω περιγράφεται, αποτελεί διοικητική πράξη που εμπίπτει στη σφαίρα του Δημόσιου δικαίου και όχι του ιδιωτικού δικαίου και οι αξιώσεις της ενάγουσας εναντίον του εναγομένου συναρτώνται άμεσα με την αναθεώρηση της πιο πάνω διοικητικής πράξης που ανάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εφόσον η απόφαση, Τεκμήριο 3, δεν έχει προσβληθεί με προσφυγή και ακυρωθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο η ενάγουσα δεν δικαιούται να αξιώνει οιανδήποτε θεραπεία. Ενόψει της κατάληξης αυτής του Δικαστηρίου δεν καθίσταται αναγκαίο εξέτασης των άλλων θεμάτων που ηγέρθησαν. Κατά συνέπεια η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον της ενάγουσας όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.